Legislator Case Law & Legislation
609/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for jurisdictional error, ruling administrative claims fall under administrative courts not civil courts.

Case Number 609/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled lower court decisions that adjudicated a civil appeal regarding administrative compensation claims. The plaintiffs argued for civil court jurisdiction based on a labor dispute, while the state contended the matter was administrative in nature. The court ruled that the core issues concerned public service organization and statutory obligations, placing the case within the exclusive jurisdiction of administrative courts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 104 of the Code of Civil Procedure; Administrative claims arising from public service organization or statutory obligations fall under administrative court jurisdiction, not civil courts, regardless of underlying labor relations.

Keywords

AI generated
administrative jurisdiction civil court error public service organization statutory compensation jurisdictional error administrative court civil appeal annulment

Cited Legislation

AI generated
Articles 94, 96, 104 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 1, section b of the Code of Civil Procedure
Article 179 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 6 of Law 3717/2008
Article 1 of Law 4254/2014
Article 4 of Law 2690/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 609 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 609/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Χασιρτζόγλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Μ. του Π., 2. Χ. Α. του Π. και 3. Δ. Σ. του Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Β. Β., η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: ..., νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σ. Θ., Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Κατά την εκφώνηση ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης διότι εκκρεμεί απόφαση από το Συμβούλιο της Επικρατείας σε όμοια υπόθεση που συζητήθηκε στις 13-12-2021. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε επί της έδρας και δια της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-1-2018 αίτησή τους. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3 και 104 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ενώπιον του Αρείου Πάγου έχουν υποχρέωση οι διάδικοι να παρίστανται δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ότι ως προς τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως της συζητήσεως επ' ακροατηρίου θεωρείται ότι υφίσταται πληρεξουσιότης, ενώ ως προς την συζήτηση απαιτείται ρητή πληρεξουσιότης, η οποία δίδεται μόνον δια συμβολαιογραφικής πράξεως ή δια προφορικής δηλώσεως του διαδίκου καταχωριζομένης στα πρακτικά ή στην έκθεση και προκειμένου περί υποθέσεων εργατικών διαφορών και δι' ιδιωτικού εγγράφου. Φέροντος βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημοσία ή δημοτική αρχή και ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως κατά πάσα στάση της δίκης την ύπαρξη πληρεξουσιότητος, της οποίας η έλλειψη ή η μη προσήκουσα χορήγηση συνεπάγεται την μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά την συζήτηση της υποθέσεως.

Εν προκειμένω, κατά την συζήτηση της υπό κρίση από 20ης Ιανουαρίου 2018 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ... αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, τους αναιρεσείοντες εκπροσώπησε η δικηγόρος Β. Β. τη δε συζήτηση επέσπευσε το αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από την ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Μ. Μ. για τη δικάσιμο της 8.2.2022 και μετά από αναβολή που σημειώθηκε στο πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Όμως, δεν αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος αναιρεσείων, Χ. Α. έχει χορηγήσει κατά νόμιμο τρόπο πληρεξουσιότητα προς παράσταση στην ως άνω παραστάσασα κατά την συζήτηση της υποθέσεως δικηγόρο, αφού ουδέν νομιμοποιητικό έγγραφο προσκομίζεται σχετικώς.

Συνεπώς, ο εν λόγω αναιρεσείων θεωρείται μη παριστάμενος ως μη μετέχων προσηκόντως της συζητήσεως, εφόσον όμως έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από το αναιρεσίβλητο, η συζήτηση θα προχωρήσει ως να ήταν παρών. Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2.

Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει". Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, διοικητικές είναι οι διαφορές, οι οποίες προκύπτουν από τη διατάραξη εννόμων σχέσεων ή καταστάσεων, διεπομένων από τους ειδικούς κανόνες του διοικητικού δικαίου, η οποία προέρχεται από μονομερή πράξη ή παράλειψη διοικητικού οργάνου, ενεργούντος κατ' ενάσκηση δημοσίας εξουσίας προς επιδίωξη σκοπού δημοσίου συμφέροντος, ενώ ιδιωτικές είναι οι διαφορές οι προκύπτουσες από την αμφισβήτηση περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα ιδιωτικού δικαιώματος και εν γένει από τη διατάραξη εννόμων σχέσεων ιδιωτικού δικαίου μεταξύ προσώπων, τα οποία δεν ασκούν δημόσια εξουσία.

Η άσκηση δημόσιας εξουσίας από τα διοικητικά όργανα προς επιδίωξη δημοσίου σκοπού γίνεται με την έκδοση εκτελεστών διοικητικών πράξεων, με τις οποίες θεσπίζεται νομική ρύθμιση, καθώς και με τη διενέργεια υλικών πράξεων, με μόνη τη βούληση του οργάνου, ανεξαρτήτως της βούλησης εκείνων στους οποίους επιβάλλεται η υποχρέωση ορισμένης συμπεριφοράς ή εκείνων οι οποίοι υφίστανται τις συνέπειες των υλικών πράξεων.

Οι διαφορές που γεννώνται από την εν λόγω δράση της διοίκησης είναι, κατά τα ανωτέρω, διοικητικές, υπαγόμενες στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε αυτών και εκείνες οι οποίες προκύπτουν από την εφαρμογή της νομοθεσίας αναφορικά με την ευθύνη του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ.

Οι τελευταίες αυτές διατάξεις ορίζουν, η μεν πρώτη ότι: "Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας, που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος [...]", η δε δεύτερη ότι "Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων, που βρίσκονται στην υπηρεσία τους".

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η ευθύνη του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, προς αποζημίωση ένεκα παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων αυτών, γεννά διοικητική διαφορά, όταν η ζημία προέρχεται από εκτελεστές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις κατά την ενάσκηση της δημοσίας εξουσίας των εν λόγω οργάνων ή από υλικές ενέργειες, τελεσθείσες σε συνάρτηση με την οργάνωση και τη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας αυτής, οι οποίες όμως δεν συνδέονται με τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ούτε οφείλονται σε πταίσμα οργάνου ενεργήσαντος εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 6/1996, 53/1995).

Διοικητική διαφορά ουσίας είναι και η προκύπτουσα από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου, όταν η υποκείμενη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό, είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993). Στο άρθρο 14Α του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α' 314/27.12.2005), όπως προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 40 του ν. 3710/2008 (ΦΕΚ Α' 216/23-10-2008), ορίζεται ότι: "1.

Δημόσιες επιχειρήσεις, οι οποίες σωρευτικά: α) αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα ή προβλήματα στη διάρθρωση της δομής των ιδίων κεφαλαίων τους ή παρουσιάζουν έκδηλη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους ή έχουν ίδια κεφάλαια, τα οποία με βάση τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό έχουν απομειωθεί τόσο, ώστε να συντρέχει νόμιμη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 48 του κ.ν. 2190/1920, και β) έχουν λάβει στο παρελθόν κρατικές ενισχύσεις, με αποτέλεσμα η περαιτέρω ενίσχυσή τους από το Ελληνικό Δημόσιο να αντίκειται στις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, είναι δυνατόν να τεθούν υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα.

Στην περίπτωση αυτή διορίζεται εκκαθαριστής. [...] 4. Η θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση δεν αποτελεί λόγο λύσεως της εταιρίας, δεν συνεπάγεται διακοπή της λειτουργίας της και δεν επιφέρει τη λύση των πάσης φύσεως συμβάσεών της, ούτε αποτελεί λόγο λύσεως αυτών [...]. Ειδικά οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού που συνδέεται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, καθώς και με συμβάσεις έμμισθης εντολής δικηγόρων ή νομικών συμβούλων, μπορούν, όλες ή μερικές από αυτές, μετά τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του Εφετείου, κατά την κρίση του εκκαθαριστή και με αποφάσεις του εκκαθαριστή λαμβανόμενες προς το συμφέρον και τις ανάγκες της εκκαθάρισης, να λύονται με καταγγελία, ή και να αναστέλλονται, αζημίως για την επιχείρηση.

Στις περιπτώσεις αυτές προϋποτίθεται ότι θα υιοθετηθούν μέτρα, όπως τα όσα στο επόμενο εδάφιο αναφέρονται. Οι Υπουργοί Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών και ο εποπτεύων την επιχείρηση Υπουργός, με αποφάσεις τους οφείλουν να θεσπίζουν μέτρα κοινωνικής προστασίας, όπως ιδίως προγράμματα επιδότησης κατά της ανεργίας, παροχές για απώλεια εισοδήματος, εφάπαξ παροχές ή βοηθήματα, προγράμματα επιμόρφωσης, επανακατάρτισης και επανένταξης στην αγορά εργασίας, μεταφορά σε φορείς και υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, μοριοδότηση προς πρόσληψη στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, υπέρ των εργαζομένων που συνδέονται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθώς και υπέρ των εμμίσθων δικηγόρων ή νομικών συμβούλων της επιχείρησης, των οποίων οι συμβάσεις λύονται ή αναστέλλονται, κατά τα ανωτέρω [....]".

Περαιτέρω, με το ν. 3717/2008 "Κοινωνικές Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους στις εταιρίες ..., ... - Υπηρεσίες ΑΕ και ... και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 239/26.11.2008), ο οποίος, κατά την αιτιολογική έκθεση, εντάσσεται στο πλαίσιο του σχεδίου αποκρατικοποίησης για την ... και στόχο έχει την ενίσχυση, τη μεταβατική υποστήριξη και την εργασιακή αποκατάσταση των εργαζομένων στις προαναφερόμενες εταιρίες, θεσπίσθηκαν "κοινωνικές ρυθμίσεις" για τους εργαζομένους στις εν λόγω εταιρίες.

Στο Κεφάλαιο Β' του νόμου αυτού (υπό τον τίτλο "Μέτρα κοινωνικής στήριξης") και ειδικότερα στο άρθρο 6 παρ. 1 αυτού, προβλέπεται ότι "Οι ανήκοντες στο τακτικό προσωπικό κατά την κρίσιμη ημερομηνία και κατέχοντες την ειδικότητα του ιπτάμενου χειριστή την 01-10-2008 έχουν δικαίωμα σε ειδικό ποσό κοινωνικής ενίσχυσης επιπρόσθετο των αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 4 του νόμου αυτού, το οποίο υπολογίζεται και καταβάλλεται ως εξής: (α) Σε όσους θεμελιώνουν δικαίωμα και υποβάλλουν αίτηση για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος εντός δωδεκαμήνου από την κρίσιμη ημερομηνία, το πρόσθετο ποσό κοινωνικής ενίσχυσης ισούται με το εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) των ισοδύναμων μηνιαίων αποδοχών προσαυξημένων κατά ένα έκτο (1/6), από το οποίο αφαιρείται η μηνιαία σύνταξη του πρώτου πλήρους ημερολογιακού μήνα, κατά τον οποίο έλαβαν σύνταξη γήρατος, του όλου ποσού αυτού πολλαπλασιαζόμενου επί εβδομήντα δύο (72).

Το ποσό αυτό καταβάλλεται σε εβδομήντα δύο (72) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, στο τέλος κάθε μήνα, και απαλλάσσεται από κάθε μορφής φόρο, τέλος ή παρακράτηση. Σε περίπτωση κατά την οποία έχει συμπληρωθεί εξαετία από την κρίσιμη ημερομηνία ή ο δικαιούχος αναλάβει εργασία ή υπερβεί το εξηκοστό έτος της ηλικίας του, δεν δικαιούται να λάβει το τμήμα της πρόσθετης ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, το οποίο αντιστοιχεί στους μήνες που έπονται της ημερομηνίας συμπλήρωσης εξαετίας από την κρίσιμη ημερομηνία ή της ημερομηνίας ανάληψης εργασίας ή της ημερομηνίας συμπλήρωσης του εξηκοστού έτους της ηλικίας του.

Το ποσό ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης της παρούσας περίπτωσης βεβαιώνει ο οικείος εκκαθαριστής, ο οποίος εκδίδει σχετικές βεβαιώσεις, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων και εντός πέντε (5) ημερών από την υποβολή της, στις οποίες αναγράφεται ο αναλυτικός υπολογισμός του βεβαιούμενου ποσού". Στην παρ. 3 του ως άνω άρθρου 6 του ν. 3717/2008, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 9 του άρθρου 1 της ΠΝΠ 16-09-2009 (ΦΕΚ Α' 181/16.9.2009), ορίζεται ότι "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα που προκύπτουν από την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων", στη δε παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου καλύπτονται από τον κρατικό προϋπολογισμό και καταβάλλονται από το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών".

Στη συνέχεια, κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 3717/2008, εκδόθηκε η κοινή απόφαση Φ10621/οικ. 23964/1972/2.10.2009 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β' 2158/2.10.2009), με την οποία αφενός προβλέφθηκε ότι η προαναφερόμενη ειδική κοινωνική ενίσχυση του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3717/2008 θα ανέλθει στο συνολικό ποσό των 24.786.662,49 ευρώ, που αναλύεται σε 4.131.110 ευρώ για το πρώτο έτος και για καθένα από τα επόμενα πέντε (5) έτη και αφετέρου καθορίσθηκαν οι προϋποθέσεις και η γενική διαδικασία χορήγησης του ποσού ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι με αυτές θεσπίσθηκε ένα πλέγμα προστατευτικών ρυθμίσεων για τους εργαζομένους του ομίλου της ...ς Αεροπορίας, από τη στιγμή που οι εντασσόμενες σε αυτόν εταιρίες θα τεθούν στο προβλεπόμενο καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικα, προς το σκοπό της θέσης σε εφαρμογή του σχεδίου αποκρατικοποίησης της εταιρίας αυτής, ώστε, κατά τα αναγραφόμενα στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3717/2008, να αποτραπεί η περαιτέρω επιβάρυνση των Ελλήνων φορολογουμένων, έχοντας, όμως, ληφθεί επαρκής κοινωνική μέριμνα για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των απολυομένων.

Στο πλαίσιο αυτό, προβλέφθηκε η ενίσχυση, μεταβατική υποστήριξη και εργασιακή αποκατάσταση του προσωπικού των εν λόγω εταιριών και θεσπίσθηκαν κοινωνικές ρυθμίσεις για τους εργαζομένους στις ως άνω εταιρίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η χορήγηση στους ιπτάμενους χειριστές προσθέτου ποσού ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης (άρθρο 6 ν. 3717/2008), λόγω της ιδιαίτερης φύσης της εργασίας τους και της δυσκολίας εύρεσης εργασίας στο ίδιο ή συναφές αντικείμενο, πέραν του προβλεπόμενου από το άρθρο 4 παρ. 1 του νόμου αυτού "εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης".

Ειδικότερα, ο όμιλος της ...ς Αεροπορίας τέθηκε, κατ' ενάσκηση δημοσίας εξουσίας, σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικα, για την εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού, συνιστάμενου στην αποκρατικοποίηση του, με παράλληλη διασφάλιση του απολυόμενου προσωπικού. Η επίμαχη ειδική κοινωνική ενίσχυση έχει χαρακτήρα κοινωνικής παροχής, που προβλέπεται από το νόμο προς εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος (μέτρα κοινωνικής προστασίας συγκεκριμένης κατηγορίας εργαζομένων), καλύπτεται από τον κρατικό προϋπολογισμό και καταβάλλεται από το Υπουργείο Οικονομικών, οι δε αξιώσεις που απορρέουν από την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης τυγχάνουν στην ουσία διοικητικής φύσεως, ρυθμιζόμενες από το δημόσιο δίκαιο.

Ενόψει αυτών, η απορρέουσα από την εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων διαφορά, συνιστά διοικητική διαφορά ουσίας, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και όχι ιδιωτική διαφορά (ΑΠ 1323/2020, 732/2020, 1463/2019, 1272/2018, ΣτΕ 1959/2022). Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν:

α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου που ο νόμος υπήγαγε σε αυτά. Κατά το άρθρο 2 του ίδιου κώδικα, τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται τα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις του ιδιωτικού δικαίου και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και, επομένως, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 4 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, όταν η υπόθεση, που κρίθηκε από το δικαστήριο, δεν υπάγεται σε καμία από τις παραπάνω αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 1 ΚΠολΔ, καθώς και όταν το δικαστήριο δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία κατά το άρθρο 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 36/2005).

Τέλος κατά τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το Ν. 4335/2015 για αναιρέσεις που ασκούνται μετά την 1.1.2016, λόγος αναίρεσης (μεταξύ άλλων) στηριζόμενος στον αριθμό 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 350/2019, 35/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 14.7.2011 (με αριθμό κατάθεσης ...) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), εξέθεσαν ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου εργάσθηκαν στην εταιρία με την επωνυμία "...", ως ιπτάμενοι χειριστές, μέχρι την 18.12.2009 ο πρώτος και την 15.12.2009 οι λοιποί, οπότε η εργοδότρια εταιρία, η οποία είχε τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 14Α του ν. 3429/2005, κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. 3717/2008, εντάχθηκε στο πρόγραμμα ειδικής επιδότησης ανεργίας του ΟΑΕΔ.

Ότι υπέβαλαν αίτηση για συνταξιοδότηση στο ΙΚΑ, την 29.4.2010, 24.6.2010 και 14.9.2010, αντίστοιχα. Ότι παρά το γεγονός ότι υπέβαλαν τη σχετική αίτηση στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους το εναγόμενο Δημόσιο και ήδη αναιρεσίβλητο, στο οποίο ανήκει το σύνολο των μετοχών της εργοδότριάς τους που αποτελούσε δημόσια επιχείρηση, δεν τους κατέβαλε μηνιαίως το ποσό της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, αρνούμενο παράνομα και υπαίτια την καταβολή αυτού, το οποίο δικαιούνται, κυρίως, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 3717/2008, άλλως ως αποζημίωση από αδικοπραξία (ΑΚ 914), προς αποκατάσταση της θετικής ζημίας που υπέστησαν από την παράνομη παράλειψη του εναγομένου να εφαρμόσει τις διατάξεις του νόμου αυτού, επιπλέον δε ότι προσβλήθηκε η προσωπικότητά τους καθώς και ότι τούς οφείλεται η αποζημίωση του άρθρου 4 του ν. 2690/1999, επειδή το εναγόμενο παρέλειψε να απαντήσει στο αίτημά τους.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να τους καταβάλει τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά. Επί της αγωγής, εκδόθηκε η ... απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη, με το αιτιολογικό ότι οι κρίσιμες διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 3717/2008 καταργήθηκαν αναδρομικά (από τότε που ίσχυσαν) με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος Γ7 του ν. 4254/2014.

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση που άσκησαν οι αναιρεσείοντες κατά της πρωτόδικης απόφασης, επικυρώνοντας την κρίση του πρωτοβάθμιου ότι η αγωγή ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη.

Ενόψει των προεκτεθέντων, η κρινόμενη διαφορά, κατά την κυρία βάση της, απορρέουσα από την εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται ανωτέρω, συνιστά διοικητική διαφορά ουσίας, υπαγόμενη στα διοικητικά δικαστήρια και όχι ιδιωτική διαφορά, ανεξαρτήτως του ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος είχαν ως υπόβαθρο τη λυθείσα σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Ωσαύτως, συνιστά διοικητική διαφορά και κατά την επικουρική βάση της αδικοπραξίας, διότι η επικαλούμενη παρανομία του εναγομένου, λόγω μη καταβολής του ποσού της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, τελέσθηκε σε συνάρτηση με την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας και δεν συνδέεται με τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας αυτού, ούτε οφείλεται, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, ενεργήσαντος εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων.

Το αυτό ισχύει και ως προς την αξίωση αποζημίωσης του άρθρου 4 του ν. 2690/1990, συνεπεία παράλειψης διοικητικής αρχής να προβεί σε νόμιμη οφειλόμενη ενέργεια. Συνακόλουθα, το Εφετείο, που υπέλαβε ότι με την αγωγή εισάγεται προς κρίση ιδιωτική διαφορά και προχώρησε στην εκδίκασή της, την οποία και απέρριψε, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, της υπέρβασης της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.

Το σφάλμα αυτό, το επισημαίνει και το αναιρεσίβλητο με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του. Συνακόλουθα η απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, να αναιρεθεί δε και η πρωτόδικη απόφαση που επικυρώθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη, καθόσον και αυτή ενέχει υπέρβαση δικαιοδοσίας (ΚΠολΔ 580 παρ. 1 εδ. β), παρέλκει δε η έρευνα των λόγων αναίρεσης.

Τέλος, πρέπει τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (ΚΠολΔ 179 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και την ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 14.7.2011 και με αριθμό κατάθεσης ... αγωγή επί της οποίας εκδόθηκαν οι ανωτέρω αποφάσεις.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ