Legislator Case Law & Legislation
60/2013 AI generated

Appeal hearing declared inadmissible due to lack of valid summons and representation for the appellant.

Case Number 60/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal hearing inadmissible because the appellant failed to appear and valid representation could not be established. The appellant had previously expedited the hearing but did not attend, and no proof of authorization for the appointed lawyer was found. Consequently, the court ruled that the proceedings were invalid without proper notice and participation from both parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 104, 576, and 226 of the Code of Civil Procedure; The appeal hearing is inadmissible if the appellant fails to appear and valid representation is not proven, rendering the expedited summons ineffective.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal lack of representation valid summons Code of Civil Procedure court procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 94 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 226 paragraph 4 items b1 and g1 of the Code of Civil Procedure
Article 575 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 26/2008
OLAP 39/2005
OLAP 9/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 60 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 60/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Α. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Πετρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Οκτωβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 805/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 627/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 24 Φεβρουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 94 τταρ.1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων.

Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ νια τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβαση της. Περαιτέρω, στο άρθρο 576 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ.3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας από εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, που για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ.1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι και αν ο απολειπόμενος αυτός διάδικος δεν έχει κλητευθεί από τον αντίδικο του κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση. (ΟλΑΠ 26/2008,39/2005, 9/2003). -Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

β1 και γ1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 575 ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου νια εμφάνιση στη δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσης του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής νια τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο.

Στην προκειμένη περίπτωση η από 16-11-2009 αναίρεση φέρεται σε συζήτηση ύστερα από ματαίωση της συζήτησης αυτής, με την από 18-2-1011 κλήση του αναιρεσείοντος. Κατά την συζήτηση της υποθέσεως, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμο, του δικαστηρίου τούτου (3 Δεκεμβρίου 2012), με εκφώνηση με τη σειρά της από το πινάκιο, ο αναιρεσείων ο οποίος και επέσπευσε τη συζήτηση νια την δικάσιμο που είχε ορισθεί αρχικά (5 Μαρτίου 2012) κατά την οποία και αναβλήθηκε η συζήτηση με σχετική σημείωση στο πινάκιο για τη προαναφερθείσα, δεν παραστάθηκε, από δε την αυτεπάγγελτη σχετική έρευνα δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα εκ μέρους του απολειπομένου αυτού διαδίκου προς το δικηγόρο Παντελή Χαντζή που έδωσε για λογαριασμό του την εντολή προς τον δικαστικό επιμελητή για την επίδοση στην αναιρεσίβλητη αλλά ούτε και για την γενομένη εκπροσώπηση του κατά την αρχική δικάσιμο κατά την οποία και αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Συνεπώς σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα η επίσπευση αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς τον απολειπόμενο αναιρεσείοντα ενώ περαιτέρω δεν αποδεικνύεται ότι αυτός είχε κλητευθεί κατά την ως άνω αρχική δικάσιμο ή την παρούσα από την ήδη παρασταθείσα αναιρεσίβλητη. Κατ'ακολουθίαν η συζήτηση της προκειμένης αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 16-11-2009 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 627/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, που φέρεται σε συζήτηση με την από 18-2-2011 κλήση.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ