Supreme Court quashes labor court decision for failing to apply favorable collective agreement terms over individual contract terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court quashed the Athens Court of Appeal's decision regarding the plaintiffs' employment dispute. The plaintiffs argued that their individual employment contracts should be governed by more favorable collective agreements rather than the less favorable terms of the collective agreement applied by the lower court. The court ruled that the principle of favoring employees requires individual contract terms more beneficial to the worker to prevail over less favorable collective agreement terms.
Legislator headnote
AI generatedArt. 361 AC; Art. 680 AC: The principle of favoring employees requires that more favorable terms in individual employment contracts prevail over less favorable terms in collective agreements.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 60 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 60/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)...., 2).... , 3)... , 4).... , 5).... , 6)... και 7)... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Λαμπρόπουλο. Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", αποκεντρωμένης μονάδος του Α΄ Πε.Σ.Υ. Αττικής, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραγιώργο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1567/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 7969/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-2-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 24-8-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, απαιτείται σύμβαση, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βουλήσεως, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, δυνάμει της οποίας οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία προς κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μη απαγορεύεται από το νόμο και να μη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.
Εξάλλου, από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ αυτών δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής και ατομικής συμβάσεως εργασίας, αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών (νόμου, συλλογικής συμβάσεως εργασίας, κανονισμού, ατομικής συμβάσεως) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν την εργατική σχέση.
Σύμφωνα με την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, που καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3239/1955 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας" (που ίσχυσε μέχρι 8-5-1990), σε συνδυασμό με το άρθρο 680 ΑΚ, την οποία αρχή ήδη προβλέπει η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
Και τούτο ισχύει γιατί οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως εργασίας περιέχουν κατώτατα όρια προστασίας, που απαγορεύουν τη δυσμενέστερη ρύθμιση με ατομική σύμβαση, πλην όμως επιτρέπουν με την τελευταία τη βελτίωση της προστασίας αυτής. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 1397/1983 "περί του Εθνικού Συστήματος Υγείας", νοσοκομειακές μονάδες, που λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (7-10-1983) ως υπηρεσίες ν.π.δ.δ.
και ασφαλιστικών οργανισμών ή ν.π.ι.δ., εφόσον επιχορηγούνται με οποιοδήποτε τρόπο από το Δημόσιο ή οι δαπάνες λειτουργίας τους βαρύνουν τον προϋπολογισμό ν.π.δ.δ., μετατρέπονται εντός έτους από τη δημοσίευση του νόμου αυτού σε ν.π.δ.δ. και υπάγονται στις διατάξεις του ν.δ. 2592/1953 ή συγχωνεύονται σε νοσηλευτικά ιδρύματα που υπάγονται στις διατάξεις αυτού του νομοθετικού διατάγματος.
Σε περίπτωση μη μετατροπής ή μη συγχωνεύσεώς τους σε ν.π.δ.δ. γίνονται ν.π.ι.δ. και διακόπτεται η επιχορήγησή τους. Το προσωπικό, πλην του ιατρικού, που υπηρετεί στις μονάδες αυτές που μετατρέπονται σε ν.π.δ.δ., ύστερα από αίτησή του, εντάσσεται σε αντίστοιχες θέσεις, που συνιστώνται με τον οργανισμό του νοσοκομείου.
Το προσωπικό που δεν συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα ή δεν υποβάλλει αίτηση ένταξης εξακολουθεί να υπηρετεί με τις ίδιες προϋποθέσεις, με τις οποίες υπηρετούσε και στη μονάδα που μετατρέπεται, σε προσωρινές θέσεις, που καταργούνται όταν κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο. Μέχρι να εκδοθεί ο νέος οργανισμός και να γίνει η ένταξη στις θέσεις που προβλέπονται από αυτόν, το προσωπικό εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο δημοσίευσης του προεδρικού διατάγματος της μετατροπής.
Το ως άνω άρθρο, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 132 του ν. 2071/1992, επαναλήφθηκε στο άρθρο 48 του ίδιου νόμου (ΟλΑΠ 26/2006). Εξάλλου, με το π.δ. 305/5-8-1983 (ΦΕΚ Α΄ 108/17-8-1983), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1397/1983, το Θεραπευτήριο Αθηνών "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και υπήχθη στις διατάξεις του ν.δ. 2592/1953, ορίστηκε δε ότι το προσωπικό του μέχρι την κατάρτιση του νέου οργανισμού εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο νοσοκομείο με την ίδια εργασιακή σχέση, ενώ με τη 13891/17-9-1990 απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών και του Αναπληρωτή Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β΄ 642/11-10-1990), που άρχισε να ισχύει από 18-3-1987, εκδόθηκε ο νέος οργανισμός του νοσοκομείου αυτού, το οποίο μετονομάστηκε σε Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ".
Στο άρθρο 17 παρ. 2 του οργανισμού ορίστηκε ότι το προσωπικό (εκτός του ιατρικού), που υπηρετεί στο νοσοκομείο κατά την έναρξη ισχύος της απόφασης αυτής, εντάσσεται ύστερα από γνώμη του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου, στις θέσεις που συνιστώνται με την απόφαση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 1397/1983 και τις διατάξεις του ν. 1476/1984, όπως συμπληρώθηκαν με το άρθρο 13 του ν. 1540/1985 και την ερμηνευτική διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 27 του ν. 1579/1985.
Στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου του οργανισμού ορίστηκε ότι το προσωπικό, που δεν εντάσσεται σε οργανικές θέσεις αυτού, εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο νοσοκομείο με την ίδια εργασιακή σχέση, σε προσωρινές θέσεις, που καταργούνται όταν κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο. Τέλος, με την από 22-12-1988 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της Χώρας", που καταρτίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 1198/1972 και ισχύει από 1-7-1988, οι διατάξεις του ν. 1505/1984 για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως τροποποιήθηκαν με τον ν. 1810/1988, επεκτάθηκαν στο σύνολό τους στους -πλην ιατρών-εργαζομένους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ν.δ. 2592/1953, οι οποίοι είναι μέλη των ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ σωματείων και ορίστηκε ότι, τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση, διατηρούνται.
Τέλος, κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του π.δ. 410/1988 οι αποδοχές του επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ν.π.δ.δ., που προσλαμβάνεται για κάλυψη οργανικών θέσεων, καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 1198/1972 όπως ισχύει, δηλαδή με ειδικές συλλογικές συμβάσεις καταρτιζόμενες σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στις διατάξεις του.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, πράγματα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά τον νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ένδικο μέσο). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό ότι μεταξύ των διαδίκων είχε συμφωνηθεί ότι για τους αναιρεσείοντες ισχύει το μισθολογικό καθεστώς που προβλέπεται από τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων όλης της Χώρας, οι οποίες και εφαρμόζονταν από τον χρόνο ενάρξεως ισχύος τους και το περιεχόμενο των οποίων κατέστη έτσι περιεχόμενο των ατομικών εργασιακών συμβάσεων των αναιρεσειόντων και ότι συνακόλουθα αυτοί δικαιούνται τις διαφορές μεταξύ των αποδοχών που έλαβαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1-1-1999 έως 31-12-1999), σύμφωνα με τη ΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ (την οποία εφάρμοσε κατά το διάστημα αυτό το αναιρεσίβλητο) και των αποδοχών που προκύπτουν με βάση τις 20/1998 και 34/1999 διαιτητικές αποφάσεις για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων όλης της Χώρας.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, προσλήφθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 4-3-1966 έως 1-4-1983 από το τότε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου Θεραπευτήριο Αθηνών "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" (διάδοχο του οποίου είναι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νοσοκομείο), ως αδειούχοι ηλεκτροτεχνίτες για τις ανάγκες των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεών του και ότι και μετά τη δημοσίευση του π.δ. 305/1983 δεν εντάχθηκαν σε οργανικές θέσεις, αλλά παρέμειναν σε προσωρινές θέσεις και συνέχισαν να εργάζονται με τις ίδιες προϋποθέσεις, δηλαδή με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, η σχέση δε αυτή διέπεται από τους συμβατικούς όρους και τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και το εναγόμενο δεν δεσμεύεται από τις ΣΣΕ ή ΔΑ, με τις οποίες ρυθμίζονται οι όροι αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων, ξενοδοχείων κ.λ.π.
όλης της Χώρας. Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι οι αναιρεσείοντες δεν δικαιούνται για το επίδικο διάστημα τις προαναφερόμενες διαφορές. Δεν έλαβε όμως υπόψη το Εφετείο τον προαναφερόμενο αγωγικό ισχυρισμό, που μπορούσε να ασκήσει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού οι αφορώντες τις αποδοχές ευνοϊκότεροι για τους αναιρεσείοντες όροι των ατομικών τους συμβάσεων υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων της ΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, με βάση την οποία αμείβονταν αυτοί κατά το επίδικο διάστημα και συνεπώς υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει, κατά τον βάσιμο πρώτο λόγο της αναιρέσεως, ως προς την αιτίαση από την παραπάνω διάταξη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7969/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 16 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ