Legislator Case Law & Legislation
608/2018 AI generated

Appeal dismissed due to procedural gaps; court orders retrial to verify waiver of nullity objection.

Case Number 608/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding specific appellants while ordering a retrial for others. The appellant failed to prove whether the lower court's ex parte judgment was subject to a nullity objection or if the appellant waived that right. Consequently, the court identified missing procedural evidence regarding the waiver and authorized a new hearing to clarify these facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 242, 243, 244 of the Code of Civil Procedure; The court must order a retrial when the record lacks sufficient evidence to determine if a party waived the right to object to a nullity or if such an objection was timely exercised.

Keywords

AI generated
waiver of nullity objection ex parte judgment procedural gap retrial of appeal Code of Civil Procedure nullity objection appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 242, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 243 of the Code of Civil Procedure
Article 244 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 608 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 608/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "....", που εδρεύει … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο - Αναστάσιο Φρώυντε, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ε. Α. του Δ., 2)Γ. Β. του Χ., κατοίκου ..., 3)Ε. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 4)Ι. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 5)Γ.-Β. Γ. του Ι., κατοίκου ..., 6)Π. Δ. του Α., κατοίκου ..., 7)Γ. Δ. του Ξ., κατοίκου ..., 8)Ι. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 9)Ε. Δ. του Α., κατοίκου ..., 10)Α. Ε. του Δ., κατοίκου ..., 11)Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 12)Σ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 13)Σ.

Κ. του Α., κατοίκου ..., 14)Χ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 15)Β. Κ. - Χ., χήρας Δ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., 16)Ν. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 17)Δ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 18)Ω. Μ. - Γ., του Α., κατοίκου ..., 19)Π. Μ., χήρας Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 20)Μ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 21)Γ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 22)Χ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 23)Π. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 24)Α. Μ.

Π. του Ν., κατοίκου ..., 25)Φ. Ν. του Β., κατοίκου ..., 26) Α. Ν. του Ι., κατοίκου ..., 27)Α. Π. του Π., κατοίκου ..., 28)Δ. Π. του Π., κατοίκου ..., 29)Σ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 30)Δ. Π. του Θ., κατοίκου ..., 31)Γ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 32)Χ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 33)Ι. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 34)Α. Σ., χήρας Π. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 35)Κ. Σ. του Π., κατοίκου ..., 36) Κ.

Τ. του Χ., κατοίκου ..., 37)Σ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 38)Ν. Τ. του Θ., κατοίκου ..., 39)Γ. Φ. του Ν., κατοίκου ..., 40)Α. Ζ. του Σ., κατοίκου ..., 41)Π. Χ. του Ν., κατοίκου ... 42)Δ. Τ. του Η., κατοίκου ... και 43)Χ. Γ. του Γ., κατοίκου .... Οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 8ος, 9ος, 10ος, 11ος, 12ος, 14ος, 16ος, 23ος, 24ος, 25ος, 27ος, 28ος, 29ος, 32ος, 34η, 35η, 36ος, 38ος, 41ος και 42ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λ.

Α., που κατέθεσε προτάσεις, και οι λοιποί (7ος, 13ος, 15η, 17ος, 18η, 19η, 20η, 21η, 22ος, 26ος, 30ος, 31ος, 33ος, 37ος, 39ος, 40ος και 43ος) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/7/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1694/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 346/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την από 26/4/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, όπως η τελευταία περίπτωση προστέθηκε με το άρθρο 63 του ν. 4509/22-12-2017.

Στο άρθρο 104 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ ορίζεται ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως (Ολ ΑΠ 13/2008).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε, ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση, ενώ με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, σε περίπτωση απλής ομοδικίας η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, αλλά χωρίζεται η υπόθεση και η συζήτηση της αιτήσεως αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Α.Π. 404/2017).

Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον ‘ Αρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας από εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, που για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ.1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο ‘ Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

2.- Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο η από 26-4-2016 αίτηση του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...." στρεφόμενη κατά σαράντα τριών (43) αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμόν 346/2-2-2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί εφέσεώς των, κατά της 1694/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ερήμην του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος. Η συζήτηση της αναίρεσης για την ως άνω δικάσιμο επισπεύδεται από τον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Λ. Α., όπως τούτο προκύπτει από την .../4-5-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Β. Τ. αντιγράφου της αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου προς συζήτηση αυτής την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης και κλήση του αναιρεσείοντος να παραστεί κατ’ αυτή.

Κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν παραστάθηκαν ούτε και εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 7ος, 13ος, 15η, 17ος, 18η, 19η, 20η, 21η, 22ος, 26ος, 30ος, 31ος, 33ος, 37ος, 39ος, 40ος και 42ος των αναιρεσιβλήτων. Η επίσπευση της συζήτησης της αναίρεσης που έγινε από τους απολειπόμενους ως άνω 17 αναιρεσίβλητους δεν είναι έγκυρη ως προς αυτούς (απολειπόμενους), επειδή κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας από τους αναιρεσιβλήτους αυτούς (απολειπόμενους) προς το δικηγόρο, που για λογαριασμό τους επέσπευσε τη συζήτησή της.

Επομένως, ως προς αυτούς η συζήτηση της αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη. Επίσης, απαράδεκτη είναι η συζήτηση και ως προς τους 10ο, 11ο, 14ο, και 43ο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραστάθηκαν μεν δια του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου και εκπροσωπήθηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης συζήτηση της υπόθεσης χωρίς να καταθέσουν προτάσεις, όμως ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους, που επέσπευσε τη συζήτηση της αναίρεσης και εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, δεν απέδειξε ότι έχει τη ρητή πληρεξουσιότητα αυτών, κατά την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, και έτσι θεωρείται άκυρη η κλήση με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ.1 του ΚΠολΔ, και να πρέπει να κηρυχθεί η συζήτηση της αναίρεσης απαράδεκτη ως προς τους αυτούς αναιρεσιβλήτους.

Σημειώνεται ακόμη, ότι με τις προτάσεις τις οποίες ο ως άνω πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων κατέθεσεν στο Δικαστήριο τούτο διαλαμβάνει ως διαδίκους στη θέση του 10ου και 43ου των αναιρεσιβλήτων για τους οποίους μάλιστα δήλωσε ότι παρίσταται και εκπροσωπεί και για τους οποίους κρίθηκε κατά την αμέσως παραπάνω σκέψη ότι πρέπει να κηρυχθεί η συζήτηση της αναίρεσης απαράδεκτη, άλλα πρόσωπα, προφανώς κληρονόμους των αναιρεσιβλήτων αυτών, χωρίς όμως να δηλωθεί ο θάνατος των ως άνω αναιρεσιβλήτων με κάποιο νόμιμο τρόπο καθώς και ότι τα πρόσωπα αυτά συνεχίζουν τη διακοπείσα λόγω θανάτου των αρχικών διαδίκων δίκη.

Οι εκ των αναιρεσιβλήτων 1ος, 2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 8ος, 9ος, 12ος, 16ος, 23ος, 24ος, 25ος, 27ος, 28ος, 29ος, 32ος, 34ος, 35ος, 36ος, 38ος και 41ος οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Λ. Α. δυνάμει των ειδικών συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων που προσκομίστηκαν από τους ως άνω αναιρεσιβλήτους και βρίσκονται στη δικογραφία.

3.- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 495§1, 501 επ., 553§1, 577§2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και κατά συνέπεια για το επιτρεπτό της άσκησης αναίρεσης από τον ερημοδικασθέντα διάδικο πρέπει να προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι η απόφαση αυτή δεν είναι (πλέον) προσβλητή με ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι αυτός παραιτήθηκε από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ή την ασκηθείσα ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η (15νθήμερη) προθεσμία για την άσκησή της, είτε διότι αυτή απορρίφθηκε με οριστική απόφαση, διαφορετικά είναι απαράδεκτη (ΑΠ 241/2015, 1685/2013, 375/2013).

Τέλος, σύμφωνα με το άρθ.254§1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (άρθ.573§1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, που έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά την μελέτη της υπόθεσης ή την διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση, αναφέροντας, απαραιτήτως, στην σχετική απόφαση τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561§ ΚΠολΔ) και τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: (1) Επί της από 27-7-2009 (και με αριθ.κατ. ......) ένδικης αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του τώρα αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ .... με αντικείμενο την καταβολή μέρους του οφειλομένου σε αυτούς εφάπαξ βοηθήματος, εκδόθηκε η 1964/2012 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή αυτή απορρίφθηκε. (2) Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση οι αναιρεσίβλητοι, ζητώντας την εξαφάνιση της και την καθ’ ολοκληρίαν παραδοχή της αγωγής των. (3) Με την 346/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (αναιρεσιβαλλομένη), εκδοθείσα ερήμην του εφεσιβλήτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, έγινε δεκτή η έφεσή τους, εξαφανίσθηκε η εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και έγινε δεκτή η αγωγή κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σε αυτή. (4) Η ως άνω απόφαση, που δημοσιεύθηκε 2-2-2016, εκδόθηκε ερήμην του εφεσιβλήτου και υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας.

Κατ’ αυτής δε το αναιρεσείον άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης την 26-4-2016 (με αριθ. ... έκθεση κατάθεσης), την οποία υπέγραψεν ο δικηγόρος Αθηνών Θ. Σ. και κατέθεσεν ο δικηγόρος Αθηνών Γ. Β.. Κατά τη συζήτηση της αναίρεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης παραστάθηκε και εκπροσώπησε το αναιρεσείον ο δικηγόρος Αθηνών Ν.

Φ.. Δεν προκύπτει, όμως, για το παραδεκτό της κρινόμενης αίτησης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ότι κατά τον χρόνο της άσκησής της η προσβαλλομένη ερήμην απόφαση δεν υπέκειτο σε ανακοπή ερημοδικίας είτε λόγω παρόδου άπρακτης της σχετικής προθεσμίας για την άσκηση αυτής, αφού δεν προσκομίζεται αλλ’ ούτε και γίνεται επίκληση από το αναιρεσείον επίδοσης της ερήμην απόφασης σε αυτό ή με παραγγελία αυτού προς τους αντιδίκους του ούτε σχετικής βεβαίωσης (πιστοποιητικού) του αρμοδίου γραμματέως περί μη άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, είτε λόγω νομότυπης παραίτησης του αναιρεσιβλήτου από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας ή από τυχόν ασκηθείσα ανακοπή ή και λόγω απόρριψης αυτής).

Επιπλέον, δεν προκύπτει ότι στον ως άνω δικηγόρο που κατέθεσε την αίτηση αναίρεσης δόθηκε από το αναιρεσείον ειδική πληρεξουσιότητα όπως προβεί στην ενέργεια αυτή, όπως και ότι δόθηκε σ’ αυτόν ή στον τρίτο που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης και εκπροσώπησε το αναιρεσείον ενώπιον του Αρείου Πάγου δυνάμει του υπ’ αριθμόν ...-11-2017 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος, ειδική πληρεξουσιότητα με ειδικό μάλιστα πληρεξούσιο να εγκρίνουν και τη συναγόμενη από την απευθείας άσκηση αναίρεσης σιωπηρή παραίτησή του εντολέα τους από το δικαίωμα αυτού για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου ώστε η έγκριση αυτή, ενεργώντας αναδρομικώς, να ισχυροποιεί την παραίτηση από το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης και να καθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη έκτοτε, κατά τα προαναφερόμενα, σε αναίρεση (σχ.

Ολ. Α.Π. 17/2013). Επομένως, κατά την μελέτη και διάσκεψη της υπόθεσης παρουσιάσθηκαν τα ως άνω κενά και αμφίβολα σημεία, τα οποία χρειάζονται συμπλήρωση και διευκρίνιση, και πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, τα αναφερόμενα πιο πάνω στοιχεία σχετικά με την συνδρομή της παραπάνω προϋπόθεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 26-4-2016 αίτησης αναίρεσης ως προς τους 7°, 10°, 11ο, 13ο, 14°, 15η, 17ο, 18η, 19η, 20η, 21η, 22ο, 26ο, 30ο, 31ο, 33ο, 37°, 39ο, 40ο, 42° και 43° των αναιρεσιβλήτων.

Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο της αυτής ως άνω αίτησης για αναίρεση της 346/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, τα αναφερόμενα στο σκεπτικό διαδικαστικά έγγραφα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2018.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ