Supreme Court dismisses appeal on explosives charge, rejecting claim of innocent mistake regarding legal right to possess.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a Plea Court judgment convicting him for illegal possession of explosives. The appellant argued he acted under a mistaken belief that he had the legal right to transport the materials for his wife's business, claiming this constituted a forgivable legal error. The court rejected this defense, finding the appellant's professional background and knowledge of the proper return procedures proved he knew the act was unlawful. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 § 1 (e) of Law 2168/1993; Art. 15 § 1 (e) of Law 2168/1993; Art. 94 of the Penal Code; Art. 510 § 1 (d) of the Code of Criminal Procedure: A claim of innocent mistake regarding the legal right to commit a crime is rejected when the defendant's professional activities and personal circumstances demonstrate they knew the act was unlawful.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 608 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 608/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Σταματική Μιχαλέτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 4 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γρηγόριου Πεπόνη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κόλλια, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 249/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Νάξου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 11060/4.10.2018 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1346/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και μόνο κατά το υπό στοιχείο δ σκέλος του υπό στοιχ. Ι λόγου και, κατά τούτο, δια, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθμ.11060/2018 από 4-10-2018 αίτηση του Γ. Μ. του Φ. κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμόν 249/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473§§1 και 3 εδ.α του ΚΠΔ βιβλίο, στις 16-9-2018, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά το άρθρο 473 §§1 και 3 ΚΠΔ. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή αναιρετικών λόγων.
Από τη διάταξη άρθρου 1§1 περ. ε' του Ν. 2168/1993 "Ρύθμιση θεμάτων που αφορούν όπλα, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες, εκρηκτικούς μηχανισμούς και άλλες διατάξεις", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν. 3944/2011, στην οποίαν ορίζονται κατά την έννοιά τους τα αντικείμενα για τα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του ως άνω νόμου (2168/1993), προκύπτει ότι εκρηκτικές ύλες είναι τα στερεά ή υγρά σώματα, τα οποία από οποιαδήποτε αιτία υφίστανται χημική μεταβολή και μετατρέπονται σε αέριες μάζες με συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών και πιέσεων, με αποτελέσματα βλητικά ή εκρηκτικά, ως εκρηκτικός μηχανισμός δε, θεωρείται κάθε συσκευή που μπορεί να προκαλέσει έκρηξη οποιασδήποτε εκρηκτικής ύλης.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15§1 στοιχ. ε του ίδιου Νόμου, όποιος εισάγει, κατέχει, κατασκευάζει, μετασκευάζει, συναρμολογεί, εμπορεύεται, παραδίδει, προμηθεύει ή μεταφέρει αντικείμενα από τα αναφερόμενα στη διάταξη του άρθρου 15§1 του Ν.2.168/ 1993, διαπράττει ισάριθμα, αυτοτελή και διακεκριμένα εγκλήματα κατά την έννοια του άρθρου 94 του ΠΚ, τα οποία συρρέουν αληθώς και τιμωρούνται έκαστο αυτοτελώς, έστω και αν έχουν το ίδιο υλικό αντικείμενο.
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 7§1 του ίδιου ως άνω νόμου, απαγορεύεται η κατοχή όπλων και λοιπών αντικειμένων, που διαλαμβάνονται στο άρθρο 1 αυτού, εκτός των περιπτώσεων που προβλέπονται από τις διατάξεις του ίδιου νόμου, ενώ στην §2 αυτού, αναφέρονται εκείνα από τα ως άνω αντικείμενα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι εκρηκτικές ύλες, των οποίων η κατοχή επιτρέπεται, μετά όμως, από άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας του ενδιαφερόμενου.
Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, ως κατοχή νοείται η σχέση μεταξύ του κατόχου και των κατεχόμενων όπλων και πυρομαχικών, με βάση την οποίαν ο κάτοχος έχει τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας επ' αυτών και διάθεσής τους κατά τη βούλησή του και ως μεταφορά η μετακίνηση των όπλων από τόπο σε τόπο με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 7§8 περ. α', εδ. α' και περ. β' του ίδιου ως άνω νόμου "με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών τιμωρούνται οι παραβάτες των §§ 1 και 2, πλην της περ. η' του παρόντος άρθρου και με φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους τιμωρούνται οι παραβάτες των διατάξεων, μεταξύ άλλων, των §§ 2, περ.
η' (παράνομη κατοχή βαλλιστρίδας), και 4 ( η παράνομη κατοχή λογχών, ξιφών, ξιφιδίων και ξιφολογχών, απομιμήσεων πυροβόλων όπλων) του παρόντος άρθρου. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 §1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη της αιτιολογίας αυτής είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ' είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά και από ποιο συγκεκριμένα προέκυψε η κάθε παραδοχή.
Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διάφορων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Σε κάθε όμως περίπτωση, δηλαδή, είτε πρόκειται για καταδικαστική, είτε για αθωωτική απόφαση, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι ορισμένα μόνο από αυτά, κατ' επιλογήν.
Η ειδική αυτή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή, που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170§2 και 333§2 του ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής.
Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην κατηγορία, αφού σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς του έχει ως συνέπεια τον μη καταλογισμό της πράξης στο δράστη και επομένως και στην απαλλαγή του, είναι και εκείνος περί συγγνωστής νομικής πλάνης, ο οποίος θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 31§2 του ΠΚ, κατά την οποίαν η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη, αν αυτός πίστεψε, λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή, δηλαδή είναι λόγος συγνώμης του υπαιτίως πράξαντος, ως περίπτωση της ανθρωπίνως μη φευκτής υπαιτιότητας που αίρει τον καταλογισμό της πράξης σε βάρος του δράστη.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πλάνη είναι συγγνωστή όταν ο δράστης όχι μόνο αγνοεί, αλλά και δεν μπορούσε να γνωρίζει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, οποιαδήποτε επιμέλεια και προσπάθεια και αν κατέβαλε, ενόψει των προσωπικών πνευματικών και επαγγελματικών του δυνατοτήτων και ικανοτήτων και εφόσον πίστευε εύλογα ότι δικαιούται να προβεί στην πράξη που τέλεσε από δικαιολογημένα εσφαλμένη αντίληψη για την αληθή έννοια του νόμου, ή από εσφαλμένη πληροφόρηση από ειδικούς (νομικούς παραστάτες ή άλλες έγκυρες πηγές).
Έτσι, απαραίτητα στοιχεία του ισχυρισμού αυτού, είναι, εκτός από εκείνα που συνιστούν την ίδια την πλάνη και η προσωπική κατάσταση του δράστη που προσδιορίζεται από την ηλικία, τις πνευματικές ικανότητες, το επάγγελμα, την προσπάθεια που αυτός κατέβαλε για να ενημερωθεί για το ισχύον δίκαιο, ακόμη και τον πνευματικό του περίγυρο, ώστε με τη στάθμιση και των προσωπικών αυτών στοιχείων να σχηματίσει το Δικαστήριο δικανική πεποίθηση αν ο ισχυρισμός είναι αληθινός ή προσχηματικός.
Εφόσον λοιπόν ο ισχυρισμός περί συγνωστής νομικής πλάνης προβληθεί με την προαναφερθείσα πληρότητα, η απόρριψή του πρέπει να αιτιολογείται ιδι#αιτέρως από το Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, διαφορετικά, όταν δηλαδή απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός, που προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510§1στοιχ.Δ του ΚΠΔ.
Εξάλλου, Εξάλλου, περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510§ 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή, εσφαλμένη δε εφαρμογή τέτοιας διάταξης που ιδρύει τον κατά το ίδιο ως άνω άρθρο λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν το Δικαστήριο ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Νάξου, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμόν 249/2018 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της κατοχής εκρηκτικών υλών (άρθρα 1 § 1, στοιχ.ε και 7§§1 και 8 στοιχ.α', εδ α του Ν.2168/1993) και αναγνωριζομένων στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84§2α' του ΠΚ του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των ενσωματωμένων στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικών το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της παραπάνω αξιόποινης πράξης, δεχόμενο κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων [ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, στα οποία περιλαμβάνονται η απόφαση και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορούμενου και από όλη την αποδεικτική διαδικασία], ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά από το αιτιολογικό, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Πλήρως αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε απολύτως ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη εις βάρος του αξιόποινη πράξη.
Πιο συγκεκριμένα, πλήρως αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε απολύτως ότι ο κατηγορούμενος στον ..., την 12-11-2014, με πρόθεση κατείχε αντικείμενα που διαλαμβάνονται στο άρθρο 1 του Ν. 2168/1993, χωρίς την άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, αν και τούτο απαγορεύεται, και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, διαπιστώθηκε να κατέχει εντός σάκου εκρηκτικές ύλες συνολικού βάρους 25 κιλών, συσκευασμένες σε έξι (6) δέματα των δέκα (10) τεμαχίων έκαστο, χωρίς να διαθέτει σχετική άδεια από την αρμόδια αστυνομική αρχή του τόπου της κατοικίας του, αν και τούτο απαγορεύεται.
Όλως, ενδεικτικά, όπως ο πρώτος μάρτυρας κατηγορίας, ήτοι Ε. Μ., λιμενικός, κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (βλ. ανωτέρω) επί λέξει "[...] Είδαμε ένα καΐκι, είδαμε τον κύριο Μ. να βαστάει ένα τσουβάλι για να το ρίξει στο καΐκι, αλλά μόλις μας είδε έπεσε στη θάλασσα. Κρατούσε το καΐκι και τρόμαξε ο καπετάνιος και πήγε στη θάλασσα ο κατηγορούμενος με το τσουβάλι.
Βγάλαμε από τη θάλασσα τον κατηγορούμενο και το τσουβάλι. Κρατούσε το καΐκι με τα χέρια του ο κατηγορούμενος σα να ήταν δεμένο, αλλά δεν πρόλαβε να βάλει το τσουβάλι". Περαιτέρω, και ο πρώτος μάρτυρας υπερασπίσεως, Ι. Κ., κατέθεσε, όπως παρατίθεται ανωτέρω, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ενόρκως, επί λέξει: "Με τον Μ.
συνεργαζόμαστε από πολλά χρόνια. Έχω ορυχείο. Μας φέρνει δυναμίτες [...]. Στις 12-11-2014 είχε παραγγείλει και αγοράσει εκρηκτική ύλη και το κιβώτιο ήταν αλλοιωμένο. [...] Πήρε μία κούτα πίσω [...] Το ορυχείο είναι στην .... Δεν είναι στο δρόμο του [...]." των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατείχε χωρίς άδεια εκρηκτικές ύλες κατά το ανωτέρω χρόνο και στον ανωτέρω τόπο.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί συγγνωστής νομικής πλάνης και συγκεκριμένα ότι η ένδικη ποσότητα εκρηκτικών υλών κατεχόταν από τον κατηγορούμενο όχι παράνομα, αλλά με την ιδιότητά του ιδίου ως γομωτή και με σκοπό να την επιστρέψει στην πωλήτρια και σύζυγο του, Α. Ε., ως μη κατάλληλη και αλλοιωμένη και ότι ο κατηγορούμενος πίστευε πεπλανημένα, αλλά συγγνωστά ότι είχε το δικαίωμα να κατέχει τη συγκεκριμένη ποσότητα και να την επιστρέψει στις νόμιμες αποθήκες εκρηκτικών της προαναφερόμενης πωλήτριας και συζύγου του, κρίνεται παραδεκτός και νόμιμος στηριζόμενος στο άρθρο 31 παρ .1 του ΠΚ αλλά πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Συγκεκριμένα, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος πεπλανημένως πίστευε ότι είχε του δικαίωμα να τελέσει την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη και ότι είχε άγνοια το αδίκου χαρακτήρα αυτής, τον οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει οποιαδήποτε και να κατέβαλε επιμέλεια και προσπάθεια, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών του δυνατοτήτων κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που παρατίθεται ανωτέρω.
Στην ανωτέρω κρίση του οδηγήθηκε το Δικαστήριο, διότι, ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην απολογία του ανέφερε επί λέξει: "Ξεκίνησα για την αποθήκη για να κερδίσω χρόνο και έκανα παράκαμψη. Είχα το κουτί. Θα έπρεπε να το πάω στην αποθήκη κατευθείαν [...]. Τον σάκο τον έβγαλα από το αυτοκίνητο. [..] Έβγαλα το σάκο, δεν ξέρω πως μου ήρθε [...]".
Συνεπώς, ο ίδιος ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι γνώριζε ότι έπρεπε να επιστραφεί ο σάκος με τα εκρηκτικά στην αποθήκη και, κατά συνέπεια, γνώριζε ότι η παράκαμψη δεν ήταν μέσα στα πλαίσια της μεταφοράς εκρηκτικών υλών λόγω της άδειας εμπορίας εκρηκτικών υλών της συζύγου του, άρα δεν αποδείχθηκε ότι τελούσε σε συγγνωστή νομική πλάνη. Επιπροσθέτως, οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι κατείχε την εκρηκτική ύλη, όχι ιδίω ονόματι, αλλά ως βοηθός νομής της συζύγου του, Α. Ε., η οποία έχει άδεια εμπορίας και κατοχής εκρηκτικών υλών και ότι ο ίδιος κατείχε την εκρηκτική ύλη στα πλαίσια της εργασίας του ως οδηγού αυτοκινήτου για μεταφορά εκρηκτικών υλών στην αποθήκη για να καταστραφούν και άρα νόμιμα, χωρίς για το λόγο αυτό να στοιχειοθετείται η έννοια της κατοχής του άρθρου 7 του ν. 2168/1993 ττρέττει να απορριφθούν για τους λόγους που θα εκτεθούν αναλυτικά κατωτέρω. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας της κατοχής αρκεί η ,φυσική εξουσίαση των εκρηκτικών υλών και η δυνατότητα διαθέσεως τους κατά τη βούλησή του, χωρίς να ενδιαφέρει ποιος έχει την κυριότητα των εκρηκτικών υλών, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Εν προκειμένω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά τον ως άνω χρόνο είχε φυσική εξουσίαση επί του σάκου με τις εκρηκτικές ύλες, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιόν άνηκαν κατά κυριότητα οι εκρηκτικές ύλες (ΑΠ 444/2003, όπ.π.) και συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός του ότι δεν ήταν κάτοχος πρέπει να απορριφθεί. Σε κάθε περίπτωση προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπεύθυνος λειτουργίας της επιχείρησης εμπορίας εκρηκτικών υλών για την οποία είχε άδεια εμπορίας η σύζυγος του αφού, όπως κατέθεσε ο πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης, Ι. Κ. επί λέξει "Όταν δεν ήταν εντάξει οι δυναμίτες, δεν ενημέρωνα και τη σύζυγο του. Εκείνος (ενν. ο κατηγορούμενος) ήταν υπεύθυνος.".
Συνεπώς, ο κατηγορούμενος, πέραν της φυσικής εξουσίασης επί των εκρηκτικών υλών είχε και εξουσία διάθεσης αυτών κατά βούληση ως υπεύθυνος της επιχείρησης καθώς αυτός συναλλασσόταν με τους πελάτες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο κατηγορούμενος είχε την κατοχή των εκρηκτικών υλών (φυσική εξουσίαση και εξουσία διάθεσης αυτών κατά βούληση), όπως η έννοια αυτής εκτίθεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, κατά την έννοια του άρθρου 7 του ν. 2168/1993 και άρα ο σχετικός ισχυρισμός του πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Περαιτέρω, η κατοχή των εκρηκτικών υλών στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν δικαιολογείται από το γεγονός, ότι ο κατηγορούμενος είχε αναλάβει, στα πλαίσια της εργασίας του και της άδειας εμπορίας εκρηκτικών υλών της συζύγου του, την μεταφορά αυτών και είχε προβεί στις απαιτούμενες κατά το νόμο ενέργειες για την μεταφορά αυτών, διότι όταν συνελήφθη από τους λιμενικούς υπαλλήλους στον προαναφερθέντα τόπο, ήτοι στο λιμανάκι του ..., είχε πάει για ψάρεμα και άρα δεν κατελήφθη ενώ μετέφερε αυτές στον νόμιμο προορισμό τους, ήτοι από το ορυχείο για το οποίο προορίζονταν στις αποθήκες της οικογενειακής επιχείρησης, δηλαδή κατελήφθη να τις κατέχει χωρίς να δικαιολογείται η κατοχή αυτή από το σκοπό για τον οποίο είχε εκδοθεί η άδεια εμπορίας εκρηκτικών υλών της συζύγου του.
Σε κάθε περίπτωση και ο ίδιος, όπως προεκτέθηκε στην απολογία του, ανέφερε ότι θα έπρεπε να πάει κατευθείαν το σάκο στην αποθήκη, ενώ δεν μπόρεσε να εξηγήσει για ποιο λόγο αντί να επιστρέψει αμέσως τις εκρηκτικές ύλες στην αποθήκη αποφάσισε να πάει για ψάρεμα, αλλά και το λόγο για τον οποίο έβγαλε το σάκο από το αυτοκίνητο και τον εί δίπλα του όσο ψάρευε.
Συνεπώς, εξ όλων των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότ^ι κατοχή από τον κατηγορούμενο των εκρηκτικών υλών κατά το χρόνο πό^ κατελήφθη από τους λιμενικούς υπαλλήλους ήταν εκτός του πλαισίου της αδείας εμπορίας εκρηκτικών υλών της συζύγου του, ήτοι επρόκειτο για κατοχή χωρίς άδεια, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού δεν δικαιολογούνταν από την άδεια που είχε η σύζυγος του, διότι ο κατηγορούμενος την χρονική εκείνη στιγμή δεν δρούσε με σκοπό την μεταφορά των εκρηκτικών υλών μέσα στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας αλλά εκτός αυτών. Επίσης, απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η επίδικη εκρηκτική ύλη δεν ήταν εκρηκτική ύλη κατά την έννοια του ν. 2168/1993, διότι ήταν ελαττωματική λόγω της υγρασίας, της κακής συσκευασίας και επειδή είχε πιεσθεί και ως εκ τούτου δεν είχε βλητική ή ρηκτική ικανότητα, όπως ορίζει ο ανωτέρω νόμος (άρθρο 1 παρ. 1 εδ. ε' του ν. 2168/1993). Ειδικότερα, από την από 8-12-2014 και με αριθμό πρωτοκόλλου 3022/14/8829-α πραγματογνωμοσύνη της ΔΕΕ (βλ. ανωτέρω κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων του κατηγορητηρίου), στα πλαίσια της οποίας εξετάστηκε η εκρηκτική ύλη προέκυψε ότι το στερεό υλικό που εξετάστηκε αποτελεί "εκρηκτική ύλη" σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 εδ. ε' του ν. 2168/1993 (βλ. σελ. 2 της ως άνω πραγματογνωμοσύνης).
Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν επρόκειτο περί εκρηκτικής ύλης και ως εκ τούτου δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι, από τις επισκοπούμενες φωτογραφίες (βλ. σελίδα 5 της από Δεκεμβρίου 2014 Τεχνικής Έκθεσης Πραγματογνωμοσύνης που προσκόμισε ο κατηγορούμενος, βλ.
ανωτέρω των κατάλογο των αναγνωστέων που προσκόμισε ο κατηγορούμενος), που απεικονίζουν την εκρηκτική ύλη μετά την σύλληψη του κατηγορουμένου, προέκυψε ότι η εκρηκτική ύλη είχε ελάττωμα και δεν είχε βλητική ικανότητα δεν κρίνονται πειστικοί, καθώς ο σάκος που την περιείχε έπεσε στη θάλασσα, όταν κατελήφθη ο κατηγορούμενος από τους λιμενικούς, με αποτέλεσμα από τις εξαχθείσες και επισκοπούμενες, κατόπιν αιτήματος του κατηγορουμένου, φωτογραφίες να μην μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για την κατάσταση των εκρηκτικών υλών πριν την πτώση τους στο νερό.
Επομένως, με βάση τις προπαρατεθείσες σκέψεις, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της αποδιδόμενης εις βάρος του αξιόποινης πράξεως, απορριπτομένου του ισχυρισμού της συγγνωστής πλάνης, των ισχυρισμών του ότι δεν κατείχε τις εκρηκτικές ύλες και ότι δεν ήταν παράνομη η κατοχή των εκρηκτικών υλών και του έτερου συλλογισμού περί μη βλητικής ή ρηκτικής ικανότητας αυτών.
Ωστόσο, πρέπει να αναγνωριστεί υπέρ του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, κατά το άρθρο 84 παρ.2 εδ. α' ΠΚ, καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτός, μέχρι τον χρόνο κατά τον οποίο τελέσθηκε η ως άνω πράξη έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή". Ακολούθως, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, κατά τα αναγραφόμενα κατά λέξη στο διατακτικό αυτής, του ότι:''...στο ..., την 12-11-2014, με πρόθεση κατείχε αντικείμενα που διαλαμβάνονται στο άρθρο 1 του Ν. 2168/1993, χωρίς την άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, αν και τούτο απαγορεύεται, και συγκεκριμένα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, διαπιστώθηκε να κατέχει εντός σάκου εκρηκτικές ύλες συνολικού βάρους 25 κιλών, συσκευασμένες σε έξι(6) δέματα των δέκα (1Ο) τεμαχίων έκαστο, χωρίς να διαθέτει σχετική άδεια από την αρμόδια αστυνομική αρχή του τόπου της κατοικίας του, αν και τούτο απαγορεύεται".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με όσα αναγράφονται στο διατακτικό αυτής, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας, ενόψει όσων εκτίθενται στη μείζονα πρόταση της παρούσας, διέλαβε στην απόφασή του, την απαιτούμενη κατά τις αναγραφόμενες στην ίδια θέση διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπε#ριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του ανωτέρω εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσης του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1§1, στοιχ.
Ε, 7§§1 και 8 στοιχ.α', εδ. α και 15 §1 του Ν.2168/1993, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα και σε σχέση με τις επιμέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος στην προσβαλλόμενη απόφαση παρατίθενται: α) με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του ως άνω εγκλήματος της κατοχής εκρηκτικών υλών, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, αφού αναφέρεται αφενός μεν ότι αυτός κατείχε, υπό την έννοια της φυσικής εξουσίασης και της κατά βούληση διάθεσης την ποσότητα των εκρηκτικών υλών που αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και αφετέρου προσδιορίζεται η ιδιότητα αυτών ως εκρηκτικών υλών, υπό την έννοια της προπαρατεθείσας διάταξης, που διαθέτουν δηλαδή, βλητική και ρηκτική ικανότητα, κατά τα αναγραφόμενα και στην επικαλούμενη και αναγνωσθείσα σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ΔΕΕ.
Στο σημείο τούτο πρέπει να σημειωθεί ότι η αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στον νομίμως προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου, ότι η εκρηκτική ύλη που βρέθηκε στην κατοχή του είχε ελάττωμα και δεν είχε βλητική ικανότητα ''καθώς ο σάκος που την περιείχε έπεσε στη θάλασσα όταν κατελήφθη από λιμενικούς, με αποτέλεσμα από τις εξαχθείσες και επισκοπούμενες φωτογραφίες να μην μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για την κατάσταση των εκρηκτικών υλών'' δεν συνιστά αντίφαση σε σχέση με την προηγηθείσα παραδοχή του Δικαστηρίου της ουσίας, περί της ιδιότητας αυτών ως εύχρηστων εκρηκτικών υλών, υπό την έννοια του νόμου, ούτε δημιουργεί ασάφεια ως προς τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, καθόσον η αναφορά αυτή αποτυπώνει κατά λέξη το συγκεκριμένο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, καταδεικνύοντας την αιτιολογία της απόρριψής του και δεν αποτελεί κρίση και διαπίστωση του Δικαστηρίου, σχετικά με την κατάσταση των εκρηκτικών υλών για την οποίαν έχει τούτο, με την αμέσως προηγηθείσα ουσιαστική σκέψη του, αποφανθεί.
β) Η αιτίαση του κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος, ότι το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε χωρίς να αιτιολογήσει τον παραδεκτώς προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του, περί μετατροπής της κατηγορίας από την πράξη της κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, στην παράβαση του ΠΔ/τος 455/1995 (και ήδη ΠΔ 128/2016), η οποία απειλεί διοικητικής φύσης κυρώσεις, καθόσον, όπως ισχυρίστηκε, κατείχε την αναφερόμενη παραπάνω ποσότητα εκρηκτικών υλών, όχι υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 7§1 του Ν.2168/1993, αλλά ως βοηθός νομής της συζύγου του Α.
Ε., η οποία διατηρεί επιχείρηση εμπορίας εκρηκτικών υλών νομίμως λειτουργούσα και διαθέτει άδεια λειτουργίας αποθήκης αυτών, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη. Και τούτο διότι, αν και ο ως άνω ισχυρισμός αποτελεί άρνηση της κατηγορίας, όπως κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία εξειδικεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και κατά συνέπεια το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψή του, αφού αυτή εμπεριέχεται στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, όμως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια απάντησε στον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε, δεχόμενο ότι η πράξη για την οποίαν καταδικάστηκε ο αναιρεσείων δεν συνδεόταν με την επιχείρηση εμπορίας εκρηκτικών υλών της συζύγου του, την μεταφορά των οποίων από το ορυχείο και προς την αποθήκη αυτής νομίμως ο ίδιος ενεργούσε, αλλά έλαβε χώρα σε τόπο μακράν και ασχέτως των σημείων της επικαλούμενης επιχειρηματικής δραστηριότητας (''στο λιμανάκι του ...
είχε πάει για ψάρεμα''). γ) στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης παρατίθενται κατά το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, στα οποία περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης του κατηγορούμενου, αλλά και ''όλα τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και αναφέρονται στα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης'' στα οποία αναγράφεται ρητά ως αναγνωσθείσα και η υπ' αριθμ.
…01/2018 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της συμβολαιογράφου Κ. Φ.-Θ. του Διοικητή του Α.Τ. .... Άλλωστε, σύμφωνα με όσα αναγράφονται σχετικά στη μείζονα πρόταση, δεν ήταν αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεση των αποδεικτικών μέσων και η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, ούτε και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα, όπως αβασίμως ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων.
δ) Ομοίως ως αβάσιμη πρέπει να απορριφθεί και η αιτίαση, ότι χωρίς επαρκή αιτιολογία απορρίφθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός που προέβαλε ο αναιρεσείων περί συγγνωστής νομικής πλάνης, ως προς την τέλεση της πράξης για την οποίαν αυτός καταδικάστηκε. Συγκεκριμένα, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου του πρόβαλε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του, προς θεμελίωση του οποίου επικαλέστηκε ότι έχει την ιδιότητα του γομωτή και ότι την ποσότητα των 25 κιλών ζελατοδυναμίτιδας, κατείχε ως βοηθός νομής της συζύγου του Α.
Ε., η οποία διατηρεί επιχείρηση εμπορίας εκρηκτικών υλών, νομίμως λειτουργούσα και για την οποίαν έχει εκδοθεί στο όνομά της άδεια εμπορίας και κατοχής εκρηκτικών υλών και ειδικότερα ότι στα πλαίσια της εργασίας του ως οδηγός αυτοκινήτου εφοδιασμένος με άδεια μεταφοράς εκρηκτικών υλών, μετέφερε αυτές στην αποθήκη της επιχείρησης της συζύγου του, για καταστροφή, ως ακατάλληλες και αλλοιωμένες και ότι λόγω των ως άνω ιδιοτήτων του, των προσωπικών και επαγγελματικών δραστηριοτήτων του και τα λοιπά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του διατηρούσε την πεπλανημένη πεποίθηση ότι είχε δικαίωμα να κατέχει, χωρίς σχετική άδεια, τις επίμαχες εκρηκτικές ύλες.
Το ως άνω Δικαστήριο,με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε παραδεκτό και νόμιμο τον παραπάνω αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά απέρριψε αυτόν ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος πεπλανημένως πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να τελέσει την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη και ότι είχε άγνοια το αδίκου χαρακτήρα αυτής, τον οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει οποιαδήποτε και να κατέβαλε επιμέλεια και προσπάθεια, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών του δυνατοτήτων, ενόψει μάλιστα του ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι γνώριζε ότι έπρεπε να επιστραφεί ο σάκος µε τα εκρηκτικά στην αποθήκη και, κατά συνέπεια, γνώριζε ότι η παράκαμψη δεν ήταν μέσα στα πλαίσια της μεταφοράς των εκρηκτικών υλών, λόγω της άδειας εμπορίας εκρηκτικών υλών της συζύγου του, άρα δεν αποδείχτηκε ότι τελούσε σε συγγνωστή νομική πλάνη.
Η ως άνω παραδοχή του Δικαστηρίου της ουσίας, σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτίθενται στη αναγραφόμενη στη σχετική νομική σκέψη, συνιστά επαρκή αιτιολογία για την απόρριψη του συγκεκριμένου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί συγγνωστής νομικής πλάνης. Οι λοιπές αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με τις οποίες υπό την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας, κατ' επίφαση, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 §1 στοιχ.
Δ του ΚΠΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 7§1του Ν.2168/1993 και για έλλειψη ακροάσεως (άρθρο 510 § 1 στοιχ. Β, Δ και Ε του ΚΠΔ) και συνακόλουθα να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθμ. 11060/2018 από 4-10-2018 αίτηση του Γ. Μ. του Φ. κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμόν 249/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ