Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment on teacher salary loss due to statute of limitations. The court rejects the claim that the statute of limitations was interrupted. The appeal is dismissed as unfounded.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Second Instance Court's decision rejecting his claim for lost salary as a substitute teacher. The appellant argued that the statute of limitations was interrupted, but the court found no evidence of a formal objection to this defense in the proceedings. Consequently, the court ruled that the original judgment correctly applied the law and rejected the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The appeal against a judgment based on the statute of limitations is admissible only if the interruption of the limitation period was formally proposed and recorded in the proceedings, otherwise the judgment is not to be annulled.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 60 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 60/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παναγιωτόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Γεώργιο Σινάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/5/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 7163/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/12/2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 15/10/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 29-12-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 7163/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου κατά της 100/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει δεκτή εν μέρει η κατ' αυτού από 4-5-2011 αγωγή του αναιρεσείοντος και είχεν υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 16.662,11 ευρώ ως αποζημίωση αναπληρωτή καθηγητή για την απώλεια των νόμιμων αποδοχών του κατά την σχολική περίοδο 1-9-2006 έως 30-9-2007 που παρανόμως δεν διορίσθηκε, με την προσβαλλόμενη δε απόφαση, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, απορρίφθηκε η αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556, 558,564,566 παρ.1, και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 573 παρ.3 ΚΠολΔ), τα δε πολιτικά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση της διαφοράς, εφόσον η συνδέουσα του αναιρεσείοντα με το αναιρεσίβλητο Δημόσιο σχέση είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 50/2017).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω κατά την άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξ άλλου στο άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 (για το Δημόσιο Λογιστικό και τον έλεγχο των δαπανών του Κράτους) ορίζεται ότι: "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".
Εξάλλου, στο άρθρο 91 εδ. α' του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από του τέλους του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικά το ζήτημα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των πολιτικών ή στρατιωτικών υπαλλήλων με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου κατά του Δημοσίου, που αφορούν αποδοχές ή κάθε είδους άλλες απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν οι σχετικές αξιώσεις βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ορίζεται ως χρονική αφετηρία της παραγραφής η γέννηση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.
Η διάταξη ίου άρθρου 90 παρ. 3 είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το ζήτημα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως σαφώς συνάγεται από την προαναφερόμενη ρητή επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 91 εδ.
α' του ν. 2362/1995 ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων. Τέτοια ειδική διάταξη είναι και η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3, η οποία, γι' αυτόν τον λόγο, κατισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006). Η βραχυπρόθεσμη παραγραφή που θεσπίζεται με τις παραπάνω διατάξεις, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από εκείνον παρομοίων αξιώσεων του άρθρου 250 αριθμ. 6 και 17 του ΑΚ, δεν αντίκειται στην αρχή της (δικονομικής) ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού η διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου (ΑΕΔ 1/2012), ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος (για το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακρόασης από τα δικαστήρια).
Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υποχρέων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 α' της ΕΣΔΑ (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα) ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (με τις οποίες κατοχυρώνεται η αρχή του σεβασμού της περιουσίας, τάσσονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη στέρηση της ιδιοκτησίας και αναγνωρίζεται η εξουσία των κρατών μελών να ρυθμίζουν με νόμο τη χρήση των αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον), αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί ακόμη και ενοχικά δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής), αλλά όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη θέση τους σε ισχύ (ΑΕΔ 9/2009, Ολ.
Α.Π. 38/2005). Ειδικότερα, ενόψει της ευρείας ευχέρειας που παρέχει η επιφύλαξη νόμου του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ο κοινός εθνικός νομοθέτης μπορεί να προβλέπει διαφορετικούς κανόνες για τις δίκες στις οποίες διάδικος είναι και το Δημόσιο ή άλλος φορέας δημόσιας εξουσίας, εφόσον οι εισαγόμενες εξαιρέσεις από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος (βλ. ...
κατά .. απόφαση της 11/12/203 κ.α.). Έτσι, στο πεδίο των δικών του Δημοσίου, με βάση την ίδια επιφύλαξη νόμου, ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να προβλέψει διαφορετική προθεσμία και αφετηρία παραγραφής διαφορετικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, εφόσον η προβλεπόμενη εκάστοτε προθεσμία δεν είναι υπέρμετρα σύντομη, ώστε να αναιρεί ή να παρεμποδίζει ουσιωδώς την αποτελεσματική άσκηση του προστατευόμενου δικαιώματος.
Εξάλλου, η τακτικότητα της καταβολής των κάθε είδους απολαβών των δημοσίων υπαλλήλων και η ευχερέστερη δικαστική διεκδίκησή τους διαφοροποιούν τις αξιώσεις κατά του Δημοσίου για καθυστερούμενες αποδοχές σε σύγκριση με αξιώσεις άλλων δικαιούχων κατά του Δημοσίου, που δεν έχουν βέβαιο χρόνο γέννησης και εμφανίζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά που καθιστούν δυσχερέστερη τη δικαστική διεκδίκησή τους, ώστε να δικαιολογείται η διαφοροποίηση στον χρόνο της παραγραφής, καθώς η διαφορετική ρύθμιση αφορά ουσιωδώς διαφορετικές καταστάσεις και δεν δυσχεραίνει την άσκηση των σχετικών αξιώσεων.
Συνεπώς, η προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 διετής παραγραφή από τη γέννηση της αξίωσης είναι επαρκής για τον μέσο επιμελή διάδικο, για τον οποίο είναι εξαρχής γνωστοί οι όροι παροχής των υπηρεσιών του στο Δημόσιο και δεν είναι επιβεβλημένη η προσφυγή σε εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες για την προστασία των συμφερόντων του, ενώ η εισαγόμενη απόκλιση από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετεί σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος. Τέλος, η παραπάνω διετής παραγραφή δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3 α' (για πρόσφορη προσφυγή του ατόμου σε περιπτώσεις παραβίασης των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται σ' αυτό), 5 παρ. 1 (για την κατάλυση ή τον περιορισμό δικαιωμάτων και των ελευθεριών του προσώπου), 14 παρ. 1 (για το δικαίωμα του προσώπου σε δίκαιη δίκη) και 26 (για την ισότητα των προσώπων ενώπιον του νόμου και την απαγόρευση διακρίσεων) του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997 και έχει, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ (ολομ. ΑΠ 9/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για την αξιολόγηση του κρινόμενου λόγου αναίρεσης, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων με την από 4-5-2011 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίστηκε ότι ήταν αναπληρωτής και ωρομίσθιος καθηγητής Φυσικής Αγωγής σε Τμήματα Αθλητικής Διευκόλυνσης (ΤΑΔ) από το έτος 2003 και ότι υπέβαλε το έτος 2006 στο αρμόδιο Γραφείο Φυσικής Αγωγής τα δικαιολογητικά για την πρόσληψή του ως εκπαιδευτικού για το άθλημα του στίβου σε ΤΑΔ του Νομού ...
κατά το σχολικό έτος 2006-2007. Ότι η διοίκηση προέβη σε εσφαλμένο υπολογισμό της μοριοδότησής του με αποτέλεσμα να καταταχθεί τρίτος και όχι δεύτερος ως έπρεπε αν γινόταν ορθή μοριοδότησή του με συνέπεια να μην προσληφθεί το ως άνω σχολικό έτος στο ..., όπως με βεβαιότητα θα προσλαμβανόταν αν είχε καταταχθεί δεύτερος.
Ότι στη συνέχεια προσέφυγε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, προσβάλλοντας με τη με αριθμό κατ...-2-2007 αίτηση ακύρωσης και τις ειδικότερα αναφερόμενες πράξεις και εκδόθηκε σχετικά η υπ' αριθ. 997/2010 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου με την οποία ακυρώθηκαν οι προσβληθείσες πράξεις και τοποθετήθηκε από την τρίτη στη δεύτερη θέση στους ανωτέρω πίνακες πλην όμως υπέστη ζημία που ισούται με το σύνολο των αποδοχών που θα λάμβανε κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2006 έως 30-6-2007 και ηθική βλάβη από την προσβολή της προσωπικότητάς του εξ αιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου και ζήτησε μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 16.662,11 ευρώ για αποζημίωση και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, που εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος είναι εκπαιδευτικός, κλάδου ΠΕ 11 Φυσικής Αγωγής, με την υπ' αριθ. ...-5-2006 αίτηση του, δια του Γραφείου Φυσικής Αγωγής του Ν. ... υπέβαλε τα δικαιολογητικά του για να προσληφθεί στα Τμήματα Αθλητικής Διευκόλυνσης και Ειδικά Τμήματα Αθλητικής Διευκόλυνσης (ΤΑΔ - ΕΤΑΔ) του νομού ...
για το άθλημα του ποδοσφαίρου, με προτεραιότητα στα ΤΑΔ α) ... για το διδακτικό έτος 2006-2007. Στους οριστικούς πίνακες αξιολόγησης που εξέδωσε η Κεντρική Επιτροπή Αθλητικών Τάξεων (ΚΕΑΤ) με την υπ' αριθ. ...-9-2006 πράξη της, κατετάγη τρίτος με 11,49 μόρια έναντι του δεύτερου και τελικώς διορισθέντος Η. Λ. με 11,61 μόρια.
Στη συνέχεια, και μετά την υποβολή σχετικών ενστάσεων, οι εν λόγω πίνακες μοριοδότησης κυρώθηκαν με την 100603/Γ4/2-10-2006 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και στη συνέχεια, μετά την 133663/Γ4/11-12-2006 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, με την οποία προσελήφθησαν από τον ανωτέρω πίνακα, αναπληρωτές εκπαιδευτικοί του ως άνω κλάδου, σε ΤΑΔ-ΕΤΑΔ, εκδόθηκε η ...-12-2006 πράξη της Διευθύντριας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. ..., με την οποία, τοποθετήθηκε στο ΤΑΔ του ..., για το άθλημα του ποδοσφαίρου, ο εκπαιδευτικός Η.
Λ., ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε είχε καταταγεί δεύτερος. Ακολούθως ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών την από 7 Φεβρουάριου 2007 (αρ. κατ. ΑΒΕΜ ...2007) αίτηση ακυρώσεως κατά των προαναφερομένων πράξεων και αποφάσεων επί της οποίας εκδόθηκε η 997/2010 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση του και αναπέμφθηκε η υπόθεση στη Διοίκηση για νέα νόμιμη κρίση.
Κατόπιν τούτου η Υπουργός Παιδείας σε εκτέλεση της ως άνω αποφάσεως με τις υπ' αριθ. 157913/Γ4/13-12-2010-11876/31-1-2011 Υπουργικές Αποφάσεις κατέταξε τον ενάγοντα στη δεύτερη θέση (λόγω επαναμοριοδότησης) στον πίνακα αξιολόγησης σχολικού έτους για τα Τμήματα Αθλητικής Διευκόλυνσης (Τ.Α.Δ) και Ειδικά Τμήματα Αθλητικής Διευκόλυνσης (Ε.Τ.Α.Δ) για το άθλημα του ποδοσφαίρου Ν. ...
και αναγνώρισε προϋπηρεσία από τις 12-12-2006 έως 30-6-2007. Ο ενάγων στις 6-5-2011 κατέθεσε την υπό κρίση αγωγή, την οποία επέδωσε στο εναγόμενο στις 9-5-2011. Όμως από τη γέννηση της αξιώσεως του ενάγοντος, η οποία κατ' απώτερο χρονικό σημείο μπορεί να τοποθετηθεί κατά το χρόνο έκδοσης της ...-12-2006 πράξης της Διευθύντριας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. ..., μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (9-5-2011) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας την οποία προβλέπει η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του Ν.2362/1995 ως χρόνο παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του εναγομένου, σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα στην μείζονα πρόταση, η εν λόγω δε παραγραφή δεν αντίκειται στην προβλεπόμενη στο Σύνταγμα και ειδικότερα στο άρθρο 4 παρ.1 αρχή της ισότητας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η επιστηριζόμηνη στην διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του Ν.2362/1995 ένσταση παραγραφής την οποία παραδεκτώς είχε προτείνει το εκκαλούν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και την επαναφέρει με τον πρώτο λόγο εφέσεως του και να απορριφθεί η αγωγή ως παραγεγραμμένη. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, που απέρριψε την ένσταση παραγραφής και έκανε δεκτή την αγωγή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση κατά τον πρώτο αυτής λόγο, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση, να δικαστεί η αγωγή και να απορριφθεί αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου έκανε και συγκεκριμένα των διατάξεων των άρθρων 250, 251, 281 του ΑΚ 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 4 παρ. 3, 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 50 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 καθόσον η αγωγική αξίωση του ενάγοντος υπέπεσε στην βραχυχρόνια παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του Ν.2362/1995, κατά τη νομίμως προβληθείσα ένσταση παραγραφής του εναγομένου, η οποία άλλωστε λαμβάνεται και αυτεπάγγελτα υπόψη, καθόσον από τη γέννηση της ένδικης αξιώσεως του ενάγοντος, η οποία κατ' απώτερο χρονικό σημείο τοποθετείται κατά το χρόνο έκδοσης της ...-12-2006 πράξης της Διευθύντριας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. ..., μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (9-5-2011) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας την οποία προβλέπει η ως άνω διάταξη η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση, έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση και δεν αντίκειται στις ως άνω συνταγματικές διατάξεις ούτε στο άρθρο 50 παρ. 4 του π.δ. 18/1989, αλλ'ούτε και η προβολή της σχετικής ενστάσεως έγινε κατά τρόπο καταχρηστικό, όπως το πρώτον με την αίτηση αναίρεσης προτείνεται αφού μάλιστα το εναγόμενο δια των διοικητικών αρχών σε εκτέλεση της υποχρέωσής του κατά το άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος και του άρθρου 50 του π.δ. 18/1989, συμμορφώθηκε ανάλογα και με θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο της απόφασης και έτσι εξέδωσε τις υπ' αριθ. 157913/Γ4/13-12-2010-11876/31-1-2011 Υπουργικές Αποφάσεις με τις οποίες κατέταξε τον ενάγοντα στη δεύτερη θέση (λόγω επαναμοριοδότησης) στον πίνακα αξιολόγησης σχολικού έτους για τα Τμήματα Αθλητικής Διευκόλυνσης (Τ.Α.Δ) και Ειδικά Τμήματα Αθλητικής Διευκόλυνσης (Ε.Τ.Α.Δ) για το άθλημα του ποδοσφαίρου Ν....
και του αναγνώρισε προϋπηρεσία από τις 12-12-2006 έως 30-6- 2007, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης.
Περαιτέρω τα αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα ότι ο χρόνος παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος αρχίζει από την 7-5-2010, ημερομηνία δημοσίευσης της 997/2010 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών με την οποία ακυρώθηκαν οι προσβληθείσες από αυτόν πράξεις και έγινε απολύτως σαφές και το ζημιογόνο γεγονός και η αξίωσή του προς το Δημόσιο, δεν έχουν έρεισμα στο νόμο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους και γι' αυτό, αν δεν συντρέχει μία από τις αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη ως άνω εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 43/1990), ακόμη και αν ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/1987, ΑΠ 1521/2010).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 19 του Ν. 2915/2001, τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά, οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο και όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά.
Έτσι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, τα συντασσόμενα από τον γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως πρέπει να περιέχουν όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ' αυτές, επίσης πρέπει να περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων κ.λπ.
Από την πρώτη από τις παραπάνω διατάξεις, δηλαδή εκείνη του άρθρου 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται σαφώς, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 ΚΠολΔ), όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Απαιτείται, δηλαδή, στη συζήτηση στο ακροατήριο σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν έχουν κατατεθεί προτάσεις, στις οποίες περιέχονται οι εν λόγω ισχυρισμοί, προφορική πρόταση των ισχυρισμών αυτών, που "ως γενόμενο κατά την συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά. Από την δεύτερη δε των ως άνω διατάξεων, εκείνη δηλαδή του άρθρου 256 παρ. 1 στοιχ.
δ' του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, η κατά την πρώτη διάταξη (του άρθρου 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περί προτάσεων και δηλώσεων τμήμα των πρακτικών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών (ισχυρισμών), είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων έγγραφων προτάσεων (Ολ.ΑΠ 2/2005).
Περαιτέρω ως προς την παραγραφή των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις η διάταξη του άρθ. 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθ. 91α' του ίδιου νόμου και, επομένως, κατισχύει αυτής. Επιπλέον, η θέσπιση δια της ως άνω διατάξεως, της βραχυπρόθεσμης παραγραφής αυτής, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Η παραγραφή αξιώσεως κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, και δεν μπορεί να τη λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΑΠ 593/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, υπό τον αριθμό 4 της αναίρεσης, ότι η ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου υποβληθείσα από αυτόν αίτηση ακυρώσεως των πράξεων της διοίκησης επιφέρει διακοπή της παραγραφής της γεννηθείσης αξίωσης την οποία λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη το Δικαστήριο όταν τούτο έχει τονισθεί προς απόκρουση ενστάσεως παραγραφής του αντιδίκου και ότι το διακοπτικό αυτό γεγονός της παραγραφής της ένδικης αξίωσης του αντιδίκου της πρότεινε παραδεκτώς με αντένσταση δια της προσθήκης και αντίκρουσης επί της ενστάσεως του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου της παραγραφής τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό την οποία όφειλε να λάβει υπόψη του το δικάσαν δικαστήριο. Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθεί, διότι, ως αναφέρθηκε στην αμέσως παραπάνω νομική πρόταση, το διακοπτικό της παραγραφής γεγονός δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως η δε αντένσταση διακοπής της παραγραφής στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 ΚΠολΔ) ως η κρινόμενη, έπρεπε να προταθεί προφορικά κατά τη συζήτηση και να καταχωρηθεί στα πρακτικά, γεγονός που δεν επικαλείται ο αναιρεσείων.
Επομένως, μετά ταύτα, το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι, στην προκείμενη περίπτωση, οι αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος, που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 1-9-2006 έως 30-6-2007, υπέκυψαν στην παραγραφή, καθόσον, συμπληρώθηκε ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 χρόνος της διετούς παραγραφής και έτσι απέρριψε την ένδικη αγωγή, για τις οποίες, κατ' αποδοχή της σχετικής ενστάσεως παραγραφής που πρότεινε νόμιμα το εναγόμενο, η οποία λαμβάνεται υπόψη και κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, και ουδεμία αναφορά έκανε περί προβολής τυχόν αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής, η προβολή της οποίας ούτε και από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν προκύπτει, ορθή εφαρμογή του νόμου έκανε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 250, 251 του ΑΚ και 93 περ. α (Διακοπή παραγραφής απαιτήσεων κατά του Δημοσίου με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο) του Ν. 2362/1995 αλλ' ούτε και τις διατάξεις του Συντάγματος και του Π.Δ. 18/1989 που αναφέρει ο αναιρεσείων και, συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως των διατάξεων αυτών, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επίσης ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο στηριζόμενος στον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης καθόσον η προσβαλλόμενη και νόμιμη βάση έχει, και, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δεν έχει αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες.
Τέλος ως αόριστος πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον πέραν της αναφοράς του ως άνω αριθμού του εν λόγω άρθρου ουδέν προσάπτεται στην προσβαλλόμενη σχετικά με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης που να εμπίπτει σε πλημμέλεια από τον ως άνω αριθμό του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 22 ν.3693/1957 και την ΥΑ 124423/1993, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-12-2015, με γενικό αριθμό εκθέσεως κατάθεσης .../2015, αίτηση του Α. Π., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 7163/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2018.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ