Legislator Case Law & Legislation
60/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal; employer's late health certificate invalidates contract without mutual ratification.

Case Number 60/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision rejecting the bus driver's claim for back pay. The driver argued that his employment contract was ratified after he obtained a health certificate late in the year, but the employer had accepted his services for years. The court held that under the relevant regulations, a health certificate was mandatory for employment, and its late submission rendered the contract void. Consequently, the employer's acceptance of services did not constitute a valid ratification of the void contract.

Legislator headnote

AI generated

Under the relevant regulations, a health certificate is mandatory for employment; if obtained late, the contract is void unless ratified by mutual intent. The employer's acceptance of services does not constitute ratification if they explicitly rejected the employee's services shortly after the certificate's issuance.

Keywords

AI generated
health certificate requirement void employment contract mutual ratification late submission of documents ratification of void contract employer acceptance of services statutory employment conditions

Cited Legislation

AI generated
π.δ. 229/1994
Υπό το καθεστώς του π.δ. 229/1994 το πιστοποιητικό είχε ενιαύσια ισχύ και έπρεπε να ανανεώνεται κάθε χρόνο.
π.δ. 246/2006
Με το π.δ. 246/2006 αρκεί η άπαξ υποβολή του πιστοποιητικού.
ν.δ. 103/1973
ν. 2963/2001
246/2006, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ.1 του ν. 2963/2001), ορίσθηκε:
άρθρο 183 ΑΚ
άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ
ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2

Cited Case Law

AI generated
ΑΠ 1606/2001
229/1994, που προαναφέρθηκε (ΑΠ 1606/2001).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 60 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Οδηγός ΚΤΕΛ. Η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, αν δεν προσκομισθεί κατά τη σύναψή της πιστοποιητικό υγείας. Υπό το καθεστώς του π.δ. 229/1994 το πιστοποιητικό είχε ενιαύσια ισχύ και έπρεπε να ανανεώνεται κάθε χρόνο. Με το π.δ. 246/2006 αρκεί η άπαξ υποβολή του πιστοποιητικού. Αν εκ των υστέρων προσκομισθεί το πιστοποιητικό, για την επικύρωση της άκυρης σύμβασης εργασίας απαιτείται ρητή ή σιωπηρή βούληση των μερών. Δεν είναι καταχρηστική η προβολή της ακυρότητας από τον εργοδότη, που ενάγεται για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας, απλώς και μόνο επειδή γνώριζε την έλλειψη του πιστοποιητικού υγείας και αποδέχθηκε τη λειτουργία της σχέσης εργασίας επί σειρά ετών.

Αριθμός 60/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 8η Νοεβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Παναγιώτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΑΣΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΠΑΤΡΩΝ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Πάτρα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεοφίλου Κωτσίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2004 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Επί της αγωγής εκδόθηκαν η 542/2006 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, μετά την άσκηση εφέσεως, η 811/2009 οριστική απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-5-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 12-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με το π.δ. 229/1994 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού Κοινών Ταμείων Εισπράξεων Λεωφορείων" (ΓΚΠ-ΚΤΕΛ), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση των άρθρων 21 παρ.2 και 29 του ν.δ. 103/1973 (ΟλΑΠ 15/2002) και ίσχυσε κατά την ένδικη περίοδο (ήτοι, πριν από την κατάργησή του με το π.δ. 246/2006, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ.1 του ν. 2963/2001), ορίσθηκε:

α) στο άρθρο 1 παρ. 1, ότι ο Κανονισμός αυτός αφορά στο πάσης φύσεως προσωπικό των αστικών και υπεραστικών ΚΤΕΛ και καθορίζει τα προσόντα προσλήψεως και τους λόγους απολύσεως, την υπηρεσιακή σταδιοδρομία και την υπηρεσιακή κατάσταση αυτού μέχρι τη λύση της εργασιακής σχέσεως, β) στο άρθρο 3, ότι κανείς δεν μπορεί να προσληφθεί ως τακτικός ή έκτακτος υπάλληλος ΚΤΕΛ, εφ' όσον δεν έχει τα γενικά και ειδικά, ανάλογα με την περίπτωση, προσόντα, που περιγράφονται σ' αυτό και γ) στο άρθρο 3 στοιχείο 1 περ.

δ', ότι ειδικά για τους οδηγούς και όλο το προσωπικό κινήσεως, οι προσλαμβανόμενοι πρέπει να είναι κατάλληλοι από άποψη υγείας για την εργασία που προορίζονται να εκτελέσουν. Ειδικότερα, η καταλληλότητα από άποψη υγείας, καθ' όλη τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, πρέπει να πιστοποιείται από ιατρούς που έχουν συμβληθεί με υπηρεσίες του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών ή από ιατρούς του ΙΚΑ, κατά περίπτωση και τα περί αυτής πιστοποιητικά ισχύουν για δώδεκα (12) μήνες από την έκδοσή τους.

Περαιτέρω, με άρθρα 1, 2, 3 παρ. 1, 6, 10 του ν. 2963/2001 αναμορφώθηκε το νομικό καθεστώς των ΚΤΕΛ και ορίσθηκε ότι αυτά μετατρέπονται σε ανώνυμες εταιρίες, που τα υποκαθιστούν αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών. Με το άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2963/2001 ορίσθηκε ότι οι οδηγοί αστικών και υπεραστικών λεωφορείων δημόσιας χρήσης, που προσλαμβάνονται από τα ΚΤΕΛ με σχέση εξαρτημένης εργασίας, πρέπει, κατ' ελάχιστον, να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων και τις προϋποθέσεις υγείας, για την κατοχή της προβλεπόμενης άδειας οδήγησης.

Με το άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2963/2001 παρασχέθηκε νομοθετική εξουσιοδότηση για να εκδοθεί με προεδρικό διάταγμα νέος κανονισμός του προσωπικού των ΚΤΕΛ, αλλά ορίσθηκε ότι μέχρι την έκδοση του εν λόγω προεδρικού διατάγματος εξακολουθούν να ισχύουν οι υφιστάμενες διατάξεις, μεταξύ των οποίων και αυτές του προαναφερθέντος π.δ. 229/1994.

Από τις ρυθμίσεις αυτές συνάγεται ότι, ως αναγκαίο προσόν για την πρόσληψη ενός προσώπου ως οδηγού σε ΚΤΕΛ, αξιώνεται η καταλληλότητα αυτού από άποψη υγείας για την εργασία που προορίζεται. Η καταλληλότητα πιστοποιείται αρμοδίως και το πιστοποιητικό υγείας ισχύει επί ορισμένο χρόνο. Αν δεν εκδοθεί και δεν προσκομισθεί τέτοιο πιστοποιητικό κατά την πρόσληψη του οδηγού στο ΚΤΕΛ, η σύμβαση εργασίας, ως αντικείμενη στις εν λόγω διατάξεις δημόσιας τάξεως, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μη έγινε (ΑΚ 174, 180, ΑΠ 1435/1991).

Και μετά την έγκυρη πρόσληψη, όμως, η σύμβαση εργασίας καθίσταται άκυρη για το μεταγενέστερο χρόνο, αν το πιστοποιητικό υγείας, που έχει περιορισμένη χρονική ισχύ, δεν ανανεωθεί κατά τη λήξη του, διότι η καταλληλότητα του οδηγού πρέπει να διατηρείται σε όλο το χρόνο που υφίσταται η σύμβαση εργασίας (άρθρο 3 στοιχείο 1, περ.

δ' εδ. β' του π.δ. 229/1994, ΑΠ 1129/1998). Μετά την ισχύ του ν. 2963/2001, ως νέος κανονισμός του προσωπικού των ΚΤΕΛ εκδόθηκε το π.δ. 246/2006, στο άρθρο 5 στοιχείο 2, περ. β' (αα) του οποίου ορίσθηκε για τους οδηγούς ότι πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις υγείας για τη θέση που προορίζονται, προσκομίζοντας κατά την πρόσληψή τους το κατά περίπτωση αναγκαίο ιατρικό πιστοποιητικό, το οποίο θα πρέπει να έχει εκδοθεί το πολύ πριν από έξι (6) μήνες.

Με τη ρύθμιση αυτή, συνδυαζόμενη με το άρθρο 14 παρ.2 του εξουσιοδοτικού ν. 2963/2001, καταργήθηκε για τους οδηγούς η υποχρέωση της ετήσιας ανανέωσης του πιστοποιητικού υγείας, το οποίο στο εξής μόνο κατά την πρόσληψή τους πρέπει να προσκομίζεται, ενώ κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας αρκεί η έμμεση πιστοποίηση της υγείας, η οποία συνάγεται από τη διατήρηση της εκ μέρους εκάστου οδηγού κατοχής της προβλεπόμενης άδειας οδήγησης, η οποία προϋποθέτει, μεταξύ των άλλων, την από άποψη υγείας καταλληλότητα του ενδιαφερόμενου για να οδηγεί επιβατικό λεωφορείο.

Η ρύθμιση του νέου κανονισμού, όμως, που απαιτεί και πάλι την προσκόμιση πιστοποιητικού υγείας κατά τη σύναψη της συμβάσεως εργασίας ως προϋπόθεση του κύρους αυτής, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στις συμβάσεις εργασίας που λειτούργησαν πριν από την έναρξη της ισχύος του. Και το άρθρο 14 του ν. 2963/2001, που προβλέπει τη διατήρηση των ρυθμίσεων του παλαιού κανονισμού (π.δ. 229/1994) μέχρι την εισαγωγή του νέου (π.δ. 246/2006), δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι τροποποιεί σιωπηρώς τον παλιό κανονισμό σχετικά με το πιστοποιητικό υγείας, απλά και μόνο επειδή ορίζει ότι οι οδηγοί του ΚΤΕΛ πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις υγείας για την κατοχή της προβλεπόμενης άδειας οδήγησης.

Εξ άλλου, όταν η σύμβαση εργασίας είναι εξ αρχής ή καταστεί μεταγενέστερα άκυρη, ο εργοδότης που δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού δεν περιέρχεται σε υπερημερία και, κατά συνέπεια, δεν οφείλει αποδοχές υπερημερίας (ΑΠ 205/1999). Η ύπαρξη πιστοποιητικού υγείας κατά την πρόσληψη του μισθωτού και η εκάστοτε ανανέωση του πιστοποιητικού αυτού κατά τη διάρκεια της συμβάσεως δεν αποτελεί στοιχείο της βάσεως της αγωγής, με την οποία αυτός προβάλλει αξιώσεις που προϋποθέτουν έγκυρη σύμβαση, αλλά απόκειται στον εναγόμενο εργοδότη να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση, την έλλειψη του πιστοποιητικού υγείας και την εντεύθεν ακυρότητα της συμβάσεως (ΑΠ 1129/1998).

Οπότε, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η εκ του λόγου αυτού ακυρότητα προβάλλεται καταχρηστικά (ΑΚ 281) αποτελεί αντένσταση. Για να έχει, όμως, σε μια τέτοια περίπτωση, έρεισμα στο νόμο ο περί καταχρηστικής προβολής της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας ισχυρισμός, πρέπει ο διάδικος που τον προτείνει να επικαλεσθεί τέτοια περιστατικά, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, να καθιστούν τόσο επαχθείς για τον ίδιο τις συνέπειες από την ακυρότητα, ώστε αυτές, συγκρινόμενες με το όφελος που επιδιώκει ο αντίδικος που προβάλλει την ακυρότητα, να στοιχειοθετούν προφανή υπέρβαση των ορίων που διαγράφονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της επέλευσης εννόμων συνεπειών από την αθέτηση επιτακτικής διάταξης αναγκαστικού δικαίου, όπως αυτή του άρθρου 3 στοιχείο 1, περ.

δ' του π.δ. 229/1994, που προαναφέρθηκε (ΑΠ 1606/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 23-11-2004 αγωγή, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) επικαλέσθηκε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, δυνάμει της οποίας είχε προσληφθεί κατά το έτος 1997 από το εναγόμενο ΚΤΕΛ, στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει νομίμως η ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, για να απασχοληθεί ως οδηγός επιβατικού λεωφορείου.

Και εξέθεσε ότι ο εργοδότης του, την 29-10-2004, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας και έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, χωρίς να τηρήσει τον έγγραφο τύπο, χωρίς να καταβάλει την κατά νόμο αποζημίωση και χωρίς να επικαλεσθεί κάποιον από τους λόγους, οι οποίοι επιτρέπουν την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των οδηγών των ΚΤΕΛ.

Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε με την ένδικη αγωγή να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας και να υποχρεωθεί το ΚΤΕΛ να καταβάλει προς αυτόν ως αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την καταγγελία της συμβάσεως μέχρι την 30-4-2005 (τότε, πιθανή ημέρα συζήτησης της αγωγής) το ποσό των 9.735,65 ευρώ, νομιμοτόκως.

Το εναγόμενο, προς απόκρουση της αγωγής, ισχυρίσθηκε ότι η σύμβαση εργασίας, την οποία επικαλέσθηκε ο ενάγων, ήταν εξ αρχής και παρέμεινε άκυρη, διότι αυτός, τόσο κατά την κατάρτιση της συμβάσεως όσο και σε όλη τη διάρκειά της, είχε παραλείψει να προσκομίσει πιστοποιητικό περί της υγείας αυτού. Ο ενάγων, απαντώντας επί της ενστάσεως αυτής, ισχυρίσθηκε α) ότι μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 2963/2001 καταργήθηκε η υποχρέωση της κατ' έτος ανανεώσεως του πιστοποιητικού υγείας, η οποία επιβαλλόταν με το π.δ. 229/1994 ως προϋπόθεση του κύρους της συμβάσεως εργασίας και β) ότι, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι αυτός επείχε τέτοια υποχρέωση, η άσκηση του δικαιώματος του εναγομένου να επικαλεσθεί την εκ της αθετήσεως της υποχρεώσεως αυτής ακυρότητα ήταν καταχρηστική, διότι η διοίκηση του εναγομένου γνώριζε την έλλειψη του πιστοποιητικού υγείας και, παρά ταύτα, η σχέση εργασίας μεταξύ αυτών είχε λειτουργήσει χωρίς κανένα πρόβλημα επί χρονικό διάστημα περίπου επτά ετών.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή και, μετά την άσκηση εφέσεως εκ μέρους του ενάγοντος, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη 811/2009 απόφαση, δέχθηκε αφ' ενός ότι η σύμβαση εργασίας ήταν εξ αρχής άκυρη, διότι ο ενάγων ουδέποτε είχε προσκομίσει στο ΚΤΕΛ πιστοποιητικό υγείας κατ' εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 229/1994, που ίσχυαν καθ' όλη τη διάρκεια της σχέσεως εργασίας (από το 1997 ως την 29-10-2004) και αφ' ετέρου ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί καταχρηστικής επικλήσεως της ακυρότητας εκ μέρους του εναγομένου ήταν μη νόμιμος, διότι μόνο το γεγονός της εκ μέρους του εργοδότη γνώσεως της ελλείψεως του πιστοποιητικού υγείας του οδηγού και της λειτουργίας της σχέσεως εργασίας επί σειρά ετών δεν ήταν αρκετό για να στοιχειοθετήσει υπέρβαση και, μάλιστα, προφανή των ορίων που διαγράφονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος του εργοδότη να επικαλεσθεί την ακυρότητα της συμβάσεως και να παύσει να αποδέχεται την εργασία του μισθωτού στο μέλλον, χωρίς να καθίσταται υπερήμερος.

Κατόπιν αυτών, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση. Με τα όσα δέχθηκε το Εφετείο επί των ως άνω ισχυρισμών των διαδίκων, ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τις ως άνω διατάξεις του π.δ. 229/1994 και του άρθρου 281 ΑΚ. Διότι, ειδικότερα, για το κύρος της συμβάσεως εργασίας ήταν απαραίτητη η εκ μέρους του μισθωτού προσκόμιση προς τον εργοδότη πιστοποιητικού υγείας, υποχρέωση την οποία αυτός επείχε υπό την ισχύ του π.δ. 229/1994 (που ίσχυε καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της σχέσεως εργασίας) και η οποία, ούτως ή άλλως, δεν καταργήθηκε από το ν. 2963/2001, αλλά διατηρήθηκε και υπό την ισχύ του κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντος π.δ. 246/2006.

Και, ακόμη, διότι η εκ της ακυρότητας συνέπεια σε βάρος του μισθωτού, ήτοι η απώλεια της θέσεως εργασίας και των αποδοχών υπερημερίας, δεν είναι περισσότερο επαχθής από την εκ του ιδίου λόγου ωφέλεια του εργοδότη, ήτοι την έλλειψη νομικής υποχρέωσης να αποδέχεται την εργασία του πρώτου σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης και, σε περίπτωση άρνησης, τη μη περιέλευση αυτού σε υπερημερία.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

2. Κατά το άρθρο 183 παρ.1 ΑΚ, η επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας ισχύει σαν νέα κατάρτισή της, δηλαδή αποτελεί νέα δικαιοπραξία, για την οποία απαιτείται η συνδρομή όλων των όρων της εξ αρχής καταρτίσεώς της. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, για την επικύρωση άκυρης σύμβασης απαιτείται νέα σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως των μερών, τα οποία, όπως είναι αυτονόητο εκ της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, έχουν τη δυνατότητα είτε να στέρξουν στην επικύρωση είτε να την αποκρούσουν. Εξ άλλου η δήλωση βουλήσεως των μερών για την επικύρωση της σύμβασης μπορεί να είναι είτε ρητή είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα που εμφαίνουν αντίστοιχη βούληση. Τέτοια, σιωπηρή επικύρωση της εξ αρχής άκυρης σύμβασης εργασίας οδηγού ΚΤΕΛ, λόγω ελλείψεως του κατά νόμο πιστοποιητικού υγείας, εμφαίνει η συνέχιση της αποδοχής, όπως και προηγουμένως, των υπηρεσιών του μισθωτού από τον εργοδότη, που γνωρίζει τόσο την έλλειψη του πιστοποιητικού κατά την κατάρτιση της συμβάσεως όσο και τη μεταγενέστερη απόκτησή του. Αν όμως εκδηλωθεί βούληση του εργοδότη -και τούτο είναι πραγματικό ζήτημα, υποκείμενο στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας- περί αποκρούσεως των υπηρεσιών του μισθωτού παρά την εις αυτόν γνωστοποιηθείσα απόκτηση του πιστοποιητικού υγείας, τότε αποκλείεται η επικύρωση της άκυρης σύμβασης (ΑΠ 1606/ 2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) οδηγός λεωφορείου του εναγομένου ΚΤΕΛ, στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει νομίμως η ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, ουδέποτε από την πρόσληψή του μέχρι την 18-10-2004 είχε αποκτήσει πιστοποιητικό υγείας και ότι, το πιστοποιητικό που απέκτησε 18-10-2004, δεν αποδείχθηκε ότι το προσκόμισε στην υπηρεσία του εναγομένου μέχρι την 29-10-2004, ημέρα κατά την οποία το ΚΤΕΛ έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και με τον τρόπο αυτό "κατήγγειλε" την απλή σχέση εργασίας που λειτουργούσε μεταξύ τους.

Κατόπιν αυτού, απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο τον ισχυρισμό του ενάγοντος σύμφωνα με τον οποίο, δια της εκ των υστέρων εκδόσεως του πιστοποιητικού υγείας, είχε επικυρωθεί σιωπηρώς η εξ αρχής άκυρη σύμβαση εργασίας, στην οποία στηριζόταν η ένδικη αξίωση επιδικάσεως αποδοχών υπερημερίας. Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε ορθά την ως άνω διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, διότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι ουδέποτε είχε γνωστοποιηθεί προς το εναγόμενο ΚΤΕΛ ο εφοδιασμός του ενάγοντος οδηγού με πιστοποιητικό υγείας.

Ακόμη, όμως, και αν η γνωστοποίηση αυτή είχε συντελεσθεί, από τα περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, ήτοι από την μετά 11 ημέρες από την ημερομηνία εκδόσεως του πιστοποιητικού υγείας εκδηλωθείσα άρνηση του εναγομένου να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, συνάγεται η έλλειψη της βούλησης αυτού να επικυρωθεί για το μέλλον η από τη σύστασή της ακύρως λειτουργούσα σύμβαση εργασίας.

Επομένως, ο μεν τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 183 ΑΚ και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, ο δε τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε δίδαγμα της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο η όψιμη απόκτηση του πιστοποιητικού υγείας εκ μέρους του ενάγοντος θα έπρεπε να οδηγήσει στην ουσιαστική παραδοχή ότι η απόκτηση γνωστοποιήθηκε αμέσως στο εναγόμενο, και προσάπτεται η εκ του αυτού άρθρου αναιρετική πλημμέλεια, είναι αλυσιτελής.

3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-5-2010 αίτηση περί αναιρέσεως της 811/ 2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 14η Δεκεμβρίου 2011. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 17η Ιανουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ