Supreme Court dismisses appeal regarding inadmissible ground challenging a prior dismissal of the lawsuit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the final judgment of the Athens Court of First Instance. The appellant argued that the lower court erred in law by failing to provide sufficient reasoning regarding the timeline of knowledge about the expropriation. The court ruled this appeal ground inadmissible because it relied on the substantive judgment which had already rejected the lawsuit as legally unfounded, rather than on the merits of the case itself.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground based on the lack of reasoning in a judgment is inadmissible if that judgment dismissed the lawsuit as legally unfounded, as it presupposes a substantive ruling on the merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 608 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 608/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. χας Ν. Τ., θυγ. Σ. και Μ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μανιαδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Λεκάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11795/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3498/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-5-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 18-5-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 4562/471/2023), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθ. 3498/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την, από 18-3-2015 (αριθ.
έκθ. κατάθ. 34898/4255/2015), αγωγή, με την οποία ισχυριζόμενη ότι, με την με αριθ. 1021198/1573/0010/17-3-2005 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε νόμιμα και διορθώθηκε με τη με αριθ. 1035062/2573/0010/4-4-2007 απόφαση, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας, υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, για την ολοκλήρωση - ανακατασκευή της οδού ..., στο τμήμα από λόφο ... (διασταύρωση προς διυλιστήρια) έως ... (Νοσοκομείο Δυτικής Αττικής), συνολικού εμβαδού 202.000,30 τ.μ., που βρίσκεται στη περιοχή του Δήμου ...
και ότι μεταξύ των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν ήταν και ακίνητό της, εμβαδού 867 τ.μ. με τα επικείμενά του, για το οποίο, σύμφωνα με την απόφαση της απαλλοτρίωσης, δεν αποζημιώθηκε για έκταση 629 τ.μ., διότι συμμετείχε στην απαλλοτρίωση αυτοαποζημιούμενη ως ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτήτης, καθόσον το ακίνητο της ωφελήθηκε από τη διάνοιξη της οδού, καθώς και ότι, κλήθηκε δια του τύπου στη διαδικασία καθορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσης πλην όμως δεν έλαβε μέρος, ούτε στη δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από το οποίο εκδόθηκε η με αριθ. 1861/2005 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία ορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης, ούτε στη δίκη ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο με τη με αριθ. 1446/2007 απόφασή του καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης στο ποσό των 110 ευρώ ανά τ.μ.
και ότι παρακατατέθηκε στο όνομά της το ποσό που αντιστοιχούσε στην αποζημίωση της ως άνω έκτασης με τα επικείμενά της και επικαλούμενη, περαιτέρω, ότι, κατά το χρόνο έναρξης των διαδικασιών της απαλλοτρίωσης είχε ηλικία 77 ετών και δεν έλαβε γνώση της διαδικασίας και των συνεπειών της απαλλοτρίωσης και ότι όταν τον Ιούλιο του έτους 2007, πληροφορήθηκε, από τους μισθωτές του ακινήτου της, τη διαπλάτυνση της οδού, είχε ήδη συντελεστεί η απαλλοτρίωση και είχε επιπλέον παρέλθει η προθεσμία των δύο μηνών για τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα, ζήτησε να αναγνωριστεί δικαιούχος αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση της έκτασης των 629 τ.μ.
του ακινήτου και να της καταβληθεί η αποζημίωση, όπως ορίστηκε με την ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Το ως άνω δικαστήριο εξέδωσε την με αριθ. 11795/2019 οριστική απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την από 11-4-2020 (αριθ.
έκθ. κατάθ. 36012/2437/2020) έφεση, με την οποία, επικαλούμενη κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 και 17 παρ. 4, 20, 25 παρ.1 του Συντ. και Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης και την παραδοχή της αγωγής της. Στο άρθρο 33 παρ. 1, 2, 3, 4 και 6 του ν. 2971/2001 ορίζονται τα εξής: "1.
Το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται μετά τη κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου. 2. Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριούμενου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης.
Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης. 3. Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται σε τριμελή επιτροπή. 4. Η επιτροπή συγκαλείται από τον πρόεδρο αυτής και μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων προβαίνει το αργότερο εντός τριών μηνών στη σύνταξη έκθεσης σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου... 6.
Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση στο κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο (Εφετείο). Ο πρόεδρος του δικαστηρίου ορίζει δικάσιμο σε χρόνο όχι βραχύτερο από 30 ημέρες και όχι μακρύτερο από σαράντα από την υποβολή των στοιχείων.
Το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα που προσήχθησαν από τους διαδίκους γενικά οφείλει να εκδώσει την οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης. Κατά της απόφασης του Εφετείου επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της αναίρεσης...". Εξάλλου, στο άρθρο 37 του ν. 2971/2001 ορίζεται: "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει:
α. Των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί. Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του...".
Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι καθιερώνεται το μαχητό του, θεσπισθέντος ως αμάχητου με τον ν. 653/1977, τεκμηρίου ωφελείας των ιδιοκτητών απαλλοτριούμενων ακινήτων, ορίζεται βραχεία (δίμηνη) ανατρεπτική προθεσμία, με αφετηρία τον προσωρινό ή απευθείας οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, μέσα στην οποία ο ιδιοκτήτης οφείλει να προσφύγει στη Τριμελή Επιτροπή για τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα ως προς το απαλλοτριούμενο, για το οποίο θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο ωφελείας, αλλά και, περισσότερο ακόμη, βραχεία (30ήμερη) προθεσμία για την έκδοση της απόφασης από το Εφετείο, στο οποίο διαβιβάζονται τα κτηματολογικά στοιχεία για την έκθεση της Τριμελούς Επιτροπής και παρέχεται η ευχέρεια αξιοποίησης της δυνατότητας κατάρριψης του τεκμηρίου ωφέλειας με την καθιερούμενη, ως άνω, διαδικασία και στους ιδιοκτήτες απαλλοτριούμενων για τα οποία δεν είχε συντελεστεί η απαλλοτρίωση κατά την έναρξη ισχύος του ν. 2971/2001, μέσα σε ανάλογη (δίμηνη) προθεσμία από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού.
Οι διατάξεις αυτές θεσπίστηκαν, προκειμένου να εναρμονιστεί η ελληνική νομοθεσία με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), σύμφωνα με την οποία η καθιέρωση αμάχητου τεκμηρίου ύπαρξης ωφέλειας παρόδιων διανοιγόμενων εθνικών οδών ήταν αντίθετη με τις διατάξεις του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
Για την ανατροπή δε του εν λόγω τεκμηρίου, ενόψει του δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει την μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα άρση της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των σχέσεων που δημιουργούνται από την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, καθιερώθηκε η ως άνω ειδική διαδικασία, με σκοπό να τερματιστούν σε σύντομο χρονικό διάστημα υποθέσεις, που ήταν εκκρεμείς και άλλες που θα εισάγονταν για εκδίκαση σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου.
Εξυπηρετείται έτσι τόσο το συμφέρον του υπόχρεου προς αποζημίωση, προκειμένου αυτός να έχει σε εύλογο χρόνο σαφή και οριστική αντίληψη του μεγέθους των υποχρεώσεών του, όσο και το δημόσιο συμφέρον προκειμένου με την συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης να καταστεί δυνατή η εκτέλεση του έργου, που αυτή αφορά.
Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, λόγω του σκοπού που εξυπηρετούν και ενόψει της διάταξης του άρθρου 37 περ. α` του ίδιου νόμου, έχουν εφαρμογή και στις απαλλοτριώσεις εκείνες που δεν είχαν συντελεσθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του (Ολ.ΑΠ 11, 12/2011). Ο σκοπός, όμως, αυτός δεν συντρέχει για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που είχαν ήδη συντελεσθεί κατά την έναρξη ισχύος του άρθρ. 33 του ν. 2971/2001, αφού ως προς αυτές ήταν πλέον δυνατή χωρίς άλλο η κατάληψη των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, η δε ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας μέσα στις εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες των άρθρων 33 και 37 εδ.
α` του ως άνω νόμου δεν εξυπηρετεί στη περίπτωση αυτή άξιο λόγου συμφέρον οποιασδήποτε πλευράς. Καθιερώθηκε δε ειδική διαδικασία για την εκδίκαση των υποθέσεων αυτών, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την ελληνική νομολογία, δεν ήταν παραδεκτή η συνεκδίκαση του ως άνω αιτήματος με την αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης.
Η άποψη, όμως, αυτή με την με αριθ. 10/2004 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι είναι αντίθετη με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και, επομένως, ότι οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 2971/2001, με τις οποίες ορίζεται ειδική διαδικασία και προδικασία για την ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών διανοιγόμενων εθνικών οδών, δεν εφαρμόζονται για υποθέσεις, στις οποίες το αίτημα για ανατροπή του τεκμηρίου αυτού βάλλεται από κοινού με το αίτημα για το καθορισμό προσωρινής ή απευθείας οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, διότι διαφορετικά θα οδηγούσε στη ματαίωση της συνεκδίκασης αυτής και θα αποτελούσε περιορισμό του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, ο οποίος είναι αντίθετος με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (Ολ.ΑΠ 10/2011, Ολ.ΑΠ 10/2004, ΑΠ 145/2018, ΑΠ 591/2009).
Επομένως, τα παραπάνω ισχύουν στη περίπτωση της υποβολής χωριστής αίτησης, για την ανατροπή (μόνον) του τεκμηρίου ωφέλειας, ενώ, αντιθέτως, στη περίπτωση της συνεκδίκασης του αιτήματος για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας με εκείνο του καθορισμού οριστικής αποζημίωσης για το αποζημιωτέο τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, τα οποία (αιτήματα) ερευνώνται ενιαίως από το Εφετείο (Ολ.ΑΠ 10/2004, ΑΠ 145/2018), δεν εφαρμόζεται ούτε η ειδική διαδικασία, ούτε η προδικασία των ως άνω διατάξεων του ν. 2971/2001 (ΑΠ 1387/2023, ΑΠ 676/2022, ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 145/2018, ΑΠ 1424/2010).
Οι παραπάνω διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, με τις οποίες θεσπίζεται διαδικασία προσδιορισμού της ωφέλειας ή μη των απαλλοτριούμενων, καθορίζουσα συγκεκριμένα στάδια, προθεσμίες και όργανα προς εξέταση αυτής, δεν αντιβαίνουν: α) στις διατάξεις του άρθρου 17 του ισχύοντος Συντάγματος, διότι οι διατάξεις αυτές δεν καθορίζουν τη διαδικασία και το καθ` ύλην αρμόδιο δικαστήριο για το προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης, αρκούμενες στο ότι η αποζημίωση προσδιορίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια, καταλείπουν δε στο κοινό νομοθέτη να καθορίσει το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο και τη διαδικασία καθορισμού της αποζημίωσης και, γενικότερα, επίλυσης των διαφορών που προκύπτουν από την αναγκαστική απαλλοτρίωση, β) στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) που καθιερώνει την δικονομική αρχή της "δίκαιης δίκης", διότι δεν παραβιάζει καμία από τις αρχές που συγκροτούν, κατά την διάταξη αυτή, την έννοια της δίκαιης δίκης και γ) στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης αυτής (Ε.Σ.Δ.Α.), που προστατεύει τη περιουσία, διότι πρόκειται για αμιγώς δικονομική διάταξη, η οποία δεν εισάγει καμία ουσιαστική ρύθμιση για τη περιουσία, που να αναιρεί ή να μειώνει τη προστασία, που παρέχει σ` αυτήν το εν λόγω πρωτόκολλο της Ε.Σ.Δ.Α., ούτε, άλλωστε, η καθιέρωση προθεσμιών από τον κοινό νομοθέτη, έναντι όλων των ενδιαφερομένων, χωρίς αδικαιολόγητες διακρίσεις, για την άσκηση του δικαιώματος αμφισβήτησης του τεκμηρίου ωφέλειας του ν 653/1977 ενώπιον των (εθνικών) δικαστηρίων κάθε κράτους μέλους, συνιστά αποκλεισμό του δικαιώματος, ώστε να αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 1 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
και στο άρθρο 17 του Συντάγματος. Επίσης, οι ίδιες ως άνω δικονομικές διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, ενόψει του ως άνω σκοπού δημοσίου συμφέροντος που εξυπηρετούν, αλλά και για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, δεν αντίκεινται στις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 4 του Συντάγματος, με την οποία καθιερώνεται, όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, ούτε του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ` αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, ούτε, ακόμη και του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους, ενώ, οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την Αρχή της αναλογικότητας (ΑΠ 749/2024, ΑΠ 1387/2023, ΑΠ 655/2021, ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 145/2018).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 79/2025, ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 163/2022).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 806/2023, ΑΠ 602/2023, ΑΠ 805/2023, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 163/2022), έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή του, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 79/2025, ΑΠ 264/2025, ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 554/2020).
Έτι περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1908/2024).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το πρώτο αναιρετικό λόγο, κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 8 κα 1α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι: α) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι γνώση κήρυξης και συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, έλαβε τον Ιούλιο του έτους 2007 όταν είχε παρέλθει η προθεσμία των δύο μηνών κατά το οποίο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 είχε δικαίωμα να υποβάλλει αίτηση για αποζημίωση της εδαφικής της έκτασης για την οποία στον κτηματολογικό πίνακα είχε προβλεφθεί ότι αυτοαποζημιωνόταν ως ωφελούμενη (από την απαλλοτρίωση) ιδιοκτήτρια, ενώ έλαβε υπόψη ανύπαρκτο αγωγικό ισχυρισμό της, ότι δηλαδή πριν από την πάροδο της δίμηνης προθεσμίας (η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα) γνώριζε: 1) την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, 2) ότι δεν ήταν ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτήτης και 3) την έκδοση της 1446/2007 απόφασης για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας του Εφετείου και β) ότι με το να δεχθεί τα παραπάνω ότι δηλ.
ο ως άνω ισχυρισμός της (αναιρεσείουσας) έπρεπε να προβληθεί το αργότερο στη προθεσμία των δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης του Εφετείου Αθηνών (περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης), κατά το ορθό νοηματικό περιεχόμενο της σχετικής αιτίασης, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 17 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος, του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης αυτής, κατά την εφαρμογή του άρθρου 33 του ν. 2971/2001.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ως άνω αγωγή, βάσει της οποίας η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ζήτησε το αναφερόμενο σ` αυτή ποσό της αποζημίωσης (ως μη ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτήτρια), δέχτηκε ανελέγκτως (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της:''.........
Σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην κρινόμενη αγωγή, η ενάγουσα, η οποία έλαβε, ως δικαιούχος, αποζημίωση κατά τη διαδικασία της ένδικης απαλλοτρίωσης για έκταση 867 τ.μ. με τα επικείμενα αυτής (συρματόπλεγμα, πόρτες περίφραξης, τσιμεντόστρωση, αντλιοστάσιο, στέρνες), που αποτελεί μέρος μεγαλύτερου ακινήτου της, είχε λάβει γνώση της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και της έκδοσης της με αριθμό 1446/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης στο ποσό των 110 €/(tm), μάλιστα γνώριζε πως παρακατατέθηκε στο όνομά της το ποσό που αντιστοιχούσε στην αποζημίωση της προαναφερόμενης έκτασης και των επικειμένων της.
Η ίδια εξέθετε στο αγωγικό δικόγραφο και συνεπώς γνώριζε, κατά τη σύνταξη αυτού, ότι σύμφωνα με την απόφαση της απαλλοτρίωσης δεν αποζημιώθηκε για έκταση 629 τ.μ. του ακινήτου της, διότι συμμετείχε στην απαλλοτρίωση αυτοαποζημιούμενη ως ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτήτης, που το ακίνητό της ωφελήθηκε από τη διάνοιξη της οδού, η οποία είχε έως τότε πλάτος 12 μ.
Ισχυρίστηκε όμως στην ένδικη αγωγή, ότι η ιδιοκτησία της είχε πρόσωπο στην οδό που διανοίχθηκε, οπότε δεν θεωρείται ωφελούμενη ιδιοκτήτης, αφού η διάνοιξη της οδού δεν επέφερε καμιά αλλαγή στη χρήση του ακινήτου της. Από τα παραπάνω προκύπτει η ενάγουσα γνώριζε για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, για το ότι στη σχετική απόφαση κήρυξης είχε θεωρηθεί ωφελούμενη ιδιοκτήτρια, επειδή η ιδιοκτησία της απέκτησε πρόσωπο στην οδό που διανοίχθηκε, καθώς επίσης γνώριζε ότι το έτος 2007 έγινε από το Εφετείο Αθηνών ο προσδιορισμός της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το ακίνητό της και τα επικείμενά του, που απαλλοτριώθηκαν, στο ποσό 110 €/(tm).
Ο ισχυρισμός της λοιπόν ότι η διάνοιξη της οδού αυτής δεν έχει βελτιώσει τη χρήση του ακινήτου της, το οποίο και προηγουμένως είχε πρόσωπο στην οδό που διανοίχθηκε, άρα δεν είναι ωφελούμενη ιδιοκτήτρια και συνεπώς δεν υπάρχει στο πρόσωπό της το τεκμήριο ωφέλειας, ακόμη και αν ευσταθεί, έπρεπε να προβληθεί το αργότερο στη νόμιμη προθεσμία των δύο μηνών από την έκδοση της με αριθμό 1446/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών για τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης.
Περαιτέρω, η επίκληση της ενάγουσας ότι κατά τη διαδικασία για τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης - διαδικασία στην οποία κλήθηκε - δικάστηκε ερήμην, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον οι συνέπειες ερημοδικίας καθορίζονται από τον νόμο. Επίσης η επίκληση αυτής, ότι, κατά το χρόνο έναρξης των διαδικασιών της απαλλοτρίωσης είχε ηλικία 77 ετών, χωρίς την επίκληση επιπλέον στοιχείων, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση στο πρόσωπό της συνδρομής ανώτερης βίας.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, ορθά το νόμο εφάρμοσε......''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 11-4-2020 έφεση της εκκαλούσας-ενάγουσας, κρίνοντας ότι ορθώς η εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμη την, από 18-3-2015, αγωγή της.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη αναφέρονται, δεν παραβίασε ευθέως , με τη μη εφαρμογή τους, τις διατάξεις των άρθρων 17 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος, του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης αυτής, οι οποίες, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το ορθό νοηματικό περιεχόμενο του δεύτερου σκέλους του, αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, τις οποίες, παρά ταύτα εφάρμοσε.
Τούτο διότι οι τελευταίες διατάξεις είναι συμβατές με τις ανωτέρω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, έτσι ώστε το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο αγωγικός ισχυρισμός της ενάγουσας - αναιρεσείουσας, ότι η διάνοιξη της οδού δεν έχει βελτιώσει τη χρήση του ακινήτου της και συνεπώς δεν συντρέχει στο πρόσωπό της το τεκμήριο ωφέλειας, δηλαδή δεν είναι ωφελούμενη ιδιοκτήτρια, έπρεπε να προβληθεί στη νόμιμη (ανατρεπτική) προθεσμία των δύο μηνών από την έκδοση της με αριθ. 1446/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, με την οποία δικάσθηκε ερήμην, καθόσον δεν παραστάθηκε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης παρότι είχε κλητευθεί, ορθώς το νόμο εφάρμοσε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Επίσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντες αγωγικούς ισχυρισμούς, δεχόμενο, κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής, ότι εκτίθενται στο εισαγωγικό δικόγραφο πραγματικά περιστατικά γνώσης της αναιρεσείουσας τόσο για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης και την επικαλούμενη μη ωφέλειά της, ως παρόδιας ιδιοκτήτριας της ένδικης έκτασης των 629 τ.μ. εξαιτίας της απαλλοτρίωσης, όσο και για τη δίκη καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, στην οποία αν και είχε κλητευθεί, δεν παρέστη και επί της οποίας εκδόθηκε η 1446/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, από την έκδοση της οποίας έπρεπε να ζητήσει, ασκώντας σχετική αγωγή εντός δύο μηνών, την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας, ενέργεια στην οποία δεν προέβη. Συνακολούθως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη ή ως αόριστη (Ολ.ΑΠ 3/1997, Ολ.ΑΠ 44/1990, ΑΠ 689/2024, ΑΠ 88/2023, ΑΠ 270/2023, ΑΠ 1105/2023, ΑΠ 10/2022, ΑΠ 461/2019).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, κρίνοντας μη νόμιμη την ως άνω αγωγή, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 (δεν αναφέρεται η ως άνω διάταξη), καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση "δεν έχει αιτιολογίες και σε κάθε περίπτωση ανεπαρκείς αιτιολογίες, για το χρόνο που έλαβα γνώση της απαλλοτρίωσης και της κίνησης της διαδικασίας προσωρινού και οριστικού καθορισμού τιμής μονάδας, δεδομένου του αγωγικού ισχυρισμού μου ότι, για τους λόγους που αναφέρω στην αγωγή μου, έλαβα γνώση των ανωτέρω τον Ιούλιο του 2007, όταν πλέον είχε παρέλθει η προθεσμία των δύο μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου και επομένως είχα απολέσει το δικαίωμα υποβολής αίτησης καθορισμού αποζημίωσης για την εδαφική έκταση για την οποία ορίστηκε ότι είμαι αυτοαποζημιούμενη ως ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτήτρια, δικαίωμα αποζημίωσης που έχω όμως, αν και είχε παρέλθει η ως άνω ανατρεπτική προθεσμία ...".
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, προϋποθέτει, για τη θεμελίωσή του, την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια αιτιολογίας αναφέρονται σε σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία η αγωγή ή ο λόγος έφεσης, κρίθηκε απορριπτέος ως μη νόμιμος, όπως στην ένδικη υπόθεση.
Κατ' ακολουθία των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ισχύει) και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ και όπως αυτό ισχύει μετά την με αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 18-5-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 4562/471/2023), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 3498/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ