Supreme Court dismisses appeal on traffic accident damages, rejecting arguments regarding violation of common sense teachings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a final judgment awarding damages for a traffic accident. The appellants argued that the lower court violated common sense teachings by finding the motorcycle driver liable for failing to avoid a sudden car intervention. The court rejected this claim, holding that the appeal was inadmissible because it concerned the evaluation of facts rather than the application of legal rules, and the first ground was also rejected as the lower court correctly applied the law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a violation of common sense teachings is inadmissible if it concerns the evaluation of evidence rather than the interpretation or application of legal rules.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 60 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 60/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Τ. Β. του Γ. (T. W. J.) και 2) Κ. Μ. Ρ. του Τ. (K. M. R. T.), κατοίκων ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αιμίλιο Χαρλαύτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Π., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ελληνικής εταιρίας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευλογέτα Τσιτσιπή - Μισαηλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3036/2010 μη οριστική και 4797/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6246/ 2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 8-12-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 6-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6246/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Επίσης, οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "....Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...".
Κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1, 2 του νόμου αυτού "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού".
Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 περ. δ' και ε' του ως άνω νόμου "Οι Οδηγοί των οδικών οχημάτων υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις πιο κάτω ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών ρύθμισης της κυκλοφορίας, εκτός αν η ρύθμιση αυτής γίνεται από τροχονόμο κατά διάφορο τρόπο... δ) Απλό ή διπλό κίτρινο φως κυκλικής μορφής, το οποίο αναβοσβήνει (αναλάμπον):
Ο οδηγός υποχρεούται να ανακόπτει ταχύτητα, να προχωρεί με ιδιαίτερη προσοχή και να παραχωρεί προτεραιότητα στους πεζούς και στα οχήματα... θ) Κίτρινο φως με μορφή βέλους, το οποίο είναι σταθερό ή αναβοσβήνει: Ο οδηγός έχει τις αυτές υποχρεώσεις όπως και προ κίτρινου φωτός κυκλικής μορφής". Σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου "Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση".
Τέλος, κατά το άρθρο 26 παρ. 6 του νόμου αυτού "Οι ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών κυκλοφορίας υπερισχύουν των ενδείξεων των πινακίδων σήμανσης, οι οποίες καθορίζουν την προτεραιότητα".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 4797/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει αγωγή των αναιρεσειουσών κατά των αναιρεσιβλήτων επιδικάζοντας τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, για το θάνατο του τέκνου της πρώτης και αδελφού της δεύτερης τούτων σε αυτοκινητικό ατύχημα, στο οποίο ενεπλάκησαν ο θανών οδηγώντας μοτοσικλέτα και ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγώντας ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο στην δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, αφού απέδωσε το εν λόγω ατύχημα σε συγκλίνουσα αμέλεια των δύο οδηγών, κατά ποσοστά 70% (του πρώτου αναιρεσιβλήτου) και 30% (του θανόντος).
Το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 25-5-2008 και περί ώρα 18.00 ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων προκαλούμενες κατά την κυκλοφορία του ζημίες στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...." και εκινείτο επί της οδού ..., στην περιοχή ...
με κατεύθυνση από Σπάτα προς Αρτέμιδα. Η ανωτέρω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως με διαχωριστική νησίδα μεταξύ των ρευμάτων, δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας και πλάτος εκάστου ρεύματος 6,80 μέτρα, διασταυρώνεται δε με την οδό ..., η οποία είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας και πλάτος εκάστου ρεύματος 5,50 μέτρα.
Η κυκλοφορία των οχημάτων στον κόμβο ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, ενώ η ταχύτητα των οχημάτων περιορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα με πινακίδα Ρ-32. Ειδικότερα επί της οδού ..., στο σημείο του κόμβου όπου διακόπτεται η διαχωριστική νησίδα, στο ρεύμα πορείας όπου εκινείτο ο ως άνω οδηγός υφίσταται τρίχρωμος σηματοδότης, που ρυθμίζει την κίνηση των οχημάτων που κινούνται ευθεία, ενώ για τους προτιθέμενους να εισέλθουν με αριστερή στροφή στην οδό ..., υφίσταται σηματοδότης με τη μορφή διπλού κίτρινου βέλους που αναβοσβήνει, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο οδηγός υποχρεούται να ανακόπτει ταχύτητα, να προχωρεί με ιδιαίτερη προσοχή και να παραχωρεί προτεραιότητα στους πεζούς και στα οχήματα.
Η ένδειξη πράσινου χρώματος για την ευθεία πορεία επί της οδού ... και για τα δύο ρεύματα πορείας, ανάβει ταυτόχρονα με το διπλό αναλάμπον κίτρινο βέλος. Τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα επικρατούσε καλοκαιρία, υπήρχε επαρκής φωτισμός ημέρας και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική, ενώ η ορατότητα δεν περιοριζόταν.
Όταν ο προαναφερόμενος οδηγός έφθασε στη διασταύρωση των ως άνω οδών, έχοντας πρόθεση να εισέλθει με αριστερό ελιγμό στην οδό ..., δεν μείωσε την ταχύτητά του και χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει αυτό χωρίς κίνδυνο και χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που εκινούντο στο αντίθετο ρεύμα πορείας με κατεύθυνση προς Σπάτα, ενήργησε απότομη αλλαγή κατευθύνσεως.
Τη στιγμή εκείνη ο Μ. Β. (M. W.), ο οποίος φορούσε κράνος, οδηγούσε τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του, επί της οδού ... με κατεύθυνση από Αρτέμιδα προς Σπάτα, στη δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα που υπερέβαινε το όριο των 50 χιλιομέτρων την ώρα, ήτοι των 100 χιλιομέτρων περίπου, όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα της σύγκρουσης (η μοτοσυκλέτα κατέστη άμορφη μάζα σιδηρικών), η οποία ήταν σφοδρότατη, και λόγω της αυξημένης ταχύτητάς του δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως την κίνηση του αυτοκινήτου, ούτε προέβη σε κάποια αποφευκτική ενέργεια, αλλά επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσυκλέτας στο εμπρόσθιο πλάγιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου, η δε σύγκρουση έλαβε χώρα στο μέσο περίπου του ρεύματος πορείας της μοτοσυκλέτας.
Από την ένδικη σύγκρουση το ΙΧΕ αυτοκίνητο άφησε ίχνη τροχοποδήσεως στο οδόστρωμα μήκους 10,50 και 9,50 μέτρων αντίστοιχα και ακινητοποιήθηκε εντός της οδού ..., στο σημείο που συμβάλλεται με την οδό ..., ενώ η μοτοσυκλέτα άφησε ίχνη χαραγής στο οδόστρωμα 5,20 μέτρων, ακινητοποιήθηκε δε στο άκρο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος στο ύψος της οδού ...
και ο οδηγός της εκτινάχθηκε περίπου 7-8 μέτρα και επέπεσε στο οδόστρωμα. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των εμπλακέντων σ' αυτήν οδηγών, του ποσοστού αμελείας προσδιοριζομένου σε 70% για τον οδηγό του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Α. Κ., και σε 30% για τον οδηγό της ...
δίκυκλης μοτοσυκλέτας, Μ. Β., διότι, κατά την οδήγηση των οχημάτων τους, δεν επέδειξαν την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις επιμέλεια που όφειλαν, ως μέσοι συνετοί οδηγοί. Ειδικότερα, ο πρώτος, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν συμμορφώθηκε με την ένδειξη του σηματοδότη που είχε διπλό κίτρινο αναλάμπον βέλος και δεν ανέκοψε την ταχύτητά του, ούτε παραχώρησε προτεραιότητα στην κινούμενη επί της ιδίας οδού, στο αντίθετο ρεύμα πορείας, μοτοσυκλέτα, την οποία ευχερώς μπορούσε να αντιληφθεί, διότι στο σημείο εκείνο η οδός είναι ευθεία και η ορατότητα δεν παρεμποδίζεται, αλλά αυτός επιχείρησε αλλαγή κατευθύνσεως στον κόμβο, χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει με ασφάλεια και χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία της μοτοσυκλέτας και να προκαλέσει την ένδικη σύγκρουση (άρθρα 12 παρ. 1, 26 παρ. 6, 6 παρ. 1 περ.
δ και θ του ΚΟΚ). Από την άλλη πλευρά ο δεύτερος (οδηγός μοτοσυκλέτας), ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, παρέλειψε να μειώσει την ταχύτητά του και να συμμορφωθεί με το οριζόμενο στην πινακίδα όριο ταχύτητας, αλλά έβαινε με μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία του στέρησε τη δυνατότητα έγκαιρης αντίληψης της κίνησης του οδηγού του ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου, αλλά και της διενέργειας αποτελεσματικής τροχοπέδησης, αφού θα χρειαζόταν μικρότερη απόσταση για να ακινητοποιηθεί το όχημά του, ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση ή σε κάθε περίπτωση να μετριάσει τις συνέπειές της, με συνέπεια να επέλθουν εκτεταμένες ζημίες των οχημάτων αλλά και σωματικές βλάβες του ιδίου, που επέφεραν τον θάνατό του, και δεν προέβη σε κάποιο αποφευκτικό ελιγμό, αφού δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπεδήσεως του οχήματός του (άρθρα 12 παρ. 1, 19, 20 του ΚΟΚ).
Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η παραδεκτώς προβληθείσα από τους εναγομένους σχετική νόμιμη ένσταση συνυπαιτιότητας (άρθρο 300 ΑΚ). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι συνυπαίτιοι για το ένδικο ατύχημα ήταν αμφότεροι οι εμπλακέντες οδηγοί, κατά ποσοστά 70% ο Α.
Κ. και 30% ο Μ. Β. ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις απορριπτομένων ως ουσιαστικά αβασίμων των σχετικών λόγων των υπό κρίση εφέσεων...". Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ., του ν. ΓΠΝ/1911 και του ν. 2696/1999, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, διέλαβε πλήρη αιτιολογία, ως προς την υπαιτιότητα εκάστου των εμπλακέντων οδηγών, διαλαμβάνοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, που επέδειξε καθένας εξ αυτών στην πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ήτοι οδήγηση χωρίς σύνεση και χωρίς να έχουν διαρκώς τεταμένη την προσοχή, για αμφότερους τους οδηγούς, μη συμμόρφωση με την ένδειξη του σηματοδότη, που είχε διπλό κίτρινο αναλάμπον βέλος, αλλαγή πορείας χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει με ασφάλεια και χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα στην κινούμενη επί της οδού ...
μοτοσικλέτα, για τον αναιρεσίβλητο οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου, και οδήγηση με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα (100 χ/ω αντί ανώτατης επιτρεπομένης 50 χ/ω), γεγονός που του στερούσε τη δυνατότητα να έχει τον πλήρη έλεγχο της μοτοσικλέτας, ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί κάθε στιγμή τους απαιτούμενους χειρισμούς, για τον θανόντα οδηγό της μοτοσικλέτας.
Περαιτέρω, καθόρισε ανελέγκτως το ποσοστό συνυπαιτιότητας του τελευταίου, κατά το οποίο έπρεπε να μειωθεί η επιδικαζόμενη αποζημίωση. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τους δύο λόγους αναίρεσης, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Καθ' όσο μέρος όμως, υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την αξιολόγηση των πραγματικών γεγονότων, ο δεύτερος λόγος είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Επίσης, ο πρώτος λόγος, ως προς την αιτίαση αυτού περί συνδρομής περίπτωσης παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή γεγονότων σε κανόνα δικαίου, με τον ισχυρισμό ότι το ΙΧΕ παρεμβλήθηκε απότομα στην πορεία της μοτ/τας και συνεπώς κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ο οδηγός της τελευταίας δεν είχε τη δυνατότητα διενέργειας αποφευκτικού ελιγμού, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, κατά τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.
ε' Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 1033/8-12-2014 αίτηση για αναίρεση της 6246/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ