Supreme Court dismisses appeal against labor contract termination due to employer's delay in calculating severance pay.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's judgment terminating her employment contract. The appellant, a lawyer, claimed the employer failed to pay her severance due to administrative delays in calculating the amount. The court found the employer's delay attributable to uncertainty regarding the debt's scope and amount, which absolved them of liability under Article 342 of the Civil Code. Consequently, the lower court's decision upholding the termination was deemed legally sound and the appeal was rejected.
Legislator headnote
AI generatedArticles 342 of the Civil Code; The employer is not liable for delays in calculating and paying severance when the delay stems from uncertainty regarding the extent and amount of the debt.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 609 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 609/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. θυγ. Ε. Β., συνταξιούχου δικηγόρου ΔΕΗ, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε." (ΔΕΗ ΑΕ ή ΔΕΗ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) σύμφωνα με το άρθρο 39 του Π.Δ. 333/2000, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κώστα Παπαδημητρίου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-2009 αγωγή και 17-12-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή, της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 129/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1324/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-6-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης ανέγνωσε την από 25-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η συζήτηση της κρινόμενη αίτησης αναίρεσης επισπεύδεται από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από την αναιρεσίβλητη, επιδοθέν σ’ αυτή, αντίγραφο της ως άνω αιτήσεως, με επιμέλεια του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, με πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 16-12-2014, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε απούσης της αναιρεσείουσας, για την προκειμένη δικάσιμο (21-4-2015) εκ του πινακίου. Η αναιρεσείουσα όμως, απουσίασε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά την προκειμένη δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της απ’ το οικείο πινάκιο. Κλήση για εμφάνιση αυτής δεν χρειάζεται διότι η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρ. 226 αριθμ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και συνεπώς πρέπει να δικασθεί σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 576 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 αριθ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).
Η ιστορική διαδρομή της προκείμενης υπόθεσης είναι η ακόλουθη: Η ενάγουσα με την από 11-6-2009 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε ότι υπό την ιδιότητά της, ως δικηγόρου, προσέφερε τις υπηρεσίες της, με πάγια αντιμισθία, στην εναγομένη, από τις 25-4-1983, έως τις 31-5-2007, οπότε, έχοντας συμπληρώσει 24 έτη, 1 μήνα και 6 ημέρες παροχής υπηρεσιών, αποχώρησε οικειοθελώς από την υπηρεσία της αυτή. Ότι λόγω της ανωτέρω υπηρεσίας της στην εναγομένη, δικαιούται την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 94 § 2 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 3026/1954) αποζημίωση, η οποία στην περίπτωσή της, επειδή συντρέχει με εφάπαξ βοήθημα από τον οικείο ασφαλιστικό της φορέα, δεν μπορεί να υπερβαίνει το εφάπαξ βοήθημα που καταβάλλεται από το Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων, σε Εφέτη, που αποχωρεί ύστερα από συμπλήρωση του ιδίου χρόνου υπηρεσίας και η οποία ανέρχεται στο ποσό των 74.255,72 ευρώ, πλην όμως η εναγομένη, από εσφαλμένη ερμηνεία των σχετικών διατάξεων και υπολογισμό του οφειλομένου σ’ αυτή ποσού, της κατέβαλε για την αιτία αυτή, το μικρότερο ποσό των 43375,16 ευρώ και συνεπώς δικαιούται τη διαφορά, ανερχομένη στο ποσό των 30.880,65 ευρώ.
Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 30.880,56 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 16-11-2007 (επομένη ημέρα της οχλήσεώς της) άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Με τη δεύτερη από 17-12-2009 αγωγή της, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει τους νομίμους τόκους, επί του ήδη καταβληθέντος, για την ανωτέρω αιτία, ποσού, των 43.375,16 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από την 1-6-2007, οπότε λύθηκε η ως άνω σύμβαση παροχής των νομικών της υπηρεσιών στην εναγομένη, άλλως από την 15-11-2007 (από της όχλησης) και για την καταβολή του ποσού αυτού των τόκων μέχρι τις 18-12-2008, οπότε η εναγομένη της κατέβαλε το ανωτέρω ποσό και ειδικότερα να της καταβάλει για νομίμους τόκους, το ποσό των 8002,34 ευρώ, άλλως το ποσό των 562342 ευρώ.
Επί των ανωτέρω αγωγών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η 129/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που τις απέρριψε, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες. Κατά της προαναφερομένης αποφάσεως η ενάγουσα άσκησε έφεση και επί της εφέσεώς της εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1324/12 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεσή της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ "ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη". Η διάταξη αυτή δεν προσδιορίζει ειδικότερα σε τι συνίσταται το απαλλακτικό της ευθύνης του οφειλέτη γεγονός, ώστε αυτό να λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια και έτσι να επενεργεί υπέρ του οφειλέτη απαλλακτικά κάθε τυχαίο ή άλλο γεγονός που δεν καταλογίζεται στον ίδιο ή τους αντιπροσώπους του.
Έτσι από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αποκλείεται η υπερημερία του οφειλέτη και η προαναφερομένη συνέπειά της και όταν συντρέχει δικαιολογημένη αμφιβολία ή ανυπαίτια πλάνη για την ύπαρξη ή την έκταση του χρέους, γεγονότα που οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο οφειλέτης αφού με τη διάταξη αυτή παρέχεται στον οφειλέτη ένσταση καταλυτική, των, επί της υπερημερίας του, θεμελιουμένων αξιώσεων του δανειστή.
Ειδικότερα, τέτοιο γεγονός, συνιστά και η εύλογη αμφιβολία του οφειλέτη ως προς το ύψος της οφειλής ή και ως προς την έκταση του χρέους. Μπορεί δε η αμφιβολία αυτή να ανάγεται, είτε σε πραγματικά περιστατικά, είτε στην ερμηνεία του δικαίου και δη των ρυθμιζουσών τη συγκεκριμένη έννομη σχέση νομικών διατάξεων, οπότε η καθυστέρηση ως προς την εκπλήρωση της παροχής για την οποία η υποχρέωση του οφειλέτη αμφισβητείται με διαφορετική ερμηνεία των σχετικών διατάξεων οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο οφειλέτης δεν έχει ευθύνη.
Στην προκειμένη περίπτωση, επί της από 17-12-2009 προαναφερομένης δεύτερης αγωγής της ενάγουσας, η εναγομένη προέβαλε παραδεκτά πρωτοδίκως με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και αναπτύχθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της, την ένσταση εκ του ανωτέρω άρθρου 342 του ΑΚ, ισχυριζόμενη ότι η καθυστέρηση καταβολής της ένδικης αποζημιώσεως στην ενάγουσα οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη, συνιστάμενο, όπως ορθά εκτιμήθηκε ο σχετικός ισχυρισμός της, σε εύλογη αμφιβολία ως προς την έκταση της οφειλής.
Την ένσταση αυτή, που παραδεκτά επανέφερε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με τις έγγραφες προτάσεις η εφεσίβλητη, τούτο (Εφετείο), τη δέχθηκε, ως νόμιμη και βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, με την αιτιολογία ότι η καθυστέρηση καταβολής της επίμαχης αποζημιώσεως στην ενάγουσα οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη και συγκεκριμένα σε εύλογη αμφιβολία της ως προς την έκταση και το ύψος της οφειλής της.
Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του και όπως απ’ αυτή προκύπτει δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη, αναφορικά με την αποδοχή της παραπάνω ένστασης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, που ενδιαφέρουν, εδώ: Ειδικότερα η εναγομένη, είχε εύλογη αμφιβολία ως προς την έκταση και το ύψος της ένδικης οφειλής της στην ενάγουσα, αφού για τον ορθό υπολογισμό της επίμαχης αποζημιώσεως ο οποίος άλλωστε, σύμφωνα και με όλα όσα προεκτέθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής λόγω της πολυπλοκότητας και του δυσερμηνεύτου των προαναφερομένων στη μείζονα σκέψη της παρούσας και εφαρμοζομένων στην ένδικη περίπτωση νομικών διατάξεων, για τις οποίες ετίθετο και ζήτημα αντισυνταγματικότητας και δη ως προς τη θέσπιση ανωτάτου ορίου αποδοχών για τον υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος, που είχε διχάσει ακόμα και τη νομολογία των διοικητικών δικαστηρίων ενώ με άλλες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων, λόγω των αμφισβητούμενων νομικών θεμάτων, αναβαλόταν αυτεπαγγέλτως η έκδοση αποφάσεων μέχρι την έκδοση αποφάσεως από την Ολομέλεια του ΣΤΕ, ώστε να απαιτηθεί η έκδοση της αποφάσεως της Ολομέλειας του ΣΤΕ (2769/2011) για την επίλυση των ανακυπτόντων και αμφισβητούμενων νομικών ζητημάτων], ενόψει και της από 15-11-2007 αιτήσεως της ενάγουσας προς την εναγομένη, με την οποία υπολόγιζε την αποζημίωσή της στο ποσό των 71.709,45 ευρώ (χωρίς προφανέστατα τη λήψη υπόψη του προαναφερομένου ανωτάτου ορίου των 2055 ευρώ ως προς τη θέσπιση του οποίου ετίθετο ζήτημα συνταγματικότητας που δεν είχε επιλυθεί ακόμα τότε), η εναγομένη υποχρεώθηκε να απευθύνει ήδη από τον επόμενο μήνα από τη λύση της συμβάσεως της ενάγουσας και δή από τον Ιούλιο του 2007, κατ’ επανάληψη έγγραφα προς το λογιστήριο του Εφετείου Αθηνών και δύο φορές προς το Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων, για τον αναγκαίο υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγείται σε εφέτη, ώστε να καθορίσει αναλόγως σύμφωνα με τα προαναφερόμενα την οφειλόμενη αποζημίωση στην ενάγουσα, όταν δε οι ανωτέρω υπηρεσίες απάντησαν με χρονοτριβή και καθυστέρηση αρνητικά, κατά τα άνω, στο αίτημά της, αναγκάστηκε συνεπεία όλων των προαναφερομένων, να απευθυνθεί στο Κλιμάκιο Εσωτερικού Ελέγχου αυτής με το προαναφερόμενο υπ’ αριθμ. ...10-10-2008 έγγραφο της, ζητώντας να προβούν αυτοί στον αναλυτικό υπολογισμό της.
Όταν δε το Κλιμάκιο τούτο απέστειλε στις 19-11-2008 τον αιτηθέντα αναλυτικό υπολογισμό της αποζημίωσης της ενάγουσας, η αρμόδια για την καταβολή του οφειλόμενου ποσού Διεύθυνση Οικονομικών Λειτουργιών της εναγομένης, εξέδωσε χωρίς χρονοτριβή την υπ’ αριθμ. .../15-12-2008 επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, ποσού 43.375,16 ευρώ και κάλεσε αμέσως.
στις 17-12-2008, την ενάγουσα να την παραλάβει, πράγμα που έγινε την επομένη, ήτοι στις 18-12-2008. Από τη συνδρομή επομένως όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων περιστατικών, κρίνεται ότι η ανωτέρω καταλυτική της αγωγής ένσταση της εναγομένης είναι βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση αυτή και απέρριψε την από 17-12-2009 αγωγή της ενάγουσας ως αβάσιμη καθώς και το σχετικό λόγο της έφεσή της.
επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, με τα περιστατικά που δέχθηκε ως βάσιμα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ και υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στον άνω κανόνα δικαίου και ειδικότερα ότι η καθυστέρηση καταβολής της ένδικης αποζημίωσης στην ενάγουσα, οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη, συνιστάμενο σε αμφιβολία ως προς την έκταση και το ύψος τις οφειλής (όπως λεπτομερώς αναφέρθηκαν οι επί του ζητήματος τούτου παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης).
Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε σε ορθό αποδεικτικό πόρισμα, με επαρκείς αιτιολογίες, επί του παραπάνω ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο και στηρίζουν το διατακτικό της και οι λόγοι της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 342 ΑΚ, και ανεπαρκώς αιτιολογιών (εκ πλαγίου παραβάσεως) είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την κρινόμενη, από 24-5-2014 αίτηση αναίρεσης κατά της 1324/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ