Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding standing and scope of appellate review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision in a tort liability case. The appellants argued for a retrial on procedural grounds, including standing and the appellate court's handling of a detention request. The court rejected these claims, ruling that the appeal lacked standing against the supplementary fund and that the appellate court correctly limited its review to the amount awarded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 § 14 and 559 § 8 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the appellant lacks standing against the defendant or if the appellate court did not exceed the scope of the appeal's subject matter.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 610 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 610/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 2. Σ. συζ. Χ. Μ., κατοίκου ..., 3. Δ. Μ. του Χ., κατοίκου ... και 4. Μ. συζ. Δ. Μ., το γένος Χ. Μ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Γαλετζά, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ. Γ. του Β., 2. Β. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, 3. Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΒΕΡΓΙΝΑ Α.Ε.", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., 4. Χ. Κ. του Π., 5. Π. Κ., κατοίκων ... και 6. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Δροσόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης 3186/1999, 39440/1999 και 41023/1999 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 784/2001 του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση για εκδίκαση ενώπιον του αρμόδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 157/2001 οριστική του απόφαση και μετά από άσκηση εφέσεων η 1025/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην των 1ου και 2ου εκ των αναιρεσίβλητων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Βούλγαρης, ανέγνωσε την από 17 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των 4ου, 5ου και 6ης εκ των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Επειδή, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 9104β και 9103β/22-11-05 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κιλκίς Ε. Χ. με επιμέλεια των αναιρεσειόντων επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσίβλητους Χ. και Β. Γ. ακριβές αντίγραφο αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για την συζήτηση αυτής κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Εφόσον συνεπώς οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν παραστάθηκαν κατά την ανωτέρω δικάσιμο κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, πρέπει κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία αυτών.
ΙΙ. Επειδή, κατά τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα εξής: Ότι την 2.1.1998 και ώρα 01.45' περίπου ο τέταρτος των εναγομένων Χ. Κ., οδηγώντας το με αρ. κυκλ. ... ΙΧ επιβατηγό αυτοκίνητο επί του οποίου επέβαινε ο Χ. Μ. εκινείτο στο 7ο χλμ.
της Εθνικής οδού Σερρών - Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση Θεσσαλονίκη. Ότι το αυτοκίνητο αυτό ήταν ιδιοκτησίας του πέμπτου εναγομένου Π. Κ., που τελούσε με τον οδηγό του σε σχέση προστήσεως και ήταν ασφαλισμένο ως προς την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην έκτη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ".
Ότι την αυτή στιγμή το υπ' αρ. κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο του δεύτερου εναγομένου Β. Γ., με οδηγό τον πρώτο, Χ. Γ., που είχε προστηθεί στην οδήγησή του από εκείνον και ήταν ασφαλισμένο ως προς την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Βεργίνα", εκινείτο στην οδό Σιδηροκάστρου - Σερρών με κατεύθυνση τις Σέρρες.
Ότι στην προσπάθειά του να εισέλθει στη πιο πάνω Εθνική οδό Σερρών - Θεσσαλονίκης, με την οποία διασταυρώνεται καθέτως, συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο του πέμπτου εναγομένου, το οποίο εισήλθε ήδη στον ισόπεδο αυτό κόμβο. Ότι κατά τη σύγκρουση αυτή, ήλθαν σε επαφή το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Χ.
Γ. με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Χ. Κ., με αποτέλεσμα το τελευταίο αυτό αυτοκίνητο να κινηθεί ανεξέλεγκτα γύρω από τον άξονά του, να προσκρούσει στις προστατευτικές μπάρες του αντιθέτου ρεύματος πορείας του και να εκτοξευθεί από την ανασφάλιστη τελικά εμπρόσθια δεξιά πόρτα του ο συνεπιβάτης του οδηγού Χ.
Μ.. Ότι ο τελευταίος υπέστη επικράνια μετωπιαία, βρεγματικά και υπαραχνοειδή αιμορραγία, μετωποβρεγματικά πλήρη διατομή της σπονδυλικής του στήλης μεταξύ Θ1-Θ2 θωρακικών σπονδύλων, κάταγμα της δεξιάς κλειδός με τρώση των υποκλειδίων αγγείων σύστοιχα, και κατάγματα των οστών της λεκάνης. Ότι από τα τραύματά του αυτά, τα οποία άλλωστε αποτέλεσαν και τη μόνη ενεργό αιτία, επήλθε ο θάνατός του.
Ότι η σύγκρουση και ο θάνατος του τελευταίου οφείλεται σε κοινή υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου Χ. Γ. και του παθόντος, και ειδικότερα κατά ποσοστό μεν 70% στην αμελή συμπεριφορά του συγκεκριμένου οδηγού και κατά ποσοστό 30% στην αμελή συμπεριφορά του παθόντος. Ότι πιο συγκεκριμένα η αμέλεια του πρώτου εναγομένου συνίσταται στο ότι αυτός, παρά και τη σχετική απαγορευτική διάταξη (άρθρο 42 παρ. 1 του ισχύοντος τότε ΚΟΚ-Ν. 2094/92) ανέλαβε την οδήγηση του πιο πάνω οχήματος, ενώ βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, και συγκεκριμένα σε κατάσταση μέθης (διαπιστώθηκε περιεκτικότητα στο αίμα του οινοπνεύματος 1,09% ανά λίτρο αίματος) και έτσι δεν κατόρθωσε να προσαρμόσει την ταχύτητα του οχήματός του στη μειωμένη ικανότητα αντιδράσεώς του, ούτε οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, με αποτέλεσμα να αγνοήσει τελείως τον πριν από τον οδικό κόμβο υπάρχοντα σηματοδότη με κίτρινο φως κυκλικής μορφής το οποίο αναβόσβηνε (αναλάμπον) καθώς και τη ρυθμιστική πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας του (Ρ-2 STOP) και χωρίς να διακόψει την πορεία του ούτε να ελέγξει την κίνηση των επί της Ε.Ο.
κινουμένων οχημάτων, παραχωρώντας την οφειλόμενη σε αυτά προτεραιότητα, εισήλθε στην τελευταία αυτή οδό τελείως απερίσκεπτα, επιπίπτοντας στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Χ. Κ.. Ότι για την εγκληματική αυτή πράξη του τιμωρήθηκε τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας για ανθρωποκτονία από αμέλεια, με τις υπ' αρ. 962/2001 και 3350/2002 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών και του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αντιστοίχως, και του επιβλήθηκε από το τελευταίο ποινή φυλακίσεως 30 μηνών, για την πράξη της ανθρωποκτονίας.
Ότι η αμέλεια εξ άλλου του παθόντος (Χ. Μ.) συνίσταται στο ότι παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τη ζώνη ασφαλείας του αυτοκινήτου, η οποία θα απέτρεπε την εκτίναξή του εκτός αυτοκινήτου, την πτώση του στο οδόστρωμα και την επίταση της σοβαρότητας των τραυμάτων του, που αποτέλεσαν την αιτία του θανάτου του. Ότι στο θάνατο του Χ.
Χ. Μ. δεν συνετέλεσε αμέλεια του οδηγού του αυτοκινήτου που επέβαινε, διότι αυτός (Χ. Κ.) έβαινε κανονικά στην πιο πάνω Εθνική οδό και κάνοντας χρήση της προτεραιότητας που του παρείχε ο ΚΟΚ εισήλθε πρώτος στη συγκεκριμένη διασταύρωση, με αποτέλεσμα η αιφνίδια και εγκληματική παραβίαση της προτεραιότητας από τον οδηγό του άλλου αυτοκινήτου να μην του αφήσει κανένα περιθώριο αποφευκτικού ελιγμού αποφυγή της συγκρούσεως και των εξ αυτής συνεπειών.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τις εκατέρωθεν εφέσεις, διακράτησε την αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την δέχθηκε εν μέρει και επιδίκασε στην αναφερόμενη στο διατακτικό αποζημίωση στους ενάγοντες. Έτσι που έκρινε το Εφετείο: α) δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914 και 300 ΑΚ και β) περιέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για να στηρίξει το διατακτικό της αποφάσεώς του, και ως προς το ζήτημα της συνυπαιτιότητας του παθόντος σχετικώς με την παράλειψη αυτού να φέρει ζώνη ασφαλείας δεχθέν ειδικότερα ότι ο θάνατος αυτού προήλθε εκ της εκσφενδονίσεώς του από την ανασφάλιστη δεξιά θύρα του αυτοκινήτου που επέβαινε και της καταπτώσεώς του μετά σφοδρότητος επί του εδάφους και δεν είχε προκληθεί ο θάνατος καθόν χρόνο ευρίσκετο ακόμη εντός του ως άνω αυτοκινήτου.
Συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρ. 559 §§ 1 και 19 ΚΠολΔ.
ΙΙΙ. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Συνεπώς, δεν είναι πράγματα υπό την άνω έννοια οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής, ανταγωγής ή αντενστάσεως. Επομένως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων (εναγόντων) ότι ο θάνατος του παθόντος συγγενούς τους Χ. Μ. δεν επήλθε εκ του γεγονότος ότι δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας συνεπεία της οποίας, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, κατέπεσε επί του εδάφους από την ανασφάλιστη δεξιά θύρα, αλλά θα επήρχετο (και αν φορούσε ζώνη ασφαλείας) λόγω των σοβαρών τραυμάτων που υπέστη καθ' ον χρόνο ευρίσκετο εντός οτυ συγκρουσθέντος ως άνω αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Χρ. Κ., διότι ο εν λόγω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων συνιστά άρνηση της ενστάσεως των εναγομένων περί συνυπαιτιότητος του παθόντος (επειδή δεν έφεση ζώνη ασφαλείας).
IV. Επειδή κατ' άρθρο 19 § 1 του ν. 469/78, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 50 του ν. 1563/85 από 25.10.1985, το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα, και στην περίπτωση που η άδεια λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο ανακλήθηκε.
Η ανάκληση της άδειας λειτουργίας του ασφαλιστή αποτελεί αυτοτελή λόγο ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου (άρθρ. 19 § 1 εδ. δ' του ν. 489/76) το οποίο από την ημέρα της ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας υπεισέρχεται αυτοδικαίως στο σύνολο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του ασφαλιστή που πηγάζουν από τις ασφαλιστικές συμβάσεις του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα.
Έκτοτε συνεπώς μεταβάλλεται αναγκαστικά (ex lege) το πρόσωπο του οφειλέτη. Αξιώσεις τρίτου που ζημιώθηκε από ατύχημα που συμβαίνει πριν από την ανάκληση της άδειας λειτουργίας του ασφαλιστή μετά την ανάκληση ασκούνται πλέον κατά του φορέα της αντίστοιχης υποχρεώσεως, δηλαδή του Επικουρικού Κεφαλαίου, και όχι του ασφαλιστή.
Εκ τούτων, και σε συνδυασμό με όσα προκύπτουν από τις διατάξεις των άρθρων 62, 68, 73 και 111 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η ανάκληση της αδείας λειτουργίας του ασφαλιστή επήλθε πριν την έγερση της αγωγής του τρίτου και ο τελευταίος έστρεψε την αγωγή του κατά του ασφαλιστή, το Επικουρικό Κεφάλαιο δεν καθίσταται διάδικος, με την επίδοση και μόνο της κλήσεως για τη συζήτηση της αγωγής του προς αυτό.
Τούτο θα συνέβαινε μόνο αν η ανάκληση της αδείας του ασφαλιστή και η ειδική διαδοχή επερχόταν μετά την έγερση της αγωγής κατά αυτού (ασφαλιστή), κατά τη διάρκεια δηλαδή της εκκρεμοδικίας, οπότε το Επικουρικό Κεφάλαιο θα υπεισερχόταν αναγκαίως και εκ του νόμου στη δικονομική θέση εκείνου. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ.
καταθ. 3186/27.1.1999 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων ο υπαίτιος οδηγός του υπ' αρ. κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκινήτου Χ. Γ., ο κύριος αυτού Βασίλειος Γ. που συνδέεται με σχέση προστήσεως με τον πρώτο και η με την επωνυμία "ΒΕΡΓΙΝΑ ΑΕ" ασφαλιστική εταιρία, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο αυτό, να καταβάλουν εις ολόκληρο ο καθένας το ποσό που προσδιορίζουν και αντιπροσωπεύει χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από τροχαίο ατύχημα που συνέβη την 2.1.1998 κατά το οποίο τραυματίσθηκε θανασίμως ο Χ.
Μ., γιος των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφός των λοιπών (δευτέρου και τρίτης). Η αγωγή αυτή, την οποία δεν έστρεψαν κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, εισήχθη τελικά προς συζήτηση ενώπιον του καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών με την υπ' αρ. καταθ. 325ΑΥΤ/12/2.2.2001 κλήση των δύο πρώτων εναγομένων Χ.
και Β. Γ., την οποία απηύθυναν και κατά του μη εναγομένου στην πιο πάνω κυρία αγωγή "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ" στη θέση της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΒΕΡΓΙΝΑ ΑΕ" η άδεια λειτουργίας της οποίας ανακλήθηκε μετά το ως άνω ατύχημα με την υπ' αριθμ. Κ3/6865/16.7.1998 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, η δε κρινόμενη αγωγή, η οποία ασκήθηκε την 27.1.99 (δηλαδή έξι περίπου μήνες μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας του ασφαλιστή) δεν εστρέφετο κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου (ex lege) ως νέου φορέα της αντίστοιχης υποχρεώσεως μετά την ανάκληση (16-7-98) της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρίας Βεργίνα ΑΕ, αλλά κατά της τελευταίας αυτής εταιρίας.
Με βάση τα δεδομένα αυτά το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ως παραδεκτή (και κατ'ουσίαν βάσιμη) την υπ' αριθμ. καταθ. 173/21-11-2001 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου και εξαφάνισε (κατά τούτο) την εκκαλουμένη απόφαση του Μον. Πρωτοδικείου, το οποίο είχε δεχθεί την αγωγή κατά του αναιρεσιβλήτου αυτού (Επικουρικού Κεφαλαίου).
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 § 14 ΚΠολΔ γι'αυτό και ο δεύτερος λόγος (όπως ορθώς εκτιμάται από το άρθρ. 559 § 14 και όχι 559 § 1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο αυτός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος αυτού με το οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 § 8 ΚΠολΔ με το να δεχθεί ως παραδεκτή και βάσιμη την ένσταση του αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως το πρώτον ενώπιον του Εφετείου προβληθείσαν, είναι απορριπτέος διότι η ένσταση αυτή, ως αφορώσα την νομιμοποίηση διαδίκου, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 269 και 527 ΚΠολΔ) και διότι ο εν λόγω αναιρεσίβλητος ήταν και εφεσίβλητος (εναγόμενος) στην συνεκδικασθείσα από 27.11.2001 έφεση του Χ.
Π. Κ..
V. Επειδή κατά το άρθρο 559 § 9 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως (και) αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκειμένη περίπτωση στην ως άνω αγωγή τους οι αναιρεσείοντες είχαν περιλάβει και αίτημα απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου Χ. Γ.. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή τους απέρριψε κατ'ουσία το αίτημα αυτό (βλεπ. την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου). Οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι άσκησαν την από 7.11.2001 έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της εν λόγω εφέσεως, δεν περιέλαβαν παράπονο για την απόρριψη κατά τούτο της αγωγής αλλά μόνο για το ύψος της επιδικασθείσης αποζημιώσεως. Ελλείψει αντιστοίχου παραπόνου (λόγου εφέσεως) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είχε εξουσία να επιληφθεί του τοιούτου αιτήματος, διότι το Εφετείο όταν διακρατεί την υπόθεση προς έρευνα υποκαθιστά το πρωτοβάθμιο εκτός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον παραπονούνται οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο δεν απεφάνθη (άφησε αδίκαστη) επί του αιτήματος απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως της αγωγής είναι απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.2.2005 αίτηση των Χ. Μ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1025/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη των παραστάντων μόνο εκ των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ