Supreme Court dismisses appeal on divorce property division for insufficient reasoning and ignored evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding post-divorce property division. The appellant argued the lower court failed to properly evaluate evidence and ignored specific documents, yet the Supreme Court found the reasoning sufficient and the evidence considered. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 19 C.Pol.D.; Art. 559 para. 11 C.Pol.D.: An appeal for lack of legal basis is admissible only when the judgment fails to clearly state the facts necessary for the legal rule or ignores evidence, not merely when the court exercises free evaluation of proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 608 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 608/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χαρίτο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Ιωαννίδη και Δημήτριο Τσίρκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 320/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-2-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος, διάβασε την από 3-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν, κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το εξ αυτών πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ως αποδεδειγμένα τα ακόλουθα: Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους κατά το έτος 1989 γάμο, ο οποίος λύθηκε (αμετακλήτως) το έτος 2003. Κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους η εξ αυτών εναγομένη (αναιρεσείουσα) αύξησε την περιουσία της:1) κατά 50% εξ αδιαιρέτου επί μίας διώροφης οικοδομής που ανηγέρθη κατά το διάστημα 1990-1996 επί οικοπέδου που ανήκε ισομερώς στους διαδίκους και 2) κατά ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 5.793 τ.μ.
το οποίο απέκτησε με αγορά. Tόσο κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου τους (15-8-2003), όσο και κατά τον χρόνο της άσκηση της αγωγής, η αξία των περιουσιακών αυτών στοιχείων της αναιρεσείουσας, ήτοι του 50% αδιαιρέτως του οικοδομήματος (χωρίς συνυπολογισμό της αξίας του οικοπέδου) και ολοκλήρου του αγροκτήματος, ανερχόταν, αντιστοίχως σε 84.217 και 60.000 ευρώ.
Προσέθεσε δε, κατά λέξιν, το Εφετείο: "Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι τα ανωτέρω περιουσιακά στοιχεία αποκτήθηκαν με τα εισοδήματα και των δυο συζύγων, τα οποία απέκτησαν αυτοί από της τελέσεως του γάμου τους (23-3-1989) μέχρι και τα τέλη του έτους 1996 και τα οποία συνεισέφεραν στο συζυγικό οίκο. Ειδικότερα, ο εφεσίβλητος, κατά το χρονικό διάστημα από της τελέσεως του γάμου του, όπως και προηγουμένως και μέχρι την 30-9-1996 εργάζονταν σε οικοδομική επιχείρηση στο ...
της Γερμανίας, με μηνιαίες αποδοχές 4.500 μάρκα κατά μέσο όρο. Από 1-10-1996 συνταξιοδοτήθηκε, λόγω αναπηρίας, με μηνιαία σύνταξη μέχρι την 31-12-1996 1.325 μάρκα. Τα ανωτέρω ποσά ο εφεσίβλητος συνεισέφερε στο συζυγικό οίκο και, συνεπώς, η συνεισφορά αυτού για το χρονικό διάστημα από της τελέσεως του γάμου του μέχρι και την 31-12-1996 ανήλθε από την παραπάνω αιτία σε 408.975 μάρκα Γερμανίας.
Εξάλλου, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα η εκκαλούσα ήταν συνταξιούχος του ΙΚΑ, λόγω αναπηρίας με ποσοστό 75% η δε μηνιαία σύνταξή της ανέρχονταν κατά μέσο όρο σε 40.000 δρχ. ή 400 μάρκα Γερμανίας. Επίσης, την διετία 1989-1990 εργάσθηκε ως καθαρίστρια καταστημάτων και κατοικιών στη Γερμανία με μηνιαίο εισόδημα 2.000 μάρκα.
Τα ανωτέρω εισοδήματά της η εκκαλούσα συνεισέφερε στον οικογενειακό οίκο.
Συνεπώς, η συνεισφορά αυτής ανήλθε για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα 23-3-1989/31-12-1996 σε 85.200 μάρκα Γερμανίας. Συνεισφορά της στο οικογενειακό εισόδημα με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αυτή δεν επικαλείται. Εξάλλου, ο εφεσίβλητος προσέφερε την προσωπική του εργασία κατά την ανέγερση των παραπάνω κτισμάτων, πλην, όμως, χωρίς να εξειδικεύει την εν λόγω προσφορά του, ούτε ο ίδιος αποτιμά σε χρήμα αυτή, αλλά ούτε και από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε η αποτίμησή της.
Συνεπώς, τα ποσοστά συνεισφοράς στη διαμόρφωση του οικογενειακού εισοδήματος των διαδίκων ανήλθαν κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα για μεν τον εφεσίβλητο σε 82,76% για δε την εκκαλούσα σε 17,24%. Κατά τα ποσοστά, επομένως, αυτά συμμετείχαν αυτοί και στην απόκτηση των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων.
Η κρίση ως προς τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σ' όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, η κρίση για το προαναφερθέν ύψος των αποδοχών του εφεσιβλήτου στηρίζεται, πρωτίστως, στην από 27-1-1997 απόφαση συνταξιοδοτήσεως του Κρατικού Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων Άνω Βαυαρίας της Γερμανίας και στον συνημμένο σ' αυτή πίνακα με τις αποδοχές του ιδίου από 1-1-1989 και μετέπειτα.
Επίσης, η κρίση για το προαναφερθέν ύψος των εισοδημάτων της εκκαλούσης στηρίζεται και στην 1199/1996 απόφαση του ΙΚΑ περί παρατάσεως του χρόνου συνταξιοδοτήσεως της, στα αποκόμματα συντάξεώς της και στις καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων. Ο ισχυρισμός της τελευταίας, ότι το προαναφερθέν ακίνητο στη ... αποκτήθηκε με χρήματα του ΑΑ, υιού της από προηγούμενο γάμο της, δεν αποδείχθηκε.
Εκ των εκ διαμέτρου αντιθέτων δε ως προς το σημείο αυτό καταθέσεων των ανωτέρω μαρτύρων, πειστικότερη κρίνεται η κατάθεση του πρώτου των εν λόγω μαρτύρων, ο οποίος διαψεύδει τον ισχυρισμό αυτό της εκκαλούσης. Και τούτο, διότι η εκκαλούσα δεν δίδει κάποια εξήγηση, γιατί ο ανωτέρω υιός της να καταβάλει τη δαπάνη για την επ' ονόματί της αγορά του παραπάνω ακινήτου.
Εξάλλου, ο υιός της αυτός λόγο είχε να πράξει το αντίθετο, ήτοι να αγοράσει το παραπάνω ακίνητο το όνομά του, αφού, σε περίπτωση θανάτου της μητέρας του, η κληρονομιά αυτής και, επομένως και το παραπάνω ακίνητο, θα περιέρχονταν και στον εφεσίβλητο σύζυγό της. Επίσης, δεν αποδείχθηκε και ο έμμεσος ισχυρισμός της εκκαλούσης περί εικονικότητας της παραπάνω συμβάσεως αγοράς του προαναφερθέντος ακινήτου ως προς το πρόσωπο του αγοραστή, ήτοι ότι το εν λόγω ακίνητο αγοράσθηκε στην πραγματικότητα από τον προαναφερθέντα υιό της.
Για τους λόγους δε οι οποίοι προεξετέθησαν, η, ως προς το περιστατικό τούτο, κατάθεση του παραπάνω δευτέρου μάρτυρα δεν κρίνεται πειστική. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το ότι, κατά την αγορά του παραπάνω ακινήτου, η εκκαλούσα συνεβλήθη δια του προαναφερθέντος υιού της, αφού αυτός απλώς εκπροσώπησε τη μητέρα του βάσει πληρεξουσίου.
Επίσης, δεν αναιρούνται από το ότι αυτός κατέβαλε με δυο επιταγές το πιστωθέν μέρος του τιμήματος της ανωτέρω πωλήσεως, αφού έπραξε τούτο ως αντιπρόσωπος της μητέρας του, όπως ακριβώς έπραξε και με την εκ μέρους του καταβολή του μη πιστωθέντος μέρους του ανωτέρω τιμήματος. Πρέπει εδώ να σημειωθεί, ότι και με τις παραδοχές ακόμη της εκκαλούσης και του ανωτέρω μάρτυρά της, ότι οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του εφεσιβλήτου από την παραπάνω εργασία του ανέρχονταν το ποσό των 2.500 μάρκων Γερμανίας και πάλι το ποσοστό συμμετοχής αυτού στη διαμόρφωση του οικογενειακού του εισοδήματος και, επομένως στη απόκτηση των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων υπερβαίνει το 70% ανερχόμενο σε 72,88%.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεχθέν, ότι το ποσοστό συμμετοχής του εφεσιβλήτου στην απόκτηση των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων ανέρχεται σε 70% σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε. Γι' αυτό οι περί του αντιθέτου συναφείς λόγοι εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεσή της εναγομένης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία είχε επιδικασθεί στον αναιρεσίβλητο το χρηματικό ποσό των 100.952 ευρώ". Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου του άρθρου 1400 ΑΚ, οι δε περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ απορρέοντες, πρώτος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.
Εξάλλου, οι διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους ειδικότερες αιτιάσεις σχετικώς με το μέγεθος της συνεισφοράς του αναιρεσιβλήτου στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσειούσης, είναι απαράδεκτες, αφού, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως των ερευνώμενων λόγων, πλήττουν τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 349 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει την αποδεικτική του κρίση, συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφαση του, νά αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της κρίσεώς του, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Ωστόσο, αν από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων ελήφθησαν υπόψη οι ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις που περιέχονται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα που νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε και τα έγγραφα που είχε προσκομίσει η αναιρεσείουσα και τα οποία φέρονται ως αγνοηθέντα, ήτοι:
α) την φορολογική δήλωση - αντίγραφο για τον φόρο εισοδήματος του αναιρεσιβλήτου για το έτος 1995 της Εφορίας Μονάχου και β) την από 13-9-1994 καταγγελία σχέσης εργασίας με την εταιρεία HIEBER στην οποία εργαζόταν ο αναιρεσίβλητος. Σημειώνεται σχετικώς ότι το Εφετείο - όπως προκύπτει από το παρατιθέμενο ανωτέρω απόσπασμα της απόφασής του - στήριξε την κρίση του, για τα εισοδήματα, που είχε ο αναιρεσίβλητος κατά τον σκοπητέο χρόνο, στο σύνολο του αποδεικτικού υλικού και πρωτίστως, σε επίσημο έγγραφο του ασφαλιστικού φορέως αυτού, το οποίο (κατ' ανέλεγκτη εκτίμηση) θεώρησε περισσότερο πειστικό.
Κατά συνέπεια είναι αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ απορρέων δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-2-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 320/2006 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ