Legislator Case Law & Legislation
609/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on fixed-term employment contract duration and award calculation errors.

Case Number 609/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a fixed-term employment contract dispute. The appellant argued that the court failed to consider specific salary figures and miscalculated the compensation award based on the contract's duration. The court ruled that the lower court correctly addressed the arguments and that the contract remained fixed-term without evidence of modification to indefinite terms.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court ruled on matters not requested or ruled on fewer matters than requested, and arguments regarding factual calculation errors without proof of procedural violation are substantively baseless.

Keywords

AI generated
fixed-term employment contract indefinite duration presumption appeal admissibility compensation calculation error procedural violation civil code provisions court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 12/1991
Supreme Court 1729/2008
Supreme Court 11/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 609 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 609/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Αρβανίτη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "... LTD" που εδρεύει στην ….και διατηρεί γραφείο στο ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμμανουήλ Γιαννακάκη, αφού ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3643/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4366/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-2-2017 αίτησή της και τους από 2-10-2018 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648,649,669,672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου μετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ.669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ.26§ 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ. 2.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο βάσει των παραδοχών του στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος, ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο, βάσει των παραδοχών του δεν έπρεπε να εφαρμόσει.

Ειδικότερα το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, αν και διαπιστώνει ανέλεγκτα, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστεως.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Επίσης, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νομίμου βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.

όταν στην απόφασή του δεν διευκρινίζεται αν στη δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών. Περαιτέρω, η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας για ύπαρξη κενού στην δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στην διατύπωση αυτής και για τον λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.

Παραβιάζονται ομοίως οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει εις αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.Α.Π. 26/2004, Α.Π. 493/2008, Α.Π. 329/2008, 254/2003). 3.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής "Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα Α. Κ. του Π., που δόθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την επιμέλεια της ενάγουσας και η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης, τα οποία νομότυπα μετ' επικλήσεως προσκομίζονται από τους διαδίκους, μη λαμβανομένης υπόψη της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα- νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης εταιρίας Δ.

Κ., που δόθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης, καθόσον η ένορκη κατάθεση του νομίμου εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (άρθρο 400 περ.3 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το ν.4335/2015, ο οποίος ισχύει,σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ.2 του αυτού άρθρου και νόμου, από 1.1.2016), από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι μετ' επικλήσεως νόμιμα προσκομίζουν, είτε προς άμεση απόδειξη,είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, (ΑΠ1286/2003 ΧρΙΔ2004. 245, ΕλλΔνη 46.406,ΑΠ 1428/2000 Ελλην.Δνη 2000.678), χωρίς ωστόσο, η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των εγγράφων να προσδίδει σ'αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και, ως προεκτέθηκε, όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, (ΑΠ 354/2006 δημ,στη Νόμος, ΑΠ 1628/ 2003 ΕλλΔνη 45.723, ΑΠ 1068/2002 Αρχ.Ν2004.70), την υπ'αριθμ…..13/20.9.2013 ένορκη βεβαίωση της Ε.

Π. του Π. που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Μ. Μ., η οποία λήφθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη, προ 24 ωρών, κλήτευση της εναγομένης, όπως επιβαλλόταν κατά το χρόνο λήψεώς τους από το άρθρο 671 παρ.1 εδ.δ του Κ.ΠολΔ., όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν.4335/2015, (βλ,την υπ'αριθμ…..297Γ/17.9.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.

Μ.), σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρ.336 παρ. 4 ΚΠολΔ, βλ.σχετ. Α.Π. 1456/1996 Αρχ.Ν.48. 311,Α.Π.692/1990 ΝοΒ.1992.67), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη εταιρεία είναι ναυτιλιακή επιχείρηση με έδρα την Λιβερία, έχει εγκαταστήσει νόμιμα γραφείο στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 89/67 και ασκεί την διαχείριση των πλοίων '...', '...', '...' και ...', τα οποία ανήκουν αντίστοιχα στις αλλοδαπές πλοιοκτήτριες εταιρείες με τις επωνυμίες ...

LTD', '... INC', ... LTD' και ... LTD', των οποίων η έδρα βρίσκεται στην .... Την 1.10.2008 η εναγομένη προσέλαβε την ενάγουσα με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος γραφείου, με μικτές μηνιαίες αποδοχές 1.666,56 ευρώ. Την επομένη και συγκεκριμένα στις 2.10.2008 γνωστοποιήθηκαν στην Επιθεώρηση Εργασίας οι όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας της ενάγουσας αφού πρώτα είχε συνταχθεί από τον Γενικό Διευθυντή της εναγομένης, M.

S. H. P., το έγγραφο της γνωστοποίησης, το οποίο υπεγράφη τόσο από τον προαναφερόμενο Γενικό Διευθυντή ως εκπρόσωπο της εναγομένης εταιρίας όσο και από την ενάγουσα και στο οποίο ρητά αναφέρεται ότι η σύμβαση εργασίας της είναι αορίστου χρόνου. Κατά τη συνεδρίαση του ΔΣ της εναγομένης της 31ης Μαρτίου 2009 η ενάγουσα ορίστηκε εκπρόσωπος του γραφείου της εναγομένης στην Ελλάδα, αναφέρεται δε στο ΔΣ ως Γραμματέας/ Διευθυντής.

Τον Σεπτέμβριο του 2009 οι όροι εργασίας της ενάγουσας ως προς το αντικείμενο της εργασίας και ως προς τις μηνιαίες αποδοχές τροποποιούνται και συντάσσεται το σχετικό έγγραφο της γνωστοποίησης των όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας της ενάγουσας το οποίο κατατίθεται στην Επιθεώρηση Εργασίας, το οποίο υπογράφεται από την ενάγουσα αφενός μεν ως εκπροσώπου της εναγομένης εταιρίας και αφετέρου, ατομικώς, ως εργαζομένης και στο οποίο αναφέρεται ότι η ειδικότητά της παραμένει ως υπάλληλος γραφείου αλλά το αντικείμενό της προσδιορίζεται ως 'Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής', οι δε μηνιαίες αποδοχές της ορίζονται στο ποσό των 1.790,37 ευρώ, παραμένουν δε σε ισχύ οι λοιποί όροι της σύμβασης εργασίας, ειδικότερα δε αναφέρεται και σε αυτήν την τροποποίηση ότι η σύμβασή της είναι αορίστου χρόνου.

Ακολούθως τον Ιούλιο του 2011 οι όροι εργασίας της ενάγουσας ως προς τις μηνιαίες αποδοχές της τροποποιούνται εκ νέου και συντάσσεται το σχετικό έγγραφο της γνωστοποίησης των όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας της ενάγουσας το οποίο κατατίθεται στην Επιθεώρηση Εργασίας, το οποίο υπογράφεται από την ενάγουσα αφενός μεν ως εκπροσώπου της εναγομένης εταιρίας και αφετέρου, ατομικώς, ως εργαζομένης και στο οποίο αναφέρεται ότι οι μηνιαίες αποδοχές της ορίζονται στο ποσό των 2.033 ευρώ, παραμένουν δε σε ισχύ οι λοιποί όροι της σύμβασης εργασίας, ειδικότερα δε αναφέρεται και σε αυτήν την τροποποίηση ότι η σύμβασή της είναι αορίστου χρόνου.

Οι υπογραφές της ενάγουσας στη θέση του εκπροσώπου της εναγομένης εταιρίας, όσον και στη θέση του εργαζομένου στα προαναφερόμενα έγγραφα ουδόλως αμφισβητούνται από την τελευταία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τον Ιανουάριο του 2009 καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και του Η. Τ. ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο επιγράφεται ως συμβόλαιο συνεργασίας (contract of employment), με το οποίο ο Η.

Τ., ο οποίος αναφέρεται ως Πρόεδρος της ..., προσλαμβάνει την ενάγουσα για την θέση της αποκλειστικής βοηθού του προέδρου (position της President's Executive Assistant), θέση την οποία αποδέχεται η ενάγουσα. Στο έγγραφο αυτό ορίζεται μεταξύ των άλλων ότι το ωράριο της ενάγουσας θα είναι ελαστικό και κυμαινόμενο από 40-50 ώρες εβδομαδιαία, ότι ο καθαρός μηνιαίος μισθός της θα ανέρχεται σε 3.500 ευρώ, ότι η διάρκειά του θα είναι μέχρι την 31.12.2022 και ότι σε περίπτωση που η σύμβαση καταγγελθεί από πλευράς του εργοδότη-Προέδρου της ...

ο εργοδότης-πρόεδρος θα είναι υπόχρεος στην καταβολή αποζημίωσης, το ύψος της οποίας ορίζεται στον καθαρό μηνιαίο μισθό κατά τον χρόνο της καταγγελίας επί του αριθμού των μηνών που απομένουν μέχρι την εκπνοή του παρόντος συμβολαίου. Από το προαναφερόμενο έγγραφο δεν αποδεικνύεται ότι τροποποιήθηκε η υφιστάμενη σύμβαση εργασίας που είχε η ενάγουσα με την εναγόμενη εταιρία από αορίστου σε ορισμένου χρόνου, ως αβασίμως ισχυρίζεται η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της, και τούτο διότι αφενός μέν\ο|:

Η. Τ., ο οποίος αναφέρεται με την ιδιότητα του Προέδρου της εναγομένης εταιρίας στο ως άνω έγγραφο, συμβάλλεται με την ενάγουσα για λογαριασμό του, δηλαδή ατομικά, και όχι ως εκπρόσωπος της εναγομένης εταιρίας, ώστε να δεσμεύει την τελευταία, αφού η μνεία της ιδιότητάς του ως Προέδρου της εναγομένης γίνεται στο άνω έγγραφο προκειμένου να δηλωθεί η επαγγελματική του δραστηριότητα και να προσδιοριστεί έτσι, με ακρίβεια το αντικείμενο της εργασίας της ενάγουσας, καθώς η τελευταία φέρεται να προσλαμβάνεται στη θέση της 'αποκλειστικής βοηθού του ως προέδρου και ανεξάρτητα από το αν η συγκεκριμένη σύμβαση εκτελέστηκε (που δεν αποδείχθηκε), σε κάθε περίπτωση δεν καταρτίστηκε για λογαριασμό της εναγομένης εταιρίας και με σκοπό να τροποποιηθεί η εργασιακή σύμβαση της ενάγουσας.

Αφετέρου δε, διότι, εάν πράγματι υπήρχε τροποποίηση της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας από αορίστου σε ορισμένου χρόνου αυτή θα είχε γνωστοποιηθεί στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπως γνωστοποιήθηκαν οι μεταγενέστερες αυτής τροποποιητικές των όρων εργασίας, οι οποίες, ως προαναφέρθηκε, υπογράφονται από την ενάγουσα τόσο με την ιδιότητά της ως εκπροσώπου της εναγομένης εταιρίας όσο και ως εργαζομένης.

Έτι δε περαιτέρω ενισχύεται η κρίση αυτή του Δικαστηρίου και από το γεγονός ότι και μετά την κατάρτιση τον Ιανουάριο του έτους 2009 μεταξύ της ενάγουσας και του Η. Τ. ατομικώς του ως άνω συμφωνητικού, με το οποίο συμφωνήθηκε η πρόσληψή της ως αποκλειστικής βοηθού του με μηνιαίο μισθό ανερχόμενο σε 3.500 ευρώ, η ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχε καταρτίσει η εναγομένη εταιρία με την ενάγουσα, εξακολουθούσε να ισχύει και τροποποιήθηκε δύο φορές μεταγενέστερα τον Σεπτέμβριο του έτους 2009 και τον Ιούλιο του έτους 2011, με σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας, που ενεργούσε ατομικώς και της εναγομένης, που εκπροσωπήθηκε από την ίδια την ενάγουσα, ως 'αναπληρωτής γενικός διευθυντής της, γεγονός που σημαίνει ότι δεν εκτελέστηκε ποτέ η προαναφερόμενη από Ιανουαρίου 2009 σύμβαση μεταξύ του Η.

Τ. και της ενάγουσας, που ήταν ανεξάρτητη από την ένδικη εργασιακή σύμβαση. Τέλος, η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται και από τις προαναφερόμενες τροποποιήσεις της ένδικης εργασιακής σύμβασης (Σεπτέμβριος 2009 και Ιούλιος 2011), με τις οποίες ο μηνιαίος μισθός της ενάγουσας για την ανώτερη θέση της 'αναπληρώτριας γενικής διευθύντριας' ορίστηκε σε 1.790,37 ευρώ και σε 2.033 ευρώ, αντίστοιχα, δηλαδή πολύ κατώτερος εκείνου (3.500 ευρώ) που είχε συμφωνηθεί σε προγενέστερο χρόνο τον Ιανουάριο 2009 με το πιο πάνω συμφωνητικό μεταξύ της ενάγουσας και του Η.

Τ., για την κατώτερη θέση της 'αποκλειστικής βοηθού του ως προέδρου. Κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι τροποποιήθηκε η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας ως προς τον χρόνο διάρκειας της, ήτοι από αορίστου σε ορισμένου, τα αιτούμενα ποσά βάσει της αναφερόμενης στην ένδικη αγωγή σύμβασης ορισμένου χρόνου είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι λόγοι της έφεσης της ενάγουσας με τους οποίους παραπονείται γιατί το δικαστήριο της επεδίκασε μικρότερα των αιτηθέντων ποσά ενώ πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της έφεσης της εναγομένης, με τον οποίο ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπήρξε τροποποίηση των όρων της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας από αορίστου σε ορισμένου και ως εκ τούτου ουδέν ποσό οφείλει στην ενάγουσα, το οποίο αιτείται βάσει της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως ουσιαστικά βάσιμος.

Περαιτέρω και η εκ των διατάξεων των αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής είναι απορριπτέα καθόσον προϋπόθεση αυτής είναι η άκυρη σύμβαση εργασίας, προϋπόθεση που δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση καθόσον, ως προαναφέρθηκε, η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ήταν έγκυρη.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επομένως το οποίο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και επιδίκασε στην ενάγουσα τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ποσά έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή των νόμων και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο δεύτερος λόγος της έφεσης της εναγομένης" Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο:

α) απέρριψε την έφεση της αναιρεσείσουσας και β) έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 3643/2014 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 15-4-2003 αγωγή της αναιρεσείουσας- ενάγουσας . Στη συνέχεια αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη. 4.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ που ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω, ούτε εκείνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ, που δεν ήταν εφαρμοστέες, αφού δεν χρειάστηκε να προσφύγει σ' αυτές, ούτε έκανε ερμηνεία της από 1.1.2009 επικαλούμενης πρόσθετης συμφωνίας, δεδομένου ότι δέχθηκε ότι η πρόσθετη αυτή συμφωνία ήταν σαφής, δεν αφορούσε την εναγομένη-αναιρεσίβλητη εταιρεία αλλά τον πρόεδρο αυτής, ατομικά χωρίς να χρειασθεί να προβεί σε ερμηνεία αυτής.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς ο πρόσθετος λόγος αυτής, κατά το πρώτο μέρος του, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι κατά εσφαλμένη ερμηνεία και κατά παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων δέχθηκε η προσβαλλομένη ότι αντισυμβαλλόμενος ήταν ο πρόεδρος της εταιρίας ατομικά και όχι η εναγομένη είναι αβάσιμος.

5. Περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και με το δεύτερο σκέλος του πρόσθετου λόγου εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι η προσβαλλομένη παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις ως προς τον χαρακτήρα της πρόσθετης αυτής συμφωνίας από 1.1.2009 και την κρίση της ότι αυτή δεν δέσμευε την αναιρεσίβλητη, παρά μόνον τον πρόεδρό της.

Από τις παραδοχές της πιο πάνω αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα αιτιολογεί πλήρως και χωρίς αντιφάσεις εκθέτοντας αλληλουχία συμβάσεων εργασίας και πραγματικών περιστατικών που είχαν τεθεί υπόψιν της, ότι δεν εκτελέστηκε από την εναγομένη ποτέ η προαναφερόμενη από Ιανουαρίου 2009 σύμβαση μεταξύ του Η.

Τ. και της ενάγουσας, που ήταν ανεξάρτητη από την ένδικη εργασιακή σύμβαση. Επομένως είναι αβάσιμοι στο σύνολο τους οι προαναφερόμενοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. 6. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ. γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείουσα προσκόμισε με επίκληση για την απόδειξη των ισχυρισμών της και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισε και επικαλέσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ήτοι 1.

To ιδιόχειρο έγγραφο του Η. Τ. (συνταχθέντος στην αγγλική γλώσσα) σε συνδυασμό με τη συνημμένη ανεπίσημη μετάφρασή του από τα οποία αποδεικνυόταν ότι η από 1.1.2009 προαγωγή της έγινε στο πλαίσιο της εργασίας της στην αντίδικη εταιρεία και όχι για λογαριασμό του Η. Τ. ατομικά και προσωπικά. 2. Τα αντίγραφα των μισθοδοτικών καταστάσεων του προσωπικού της αντίδικης εταιρίας του μηνός Μαΐου 2012 - Δεκεμβρίου 2012:

PAYROLLS από τα οποία προέκυπτε το ύψος του μισθού της. 3. Το αντίγραφο από την ιστοσελίδα aftertax.gr από το οποίο αποδεικνυόταν ότι οι καθαρές αποδοχές των 7.000 ευρώ/μήνα 4. Τον (αναθεωρημένο στις 26/12/2011 από τον ίδιο τον Η. Ν. Τ.) Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας της αντίδικης από τον οποίο αποδεικνυόταν ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα που διήρκεσε η εργασία της στην αντίδικο εταιρεία ο Η.

Ν. Τ. ήταν αυτός, ο οποίος μόνος αποφάσιζε για οποιοδήποτε θέμα αφορούσε στα της αντίδικης εταιρίας. 5. Την υπ' αριθμ. …13/20-9-2013 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Ε. Π., η οποία δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου, Μ. Μ. - Β., μετά από νόμιμη κλήτευση της αντίδικης εταιρίας. Από τη ρητή βεβαίωση του Εφετείου, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη πλην άλλων αποδεικτικών μέσων "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι μετ' επικλήσεως νομικά προσκομίζουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή οι δικαστικών τεκμηρίων, όπως εκτίθεται στον αριθμό 3 της παρούσας, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο, έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, παρά το γεγονός ότι δεν κάνει ειδική μνεία μερικών εκ των εγγράφων αυτών στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ κάνει ρητά μνεία ότι έλαβε υπόψη, το ιδιόχειρο σημείωμα του Η.

Τ. καθώς και την υπ'αριθμ….13/20.9.2013 ένορκη βεβαίωση της Ε. Π. του Π.. Ενόψει των ανωτέρω, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

7. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, των οποίων η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας, θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή παρακωλυτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικοί ισχυρισμοί και οι λόγοι έφεσης. Δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα αποδεικτικά μέσα, ούτε οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση κάθε μιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών αυτούς γεγονότων, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991, ΑΠ 1729/2008) γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (Ολ. ΑΠ 11/1996). Σύμφωνα δε με το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, ή άφησε αίτηση αδίκαστη.

8. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα με την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από τους αρ. 8 & 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 8 του ως άνω άρθρου παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που ανέπτυξε στον πρώτο λόγο της έφεσης της σχετικά με τον εσφαλμένο υπολογισμό του ποσού του αγωγικού κονδυλίου της οφειλόμενης αποζημίωσής της από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο υπολόγισε αυτή με μηνιαίο μισθό 2.067,56 ευρώ, ενώ θα έπρεπε να το υπολογίσει με τον πράγματι κατά την ημέρα της απόλυσής της καταβαλλόμενο μισθό μηνιαίο που ήταν 7.000 ευρώ "καθαρά".

Ο λόγος αυτός, επίσης αβασίμως προβάλλεται δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ρητά έλαβε υπόψη του τους παραπάνω ισχυρισμούς της ενάγουσας-εφεσίβλητης και τους απέρριψε με την αιτιολογία "η προαναφερόμενη από Ιανουαρίου 2009 σύμβαση μεταξύ του Η. Τ. και της ενάγουσας, ήταν ανεξάρτητη από την ένδικη εργασιακή σύμβαση.

Τέλος, η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται και από τις προαναφερόμενες τροποποιήσεις της ένδικης εργασιακής σύμβασης (Σεπτέμβριος 2009 και Ιούλιος 2011), με τις οποίες ο μηνιαίος μισθός της ενάγουσας για την ανώτερη θέση της 'αναπληρώτριας γενικής διευθύντριας' ορίστηκε σε 1.790,37 ευρώ και σε 2.033 ευρώ, αντίστοιχα, δηλαδή πολύ κατώτερος εκείνου (3.500 ευρώ) που είχε συμφωνηθεί σε προγενέστερο χρόνο τον Ιανουάριο 2009 με το πιο πάνω συμφωνητικό μεταξύ της ενάγουσας και του Η.

Τ., για την κατώτερη θέση της 'αποκλειστικής βοηθού του ως προέδρου'. Κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι τροποποιήθηκε η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας ως προς τον χρόνο διάρκειας της, ήτοι από αορίστου σε ορισμένου, τα αιτούμενα ποσά βάσει της αναφερόμενης στην ένδικη αγωγή σύμβασης ορισμένου χρόνου είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι λόγοι της έφεσης της ενάγουσας με τους οποίους παραπονείται γιατί το δικαστήριο της επεδίκασε μικρότερα των αιτηθέντων ποσά".

Επομένως και ο λόγος αυτός σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν παραπάνω είναι ουσιαστικά αβάσιμος. 9. Σύμφωνα με τα παραπάνω και εφόσον όλοι οι λόγοι αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, κρίθηκαν ουσιαστικά αβάσιμοι, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.2.2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4366/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ