Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to specify legal errors in the appeal petition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final decision on March 21, 2007. The appellant argued that the lower court erred in its assessment of evidence and failed to consider specific claims, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that the appeal petition was vague and did not sufficiently specify the legal errors or the specific arguments presented to the lower court as required by law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if the appeal petition fails to clearly specify the legal error and the specific argument previously raised before the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 608 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 608/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ......, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Σπαλιάρα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ....., και 2. ....., ως καθολικού κληρονόμου της θανούσης μητρός του ...., οι οποίοι ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Παπαλάμπρο και ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-1991 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου και της αρχικής διαδίκου .... που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1051/1991 μη οριστική, 6133/1997 του ίδιου Δικαστηρίου. Κατά της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε από την ήδη αναιρεσείουσα η από 26-10-1997 ανακοπή και εκδόθηκαν οι 4461/1998 μη οριστική και 4553/2003 οριστική, αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου και 5827/2004 μη οριστική, 8372/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 3-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 29-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, η αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν παρά την επιταγή των άρθρων 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1α του ΚΠολΔ, δεν εξειδικεύονται σαφώς τα γεγονότα που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος, ελέγχεται αναιρετικώς, αν παραθεωρηθεί από το δικαστήριο της ουσίας, με λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ίδιου Κώδικα, αφού στην περίπτωση αυτή παρά το νόμο δεν κηρύχθηκε το απαράδεκτο της αγωγής για έλλειψη προδικασίας. Για να είναι όμως παραδεκτός ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νομίμως και η πρόταση αυτή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν εμπίπτει σε καμία από τις εξαιρέσεις του προαναφερθέντος άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ και ειδικότερα δεν αφορά τη δημόσια τάξη κατά την έννοια της διατάξεως αυτής. Ειδικότερα δε, αν την αναίρεση ασκεί ο εκκαλών πρέπει, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης, να αναγράφει στο αναιρετήριο, ότι ο σχετικός περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός προβλήθηκε στο Εφετείο με λόγο εφέσεως.
Συνεπώς, ο πρώτος από τον αριθ. 14 (και όχι από τον αριθ. 1 που επικαλείται η αναιρεσείουσα) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στις προσβαλλόμενες αποφάσεις η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την περί αναγνωρίσεως της πλαστότητας της αναφερομένης σ' αυτήν ιδιόγραφης διαθήκης αγωγή των αναιρεσίβλητων λόγω αοριστίας αυτής, η οποία (αοριστία) είχε προταθεί με τις κατατεθείσες ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της αναιρεσείουσας και τότε εκκαλούσας, είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός δεν προτάθηκε νομίμως με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο πρόσθετων λόγων σύμφωνα με το άρθρο 520 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ.
ΙΙ. Επειδή κατά το άρθρο 400 παρ. 3 ΚΠολΔ δεν εξετάζονται όταν κληθούν ως μάρτυρες πρόσωπα που μπορούν να έχουν συμφέρον από τη δίκη. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και προς εκείνες του άρθρου 400 παρ. 2 και 4 του ίδιου Κώδικα, που ορίζουν ότι το δικαστήριο αποφασίζει για την προαναφερθείσα περίπτωση μη εξετάσεως μάρτυρα και με απλή πιθανολόγηση, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί συνδρομής ή όχι στο πρόσωπο του μάρτυρα περιπτώσεως συμφέροντος είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως απορρέουσα από εκτίμηση πραγμάτων.
Συνεπώς, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην πρώτη των προσβαλλόμενων αποφάσεων η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την προβληθείσα ενώπιόν του ένσταση περί μη εξετάσεως του αναφερομένου στο αναιρετήριο μάρτυρα, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Ωσαύτως, ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην ίδια απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης απόρριψης της αίτησης της αναιρεσείουσας προς επίδειξη από τον ως άνω μάρτυρα των φορολογικών του δηλώσεων, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Επειδή, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "και όλα τα έγγραφα τα οποία με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι". Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται αναμφίβολο ότι, παρόλο που δεν τα μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα εξειδικευόμενα στα αναιρετήριο έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
IV. Από το άρθρο 566 παρ. 1 σε συνδυασμό με το 118 αρ. 4 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να περιέχουν πλήρη και σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, που επίσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, συγκροτούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση αυτή.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχει τόσο τον κανόνα δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και να προσδιορίζεται με σαφήνεια το σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή αυτού του κανόνα, καθώς και η επίδραση που έχει το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου, δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς το οποίο κατά τον αναιρεσείοντα υφίσταται ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα στις αιτιολογίες της απόφασης με παράθεση αν πρόκειται για βάση αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, αλλά και των πραγματικών περιστατικών που ο διάδικος πρέπει να είχε επικαλεστεί για τη θεμελίωσή τους, επίσης δε και των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ζήτημα αυτό, καθώς και των φερομένων ως ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών της απόφασης, με επισήμανση σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή αντιφατικότητά τους (ΟλΑΠ 20/2005, 27/1998, 32/1996).
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ. β΄ του ίδιου άρθρου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια ήταν τα "πράγματα" αυτά και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης καθώς και τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο εφετείο και ήταν νόμιμος ή ότι συντρέχει μια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990), ενώ για να είναι ορισμένος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 12 του ίδιου άρθρου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το αποδεικτικό μέσο, ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποια αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και ποιο είναι το σχετικό σφάλμα της αποφάσεως.
Τέλος, για να είναι ορισμένος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 13 του ίδιου άρθρου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου για το βάρος της αποδείξεως, καθώς και το σφάλμα του δικαστηρίου.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτονται στην δεύτερη από τις προσβαλλόμενες απόφαση οι παρακάτω πλημμέλειες: 1) Ότι παραβίασε τα εδάφια α΄ και β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ 2) ότι δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, οι οποίοι επανειλημμένα προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 3) ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδείξεων, 4) ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμους ως προς το βάρος της αποδείξεως και 5) ότι δεν έχει νόμιμη βάση διότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Περαιτέρω, με τους πέμπτο και έκτο λόγους αναίρεσης αποδίδονται στην ίδια απόφαση οι πλημμέλειες α) της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και β) της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, που συνίστανται στο ότι "η αναιρεσείουσα ανταπέδειξε κατά τρόπο καταλυτικό τη γνησιότητα της υπογραφής του διαθέτη από τα πολυπληθή έγγραφα, τα οποία είχαν ανάλογη βαρύτητα", ενώ με τον έβδομο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην ίδια απόφαση οι πλημμέλειες α) της έλλειψης νόμιμης βάσης "διότι δεν δέχθηκε όσα κατέθεσαν ενόρκως οι μάρτυρες ....
και ....και έχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη σιωπηρή απόρριψη των καταθέσεών τους", β) της μη λήψεως υπόψη ισχυρισμών νομοτύπως προταθέντων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και γ) της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες δικαίου και συγκεκριμένα το αναφερόμενο στις καταθέσεις των προαναφερθέντων μαρτύρων δίδαγμα της κοινής πείρας "εις όλον τον κόσμον συμβαίνει η υπογραφή του ατόμου δεν είναι πάντα η ίδια".
Όλοι οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, και ειδικότερα ο μεν έβδομος υπό στοιχ. α΄ διότι πλήττει την, αναιρετικώς ανέλεγκτη, εκτίμηση, από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, μεταξύ των οποίων είναι και το περιεχόμενο των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), όλοι δε οι υπόλοιποι λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρουν κανένα από τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη και απαιτούμενα για το ορισμένο αυτών στοιχεία.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-3-2006 αίτηση αναιρέσεως των με αριθ. 5827/2004 και 8372/2005 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ