Supreme Court dismisses appeal due to failure to specify facts and link them to the judgment in the appeal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a lease dispute. The appellant argued that the lower court failed to identify specific facts and connect them to its ruling, but the court found these claims unfounded. Consequently, the appeal was rejected because the appellant did not clearly define the alleged violations or explain their connection to the contested judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 569(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds do not specify the facts constituting the violation and do not link them to the judgment's operative part.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 60 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 60/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΑ ΤΕΛΕΤΩΝ Γ. Κ. Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΓΡΑΦΕΙΑ ΤΕΛΕΤΩΝ Γ.", που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσάκωνα.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ", που εδρεύει στο Μαρκόπουλο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα - Μαρία Τσικίνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 16-3-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1911/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1624/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-7-2019 αίτησή της και τους από 8-10-2020 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 15.7.2019 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 645/2019 αίτηση αναιρέσεως και τον, παραδεκτώς, με ιδιαίτερο δικόγραφο και εντός της οριζόμενης από την διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. προθεσμίας ασκηθέντα και προς τον αναιρεσίβλητο επιδοθέντα από 8.10.2020 πρόσθετο σ' αυτήν λόγο, που πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά την διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία εφαρμόζεται και κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), ζητείται, υπό την επίκληση των διαλαμβανομένων στα παραπάνω δικόγραφα αιτιάσεων, η αναίρεση της 1624/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 έως 657 του Κ.Πολ.Δικ, όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με το ν. 4335/2015).
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 116/2012, Α.Π. 938/2012).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ., να διαλαμβάνoνται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, γ) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, αν δεν είναι αυτονόητη, δ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη, μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.Α.Π. 32/1996, ολ.
Α.Π. 27/1998, Α.Π. 116/2012). Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αρκούν, όπως επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (Α.Π. 148/2008, Α.Π. 938/2012). Τέλος, η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και το μοναδικό πρόσθετο σ' αυτήν λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., για παραβίαση εκ πλαγίου των διατάξεων των άρθρων 288, 388 και 361 του Α.Κ., καθώς επίσης και των διατάξεων του π.δ/τος 34/1995, ισχυριζόμενη, κατ' εκτίμηση των προς θεμελίωσή τους εκτιθεμένων, ότι το Εφετείο, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, απέρριψε την έφεσή της κατά της υπ' αριθμ. 1911/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το μεν είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 8.11.2013 αγωγή της, το δε έγινε δεκτή εν μέρει η από 16.3.2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου περί καταβολής οφειλομένων εκ μέρους της μισθωμάτων.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι στην ως άνω από 8.11.2013 αγωγή της ιστορούσε ότι δυνάμει της αναφερόμενης έγγραφης συμβάσεως μισθώσεως, που κατήρτισε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο, κατόπιν διενέργειας δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, μίσθωσε το κυλικείο του κοιμητηρίου Μαρκοπούλου, αντί μηνιαίου μισθώματος 7.500 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων και των δικαιωμάτων ταφής, εκταφής και αφής των κανδηλιών.
Ότι ο εναγόμενος, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, δια των προστηθέντων υπαλλήλων του, ανελάμβανε την παροχή των ανωτέρω πρόσθετων υπηρεσιών ταφής, εκταφής και αφής των κανδηλιών, με αποτέλεσμα αυτή να υφίσταται μεγάλη ζημία. Ότι, αν και στην πραγματικότητα της είχε παραδοθεί μόνο η εκμετάλλευση του κυλικείου, ο εναγόμενος απαιτούσε την πληρωμή ολόκληρου του συμφωνηθέντος μισθώματος των 7.500 ευρώ.
Ότι τελικά αναγκάστηκε να αποδώσει το μίσθιο στον εναγόμενο εκμισθωτή, καταβάλλοντας μεγάλο μέρος των μισθωμάτων, απομένοντος υπολοίπου του ποσού των 57.500 ευρώ. Επικαλούμενη δε περαιτέρω ότι ο εναγόμενος εκμισθωτής, αν και γνώριζε, δια των αρμοδίων οργάνων του, ότι μόνον η μίσθωση του κυλικείου ήταν επιτρεπόμενη και ότι η παροχή υπηρεσιών ταφής και εκταφής ανήκε, κατ' άρθρο 75 του ΚΔΚ, στην αποκλειστική αρμοδιότητα των Δήμων, αλλά και σε κάθε περίπτωση ο εναγόμενος εκμισθωτής Δήμος δεν είχε πραγματική πρόθεση προς τούτο, απέκρυψε αυτό επιμελώς από αυτήν, με σκοπό την επίτευξη μεγαλυτέρου μισθώματος, πράγμα, το οποίο και επετεύχθη, εφ' όσον αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, προσέφερε ως μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 7.500 ευρώ, μολονότι το προηγούμενο μίσθωμα για το κυλικείο ανερχόταν στο ποσό των 3.000 ευρώ μόνο, ζήτησε:
α) να ακυρωθεί η καταρτισθείσα ως άνω μισθωτική σύμβαση, λόγω απάτης και να αναγνωρισθεί ότι δεν οφείλεται το παραπάνω αναφερόμενο ποσό των 57.500 ευρώ, ως μη καταβληθέντα εκ μέρους της μισθώματα και β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει, ως αποζημίωσή της, λόγω της αδικοπραξίας, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το συνολικό ποσό των 78.500 ευρώ, εκ των οποίων ποσό μεν 62.500 ευρώ αντιστοιχεί στα ήδη καταβληθέντα εκ μέρους της μισθώματα, ποσό δε 16.000 ευρώ (αντιστοιχεί) στη μισθοδοσία του υπαλλήλου, τον οποίο είχε προσλάβει για να παρέχει τις παραπάνω υπηρεσίες (ταφών, εκταφών και ανάμματος καντηλιών).
Στο αναιρετήριο, όμως, όπως και στο δικόγραφο προσθέτου λόγου αναιρέσεως, δεν παρατίθενται με πληρότητα, αλλά εντελώς επιλεκτικά και αποσπασματικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή, τα δεκτά γενόμενα από αυτό πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική κρίση του για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε, με την επισήμανση ότι δεν εκτίθεται ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών, προσέτι δε δεν διαλαμβάνεται, το μεν ποια επιπλέον πραγματικά περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση για να είναι επαρκής η αιτιολογία, δηλαδή σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από προκύπτει αυτή, το δε δεν αναφέρονται οι ισχυρισμοί και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή τους, καθώς επίσης και η σύνδεσή τους με το διατακτικό.
Προσέτι, στο αναιρετήριο, στο οποίο εκτίθεται, όπως έχει αναφερθεί ήδη, το ιστορικό της υποθέσεως, εκτίθεται επίσης και η νομική άποψη της αναιρεσείουσας περί της έννοιας των διατάξεων των άρθρων 388 και 288 του Α.Κ., χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά περί του αν πράγματι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αφορά στις διατάξεις αυτές, ενόψει, αφ' ενός μεν των επιλεκτικών και αποσπασματικών αναφορών στις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφ' ετέρου δε των υποβληθέντων εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ως άνω αγωγικών αιτημάτων, θεμελιουμένων, κατ' εκτίμηση του συνοπτικώς αναφερομένου στο αναιρετήριο ιστορικού της ένδικης αγωγής αυτής (αναιρεσείουσας), στις διατάξεις των άρθρων 147, 149 και 298 του Α.Κ., καθώς επίσης και η επίδραση των επικαλουμένων από αυτήν διατάξεων (388 και 288 του Α.Κ.) στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Εξ άλλου, και καθ' όσον ειδικότερα αφορά στις προβαλλόμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις: α) υπό τον αριθμό 2 του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως ότι η προσβαλλομένη απόφαση, στη σελίδα 24 αυτής, διαλαμβάνει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, για το λόγο ότι ενώ δέχεται ότι αυτή (αναιρεσείουσα) με την αγωγή και την έφεσή της ισχυρίστηκε ότι οι υπάλληλοι του Δήμου την απέκλεισαν υπαίτια από τη διενέργεια ταφών και εκταφών, τις οποίες διενεργούσαν οι ίδιοι, όπως επίσης και σχετικώς με το άναμμα των καντηλιών, απέρριψε τους σχετικούς με την υπαιτιότητα των οργάνων του εκμισθωτή Δήμου ισχυρισμούς της ως αόριστους, χωρίς να προσδιορίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση σε τι συνίσταται η αοριστία των ισχυρισμών της και τι επιπλέον έπρεπε να ισχυριστεί για να είναι ορισμένοι αυτοί (ισχυρισμοί της) και β) με τον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως διότι, αν και έγινε δεκτό ότι "Β.
διότι ο εναγόμενος εκμισθωτής Δήμος δεν είχε δικαίωμα να περιορίσει το μηνιαίο μίσθωμα από το ποσό των 7.500 ευρώ στο ποσό των 3.000 ευρώ, όπως του ζητούσε η ενάγουσα μισθώτρια, αφενός για το λόγο ότι, δυνάμει του 6ου άρθρου της μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενης υπ' αριθμ. πρωτ. 18780/03.12.2009 διακήρυξης του προαναφερθέντος φανερού δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού εκμίσθωσης του Κυλικείου του Κοιμητηρίου Μαρκοπούλου (τον οποίο είχε αποδεχθεί ανεπιφύλακτα η ενάγουσα - εναγόμενη για να συμμετάσχει στον εν λόγω διαγωνισμό εκμίσθωσης) οριζόταν ότι "ο μισθωτής δεν δικαιούται σε μείωση του μισθώματος από τις κατακυρώσεως και εφεξής...", αφετέρου για το λόγο ότι η εν λόγω μείωση, εκτός από αντισυμβατική, θα αποτελούσε κατάφωρη παραβίαση του προαναφερθέντος πλειοδοτικού διαγωνισμού μίσθωσης, κατά τον οποίο η μεν μισθώτρια προσέφερε οικειοθελώς 7.500 ευρώ, ενώ ο έτερος διαγωνιζόμενος προσέφερε 3.100 ευρώ, με αποτέλεσμα να αναδειχθεί η ενάγουσα - εναγόμενη πλειοδότης, ενώ εάν η ενάγουσα - εναγόμενη είχε προσφέρει μίσθωμα 3.000 ευρώ, όπως ζητούσε από το Δήμο να δεχθεί, τροποποιώντας αναδρομικά την ένδικη σύμβαση μίσθωσης) τότε η ενάγουσα δεν θα αναδειχθεί πλειοδότης, αντιθέτως, θα είχε αναδειχθεί πλειοδότης ο έτερος διαγωνιζόμενος...", δεν προσδιορίζεται (κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας) στην προσβαλλομένη απόφαση: 1) αν η διάταξη του άρθρου 6 της 18780/03.12.2009 διακηρύξεως του φανερού πλειοδοτικού διαγωνισμού συνιστά παραίτηση των δικαιωμάτων αυτής (ενάγουσας-μισθώτριας και ήδη αναιρεσείουσας) εκ των προτέρων και 2) γιατί η παραπάνω παραβίαση εκ μέρους του εναγομένου - εκμισθωτή δεν οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια, κρίνονται (ως άνω αιτιάσεις) απορριπτέες, πέραν των όσων έχουν ήδη εκτεθεί και για τους παρακάτω λόγους:
Η υπό στοιχ. α' αιτίαση (κρίνεται απορριπτέα) ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενη, καθ' όσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι συναφείς ισχυρισμοί της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας απερρίφθησαν ως αβάσιμοι και όχι ως αόριστοι, όπως η ίδια αβασίμως υπολαμβάνει (βλ.
σελ. 24 και 25 της προσβαλλομένης αποφάσεως), ενώ η υπό στοιχ. β' αιτίαση (κρίνεται απορριπτέα), πέραν της αοριστίας της, επειδή δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η εκ μέρους του εκμισθωτή Δήμου παραβίαση, για το λόγο ότι δεν διαλαμβάνονται ούτε στο αναιρετήριο, ούτε στο δικόγραφο του προσθέτου λόγου αναιρέσεως οι ισχυρισμοί (αγωγικοί ή ενστάσεις) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή τους, καθώς επίσης και η σύνδεσή τους με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Κατά συνέπειαν, δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως και, συνεπώς, ο μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και ο μοναδικός πρόσθετος σ' αυτήν λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), τα οποία θα επιβληθούν μειωμένα, σύμφωνα, με το άρθρο 281 παρ.2 του ν.3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων" όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 15.7.2019 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 645/2019 αίτηση για αναίρεση της 1624/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τον από 8.10.2020 πρόσθετο σ' αυτήν λόγο.
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως και τον πρόσθετο σ' αυτήν λόγο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ