Legislator Case Law & Legislation
60/2008 AI generated

Supreme Court partially allows appeal regarding social security benefits for a foreign domestic worker not directly insured.

Case Number 60/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding social security benefits. The appellant, a foreign domestic worker, argued she was entitled to annual leave and holiday allowances despite not being directly insured with the Social Security Institute, as she was only indirectly insured through her husband. The Court found the lower court erred in denying these benefits because the relevant laws do not restrict their payment to directly insured employees. Consequently, the judgment was annulled in part, remanded for retrial, and the opposing parties were ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; A foreign domestic worker not directly insured with the Social Security Institute is entitled to annual leave and holiday allowances by operation of law, and the lower court's denial based on indirect insurance constitutes a procedural error.

Keywords

AI generated
foreign domestic worker social security benefits annual leave allowance holiday allowances indirect insurance procedural error remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 1980 of the Civil Code
Article 1 of the Presidential Decree 19040/1981
Article 3 of Law 4504/1966

Cited Case Law

AI generated
Case 1148/2004
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 60 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 60/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Παναγιώτη Παρτσιλίβα και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Ψ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπύρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ1, 2. Χ2, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 3. ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλειών "Η ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., 4.Χ3, 5. Χ4, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, και 6. ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΗΜΙΩΝ" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καρατζά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.,

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Αυγούστου 2002 αγωγή της 5ης ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και εκδόθηκε η 3898/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε τη συζήτηση της αγωγής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών για να συνεκδικαστεί με την από 30 Ιανουαρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Το Δικαστήριο συνεκδικάζοντας τις παραπάνω αγωγές και την δια των προτάσεων ανταγωγή των 1ου και 2ης ήδη αναιρεσιβλήτων, εξέδωσε την 5287/2004 οριστική απόφαση. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις 4805/2005 μη οριστική και 1167/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας εφετειακής αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 21 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των πρώτου, δεύτερου, τρίτου και τέταρτου λόγου της αναίρεσης και την παραδοχή του πέμπτου λόγου αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική της δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις ......., ........, ........., και ......... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ......... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα στους πρώτο, δεύτερη, τρίτο και τέταρτη από τους αναιρεσιβλήτους. Οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4, δεν εμφανίστηκαν κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και, επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η αναίρεση κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των Χ2 και Χ4, 2ης και 5ης των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού η αναιρεσείουσα και οι άνω δύο αναιρεσίβλητες δεν υπήρξαν αντίδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού ούτε η από 30-1-2003 αγωγή της αναιρεσείουσας, ούτε η από 29-12-2004 έφεση της τελευταίας στράφηκαν κατά των 2ας και 5ης των αναιρεσιβλήτων και επίσης η αναιρεσιβαλλόμενη δεν περιέχει διάταξη υπέρ των εν λόγω αναιρεσιβλήτων και σε βάρος της αναιρεσείουσας ως διαδίκων (αντιδίκων ή ομοδίκων) κατά την ενώπιον αυτού ως άνω κρίσιμη δίκη (ΚΠολΔ 558, 577 παρ.2).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ, 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς την αλήθεια ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να προβαίνει σε χωριστή αξιολόγηση και εκτίμηση του καθενός από αυτά, αρκεί από όλο το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, όλα τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες τρεις ιατρικές βεβαιώσεις που είχε αυτή επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα και την ιατρική έκθεση-πραγματογνωμοσύνη του τεχνικού συμβούλου των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων που είχαν επίσης νόμιμα επικαλεστεί και προσκομίσει αυτοί και είχε καταστεί κοινό μέσο απόδειξης.

Από την αναφορά όμως της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη για να καταλήξει στο πόρισμά της και "όλα τα έγγραφα γενικά και χωρίς καμία εξαίρεση, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας και συγκεκριμένα οι προανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων και η έκθεση ένορκης εξέτασης κατηγορουμένου, η έκθεση απλής αυτοψίας, το συνοδεύον αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για κάποια από τα οποία, δε, γίνεται ιδιαίτερη σημείωση κατωτέρω, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα από την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης", αλλά και από το εν γένει περιεχόμενο αυτής προκύπτει, κατά τρόπο αδιστάκτως βέβαιο, ότι τα προαναφερόμενα έγγραφα λήφθηκαν υπόψη.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι δεν απέδωσε τη δέουσα αποδεικτική δύναμη σε ομολογία των πρώτου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων που εξαγόταν από τη μη ειδική άρνηση κάποιου ισχυρισμού σύμφωνα με την ΚΠολΔ 261.

Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι επειδή στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου οι πρώτος και τρίτη από τους αναιρεσιβλήτους συνομολογούν ποιες εργασίες μπορεί να κάνει παρά την αναπηρία της, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνουν και αυτή της οικιακής βοηθού, ομολογούν κατά τρόπο σαφή ότι είναι ανίκανη για την εκτέλεση της εργασίας αυτής όχι μόνο για το επίδικο χρονικό διάστημα αλλά και στο μέλλον, το Εφετείο δεν έδωσε στην ομολογία αυτή την αποδεικτική δύναμη που έχει.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ο τρόπος ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας κατά την ΚΠολΔ 261 από το δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή, η ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, διότι αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Κατά τη σταθερή νομολογία του Αρείου Πάγου ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης που οφείλεται στο δικαιούχο βάσει της ΑΚ 932 αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (αριθμός 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), είτε εκ πλαγίου (αριθμός 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είτε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Επομένως, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

Και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευόμενου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας. Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει.

Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σ' αυτά να αποφασίζουν. Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό εύλογης χρηματικής αποζημίωσης του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες που το ίδιο άρθρο, θέτει και στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας τη διάταξη 25 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι το ποσό των 10.000 ευρώ που επιδίκασε σ' αυτήν ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον τραυματισμό της στο ατύχημα, όχι μόνο δεν είναι ανάλογο με τη βαρύτητα του τραυματισμού της, αλλά αντίθετα είναι υπέρμετρα ασύνηθες σε σχέση με τα ποσά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις.

Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν παραπάνω ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου δεν υπόκειται απευθείας σε έλεγχο μέσω της αρχής της αναλογικότητας.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Εξάλλου σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 20 ΚΟΚ το ανώτατο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο εξετάζοντας τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα την εμπλοκή σ' αυτό και του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας .........

ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο οδηγούσε ο τέταρτος αναιρεσίβλητος Ψ3, οποίος ήταν και αυτός εναγόμενος στην αγωγή της αναιρεσείουσας δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 21-7-2002 και ώρα 18.30 στην Αθήνα η Ψ1, βρισκόταν στο πεζοδρόμιο της οδού ........ και στο σημείο της διασταύρωσης της παραπάνω οδού με την οδό ....., αναμένοντας το φωτεινό σηματοδότη να ανάψει πράσινο φως, προκειμένου να διασχίσει κάθετα την οδό ......

και να περάσει απέναντι. Στον αυτό τόπο και χρόνο ο Χ3, οδηγώντας το υπ' αριθμ κυκλοφορίας ........ ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της Χ4, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΗΜΙΩΝ εκινείτο στην οδό ........ με κατεύθυνση από πλατεία .......

προς τη Λεωφόρο ........ και στην αριστερή λωρίδα. Ακόμη, ο Χ1, οδηγώντας το υπ' αριθμ κυκλοφορίας ....... ΔΧ επιβατηγό αυτοκίνητο (ταξί) ιδιοκτησίας της Χ2, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ, εκινείτο και αυτός στην οδό ....... με κατεύθυνση, επίσης, από πλατεία ......

προς τη Λεωφόρο ........ και στη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας από αριστερά. Ο οδηγός του πιο πάνω ταξί Ψ1 ήθελε να στρίψει αριστερά στην οδό ....... και γι' αυτό δέκα πέντε μέτρα πριν από τη διασταύρωση της οδού ....... με την οδό ....... άναψε προειδοποιητικό σήμα (φλάς), με σκοπό να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας, να εισέλθει στην αριστερή και στη συνέχεια να στρίψει στην οδό .......

Η ταχύτητα, που οδηγούσε ο Χ1 το όχημά του ήταν 30 χιλιόμετρα την ώρα και παρά το γεγονός ότι είχε ανάψει αριστερό φλάς, παρέμενε κινούμενος στη δεύτερη λωρίδα και δεν εισερχόταν στην αριστερή. Όταν έφθασε δύο μέτρα από τη διασταύρωση της οδού ....... με την οδό ........, αιφνίδια και ανέλεγκτα έστριψε αριστερά για να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και στη συνέχεια στην οδό .........

Όμως στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας εκινείτο το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ........ ΙΧΕ αυτοκίνητο με οδηγό το Χ3. Το όχημα που οδηγούσε ο Χ1, του ανέκοψε την πορεία του και με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του προσέκρουσε στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Ψ3. Μετά την ένδικη σύγκρουση το υπ' αριθ κυκλοφορίας ........

αυτοκίνητο, με οδηγό το Χ3 εξετράπη της πορείας του, κινήθηκε στο αριστερό άκρο της οδού ...... πριν τη διασταύρωση με την οδό ......., όπου υπήρχαν χώματα στο οδόστρωμα από εκτελούμενα έργα πλάτους 0, 30 μέτρα. Στη συνέχεια, ανέλεγκτα, αφού διήνυσε κάθετα την οδό ......, επέπεσε στα κάγκελα της οδού ....... στο αριστερό άκρο αυτής ολίγον πριν τη διασταύρωση με την οδό ....., ανήλθε δε στο πεζοδρόμιο, και κτύπησε την Ψ1, η οποία εκείνη τη στιγμή περίμενε στο σημείο εκείνο το φωτεινό σηματοδότη να ανάψει το πράσινο φως για τους πεζούς και να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο της οδού ......., την οποία και τραυμάτισε.

Αποκλειστικά υπαίτιος για την ένδικη σύγκρουση, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, τυγχάνει ο οδηγός του υπ' αριθ κυκλοφορίας ........ ΔΧ επιβατηγού αυτοκινήτου (ταξί) Χ1, ο οποίος δεν επέδειξε ως όφειλε και ηδύνατο, την επιμέλεια, που σε παρόμοιες περιστάσεις θα επιδείκνυε ο μέσος συνετός οδηγός, δεν οδηγούσε με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ασκούσε τον δέοντα έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του ανά πάσα στιγμή κατά την οδήγησή του, έτσι ώστε να ήταν σε θέση να αντιδράσει εκτελώντας τους απαραίτητους χειρισμούς, συγκεκριμένα, δε, ενώ εκινείτο στη δεύτερη λωρίδα από αριστερά στην οδό ......., κινούμενος από την πλατεία .....

προς τη λεωφόρο ..... και ήθελε να στρίψει αριστερά στην οδό ......, αν και δεκαπέντε μέτρα πριν από τη διασταύρωση της οδού ....... με την οδό ...... είχε ανάψει προειδοποιητικό σήμα (φλάς) αριστερό, παρέμεινε στην εν λόγω λωρίδα κυκλοφορίας και δύο μέτρα πριν από την ανωτέρω διασταύρωση αιφνίδια και ανέλεγκτα έστριψε αριστερά για να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και στη συνέχεια στην οδό ......

Με την πιο πάνω αιφνίδια και ανέλεγκτη αλλαγή κατεύθυνσης από μέρους του οδηγού του εν λόγω ταξί, αυτό ανέκοψε την πορεία του υπ' αριθ κυκλοφορίας ........ ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού ........ με την ίδια κατεύθυνση με αυτό, που οδηγούσε ο Χ1 και με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου το ταξί προσέκρουσε στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Χ3, με αποτέλεσμα το τελευταίο να εκτραπεί της πορείας του, να κινηθεί στο αριστερό τμήμα της οδού ......, πριν τη διασταύρωση με την οδό ......., όπου υπήρχαν χώματα στο οδόστρωμα από εκτελούμενα έργα σε πλάτος 0, 30 μέτρα, να διανύσει κάθετα την οδό ......, να επιπέσει στα κάγκελα της οδού .......

στο αριστερό άκρο αυτής με την οδό ......., να ανέλθει στο πεζοδρόμιο, να κτυπήσει την πεζή Ψ1, η οποία εκείνη τη στιγμή περίμενε στο σημείο εκείνο το φωτεινό σηματοδότη να ανάψει πράσινο φως για τους πεζούς και να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο της οδού ......., την οποία και τραυμάτισε. Δεν αποδείχθηκε συνυπαιτιότητα του οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ..........ΙΧΕ αυτοκινήτου Χ3.

Η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε αυτός στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας στην οδό ........., ήταν 70 χιλιόμετρα την ώρα. Όμως και με μικρότερη ταχύτητα να εκινείτο και πάλι θα ελάμβανε χώρα το ένδικο ατύχημα και ο τραυματισμός της πεζής Ψ1, δεδομένου ότι ο οδηγός του ταξί Χ1 ήταν που προσπάθησε να εισέλθει αιφνίδια και ανέλεγκτα, δύο μέτρα πριν τη διασταύρωση με την οδό .....

από τη δεύτερη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας στην αριστερή λωρίδα, με σκοπό να στρίψει στην οδό ........., με αποτέλεσμα να προσκρούσει στο όχημα, που οδηγούσε ο Χ3, ο οποίος δεν ήταν δυνατόν να προβλέψει την κίνηση αυτή του οδηγού του ταξί, αυτός δε ανέκοψε την πορεία του και την άλλαξε εκτρέποντάς το στο άκρο αριστερό χωμάτινο έρεισμα και έτσι αυτό διασχίζοντας κάθετα την οδό ....

επέπεσε στο αριστερό άκρο της οδού ...... με την οδό ........., ανήλθε στο πεζοδρόμιο και τραυμάτισε την πεζή Ψ1". Μετά την παραδοχή αυτή η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την έφεση των οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και της ασφαλιστικής του εταιρείας (Χ3 και ΒΙΚΤΟΡΙΑ ΑΑΕΕ), απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατ'αυτών και απέρριψε την αγωγή καθόσον στρεφόταν κατά του προαναφερόμενου οδηγού, και της ασφαλιστικής του εταιρίας.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου (Χ3) και της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς αυτού και του τραυματισμού της αναιρεσείουσας και έτσι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός από την υπέρβαση του ορίου ταχύτητας, δεν προσδιορίζει αν ο οδηγός του ιδιωτικής χρήσης αυτοκινήτου οδηγούσε με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του, αν τα δύο οχήματα έβαιναν παραλλήλως ή κάποιο και ποιο προπορευόταν του άλλου, αν αντιλήφθηκε ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου ότι ο οδηγός του δημόσιας χρήσης αυτοκινήτου έθεσε σε λειτουργία το δείκτη πορείας με το οποίο καθιστούσε γνωστό ότι επρόκειτο να αλλάξει κατεύθυνση, να στρίψει αριστερά και να εισέλθει στην οδό ........, και αν το αντιλήφθηκε σε πόση απόσταση βρισκόταν σε σχέση με το αυτοκίνητό του (ταξί), και αν είχε τη δυνατότητα να προβεί σε κάποια ενέργεια ώστε να διευκολύνει αυτόν στην κίνησή του κατά τη διενέργεια του ελιγμού για αλλαγή πορείας, όπως είχε υποχρέωση (άρθρο 23 παρ. 4 ΚΟΚ), και, τέλος, γιατί και με μικρότερη ταχύτητα αν εκινείτο ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου πάλι θα ελάμβανε χώρα το ένδικο ατύχημα και ο αυτός, από πλευράς βαρύτητας, τραυματισμός της πεζής αναιρεσείουσας, μη αρκούσης σχετικώς της άνω ασαφούς αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης.

Κατ' ακολουθίαν ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 19 της ΚΠολΔ 559 είναι βάσιμος. Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της 19040/1981 Α.Υ. Οικονομικών και εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του α.ν. 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1996, του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 (που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΣΣΕ) και 1 παρ. 2 Ν. 435/1976 συνάγεται ότι επιδόματα (δώρα) εορτών, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας, δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας όντες ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ, αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους -βάσει άκυρης συμβάσεως εργασίας- με απλή σχέση εργασίας χωρίς να είναι ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ.

Τούτο καθίσταται σαφές από το περιεχόμενο όλων αυτών των διατάξεων, που σε κανένα σημείο τους δεν θέτουν την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας ως προϋπόθεση για να δοθούν οι ανωτέρω παροχές προς τους εργαζομένους, αλλά και από το ότι -αντιθέτως- στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της ΥΑ 19040/1981 και του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 γίνεται ρητά λόγος για σχέση εργασίας ή για εργασιακή σχέση.

Συνεπώς και σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, ο εργαζόμενος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου- όχι βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού- τις αποδοχές και το επίδομα αδείας, και τα επιδόματα εορτών. Κατόπιν τούτου και ο αλλοδαπός που εργάζεται, κατά παράβαση των διατάξεων του Ν 2910/2001 χωρίς άδεια δικαιούται τα ανωτέρω επιδόματα ευθέως από το νόμο (ΑΠ 1148/2004).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η ενάγουσα-αναιρεσείουσα "εξαιτίας του τραυματισμού της παρέμεινε ανίκανη για εργασία της οικιακής βοηθού, που ασκούσε πριν από αυτόν, για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από τον τραυματισμό της, σύμφωνα με τα ιατρικά πιστοποιητικά, που προσκομίζει και επικαλείται αυτή και την προαναφερθείσα ιατρική πραγματογνωμοσύνη.

Έτσι, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτή εργαζόταν 24 ημέρες το μήνα με ημερομίσθιο 30 ευρώ την ημέρα ο μισθός της ανερχόταν σε 720 ευρώ και επομένως, δικαιούται για την πιο πάνω αιτία, συνολικά, το ποσό των 17.280 ευρώ (720 χ 12 ίσον 8.640 χ 2 ίσον 17.280 ευρώ)". Παρά την ανωτέρω παραδοχή η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται για το πιο πάνω χρονικό διάστημα επίδομα κανονικής άδειας και δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, δεδομένου ότι αυτή δεν ήταν άμεσα ασφαλισμένη στο ΙΚΑ ως εργαζόμενη αλλά μόνο έμμεσα από το σύζυγό της.

Το Εφετείο με την ανωτέρω παραδοχή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, αφού κατά τα αναπτυσσόμενα παραπάνω δεν τίθεται οποιοσδήποτε περιορισμός για την καταβολή των επιδομάτων από αυτές, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο πέμπτος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης από τον αρ. 1 της ΚΠολΔ 559, για την αμέσως ανωτέρω πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλομένης, συνεπώς, είναι βάσιμος.

Η αναίρεση, επομένως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά αναφερόμενα παραπάνω κεφάλαια, ήτοι όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ αναιρεσείουσας και των τετάρτου (Χ3) και έκτης (ΒΙΚΤΟΡΙΑ ΑΑΕΕ) αναιρεσιβλήτων και όσον αφορά εκείνο το αναφερόμενο στην αξίωση της παθούσας για επιδίκαση και των επιδομάτων εορτών, και αδείας, καθώς και ως προς τις συναφείς διατάξεις της περί δικαστικών εξόδων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά το άνω αναιρούμενο μέρος,

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-9-2006 αίτηση της Ψ1 για αναίρεση της 1167/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που στρέφεται κατά των αναιρεσιβλήτων Χ2 (2ης) και Χ4 (5ης).

Αναιρεί την 1167/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εν μέρει, όπως στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, μόνο κατά το άνω αναιρούμενο μέρος.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους (πλην της δεύτερης και πέμπτης) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ