Legislator Case Law & Legislation
60/2026 AI generated

Supreme Court partially annuls Kerkyra court verdict due to lack of specific and detailed reasoning for acquittals.

Case Number 60/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially annulled a Kerkyra court verdict that acquitted two defendants on specific charges. The prosecution argued the lower court failed to provide the constitutionally required specific and detailed reasoning for these acquittals. Consequently, the court ordered a retrial for the acquitted charges while leaving the remaining convictions intact.

Legislator headnote

AI generated

Articles 505, 507, 510, 519, 522 of the Code of Criminal Procedure; A prosecutor's appeal for annulment is admissible if the lower court's decision lacks specific and detailed reasoning required by the Constitution and the Code of Criminal Procedure, necessitating a retrial for the affected charges.

Keywords

AI generated
Code of Criminal Procedure specific and detailed reasoning acquittal annulment prosecutor's appeal retrial for new hearing lack of motivation partial annulment

Cited Legislation

AI generated
Article 505, paragraph 2, subsection a' of the Code of Criminal Procedure
Article 507 of the Code of Criminal Procedure
Article 510, paragraph 1, subsections D and E of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure
Article 522 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 60 / 2026 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 60/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Μαρία Γιαννακοπούλου-Εισηγήτρια και Διονυσία Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρίας Τρουπή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ., για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ'αριθμ. 1569/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας. Με κατηγορούμενες τις: 1. Κ. Π. του Ε., κάτοικο ..., η οποία δεν εμφανίσθηκε, 2. Σ. Ζ. του Κ. η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στυλιανό Αθανασούλια και με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Κ. Κ. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίσθηκε.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 18/7-4-2025 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Ν. Κ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της 2ης κατηγορουμένης, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α' ΚΠΔ "Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507", σύμφωνα με το οποίο, "Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώριση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και για μεν τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι ενός (1) μηνός,...". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης, τελεσίδικης ή ανέκκλητης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 507 του ίδιου Κώδικα, από την καταχώριση αυτής καθαρογραμμένης, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ ειδικά τηρούμενο βιβλίο του ποινικού Δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και για εκείνους της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ).

Στην προκείμενη περίπτωση, εισάγεται προς κρίση η με αριθ. έκθεσης κατάθ. 18/7.4.2025 αίτηση, την οποία άσκησε η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με δήλωσή της στη γραμματέα του Ποινικού Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), για αναίρεση της υπ' αριθ. 1569/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθ. 473 παρ. 3 ΚΠΔ στις 6.3.2025, μόνον κατά το κεφάλαιο αυτής, που κηρύχθηκαν αθώες οι κατηγορούμενες: 1) Κ.

Π. του Ε., κάτοικος ..., οδός ... και β) Σ. Ζ. του Κ., κάτοικος ..., οδός ..., για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης κατ' εξακολούθηση, της συνέργειας σε ψευδή καταμήνυση και της ψευδούς κατάθεσης (η δεύτερη), της χρήσης ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή ιατρική πιστοποίηση κατ' εξακολούθηση (η πρώτη).

Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 473 παρ. 3, 504 παρ. 1, 505 παρ. 2 εδ. α`, 507, 474 του ΚΠΔ ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το βάσιμο των περιεχόμενων σ` αυτήν λόγων, που αφορούν την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης(άρθ. 510 παρ. 1 Δ` και Ε' ΚΠΔ).

Η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει χωρίς την παρουσία αλλά σαν να ήταν παρόντες(άρθρο 515 παρ. 2 ΚΠΔ) η πρώτη κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσίβλητη Κ. Π. του Ε. και ο υποστηρίζων την κατηγορία Κ. Κ. του Γ., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, μολονότι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τούτο, όπως προκύπτει από τα από ....2025, ....2025 και ....2025 αποδεικτικά επίδοσης των Α.

Σ., επιμελήτριας Εισαγγελίας Αρείου Πάγου, Α. Π., αρχιφύλακα στο Α.Τ. Κέρκυρας και Β. Ρ., επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιά, αντίστοιχα, προς την ως άνω(πρώτη) κατηγορούμενη και τους αντίκλητους δικηγόρους της Τριανταφυλλιά Τσούλπα και Άγγελο Ηλιόπουλο και τα από ....2025 και ....2025 αποδεικτικά επίδοσης των Κ.

Τ., αρχιφύλακα στο Α.Τ. Κέρκυρας και Μ. Μ., επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, προς τον υποστηρίζοντα την κατηγορία και τον αντίκλητο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζηνικολάου.

Με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019 κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 του νέου ΠΚ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ ορίζεται ότι " Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορούμενου".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι πλέον σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον" και ότι προδήλως ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος, ο οποίος μετατρέπει την πράξη από κακούργημα σε πλημμέλημα.

Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορούμενου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν, δεν αποκλείεται δε σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή.

Για τον χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσότερων αυτών διατάξεων, εάν δε από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος.

Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για τον χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή(ΑΠ1274/2025, ΑΠ 977/2025).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 221 παρ. 1 εδ. α` του ισχύοντος από την 1.7.2019 νέου ΠΚ, "γιατροί, οδοντίατροι, κτηνίατροι, φαρμακοποιοί, χημικοί και μαίες, που εν γνώσει εκδίδουν ψευδείς πιστοποιήσεις, οι οποίες προορίζονται να παρέχουν πίστη σε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή σε μία ασφαλιστική επιχείρηση ή που μπορούν να ζημιώσουν άμεσα οικονομικά άλλον τιμωρούνται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή".

Η ως άνω διάταξη είναι, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ επιεικέστερη έναντι της αντίστοιχης του άρθρου 221 παρ. 1 εδ. α` περ. α` του ισχύσαντος μέχρι τις 30.6.2019 ΠΚ, σύμφωνα με την οποία "γιατροί, οδοντίατροι, κτηνίατροι, φαρμακοποιοί, χημικοί και μαίες, που εν γνώσει εκδίδουν ψευδείς πιστοποιήσεις, οι οποίες προορίζονται να παρέχουν πίστη σε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου ή σε μία ασφαλιστική επιχείρηση ή που μπορούν να ζημιώσουν έννομα και ουσιώδη συμφέροντα άλλου προσώπου τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή", διότι, ενώ οι απειλούμενες από αυτές, για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης, ποινές φυλάκισης είναι ίσες, η για την ίδια πράξη χρηματική ποινή στην μεν νέα διάταξη απειλείται διαζευκτικά, στη δε παλαιά συμπλεκτικά.

Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης, που αποτελεί είδος διανοητικής πλαστογραφίας και ιδιαίτερο έγκλημα, απαιτείται, αντικειμενικά, η έκδοση από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, υπό την επαγγελματική τους ιδιότητα μέσα στον κύκλο του σχετικού έργου τους, έγγραφης πιστοποίησης και παράδοση αυτής σε τρίτον, η οποία είναι ψευδής κατά το περιεχόμενό της σε οποιοδήποτε σημείο αυτής, καθώς και όταν πιστοποιείται ότι εξέτασαν τον ασθενή, ενώ δεν τον έχουν εξετάσει, δηλαδή όχι μόνο κατά το μέρος που αφορά την υγεία του τρίτου ή την υγιεινή του κατάσταση, προορίζεται δε να παράσχει πίστη σε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή κλπ, υποκειμενικά δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει αφενός μεν τη γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (εντελούς γνώσης-επίγνωσης), σχετικά με την αναλήθεια του περιεχόμενου της πιστοποίησης, αφετέρου δε τη θέληση έκδοσης και παράδοσης στον τρίτο της ψευδούς αυτής πιστοποίησης, αρκούντος του ενδεχόμενου δόλου, μόνον σε ό,τι αφορά τον προορισμό της έγγραφης πιστοποίησης να παράσχει πίστη στις αρχές κλπ (ΑΠ 982/2025, ΑΠ1312/2023, ΑΠ 76/2023).

Εξάλλου, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. (Ν.Δ. 53/1974), έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ` ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, υπάρχει είτε, όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά είτε, όταν δεν αιτιολογεί το Δικαστήριο με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορούμενου από τα αποδεικτικά μέσα, που προσδιορίζονται στα πρακτικά και τα οποία έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του (ΟλΑΠ 2/2017, ΟλΑΠ 3/2010, ΑΠ722/2025).

Δεν απαιτείται, για την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αθωωτικής απόφασης, να εκθέτει το Δικαστήριο σ` αυτήν περιστατικά, από τα οποία πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορούμενου, δεδομένου ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορούμενου.

Γίνεται όμως δεκτό ότι, όταν πρόκειται για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το Δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορούμενου από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά ή όταν δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του στο σύνολο τους κάποια έγγραφα ή το συνολικό περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων ή ότι δεν πραγματοποίησε τον επιβαλλόμενο από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 722/2025, ΑΠ 626/2019).

Ειδικά, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, για να είναι η δικαστική απόφαση αιτιολογημένη πρέπει να προκύπτει από αυτήν, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ` επιλογή, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και έτσι η αιτιολογία δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη.

Ούτε αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης μόνη η σκέψη, ότι προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορούμενου ή ότι δεν πείσθηκε το Δικαστήριο, εκτός αν δεν προσκομίσθηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ούτε εξετάσθηκε μάρτυρας (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 1/2018, ΟλΑΠ 3/2012, ΑΠ 722/2025, ΑΠ325/2023).

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και, όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 722/2025, ΑΠ 594/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1569/2024 εν μέρει αθωωτικής απόφασής του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κέρκυρας, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η δεύτερη κατηγορούμενη Σ.

Ζ. κατά τα αναφερόμενα υπό στοιχείο Α.1 του κατηγορητηρίου κατηγορείται ότι "Με περισσότερες πράξεις της που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος εξέδωσε εν γνώσει της ψευδείς ιατρικές πιστοποιήσεις, οι οποίες προορίζονταν για δικαστική χρήση, και συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο: α) στις ...-2018 με την ιδιότητα της ως παιδοψυχίατρος συνέταξε και εξέδωσε, κατόπιν εντολής της πρώτης κατηγορουμένης, Κ.

Π. του Ε., την από ...-2018 παιδοψυχιατρική γνωμάτευση, η οποία προοριζόταν για δικαστική χρήση και αφορούσε στην κλινική εξέταση του ηλικίας πέντε (5) ετών υιού της Φ. Κ. του Κ., προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο εξεταζόμενος ανήλικος υπέστη σεξουαλική παρενόχληση ή κακοποίηση, και με την οποία πιστοποιούσε ότι: "Συμπερασματικά:

Πρόκειται για ένα πολύ έξυπνο αγοράκι που διαχειρίζεται με δυσκολία τα αρνητικά συναισθήματα του, όπως θυμός, δυσφορία κ.α- Επιδεικνύει μια μικτή δομή στο -χαρακτήρα του, άλλοτε είναι πολύ ανοικτός και κοινωνικός και άλλοτε πολύ επιθετικός και αμυντικός. Τόσο στα ηχητικά ντοκουμέντα όσο και στις συναντήσεις μας, μιλά για "παιχνίδια" με τον πατέρα του που αντανακλούν σε σεξουαλική παρενόχληση-κακοποίησης εκ μέρους του πατέρα.

Η συναισθηματική φόρτιση, η διακεκομμένη αφήγηση των γεγονότων, η άρνηση του να μοιραστεί το μυστικό τους, η δυσφορία και η ένταση που παρουσιάζει όταν αναφέρεται στα "παιχνίδια" τους υποδεικνύουν το αληθές του λόγου του. Λόγω της σοβαρότητας των αφηγήσεων του Φ. είναι επιβεβλημένη η συνέχιση των συναντήσεων του με ειδικό, με στόχο, χωρίς αμφιβολίες, την περαιτέρω διερεύνηση των πεπραγμένων.

Μέχρι τότε επιβάλλεται η επαφή με τον πατέρα να γίνεται σε παιδότοπους με την παρουσία της μηνύτριας και την ταυτόχρονη παρουσία προσώπου ψυχικής υγείας". β) στις 9-11-2018 με την ιδιότητα της ως παιδοψυχίατρος συνέταξε και εξέδωσε, κατόπιν εντολής της πρώτης κατηγορουμένης Κ. Π. του Ε., την από 9-11-2018 παιδοψυχιατρική γνωμάτευση, η οποία προοριζόταν για δικαστική χρήση και αφορούσε στην κλινική εξέταση του ηλικίας πέντε (5) ετών υιού της Φ.

Κ. του Κ., προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο εξεταζόμενος ανήλικος υπέστη σεξουαλική παρενόχληση ή κακοποίηση, και με την οποία πιστοποιούσε ότι: "Η παρούσα έκθεση αποτελεί συνέχεια της από ...-2018 γνωμάτευσης μου για τον Κ. Φ.,... είναι απόλυτα αναγκαίο ο Φ. να έχει τους επόμενους έξι μήνες εβδομαδιαία συνάντηση με ειδικό με στόχο τη διερεύνηση των πεπραγμένων.

Τόσο η αναφορά του Φ. στο "παιχνίδι" με το μπαμπά του όσο και η "καθοδηγούμενη" σημερινή σιωπή του καθιστούν αναγκαία την αποκάλυψη των πραγματικών γεγονότων. Μέχρι τότε κρίνεται να μην επεκταθεί η επαφή του Φ. με τον πατέρα του, όπως έχει ήδη οριστεί από το Δικαστήριο. Είναι αναγκαίο η παρουσία σ αυτές τις συναντήσεις τρίτου προσώπου -κοινής αποδοχής από τους γονείς- με στόχο να εμποδιστεί η "καθοδηγούμενη" σιωπή του μικρού".

γ) στις 30-12-2018 με την ιδιότητα της ως παιδοψυχίατρος συνέταξε και εξέδωσε, κατόπιν εντολής της πρώτης κατηγορουμένης, Κ. Π. του Ε., την από 30-12-2018 παιδοψυχιατρική γνωμάτευση, η οποία προοριζόταν για δικαστική χρήση και αφορούσε στην κλινική εξέταση του ηλικίας πέντε (5) ετών υιού της Φ. Κ. του Κ., προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο εξεταζόμενος ανήλικος υπέστη σεξουαλική παρενόχληση ή κακοποίηση, και με την οποία πιστοποιούσε ότι: "Η παρούσα γνωμάτευση αποτελεί συνέχεια των δύο γνωματεύσεων που έχω εκδώσει στις ...2018 και στις 9-11-2018 για τον Κ.

Φ. ... Συμπερασματικά: Ο Φ. είναι ένας πολύ έξυπνος πεντάχρονος, ο οποίος δείχνει να αντιμετωπίζει συναισθηματικές δυσκολίες σε σχέση με το μέχρι τώρα οικογενειακά του βιώματα...χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω τον χρόνο και τον αριθμό που συνέβησαν, ο Φ. φαίνεται να έχει βρεθεί εκτεθειμένος σε πράξεις που αντανακλούν σε σεξουαλική παρενόχληση-κακοποίηση από την πλευρά του πατέρα του.

Πράξεις που προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας. Ευτυχώς λόγω της μικρής ηλικίας δεν κατανοεί και δεν έχει υπογράψει αυτό το "παιχνίδι" ως απαγορευμένο θίγοντας το ταμπού της αιμομιξίας, αλλά υπάρχει ο κίνδυνος να συμβεί αυτή η ενδοψυχική εγγραφή αν εξακολουθήσει. Μέχρι σήμερα, δυστυχώς λόγω της υψηλής νοημοσύνης του Φ., έχει αρχίσει να διαφοροποιείται απ' όλα τα άλλα παιχνίδια λόγω της πίεσης και της καθοδήγησης από την πλευρά του πατέρα του να διαφυλάξουν το μυστικό τους.

Όλες οι αναφορές του Φ. συνοδευόμενες από συναισθηματική φόρτιση, η διασπώμενη διήγηση του "παιχνιδιού" τους η του να αναφερθεί στα πεπραγμένα του "παιχνιδιού", η ίδια μορφή του "παιχνιδιού" όποτε αναφέρθηκε σε αυτό σε διαφορετικές συνεδρίες, υποδεικνύουν το αληθές των αναφορών του και για όχι αναφορές σε φανταστικό παιχνίδι ή διήγηση υποκινούμενη από άλλο ενήλικα. (Λόγω των έντονα συγκρουσιακών σχέσεων των γονιών του είναι απόλυτα αναγκαίο να εξεταστεί και να εξαιρεθεί η περίπτωση υποκίνησης των περιγραφών από τη μητέρα.

Στις περιπτώσεις υποκίνησης των λεγόμενων από το παιδί, από τον άλλο γονιό, δεν αντιμετωπίζουμε τέτοια συναισθηματική φόρτιση, δυσκολία στη διήγηση των γεγονότων και ανάγκη προστασίας του κακοποιητή γονέα όπως στην περίπτωση του Φ.). Για τη διασφάλιση της ψυχικής υγείας του πεντάχρονου Φ. και την αποφυγή ενδοψυχικής εγγραφής, επιβάλλεται αρχικά να σταματήσει η έκθεση του σε πράξεις που αντανακλούν σεξουαλική κακοποίηση και δεύτερο στη προσπάθεια της"καθοδηγούμενης σιωπής" από την πλευρά του πατέρα.

Είναι απαραίτητη η συνέχιση των θεραπευτικών συνεδριών του Φ. για την όσο το δυνατόν καλύτερη αντιμετώπιση των πεπραγμένων ώστε να μην λειτουργήσουν ως τροχοπέδη στην ομαλή ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη". Τις εν λόγω παιδοψυχιατρικές γνωματεύσεις χρησιμοποίησε η πρώτη κατηγορουμένη Κ. Π. του Ε., προσκομίζοντας αυτές στις 23-10-2018 και στις 21-1-2019 ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, ως αποδεικτικό στοιχείο ανάδειξης του εγκαλούντα Κ.

Κ. του Γ., ως φερόμενου δράστη των πράξεων της αποπλάνησης παιδιού που δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη, κατ' εξακολούθηση, της κατάχρησης ανηλίκου που δεν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη, σε ασέλγεια από οικείο κατ' εξακολούθηση, της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης, τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και της ενδοοικογενειακής προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας (άρθρα 1, 5,12,13β, 14,16,17,18,26, 27,42 παρ. 1,51 ,52, 53,57, 60, 61, 63, 65, 76, 79,83, 94, 98, 339 παρ. 1α, 342 παρ. 1α και 2α ΠΚ ως ίσχυαν προ της κατάργησης τους με το Ν. 4619/2019 και άρθρα 1 παρ. 2α, 6 παρ. 1 και 91 Ν. 3500/2006) για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη εις βάρος του από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κέρκυρας δυνάμει της από 11-02-2019 παραγγελίας του προς την Ανακρίτρια Πλημμελειοδικών Κέρκυρας για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης και δεν έγινε κατηγορία σε βάρος του για τις πράξεις αυτές, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 66/2021 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας.

Οι υπόψη έγγραφες πιστοποιήσεις όμως, που προορίζονταν να παράσχουν πίστη στις αρχές, ήταν ψευδείς κατά το περιεχόμενο των συμπερασμάτων και η δεύτερη κατηγορούμενη τις είχε εκδώσει εν γνώσει της αναλήθειας του περιεχομένου τους, θέλοντας την έκδοση και παράδοση αυτών στην πρώτη κατηγορουμένη, αφού η αλήθεια ήταν ότι ο εξετασθείς από την ίδια Φ.

Κ., ουδέποτε είχε υποστεί γενετήσιες πράξεις και ασελγείς προστριβές από τον εγκαλούντα πατέρα του και για τον λόγο αυτό δεν έγινε κατηγορία σε βάρος του τελευταίου για τις αποδοθείσες σε αυτόν πράξεις που φέρονται τελεσθείσες στην Κέρκυρα από το έτος 2017 μέχρι και τις 17-10-2018 εις βάρος του άνω ανήλικου υιού του, εχουσών έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, που κατέτειναν στη διέγερση και ικανοποίηση της δικής του γενετήσιας επιθυμίας." Πλην όμως, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης, το οποίο αποτελεί είδος διανοητικής πλαστογραφίας και ιδιαίτερο έγκλημα, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, υπό την επαγγελματική τους ιδιότητα μέσα στον κύκλο του σχετικού έργου τους, έγγραφης πιστοποίησης και παράδοση αυτής σε τρίτον, η οποία είναι ψευδής κατά το περιεχόμενο της σε οποιοδήποτε σημείο αυτής (ΑΠ 76/2023, ΝΟΜΟΣ), είναι δε αυτονόητο ότι η πιστοποίηση πρέπει να αφορά σε γεγονός, το οποίο να αποδεικνύεται ψευδές.

Στην προκείμενη περίπτωση, τα ανωτέρω αναφερόμενα από την δεύτερη κατηγορουμένη στις εν λόγω ιατρικές γνωματεύσεις συνιστούν στην συντριπτική τους πλειοψηφία αξιολογικές κρίσεις της δεύτερης κατηγορουμένης σχετικά με την ψυχική κατάσταση του ανηλίκου Φ., βασιζόμενες στις παρατηρήσεις της κατά τις συνεδρίες που πραγματοποίησε με αυτόν, και όχι γεγονότα, η ακρίβεια των οποίων είναι δυνατόν να ελεγχθεί, ενώ ακόμη και όταν αναφέρεται σε όσα έλαβαν χώρα ενώπιον της κατά τις συνεδρίες αυτές, όπως "Τόσο στα ηχητικά ντοκουμέντα όσο και στις συναντήσεις μας, μιλά για "παιχνίδια" με τον πατέρα του που αντανακλούν σε σεξουαλική παρενόχληση - κακοποίησης εκ μέρους του πατέρα" και "ο Φ.

φαίνεται να έχει βρεθεί εκτεθειμένος σε πράξεις που αντανακλούν σε σεξουαλική παρενόχληση-κακοποίηση από την πλευρά του πατέρα του", κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου δεν μπορεί να καταφαθεί χωρίς αμφιβολίες το εάν είναι όντως αναληθή. Ούτε άλλωστε είναι δυνατό να αχθεί το Δικαστήριο σε πλήρη δικανική πεποίθηση ότι ο ανήλικος δεν εισέφερε στις συνεδρίες με την δεύτερη κατηγορουμένη αναφορές που την οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι είχε εκτεθεί σε κακοποίηση, μόνο από το γεγονός ότι δεν ανέφερε παρόμοια γεγονότα σε όσους ειδικούς τον εξέτασαν μεταγενέστερα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο υποστηρίζων την κατηγορία, καθώς οι αντιφάσεις είναι σύνηθες φαινόμενο στις πάσης φύσεως μαρτυρίες, πολλώ δε μάλλον όταν πρόκειται για ένα παιδί νηπιακής ηλικίας.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν αποδείχθηκε η τέλεση από την δεύτερη κατηγορουμένη της πράξης της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης, και πρέπει να κηρυχθεί αθώα ως προς αυτήν.

Εξάλλου, δεδομένου ότι η τέλεση από την δεύτερη κατηγορουμένη, κατά τα αναφερόμενα υπό στοιχείο Α.2 του κατηγορητηρίου, της πράξης της συνέργειας σε ψευδή καταμήνυση του εγκαλούντα Κ. Κ. του Γ., ως φερόμενου δράστη των πράξεων της αποπλάνησης παιδιού, κατά τα αναλυτικώς εκτεθέντα ανωτέρω, συνίσταται ακριβώς στην εκ μέρους της έκδοση των ως άνω από ...-2018, 9-11-2018 και 30-12-2018 παιδοψυχιατρικών γνωματεύσεων, και εφόσον δεν αποδεικνύεται το ψευδές των εν λόγω γνωματεύσεων, η δεύτερη κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί αθώα και ως προς αυτήν.

Τέλος, όσον αφορά την πράξη της ψευδούς κατάθεσης που αποδίδεται στην δεύτερη κατηγορουμένη κατά τα αναφερόμενα υπό στοιχείο Α.3 του κατηγορητηρίου, και δη ότι "Στις 20-7-2021 εξεταζόμενη ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψευδή στοιχεία σχετικά με την κρινόμενη υπόθεση, και ειδικότερα, εξεταζόμενη ως μάρτυρας ενώπιον του δικηγόρου Αθηνών Ιωάννη Ψιλιάκου του Νικολάου, AM ΔΣΑ12114, κατά τη διάρκεια σύνταξης κατ' άρθρο 74 παρ. 6 ν. 4690/2020 της υπ' αριθ.

πρωτ. ΔΣΑ_ΕΒ__0007515 2021/20-7-2021 ένορκης βεβαίωσης κατέθεσε τα εξής: "...Από την πρώτη στιγμή έγινε ξεκάθαρο στην μητέρα ότι η διερεύνηση των πεπραγμένων σύμφωνα με όσα της ανέφερε ο γιος της, θα γίνει από την πλευρά μου με απόλυτη αντικειμενικότητα, σκεπτικισμό, αποστασιοποιημένη από το γεγονός ότι η ίδια θα φέρνει το Φ.

σε όλες μου τις συναντήσεις με τον Φ., χρησιμοποίησα "ανοικτές ερωτήσεις" με στόχο να μην κατευθύνω με κανένα τρόπο τις απαντήσεις του μικρού... ήδη από τις τότε συναντήσεις μου, μετά από πρωτοβουλία και οδηγίες του πατέρα του, όπως μου ανέφερε ο Φ., "δεν θα ξαναμιλούσε γι αυτό γιατί ο μπαμπάς του, του είπε ότι δεν θα τον ξαναδεί και δεν θα μπορούν να παίζουν μαζί και κινδυνεύει να πάει φυλακή...με δεδομένο ότι η εντολή πραγματογνωμοσύνης έγινε μετά την επίδικη πράξη ξέρουμε ότι οι αναμνήσεις αλλάζουν με τον καιρό, ιδιαίτερα εάν έμμεσα ή άμεσα έχει γίνει ενήλικη παρέμβαση, ο Φ.

δεν είχε ενδοψυχική καταγραφή των δεδομένων, ως σεξουαλικοποιημένα παιχνίδια, αλλά ένιωθε δυσφορία συναισθηματική φόρτιση που "πρόδιδε" το μυστικό παιχνίδι με τον μπαμπά του και λόγω της προδοσίας του...". Όμως, τα ως άνω γεγονότα που κατέθεσε η δεύτερη κατηγορούμενη, Σ. Ζ. του Κ., ήταν εξ ολοκλήρου ψευδή και η ίδια είχε επίγνωση του ψεύδους, αφού η αλήθεια ήταν ότι αυτή συνέταξε την από ...-2018 παιδοψυχιατρική γνωμάτευση χωρίς να έχει πραγματοποιήσει προηγουμένως την απαιτούμενη ψυχιατροδικαστικά διάγνωση και αξιολόγηση της προσωπικότητας του εγκαλούντος, Κ.

Κ. του Γ., ότι κατά τη διάρκεια των συνεδριών της με τον ανήλικο Φ. Κ. υπέβαλε κατά κύριο λόγο σε αυτόν ερωτήσεις "κλειστού τύπου", ότι σε καμία από τις εκδοθείσες από την ίδια παιδοψυχιατρικες γνωματεύσεις συμπεριελήφθη αναφορά σε ρητή προτροπή του εγκαλούντος Κ. Κ. του Γ. προς τον υιό του Φ. Κ. κατά την οποία ο πρώτος υποδείκνυε στο δεύτερο να σιωπήσει άλλως ο πρώτος "θα μπει στη φυλακή" και ότι ο εξετασθείς από την ίδια Φ.

Κ., ουδέποτε είχε υποστεί γενετήσιες πράξεις και ασελγείς προστριβές από τον εγκαλούντα πατέρα του και για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με το υπ' αριθ. 66/2021 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, δεν έγινε κατηγορία σε βάρος του τελευταίου για τις αποδοθείσες σε αυτόν πράξεις που φέρονται τελεσθείσες στην Κέρκυρα από το έτος 2017 μέχρι και τις 17-10-2018 εις βάρος του άνω ανήλικου υιού του, εχουσών έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, που κατέτειναν στη διέγερση και ικανοποίηση της δικής του γενετήσιας επιθυμίας.", επίσης ουδόλως αποδείχθηκε ότι όσα κατέθεσε η δεύτερη κατηγορουμένη ότι έλαβαν χώρα ενώπιον της κατά τις συνεδρίες της με τον ανήλικο Φ.

όντως δεν συνέβησαν, ούτε ότι διεξήγαγε τις συνεδρίες αυτές με αντιδεοντολογικό τρόπο, ενώ κατά τα λοιπά τα λεγόμενα της συνιστούν επιστημονικές κρίσεις και αξιολογήσεις της ιδίας, η δε πεποίθηση του υποστηρίζοντος της κατηγορία περί του αντιθέτου επίσης δεν βασίζεται σε κάποιο αντικειμενικό στοιχείο, αλλά μόνον στο αρνητικό γεγονός ότι ο ανήλικος δεν φέρεται να επανέλαβε παρόμοιες αναφορές στους ειδικούς που τον εξέτασαν μεταγενέστερα.

Συνακόλουθα δε, η δεύτερη κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί αθώα και ως προς την τέλεση της πράξης της ψευδούς βεβαίωσης[ορθά κατάθεσης].

Περαιτέρω, ως προς την πρώτη κατηγορουμένη Κ. Π., αυτή πρέπει να κηρυχθεί ομοίως αθώα για τις πράξεις της χρήσης ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης και ηθικής αυτουργίας σε ψευδή ιατρική πιστοποίηση, οι οποίες της αποδίδονται κατά τα αναφερόμενα υπό στοιχεία Β.1 και Β.3 του κατηγορητηρίου, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα των πράξεων αυτών, ήτοι εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι οι εν λόγω γνωματεύσεις της δεύτερης κατηγορουμένης συνιστούσαν ψευδείς ιατρικές πιστοποιήσεις, δεν είναι δυνατό να θεμελιωθεί το αδίκημα της χρήσης ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης στην εκ μέρους της πρώτης κατηγορουμένης χρήση τους, ενώ δεν νοείται ηθική αυτουργία σε μη τελεσθέν αδίκημα".

Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε αθώα την κατηγορούμενη Σ. Ζ. του ότι: Α) Με περισσότερες πράξεις της τέλεσε περισσότερα του ενός εγκλήματα, ήτοι: 1) Με περισσότερες πράξεις της που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος εξέδωσε εν γνώσει της ψευδείς ιατρικές πιστοποιήσεις, οι οποίες προορίζονταν για δικαστική χρήση, και συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο:

α) στις ...-2018 με την ιδιότητα της ως παιδοψυχίατρος συνέταξε και εξέδωσε, κατόπιν εντολής της πρώτης κατηγορουμένης, Κ. Π. του Ε., την από ...-2018 παιδοψυχιατρική γνωμάτευση, η οποία προοριζόταν για δικαστική χρήση και αφορούσε στην κλινική εξέταση του ηλικίας πέντε (5) ετών υιού της Φ. Κ. του Κ., προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο εξεταζόμενος ανήλικος υπέστη σεξουαλική παρενόχληση ή κακοποίηση, και με την οποία πιστοποιούσε ότι: "Συμπερασματικά:

Πρόκειται για ένα πολύ έξυπνο αγοράκι που διαχειρίζεται με δυσκολία τα αρνητικά συναισθήματα του, όπως θυμός, δυσφορία κ.α. Επιδεικνύει μια μικτή δομή στο χαρακτήρα του, άλλοτε είναι πολύ ανοικτός και κοινωνικός και άλλοτε πολύ επιθετικός και αμυντικός. Τόσο στα ηχητικά ντοκουμέντα όσο και στις συναντήσεις μας, μιλά για "παιχνίδια" με τον πατέρα του που αντανακλούν σε σεξουαλική παρενόχληση - κακοποίησης εκ μέρους του πατέρα.

Η συναισθηματική φόρτιση, η διακεκομμένη αφήγηση των γεγονότων, η άρνηση του να μοιραστεί το μυστικό τους, η δυσφορία και η ένταση που παρουσιάζει όταν αναφέρεται στα "παιχνίδια" τους υποδεικνύουν το αληθές του λόγου του. Λόγω της σοβαρότητας των αφηγήσεων του Φ. είναι επιβεβλημένη η συνέχιση των συναντήσεων του με ειδικό, με στόχο, χωρίς αμφιβολίες, την περαιτέρω διερεύνηση των πεπραγμένων.

Μέχρι τότε επιβάλλεται η επαφή με τον πατέρα να γίνεται σε παιδότοπους με την παρουσία της μηνύτριας και την ταυτόχρονη παρουσία προσώπου ψυχικής υγείας", β) στις 9-11-2018 με την ιδιότητα της ως παιδοψυχίατρος συνέταξε και εξέδωσε, κατόπιν εντολής της πρώτης κατηγορουμένης Κ. Π. του Ε., την από 9-11-2018 παιδοψυχιατρική γνωμάτευση, η οποία προοριζόταν για δικαστική χρήση και αφορούσε στην κλινική εξέταση του ηλικίας πέντε (5) ετών υιού της Φ.

Κ. του Κ., προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο εξεταζόμενος ανήλικος υπέστη σεξουαλική παρενόχληση ή κακοποίηση, και με την οποία πιστοποιούσε ότι: "Η παρούσα έκθεση αποτελεί συνέχεια της από ...2018 γνωμάτευσης μου για τον Κ. Φ. , είναι απόλυτα αναγκαίο ο Φ. να έχει τους επόμενους έξι μήνες εβδομαδιαία συνάντηση με ειδικό με στόχο τη διερεύνηση των πεπραγμένων.

Τόσο η αναφορά του Φ. στο "παιχνίδι" με το μπαμπά του όσο και η "καθοδηγούμενη" σημερινή σιωπή του καθιστούν αναγκαία την αποκάλυψη των πραγματικών γεγονότων. Μέχρι τότε κρίνεται αναγκαίο να μην επεκταθεί η επαφή του Φ. με τον πατέρα του, όπως έχει ήδη οριστεί από το Δικαστήριο. Είναι αναγκαίο η παρουσία σ αυτές τις συναντήσεις τρίτου προσώπου -κοινής αποδοχής από τους γονείς- με στόχο να εμποδιστεί η "καθοδηγούμενη" σιωπή του μικρού", γ) στις 30-12-2018 με την ιδιότητα της ως παιδοψυχίατρος συνέταξε και εξέδωσε, κατόπιν εντολής της πρώτης κατηγορουμένης, Κ.

Π. του Ε., την από 30-12-2018 παιδοψυχιατρική γνωμάτευση, η οποία προοριζόταν για δικαστική χρήση και αφορούσε στην κλινική εξέταση του ηλικίας πέντε (5) ετών υιού της Φ. Κ. του Κ., προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο εξεταζόμενος ανήλικος υπέστη σεξουαλική παρενόχληση ή κακοποίηση, και με την οποία πιστοποιούσε ότι: "Η παρούσα γνωμάτευση αποτελεί συνέχεια των δύο γνωματεύσεων που έχω εκδώσει στις ...2018 και στις 9-11-2018 για τον Κ.

Φ. ... Συμπερασματικά: Ο Φ. είναι ένας πολύ έξυπνος πεντάχρονος, ο οποίος δείχνει να αντιμετωπίζει συναισθηματικές δυσκολίες σε σχέση με το μέχρι τώρα οικογενειακά του βιώματα...χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω τον χρόνο και τον αριθμό που συνέβησαν, ο Φ. φαίνεται να έχει βρεθεί εκτεθειμένος σε πράξεις που αντανακλούν σε σεξουαλική παρενόχληση - κακοποίηση από την πλευρά του πατέρα του.

Πράξεις που προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας. Ευτυχώς λόγω της μικρής ηλικίας δεν κατανοεί και δεν έχει υπογράψει αυτό το "παιχνίδι" ως απαγορευμένο θίγοντας το ταμπού της αιμομιξίας, αλλά υπάρχει ο κίνδυνος να συμβεί αυτή η ενδοψυχική εγγραφή αν εξακολουθήσει. Μέχρι σήμερα, δυστυχώς λόγω της υψηλής νοημοσύνης του Φ., έχει αρχίσει να διαφοροποιείται απ' όλα τα άλλα παιχνίδια λόγω της πίεσης και της καθοδήγησης από την πλευρά τον πατέρα του να διαφυλάξουν το μυστικό τους.

Όλες οι αναφορές του Φ. συνοδευόμενες από συναισθηματική φόρτιση, η διασπώμενη διήγηση του "παιχνιδιού" τους η του να αναφερθεί στα πεπραγμένα του "παιχνιδιού", η ίδια μορφή του "παιχνιδιού" όποτε αναφέρθηκε σε αυτό σε διαφορετικές συνεδρίες, υποδεικνύουν το αληθές των αναφορών του και για όχι αναφορές σε φανταστικό παιχνίδι ή διήγηση υποκινούμενη από άλλο ενήλικα. (Λόγω των έντονα συγκρουσιακών σχέσεων των γονιών του είναι απόλυτα αναγκαίο να εξεταστεί και να εξαιρεθεί η περίπτωση υποκίνησης των περιγραφών από τη μητέρα.

Στις περιπτώσεις υποκίνησης των λεγόμενων από το παιδί, από τον άλλο γονιό, δεν αντιμετωπίζουμε τέτοια συναισθηματική φόρτιση, δυσκολία στη διήγηση των γεγονότων και ανάγκη προστασίας του κακοποιητή γονέα όπως στην περίπτωση του Φ.). Για τη διασφάλιση της ψυχικής υγείας του πεντάχρονου Φ. και την αποφυγή ενδοψυχικής εγγραφής, επιβάλλεται αρχικά να σταματήσει η έκθεση του σε πράξεις που αντανακλούν σεξουαλική κακοποίηση και δεύτερο στη προσπάθεια της "καθοδηγούμενης σιωπής" από την πλευρά του πατέρα.

Είναι απαραίτητη η συνέχιση των θεραπευτικών συνεδριών του Φ. για την όσο το δυνατόν καλύτερη αντιμετώπιση των πεπραγμένων ώστε να μην λειτουργήσουν ως τροχοπέδη στην ομαλή ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη". Τις εν λόγω παιδοψυχιατρικές γνωματεύσεις χρησιμοποίησε η πρώτη κατηγορουμένη, Κ. Π. του Ε., προσκομίζοντας αυτές στις 23-10-2018 και στις 21-1-2019 ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, ως αποδεικτικό στοιχείο ανάδειξης του εγκαλούντα Κ.

Κ. του Γ., ως φερόμενου δράστη των πράξεων της αποπλάνησης παιδιού που δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη, κατ' εξακολούθηση, της κατάχρησης ανηλίκου που δεν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη, σε ασέλγεια από οικείο κατ' εξακολούθηση, της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης, τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και της ενδοοικογενειακής προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας (άρθρα 1, 5,12,133, 14,16,17,18, 26, 27, 42 παρ. 1, 51, 52, 53, 57, 60, 61 , 63, 65, 76, 79, 83, 94, 98, 339 παρ. 1σ, 342 παρ. 1σ και 2α ΠΚ ως ίσχυαν προ της κατάργησης τους με το Ν. 4619/2019 και άρθρα 1 παρ. 2α, 6 παρ. 1 και 9 1 Ν. 3500/2006) για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη εις βάρος του από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κέρκυρας δυνάμει της από 11-02-2019 παραγγελίας του προς την Ανακρίτρια Πλημμελειοδικών Κέρκυρας για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης και δεν έγινε κατηγορία σε βάρος του για τις πράξεις αυτές, σύμφωνα με το αριθμ. 66/2021 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας.

Οι υπόψη έγγραφες πιστοποιήσεις όμως, που προορίζονταν να παράσχουν πίστη στις αρχές, ήταν ψευδείς κατά το περιεχόμενο των συμπερασμάτων και η δεύτερη κατηγορούμενη τις είχε εκδώσει εν γνώσει της αναλήθειας του περιεχομένου τους, θέλοντας την έκδοση και παράδοση αυτών στην πρώτη κατηγορουμένη, αφού η αλήθεια ήταν ότι ο εξετασθείς από την ίδια Φ.

Κ., ουδέποτε είχε υποστεί γενετήσιες πράξεις και ασελγείς προστριβές από τον εγκαλούντα πατέρα του και για τον λόγο αυτό δεν έγινε κατηγορία σε βάρος του τελευταίου για τις αποδοθείσες σε αυτόν πράξεις που φέρονται τελεσθείσες στην Κέρκυρα από το έτος 2017 μέχρι και τις 17-10-2018 εις βάρος του άνω ανήλικου υιού του, εχουσών έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, που κατέτειναν στη διέγερση και ικανοποίηση της δικής του γενετήσιας επιθυμίας. 2) Στις 23-10-2018 και 21-1-2019 προσέφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που τέλεσε, και πλέον συγκεκριμένα παρέσχε συνδρομή προς την πρώτη κατηγορούμενη, Κ.

Π. του Ε., πριν και κατά την εκ μέρους της τέλεση του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης. Η δε παρεχόμενη, εκ της δεύτερης κατηγορούμενης, Σ. Ζ. του Κ., απλή συνδρομή συνίσταται στην εκ μέρους της έκδοση των από ...-2018, 9-11-2018 και 30-12-2018 παιδοψυχιατρικών γνωματεύσεων της όπως αναλυτικά περιγράφονται υπο στοιχ. (1) οι οποίες προσκομίσθηκαν από την πρώτη κατηγορούμενη Κ.

Π. του Ε., στις 23-10-2018 και στις 21-1-2019 ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, ως αποδεικτικό στοιχείο ανάδειξης του εγκαλούντα Κ. Κ. του Γ., ως φερόμενου δράστη των πράξεων της αποπλάνησης παιδιού που δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη, κατ’ εξακολούθηση, της κατάχρησης ανηλίκου που δεν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη, σε ασέλγεια από οικείο κατ' εξακολούθηση, της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης, τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και της ενδοοικογενειακής προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας (άρθρα 1, 5, 12, 13β, 14,16,17,18, 26, 27, 42 παρ. 1, 51, 52,53, 57, 60,61, 63, 65, 76, 79, 83, 94, 98,339 παρ. 1α, 342 παρ. 1α και 2° ΠΚ ως ίσχυαν προ της κατάργησης τους με το Ν. 4619/2019 και άρθρα 1 παρ. 2α, 6 παρ. 1 και 9 παρ. 1 Ν. 3500/2006) για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη εις βάρος του από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κέρκυρας δυνάμει της από 11-02-2019 παραγγελίας του προς την Ανακρίτρια Πλημμελειοδικών Κέρκυρας για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης, και δεν έγινε κατηγορία σε βάρος του για τις πράξεις αυτές, σύμφωνα με το υπ' αριθ. 66/2021 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας. 3) Στις 20-7-2021 εξεταζόμενη ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψευδή στοιχεία σχετικά με την κρινόμενη υπόθεση, και ειδικότερα, εξεταζόμενη ως μάρτυρας ενώπιον του δικηγόρου Αθηνών Ιωάννη Ψιλιάκου του Νικολάου, AM ΔΣΑ12114, κατά τη διάρκεια σύνταξης κατ' άρθρο 74 παρ. 6 ν. 4690/2020 της υπ' αριθ.

πρωτ. ΔΣΑ_ΕΒ_0007515 2021/20-7-2021 ένορκης βεβαίωσης κατέθεσε τα εξής: " ...Από την πρώτη στιγμή έγινε ξεκάθαρο στην μητέρα ότι η διερεύνηση των πεπραγμένων σύμφωνα με όσα της ανέφερε ο γιος της, θα γίνει από την πλευρά μου με απόλυτη αντικειμενικότητα, σκεπτικισμό, αποστασιοποιημένη από το γεγονός ότι η ίδια θα φέρνει το Φ. ...

σε όλες μου τις συναντήσεις με τον Φ., χρησιμοποίησα "ανοικτές ερωτήσεις" με στόχο να μην κατευθύνω με κανένα τρόπο τις απαντήσεις του μικρού... ήδη από τις τότε συναντήσεις μου, μετά από πρωτοβουλία και οδηγίες του πατέρα του, όπως μου ανέφερε ο Φ., "δεν θα ξαναμιλούσε γι αυτό γιατί ο μπαμπάς του, του είπε ότι δεν θα τον ξαναδεί και δεν θα μπορούν να παίζουν μαζί και κινδυνεύει να πάει φυλακή...

με δεδομένο ότι η εντολή πραγματογνωμοσύνης έγινε 2 1/2 μετά την επίδικη πράξη ξέρουμε ότι οι αναμνήσεις αλλάζουν με τον καιρό, ιδιαίτερα εάν έμμεσα ή άμεσα έχει γίνει ενήλικη παρέμβαση...ο Φ. δεν είχε ενδοψυχική καταγραφή των δεδομένων, ως σεξουαλικοποιημένα παιχνίδια, αλλά ένιωθε δυσφορία συναισθηματική φόρτιση που "πρόδιδε" το μυστικό παιχνίδι με τον μπαμπά του και λόγω της προδοσίας του...".

Όμως, τα ως άνω γεγονότα που κατέθεσε η δεύτερη κατηγορούμενη, Σ. Ζ. του Κ., ήταν εξ ολοκλήρου ψευδή και η ίδια είχε επίγνωση του ψεύδους, αφού η αλήθεια ήταν ότι αυτή συνέταξε την από ...-2018 παιδοψυχιατρική γνωμάτευση χωρίς να έχει πραγματοποιήσει προηγουμένως την απαιτούμενη ψυχιατροδικαστικά διάγνωση και αξιολόγηση της προσωπικότητας του εγκαλούντος, Κ.

Κ. του Γ., ότι κατά τη διάρκεια των συνεδριών της με τον ανήλικο Φ. Κ. υπέβαλε κατά κύριο λόγο σε αυτόν ερωτήσεις "κλειστού τύπου", ότι σε καμία από τις εκδοθείσες από την ίδια παιδοψυχιατρικές γνωματεύσεις συμπεριελήφθη αναφορά σε ρητή προτροπή του εγκαλούντος Κ. Κ. του Γ. προς τον υιό του Φ. Κ. κατά την οποία ο πρώτος υποδείκνυε στο δεύτερο να σιωπήσει άλλως ο πρώτος "θα μπει στη φυλακή" και ότι ο εξετασθείς από την ίδια Φ.

Κ., ουδέποτε είχε υποστεί γενετήσιες πράξεις και ασελγείς προστριβές από τον εγκαλούντα πατέρα του και για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με το υπ' αριθ. 66/2021 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, δεν έγινε κατηγορία σε βάρος του τελευταίου για τις αποδοθείσες σε αυτόν πράξεις που φέρονται τελεσθείσες στην Κέρκυρα από το έτος 2017 μέχρι και τις 17-10-2018 εις βάρος του άνω ανήλικου υιού του, εχουσών έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, που κατέτειναν στη διέγερση και ικανοποίηση της δικής του γενετήσιας επιθυμίας.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την κατηγορούμενη Κ. Π. του Ε. αθώα του ότι: 1) Με περισσότερες πράξεις της που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος έκανε δικαστική χρήση ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης, και ειδικότερα στις 23-10-2018 και στις 21-1-2019 χρησιμοποίησε τις υπό στοιχείο Α1 αναφερόμενες ψευδείς πιστοποιήσεις που συνέταξε και εξέδωσε η Σ.

Ζ. του Κ., αφού τις προσκόμισε ως αποδεικτικά μέσα στις 23-10-2018 και στις 21-12019, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, υποδεικνύοντας τον εγκαλούντα, Κ. Κ. του Γ., ως φερόμενο δράστη των πράξεων της αποπλάνησης παιδιού που δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη, κατ' εξακολούθηση, της κατάχρησης ανηλίκου που δεν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη, σε ασέλγεια από οικείο κατ' εξακολούθηση, της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης, τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και της ενδοοικογενειακής προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας (άρθρα 1,. 5,12,13β, 14,16,17,18, 26, 27,42 παρ. 1, 51, 52,53, 57,60, 61, 63, 65,76, και 79,83,94,98,339 παρ. 1α, 342 παρ. 1° και 2α ΠΚ ως ίσχυαν προ της κατάργησης τους με το Ν. 4619/2019 και άρθρα 1 παρ. 2°, 6 παρ. 1 και 9 παρ. 1 Ν. 3500/2006) για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη εις βάρος του από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κέρκυρας δυνάμει της από 11-2-2019 παραγγελίας του προς την Ανακρίτρια Πλημμελειοδικών Κέρκυρας για τη διενέργεια κύριας ανάκρισης, και δεν έγινε κατηγορία σε βάρος του για τις πράξεις αυτές, σύμφωνα με το υπ' αριθ. 66/2021 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας.

Οι υπόψη γνωματεύσεις όμως ήταν ψευδείς και η πρώτη κατηγορούμενη, Κ. Π. του Ε., τελούσε εν γνώσει του ψεύδους αυτών. 2) Στις ...-2018, 9-11-2018 30-12-2018, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και ειδικότερα με πειθώ, φορτικότητα, παραινέσεις και προτροπές, παρήγαγε στη Σ.

Ζ. του Κ. την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης κατ' εξακολούθηση και να συντάξει τις ανωτέρω υπό στοιχείο Α1 αναφερόμενες ψευδείς πιστοποιήσεις, εν γνώσει της αναλήθειας του περιεχομένου τους".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας, όσον αφορά την αθώωση: Α) της δεύτερης κατηγορούμενης Σ. Ζ., παιδοψυχιάτρου, για τις πράξεις της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης κατ' εξακολούθηση και της συνέργειας σε ψευδή καταμήνυση, με την εκ μέρους της έκδοση των ένδικων ιατρικών πιστοποιήσεων και Β) της πρώτης κατηγορούμενης Κ.

Π. για τις πράξεις της χρήσης ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή ιατρική πιστοποίηση κατ' εξακολούθηση, δεν διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 98, 221 παρ. 1β-α, 46 και 47 του νέου ΠΚ, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και με τα οποία αιτιολογείται, γιατί αυτό δεν πείστηκε για την ενοχή της ως άνω κατηγορούμενης και ειδικότερα για την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της πράξης της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης, που, μεταξύ άλλων αποδίδεται σε αυτήν, ούτε παρατίθενται σκέψεις και συλλογισμοί, με βάση τους οποίους τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά δεν επαρκούν για την κατάφαση της ενοχής της.

Ειδικότερα η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη με την έννοια που αναπτύχθηκε ανωτέρω, αλλά ελλιπής και ασαφής, καθώς επίσης αντιφατική και επιλεκτική. Συγκεκριμένα η προσβαλλόμενη απόφαση: 1) Ενώ δέχεται ότι τα αναφερόμενα από την ως άνω κατηγορούμενη (δεύτερη) στις ένδικες ιατρικές γνωματεύσεις της συνιστούν στη συντριπτική τους πλειοψηφία αξιολογικές κρίσεις αυτής, σχετικά με την ψυχική κατάσταση του ανήλικου Φ., βασιζόμενες στις παρατηρήσεις της κατά τις συναντήσεις τους και όχι γεγονότα, η ακρίβεια των οποίων είναι δυνατόν να ελεγχθεί, συγχρόνως δέχεται, ότι δεν μπορεί να καταφαθεί χωρίς αμφιβολίες, εάν είναι αναληθή, τα όσα έλαβαν χώρα ενώπιόν της κατά τις συνεδρίες της με τον ανήλικο, όπως το ότι, τόσο στα ηχητικά ντοκουμέντα όσο και στις συναντήσεις τους, αυτός μιλά για "παιχνίδια" με τον πατέρα του, που αντανακλούν σε σεξουαλική παρενόχληση-κακοποίησή του από τον τελευταίο, με αποτέλεσμα να μην είναι σαφές ποια από τα αναφερόμενα στις ένδικες ιατρικές γνωματεύσεις συνιστούν αξιολογικές κρίσεις και ποιά γεγονότα, η ακρίβεια των οποίων μπορεί να ελεγχθεί (εάν είναι ή όχι αληθή) και για τα οποία μάλιστα διατηρεί αμφιβολίες για το εάν είναι όντως αναληθή.

Επί πλέον, δεν περιγράφονται ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό τα παραπάνω "παιχνίδια", ώστε να κριθεί, αν πράγματι αυτά αποτελούν πράξεις, που αντανακλούν σε σεξουαλική παρενόχληση-κακοποίηση, 2) ενώ αναφέρει ότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν μπορεί να καταφαθεί χωρίς αμφιβολίες το εάν τα πιο πάνω(αναφερόμενα στα ηχητικά ντοκουμέντα και στις συνεδρίες με τον ανήλικο) είναι όντως αναληθή, στη συνέχεια εντελώς αντιφατικά και αναιτιολόγητα κρίνει, ότι δεν αποδείχθηκε η τέλεση από τη δεύτερη κατηγορούμενη της αξιόποινης πράξη της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης και 3) Παρά τη μνεία στο προοίμιο του αιτιολογικού της απόφασης, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αναφερόμενα σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικά αποδεικτικά μέσα, εν τούτοις από την ίδια αιτιολογία ουδόλως προκύπτει ότι πράγματι όλα αυτά ελήφθησαν υπόψη και αξιολογήθηκαν.

Συγκεκριμένα, δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το υπ' αριθμ. 66/2021 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας, το οποίο μάλιστα αποτελεί στοιχείο της κατηγορίας, σύμφωνα με το οποίο ο νυν υποστηρίζων την κατηγορία Κ. Κ., πατέρας του ανήλικου, απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες:

α) της αποπλάνησης παιδιού που δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη, κατ' εξακολούθηση, β) της κατάχρησης ανηλίκου που δεν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη, σε ασέλγεια από οικείο κατ'εξακολούθηση, γ)της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης, τετελεσμένης και σε απόπειρα, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και δ) της ενδοοικογενειακής προσβολής γενετήσιας αξιοπρέπειας, σε βάρος του ανήλικου παιδιού τους, πράξεις, οι οποίες στηρίχθηκαν και στις ένδικες ιατρικές γνωματεύσεις της παιδοψυχιάτρου, προβαίνοντας σε συγκριτική στάθμιση, αξιολογική και λειτουργική συσχέτιση αυτού με το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων.

Από την παραδεκτή δε για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση του εν λόγω βουλεύματος προκύπτει, ότι ο υποστηρίζων την κατηγορία απαλλάχθηκε επειδή δεν υπήρχαν ούτε ελάχιστες ενδείξεις αναφορικά με τις καταγγελλόμενες από την εγκαλούσα αξιόποινες πράξεις (σελ.31), οι οποίες (καταγγελίες) μάλιστα σε άλλο σημείο του βουλεύματος (σελ.29) αναφέρεται, ότι θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν νοσηρά αποκυήματα της φαντασίας της εγκαλούσας-πρώτης κατηγορούμενης και ήδη αναιρεσίβλητης και των προτεινόμενων μαρτύρων της, ότι ακόμα και ο τεχνικός σύμβουλος της τελευταίας Γ.

Ζ., στην από 24.12.2020 παιδοψυχιατρική του γνωμάτευση ανέφερε, ότι δεν προκύπτουν, (χωρίς να το αποκλείει), ψυχοπαθολογικά στοιχεία ενδεικτικά σωματικής ή σεξουαλικής κακοποίησης του ανηλίκου ούτε αυτός εκδήλωσε ενώπιον του συμπτώματα ερωτικοποιημένης συμπεριφοράς ή σεξουαλικής ενασχόλησης (σελ. 23), ότι πλήθος άλλων παιδοψυχιάτρων και μάλιστα μεταξύ αυτών η Σ.

Κ., Διευθύντρια και Συντονίστρια του Παιδοψυχιατρικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Παίδων που εξέτασαν τον ανήλικο, κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα, ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη και ψυχιατρικό εύρημα που να υποδεικνύει, ότι ο ανήλικος έχει υποστεί οποιασδήποτε μορφής σεξουαλική κακοποίηση (σελ.22,23).

Πλην όμως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά στο ως άνω βούλευμα, το οποίο δεν μνημονεύει ούτε στο προοίμιο του σκεπτικού του, αλλά ούτε και στο περιεχόμενο αυτού, παρά μόνον το αναφέρει ως στοιχείο της κατηγορίας και επομένως δεν συνάγεται με βεβαιότητα, ότι το έλαβε υπόψη του, το συνεκτίμησε και το συναξιολόγησε για τη δημιουργία της απαλλακτικής κρίσης του, ενόψει μάλιστα του ότι το περιεχόμενο αυτού είναι ακριβώς αντίθετο με τις παραδοχές, ότι η δεύτερη κατηγορούμενη δεν τέλεσε την αξιόποινη πράξη της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης και επομένως πρέπει να κηρυχθεί αθώα.

Γ) Για την πράξη της ψευδούς κατάθεσης(άρθρο 224 παρ. 1 του ΠΚ), για την οποία, επίσης, κήρυξε αθώα τη δεύτερη κατηγορούμενη, με τις παραδοχές, ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι όσα αυτή κατέθεσε, ότι έλαβαν χώρα ενώπιον της κατά τις συνεδρίες της με τον ανήλικο Φ. όντως δεν συνέβησαν, ούτε ότι διεξήγαγε τις συνεδρίες αυτές με αντιδεοντολογικό τρόπο, δεν διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, Συγκεκριμένα δεν αναφέρονται στο σκεπτικό της:

α) τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της ως άνω αξιόποινης πράξης που αποδίδεται στην εν λόγω κατηγορούμενη και β) οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατόν να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτή (δεύτερη κατηγορούμενη) πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ελεγχόμενης αξιόποινης πράξης.

Ενόψει των προαναφερθέντων εφ' όσον στην προσβαλλομένη απόφαση, σε σχέση με τα αδικήματα, για τα οποία οι κατηγορούμενες κηρύχθηκαν αθώες, υπάρχουν λογικά κενά, ασάφειες και επιλεκτικές αιτιολογίες, που περιλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της και ανάγονται στα στοιχεία και την ταυτότητα των κριθέντων αδικημάτων, ήτοι έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης της αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πρέπει αυτή, κατά παραδοχή τους, να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος που κηρύχθηκαν αθώες οι κατηγορούμενες για τις πράξεις της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης κατ' εξακολούθηση, της συνέργειας σε ψευδή καταμήνυση και της ψευδούς κατάθεσης (η δεύτερη), της χρήσης ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή ιατρική πιστοποίηση κατ' εξακολούθηση (η πρώτη), αναγκαία δε και ως προς την επιμέτρηση της ποινής, όσον αφορά την πρώτη κατηγορούμενη και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 και 522 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθμ. 1569//2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας, και συγκεκριμένα κατά το μέρος αυτής, που κηρύχθηκαν αθώες οι κατηγορούμενες, ήτοι της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης κατ' εξακολούθηση, της συνέργειας σε ψευδή καταμήνυση και της ψευδούς κατάθεσης (η δεύτερη), της χρήσης ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή ιατρική πιστοποίηση κατ' εξακολούθηση (η πρώτη) και ως προς την επιμέτρηση της ποινής , όσον αφορά την πρώτη κατηγορούμενη.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2025.

Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ