Legislator Case Law & Legislation
60/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination by mutual agreement, rejecting invalid dismissal claims.

Case Number 60/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a labor dispute. The court found that the employment contract was terminated by mutual agreement rather than unilateral dismissal, rendering the appellant's claims for wrongful dismissal invalid. Consequently, the appeal was rejected as unfounded because the lower court correctly applied the law based on the established facts of a consensual termination.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 672 of the Civil Code; The appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on a mutual agreement termination, thereby excluding the legal requirements for a wrongful dismissal claim.

Keywords

AI generated
labor contract termination mutual agreement wrongful dismissal appeal admissibility unfounded appeal employment law statutory requirements

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 672 of the Civil Code
Art. 10 of the Law on the Organization of the Personnel of American Express
Art. 1(3), 5, and 6 of Law 1387/1983 on Collective Dismissals

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 60 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 60/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πίκουλα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΜΕRICAN AXPRESS BANKING CORP" (ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΞΠΡΕΣ ΜΠΑΝΓΚΙΝΓΚ ΚΟΡΠ), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Παπασταύρου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-9-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1723/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5206/2013 του Μον/λούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-12-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης ανέγνωσε την από 5-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.

Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 669 του ΑΚ, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει όταν η διάρκεια της είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί συνάγεται από τον σκοπό και το είδος της σύμβασης, από τη διάταξη δε του άρθρου 672 του ΑΚ προκύπτει ότι, όταν ο εργοδότης, χωρίς να τηρήσει την προθεσμία της λήξεως της, καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς σπουδαίο λόγο, η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρα 174, 180 ΑΚ), με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να υφίσταται η εργασιακή σύμβαση, οπότε ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, οφείλει να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας (άρθρο 656 ΑΚ) ΑΠ 62/2009 δημ.

στη ΝΟΜΟΣ). Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν, από τον κανονισμό ή τον οργανισμό λειτουργίας των υπηρεσιών του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του μισθωτού από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση ορισμένου ορίου ηλικίας, οπότε η σύμβαση μπορεί να λυθεί πριν από το χρόνο αυτό μόνο για σπουδαίο λόγο με την καταγγελία των μερών (ΑΠ 1601/2011 δημ.

στη ΝΟΜΟΣ). Ακόμη από τη διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 673 και 674 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι, όταν ο εργοδότης, χωρίς να τηρήσει την προθεσμία της λήξεώς της, καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς σπουδαίο λόγο, οφείλει να καταβάλει στον εκμισθωτή εργασίας πλήρη αποζημίωση και, αν η καταγγελία οφείλεται σε μεταβολή των προσωπικών ή περιουσιακών σχέσεων του εργοδότη, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη αποζημίωση στον εργαζόμενο (ΑΠ 359/2010 δημ.

στη ΝΟΜΟΣ). Σπουδαίο λόγο καταγγελίας αποτελούν τα περιστατικά εκείνα - ακόμη και μεμονωμένα - τα οποία, ανεξαρτήτως της προέλευσης τους ή της ύπαρξης υπαιτιότητας, καθιστούν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης μέχρι την κανονική της λήξη, για τον προσδιορισμό δε του σπουδαίου λόγου συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχείρησης.

Τα περιστατικά μπορεί να είναι και τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει στη σφαίρα ποιου από τα δύο μέρη γεννήθηκαν (ΑΠ 359/2010, ΑΠ 62/2009 ο.π). Περαιτέρω κατά το άρθρο 10 της από 27-7-1976 ΣΣΕ, που τιτλοφορείται "Περί Οργανισμού Προσωπικού Τραπέζης Αμέρικαν Εξπρές", που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση Υπ.

Εργασίας 39327/7832/14-9-76 (ΦΕΚ Β1135/ 1976) και επέχει ως εκ τούτου ισχύ ουσιαστικού νόμου, όπως προεκτέθηκε, η μετά του προσωπικού της Τράπεζας σύμβαση εργασίας λύεται: "1) δια του θανάτου του υπαλλήλου, 2)δια της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τα υπό της εργατικής νομοθεσίας οριζόμενα, κατόπιν εισηγήσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου, 3)αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του άρρενος και του 60ού έτους της ηλικίας του θήλεος προσωπικού.

Δηλαδή η σύμβαση εργασίας μεταξύ της ως άνω εταιρίας και των υπαλλήλων της, ως ορισμένου χρόνου, εφόσον προβλέπεται όριο ηλικίας για την αυτοδίκαιη λύση της, μπορεί να λυθεί και πριν από το χρόνο αυτό, αλλά μόνο για σπουδαίο λόγο, με την καταγγελία των μερών. (ΑΠ 1429/2004 ΕΕργΔ 2005.459). Περαιτέρω, όμως, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, όπως κάθε διαρκής ενοχική σύμβαση, μπορεί να λυθεί, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 651 και 669 ΑΚ κατά πάσα περίπτωση, ανεξάρτητα δηλ.

από τους προβλεπόμενους σύμφωνα με την συγκεκριμένη μορφή της ειδικούς τρόπους λύσης της, και με αντίθετη συμφωνία, που αποτελεί κοινό τρόπο λύσης των διαρκών ενοχικών συμβάσεων. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα άρθρα 185, 189, 192 και 195 ΑΚ για την κατάρτιση σύμβασης κατ'αρθρ.361 ΑΚ απαιτείται πρόταση (που δεσμεύει τον προτείνοντα όλο το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο μπορεί να την αποδεχθεί εκείνος στον οποίο έγινε η πρόταση), αποδοχή αυτής από εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται, με πλήρη σύμπτωση των εκατέρωθεν δηλώσεων, και περιέλευση της αποδοχής στον προτείνοντα μέσα στην προθεσμία που είχε τάξει και αν δεν είχε τάξει, έως την στιγμή που κατά τις περιστάσεις ήταν υποχρεωμένος να την περιμένει, από την οποία και συντελείται η σύμβαση (ΑΠ 1085/2010 δημ.

στη ΝΟΜΟΣ). Ομοίως δε η λύση της σύμβασης ορισμένου χρόνου, προ της συμπληρώσεως του καθοριζομένου ορίου ηλικίας, μπορεί να επέλθει και με κατάρτιση αντίθετης συμφωνίας των μερών (ΑΠ 1665/2002 δημ. στη ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του Ν.1387/1983 "Περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων και άλλων διατάξεων" ομαδικές απολύσεις θεωρούνται, όσες γίνονται από επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν περισσότερους από είκοσι εργαζομένους, για λόγους που δεν αφορούν το πρόσωπο των απολυομένων και υπερβαίνουν κάθε ημερολογιακό μήνα τα όρια της επομένης παραγράφου 2α ήτοι τέσσερις (4) εργαζόμενοι για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν (20) έως διακόσια (200) άτομα, Β)Ποσοστό 2-3% του προσωπικού και μέχρι τριάντα (30) άτομα για επιχειρήσεις η εκμεταλλεύσεις που απασχολούν πάνω από πενήντα εργαζόμενους.

Το ποσοστό αυτό καθορίζεται, για κάθε ημερολογιακό εξάμηνο και ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς εργασίας με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 3. Για τον υπολογισμό του αριθμού των απολύσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου όλοι οι τρόποι λήξης της σύμβασης εργασίας που γίνονται με πρωτοβουλία του εργοδότη, για έναν ή περισσότερους λόγους, οι οποίοι δεν έχουν σχέση με το πρόσωπο των εργαζομένων, εξομοιώνονται με απολύσεις υπό τον όρο ότι, οι απολύσεις είναι τουλάχιστον πέντε.

Κατά το άρθρο 5 του ιδίου, ως άνω νόμου αριθμ.2 εάν υπάρξει συμφωνία των μερών οι ομαδικές απολύσεις πραγματοποιούνται σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας και ισχύουν αφού περάσουν δέκα ημέρες από την ημερομηνία υποβολής του σχετικού πρακτικού αριθμ.3. Εάν δεν υπάρξει συμφωνία των μερών, ο Νομάρχης ή ο Υπουργός Εργασίας, με αιτιολογημένη απόφαση που εκδίδεται μέσα σε δέκα ημέρες από την ημερομηνία υποβολής του παραπάνω πρακτικού και αφού λάβει τα στοιχεία του φακέλου και συνεκτιμήσει τις συνθήκες αγοράς εργασίας ....

μπορεί, είτε να παρατείνει .... τις διαβουλεύσεις είτε να μην εγκρίνει την πραγματοποίηση του συνόλου ή μέρους των σχεδιαζομένων απολύσεων. Πριν από την έκδοση της παραπάνω απόφασης, ο Νομάρχης ή ο Υπουργός Εργασίας, μπορούν να ζητούν τη γνώμη της Επιτροπής Εργασίας ή του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας ......

Τέλος, κατά το άρθρο 6 αριθμ.1 του άνω νόμου, Ομαδικές απολύσεις που γίνονται κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού, είναι άκυρες.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας ύστερα από την άσκηση έφεσης, εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, επί αγωγής της τελευταίας κατά της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AMERICAN EXPRESS BANKING CORP", με την προσβαλλομένη 5206/2013 απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα, σε σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους:

Η ενάγουσα προσλήφθηκε δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας στις 10-3-1986 από την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία AMERICAN EXPRESS BANK L.DT (AMERICAN ΕΞΠΡΕΣ ΜΠΑΝΚ Λ.Δ.Τ), που εδρεύει στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και έχει υποκατάστημα στην Ελλάδα, ως υπάλληλος, ανήκουσα στο κύριο προσωπικό της. Η σύμβαση εργασίας της διέπετο από τον Οργανισμό της ως άνω εργοδότριας, που περιέχεται στην από 28-7-1976 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και τιτλοφορείται "Περί Οργανισμού Προσωπικού Τραπέζης Αμέρικαν Εξπρές", που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό ΦΕΚ 1135/Β/1976 με την υπ'αριθμ.39327/7832/14-9-1976 απόφαση του Υπουργού εργασίας και ως εκ τούτου επέχει θέση ουσιαστικού νόμου, η δε ενάγουσα τυγχάνει μέλος του υπογράψαντος αυτήν Συλλόγου Υπαλλήλων Αμέρικαν Εξπρές.

Η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας μεταξύ της εναγομένης και των υπαλλήλων της είναι ορισμένου χρόνου, διότι κατά το άρθρο 10 της από 27-7-1976 ΣΣΕ λύεται: "1) δια του θανάτου του υπαλλήλου, 2) δια της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τα υπό της εργατικής νομοθεσίας οριζόμενα, κατόπιν εισηγήσεως του Πειθαρχικού Συμβουλίου, 3) αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του άρρενος και του 60ου έτους της ηλικίας του θήλεος προσωπικού.

Επομένως, σύμφωνα με τον παραπάνω Οργανισμό Προσωπικού, η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, που γεννήθηκε στις 30-4-1966 έληγε αυτοδικαίως στις 30-4-2026 κατά τον οργανισμό ή μπορούσε να λυθεί με καταγγελία των μερών για σπουδαίο λόγο, κατόπιν εισήγησης του Πειθαρχικού Συμβουλίου, η οποία όμως αποτελεί απλή γνωμοδότηση, μη υποχρεωτική μάλιστα για την εργοδότρια τράπεζα (Ολ ΑΠ 8/2007 δημ.

στη ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, ότι, η εργοδότρια της ενάγουσας τραπεζική εταιρεία "American Express Bank Ldt" αποτελεί μέλος του ομίλου "American Express Company". To έτος 2008 ο όμιλος "American Express Company", μεταβίβασε την τραπεζική εταιρεία στην τράπεζα με την επωνυμία "Standart Chartered", η οποία αρνήθηκε να αποκτήσει τα Υποκαταστήματα της πρώτης στην Ελλάδα, καθόσον ήδη από το έτος 2003 εξήλθε από την ελληνική αγορά.

Προκειμένου να αποφευχθεί η αιφνίδια διακοπή λειτουργίας των καταστημάτων της "American Express Bank Ldt" και οι δυσμενείς επιπτώσεις της, η ως άνω τραπεζική εταιρεία (αρχική εργοδότρια της ενάγουσας) με την από 28.2.2008 "Σύμβαση Αγοραπωλησίας επιχείρησης", που υπογράφηκε στη Νέα Υόρκη μεταξύ της και της εναγομένης, μεταβίβασε λόγω πώλησης στην τελευταία όλο το ενεργητικό και το παθητικό της και αυτή εναγομένη υπεισήλθε σε όλες τις υποχρεώσεις της, καθώς και στις συμβάσεις εργασίας μεταξύ των οποίων και αυτή της ενάγουσας (βλ.σχ.

το ΦΕΚ Τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ 565/24.1.2008, 3097/2.5.2008). Η εναγομένη προσπάθησε να εξεύρει αγοράστρια τράπεζα στην Ελλάδα με ανάληψη υποχρέωσης εξακολούθησης απασχόλησης του προσωπικού του Υποκαταστήματος, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Με την από 4/4/2008 ανακοίνωσή της πρότεινε οικονομικά κίνητρα για εθελούσια έξοδο έως τις 18/4/2008, μετά δε την συμμετοχή κάποιων εργαζομένων της, διέκοψε τη λειτουργία των καταστημάτων της οδού Ακαδημίας και του Πειραιά.

Στη συνέχεια αφού και νέα προσπάθειά της για την εξεύρεση αγοράστριας τράπεζας, δεν καρποφόρησε, αποφάσισε την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των 68 εργαζομένων σ' αυτήν, λόγω διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησης. Στις 13/3/2009 ανακοίνωσε την απόφασή της στους εργαζομένους και προσήλθε σε διαβουλεύσεις με αυτούς, προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι δυσμενείς συνέπειες στο προσωπικό (άρθρο 3 του ν. 1387/1983), κοινοποιώντας αντίγραφα των απαιτουμένων εγγράφων στο Νομάρχη, στην Επιθεώρηση Εργασίας και στον αρμόδιο Υπουργό.

Η διαδικασία διαβούλευσης σε τρεις συναντήσεις (26.3.2009, 30.3.2009 και 13.4.2009, δεν κατέληξε σε συμφωνία, Η εναγομένη ζήτησε και έλαβε από την Υπουργό Εργασίας και Απασχόλησης παράταση των διαβουλεύσεων και στις 18.5.2009 έλαβε χώρα η τελευταία συνάντηση των εμπλεκομένων μερών, χωρίς αποτέλεσμα και υποβλήθηκε το συνταχθέν προς τούτο πρακτικό στο Νομάρχη Αττικής.

Μετά ταύτα με την από 20.5.2009 απόφαση - εισήγησή του το Πειθαρχικό Συμβούλιο, πρότεινε την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας όλων των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα. Στο μεταξύ ο νομάρχης Αθηνών με τη με αριθμ. 6173/ 28-5-2009 απόφασή του, δεν ενέκρινε το αίτημα της εναγομένης για την πραγματοποίηση της σχεδιαζόμενης ομαδικής απολύσεως 68 εργαζομένων.

Εν συνεχεία κλήθηκαν από το αρμόδιο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας η εναγομένη, ο σύλλογος υπαλλήλων της εναγομένης και η ομοσπονδία τραπεζοϋπαλληλικών οργανώσεων Ελλάδας (ΟΤΟΕ), στις 12/6/2009 σε συμφιλιωτική συνάντηση, κατά την οποία υποβλήθηκαν εκατέρωθεν προτάσεις, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, ακολούθησε άλλη συνάντηση όλων των πλευρών στις 15.7.2009 και εν συνεχεία νέα συνάντηση στις 17.6.2009, οπότε η εναγομένη υπέβαλε την τελική πρότασή της, που προέβλεπε την καταβολή αποζημιώσεων έως το ποσό των 300.000 ευρώ για κάθε υπάλληλο, ανάλογα με τις συνθήκες (χρόνια προϋπηρεσίας, ηλικία, προσωπική κατάσταση, δυνατότητα συνταξιοδότησης).

Παράλληλα κάλεσε τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου, να εισηγηθούν σύμφωνα με την περ.2 του άρθρου 10 του Οργανισμού περί της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας όλων των υπαλλήλων της (68) κατά τμηματικό τρόπο, και συγκεκριμένα τέσσερις (4) κατά ημερολογιακό μήνα, αρχής γενομένης από τον Ιούλιο του 2009 και το Πειθαρχικό Συμβούλιο στις 22-6-2009, αποφάσισε την απόλυση όλων των εργαζομένων σε αυτήν, ανά τέσσερις κατά μήνα, προκειμένου να μην προσκρούουν αυτές (απολύσεις) στην απαγορευτική απόφαση του Νομάρχη.

Επειδή οι διαβουλεύσεις και οι συμφιλιωτικές συναντήσεις, δεν επέφεραν ουσιαστικό αποτέλεσμα, η εναγομένη στις 17-6-2009 απέστειλε σε κάθε εργαζόμενό της και στην ενάγουσα επιστολή, με την οποία υπέβαλε πρόταση για λύση της εργασιακής σύμβασης και την καταβολή αποζημιώσεως και τη συμβιβαστική επίλυση των τυχόν αξιώσεων με αμοιβαίες υποχωρήσεις, αρχίζοντας με αυτούς απευθείας διαπραγματεύσεις, χωρίς τη συμμετοχή του συνδικαλιστικού τους οργάνου, το οποίο θεώρησε υπεύθυνο για την αποτυχία των διαπραγματεύσεων.

Στα πλαίσια αυτών των ατομικών διαπραγματεύσεων, η εναγομένη πρότεινε στην ενάγουσα ως αποζημίωση, για την από 30.6.2009 λύση της συμβάσεώς της, το ποσό των 183.369 ευρώ, θέτοντας προθεσμία προς αποδοχή της πρότασης και απάντηση τις 23-6-2009 ημέρα Τρίτη και ώρα 14.30. Η ενάγουσα σταθμίζοντας τις περιστάσεις, όπως και άλλοι συνάδελφοί της, αποδέχτηκε την ως άνω πρόταση της εναγομένης και στις 23-6-2009 υπέγραψε, τη με ίδια ημερομηνία λύση της εργασιακής της σύμβασης, τα αποτελέσματα της οποίας θα επέρχοντο στις 30.6.2009, έως τότε δε αυτή θα εργαζόταν κανονικά.

Εν συνεχεία υπέγραψε και την από 30-6-2009 τροποποιητική συμφωνία, ως προς το ύψος της καταβαλλομένης αποζημιώσεως, που ανήλθε τελικά στο ποσό των 189.369 ευρώ, εισέπραξε δε αυτή στις 30-6-2009, αφαιρουμένων των νομίμων κρατήσεων και των πάσης φύσεως φόρων, που βάρυναν αυτήν, το καθαρό ποσό των 155.495,20 ευρώ. Συγχρόνως την ίδια ημέρα και στα πλαίσια της συμβιβαστικής επίλυσης των αξιώσεών της κατά της εναγομένης υπέγραψε δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο και το δικαίωμα της από 27-7-2007 ασκηθείσας κατ' αυτής αγωγής της, με περιεχόμενο αξιώσεις από βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της.

Η ένδικη εργασιακή σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους, ως διαρκής ενοχική σχέση μπορούσε να λυθεί, σύμφωνα και με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη, εκτός από τους ειδικά προβλεπόμενους στην ΣΣΕ τρόπους λύσης και με αντίθετη συμφωνία που αποτελεί κοινό τρόπο λύσης των διαρκών ενοχικών συμβάσεων.

Και ειδικότερα με πρόταση που δεσμεύει τον προτείναντα όλο το χρονικό διάστημα, μέσα στο οποίο μπορεί να την αποδεχθεί εκείνος προς τον οποίο έγινε η πρόταση, αποδοχή αυτής από εκείνον, προς τον οποίο απευθύνεται με πλήρη σύμπτωση των εκατέρωθεν δηλώσεων και περιέλευση της αποδοχής στον προτείναντα, μέσα στην προθεσμία που αυτός είχε τάξει, από την οποία και συντελείται η σύμβαση.

Εν προκειμένω υπήρξε πρόταση από την εναγομένη στην ενάγουσα για λύση της σύμβασης με οικονομικά κίνητρα και αυτή την αποδέχτηκε και υπέγραψε την κοινή συμφωνία εντός του ταχθέντος προς τούτο χρόνου, ήτοι στις 23-6-2009, συνεπώς η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας λύθηκε με νόμιμη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και επέφερε τα αποτελέσματά της την ορισθείσα ημεροχρονολογία ήτοι στις 30-6-2009, οπότε καταβλήθηκε και η συμφωνηθείσα αποζημίωση. Η ενάγουσα δεν αμφισβητεί την υπογραφή της σχετικής συμφωνίας, ούτε την προσβάλει ως προϊόν εξαπάτησης ή απειλής. Άλλωστε αυτή, στις 30.6.2009 υπέγραψε ως προεκτέθηκε και νέα τροποποιητική συμφωνία, με την οποία αυξήθηκε το ποσό της αποζημίωσης, αλλά και την παραίτηση από το δικόγραφο και δικαίωμα αγωγής που είχε ασκήσει σε βάρος της εναγομένης. Την ίδια ημέρα (30-6-2009), η εναγομένη προέβη και σε καταγγελία της ήδη λυθείσας με κοινή συμφωνία σύμβασης εργασίας, στην οποία αναφέρεται ως αποζημίωση απόλυσης το ήδη καταβληθέν στην ενάγουσα προαναφερόμενο ποσό. Η ως άνω όμως καταγγελία της ίδιας σύμβασης, που έγινε μετά την προηγηθείσα καταργητική συμφωνία των διαδίκων, στερείται σημασίας, αφού η καταγγελία προϋποθέτει κατά νομική και λογική αναγκαιότητα υφισταμένη κατά το χρόνο αυτής σύμβαση.

Συνεπώς, εφόσον η ένδικη σύμβαση λύθηκε με νόμιμη κοινή συμφωνία των διαδίκων και όχι με καταγγελία, οι αγωγικοί ισχυρισμοί για λύση της σύμβασης με καταγγελία, εκ μέρους της εναγομένης, που έπασχε ακυρότητα, είναι απορριπτέοι, ως ουσιαστικά αβάσιμοι και η ενάγουσα δεν δικαιούται το αιτούμενο ποσό για μισθούς υπερημερίας, ούτε επικουρικά ως αποζημίωση απόλυσης. Τέλος, το εφετείο δέχθηκε, ότι δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης των διατάξεων περί ομαδικών απολύσεων, οι οποίες προστατεύουν τον εργαζόμενο από την μονομερώς εκ μέρους του εργοδότη λύση της εργασιακής σύμβασης και δεν αφορούν τη λύση αυτής (σύμβασης) που επέρχεται με κοινή συμφωνία των μερών.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση, εκ μέρους της αναιρεσείουσας, ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, δέχθηκε ότι η εργασιακή σύμβαση της αναιρεσείουσας λύθηκε με αντίθετη συμφωνία αυτής (αναιρεσείουσας) και της αναιρεσίβλητης εταιρείας και, εκ τούτου, κλονίσθηκε η σαφήνεια και πληρότητα του αποδεικτικού πορίσματος και ότι η πλημμέλεια αυτή αφορά κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα, αν η εργασιακή σύμβαση της ενάγουσας, λύθηκε κατά τα ανωτέρω, με κοινή συμφωνία η με καταγγελία, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης.

Όπως, όμως, προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή δέχθηκε, σαφώς, ότι η ένδικη εργασιακή σύμβαση της αναιρεσείουσας λύθηκε με νόμιμη συμφωνία των διαδίκων, προ της λήξεως της ορισμένου χρόνου διάρκειάς της, στα πλαίσια των ατομικών διαπραγματεύσεων και ειδικότερα, στις 23-6-2009, η αναιρεσείουσα, αποδέχθηκε την πρόταση της αναιρεσίβλητης και υπέγραψε το με ιδία ημερομηνία, συμφωνητικό λύσης της εργασιακής της σύμβασης τα αποτελέσματα της οποίας θα επήρχοντο στις 30-6-2009, οπότε και καταβλήθηκε στην αναιρεσείουσα και η συμφωνηθείσα αποζημίωση.

Στις 30-6-2009 η αναιρεσίβλητη προέβη σε καταγγελία της ήδη, λυθείσης σύμβασης που έγινε μετά προηγουμένη καταργητική συμφωνία των διαδίκων η οποία στερείται σημασίας αφού η καταγγελία προϋποθέτει κατά νομική και λογική αναγκαιότητα υφιστάμενη, κατά το χρόνο αυτής, σύμβαση. Τέλος, καταλήγοντας το Εφετείο, δέχθηκε, ότι εφόσον η ένδικη εργασιακή σύμβαση της αναιρεσείουσας, λύθηκε με κοινή συμφωνία και όχι με καταγγελία οι αγωγικοί ισχυρισμοί, για λύση της σύμβασης με καταγγελία, εκ μέρους της εναγομένης που έπασχε ακυρότητα είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι και η ενάγουσα δεν δικαιούται το αιτούμενο ποσό για μισθούς υπερημερίας ούτε επικουρικά ως αποζημίωση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε νόμιμης βάσης την απόφασή του, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, για λύση της εργασιακής σύμβασης της αναιρεσείουσας με κοινή συμφωνία των διαδίκων και όχι με καταγγελία εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και ο από το άρθρο 559 αριθμ.19, ως άνω, λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθ'όλες της επι μέρους αιτιάσεις.

Περαιτέρω, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με το να μη δεχθεί το αίτημα της αναιρεσείουσας, για ακυρότητα της καταγγελίας της ορισμένου χρόνου σύμβασης εργασίας αυτής και για επιδίκαση σ'αυτήν (αναιρεσείουσα) μισθών υπερημερίας άλλως αποζημιώσεως, δεν παραβίασε τους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 672 ΑΚ και 10 της από 27-7-1976 ΣΣΕ υπό τον τίτλο "Περί Οργανισμού Προσωπικού Τραπέζης Αμέρικαν Εξπρές" που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 39327/7832/14-9-1976 (ΦΕΚ Β/1135/1976 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, διότι υπό τις προαναφερθείσες παραδοχές η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας λύθηκε με κοινή συμφωνία των διαδίκων και όχι με καταγγελία, αναγκαία κατά νόμο προϋπόθεση για την εξέταση και παραδοχή η μη των παραπάνω αγωγικών αιτημάτων και εντεύθεν εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων.

Συνεπώς απορριπτέος, ελέγχεται, ως αβάσιμος από το άρθρο 559 αριθμ.1, λόγος αναίρεσης.

Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να μη δεχθεί το προαναφερόμενο αγωγικό αίτημα, δεν παραβίασε τους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 1 (ιδίως 1 παρ.3) 5 και 6 του Ν.1387/1983 περί ομαδικών απολύσεων. Και τούτο διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι απολύσεις του προσωπικού της αναιρεσίβλητης δεν υπερέβαιναν τις τέσσερις κατά μήνα και δεν αφορούν τη λύση της εργασιακής σύμβασης, που επέρχεται με κοινή συμφωνία των μερών, με καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Συνεπώς απορριπτέος, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσης ως αβάσιμος, ελέγχεται, ο από το άρθρο 559 αριθμ.1 λόγος της αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Εξάλλου, διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος της ηττηθείσης αναιρεσείουσας, δεν πρέπει να περιληφθεί στην παρούσα, ελλείψει σχετικού προς τούτο αιτήματος της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 191§2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-12-2003 αίτηση της Α. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5206/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ