Supreme Court dismisses appeal for lack of specific factual findings required to review substantive law violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Peace Court's final decision on a lease dispute. The appellant argued the lower court violated specific statutes regarding lease duration and admissibility, but failed to detail the factual basis for its rulings. The court ruled that without explicit statements of the facts accepted by the lower court, it cannot verify whether the alleged legal errors led to an unjust outcome.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; Articles 559(1), 560(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal alleging a violation of substantive law is inadmissible if the lower court's factual findings are not set out with full clarity in the appeal petition, as only these facts allow for a review of the correctness of the judgment's operative part.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 608 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 608/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σιμιτό.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Βέργο, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Μαΐου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θήρας, επί της οποίας εκδόθηκε η 38/203 οριστική απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης ανέγνωσε την από 23 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας, ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αυτός αποδίδει στην φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο της αγωγής.
Διότι μόνο ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Θήρας, με την οποία έγινε δεκτή η περί αποδόσεως μισθίου ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου, η κατ' ορθή εκτίμηση, εκ του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παράβασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα ότι:
α) παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του π.δ. 34/1995 που ορίζει την διάρκεια των εμπορικών μισθώσεων δωδεκαετή, δεχομένη ως επικρατέστερες τις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 και 30 εδ. α του ν. 1892/1990, β) παραβίασε τις άνω διατάξεις (άρθρ. 5 του π.δ. 34/1995 και άρθρ. 25 παρ. 1 και 30 ν. 1892/1990) μη δεχόμενη ότι μετά την παρέλευση εξαετίας και εφεξής συνήφθη σιωπηρά και άτυπα νέα έγκυρη σύμβαση εμπορικής μίσθωσης με τον αναιρεσίβλητο, αορίστου χρόνου, με περιεχόμενο ίδιο με της προηγούμενης, υπαγόμενη αυτοτελώς στις ρυθμίσεις των διατάξεων των άνω νόμων, γ) εσφαλμένα δεν δέχθηκε ότι η αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικά δεδομένου ότι ο αναιρεσίβλητος επικαλέσθηκε τις άνω διατάξεις του ν. 1892/1990 που έχουν ως σκοπό την προστασία της εδαφικής ακεραιότητας και της εθνικής άμυνας της χώρας ως εργαλείο αισχροκέρδειας, δηλαδή να καρπωθεί με την λήξη της μίσθωσης υπέρογκο "αέρα" και δ) έσφαλε εφαρμόζοντας τις άνω διατάξεις ενώ έπρεπε να τις κρίνει αντισυνταγματικές ως αντίθετες προς τον κανόνα του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος.
Εξάλλου με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένως δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος αυτού για την άσκησή της, βάσει των διατάξεων του ν. 1892/1990, το οποίο (έννομο συμφέρον) έχει μόνο το κράτος, άλλως ως νόμω αβάσιμη, δεδομένου ότι ο αναιρεσίβλητος μετά την αυτοδίκαιη λήξη της μίσθωσης βάσει των άνω διατάξεων δεν διαθέτει κατά του αναιρεσείοντος δικαίωμα μισθωτικής αγωγής, αλλά αγωγής νομής ή κυριότητας, τέλος δε ότι αυτή (απόφαση) στερείται νόμιμης βάσης ως έχουσα αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες (ΚΠολΔ 559 αρ. 19).
Ο πρώτος των άνω λόγων και ο δεύτερος κατά το μέρος που θεμελιώνεται στο άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ είναι αόριστοι και εντεύθεν απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Και τούτο γιατί στο αναιρετήριο εκτός από την άποψη του αναιρεσείοντος περί της έννοιας των παραβιασθεισών διατάξεων και εκείνων που δεν έπρεπε να εφαρμοστούν και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, δεν εκτίθενται με πληρότητα, αλλά εντελώς αποσπασματικά οι παραδοχές του δικαστηρίου εκ του συνόλου των οποίων και μόνο θα μπορούσε να ελεγχθεί από την άποψη της παραβίασης των εφαρμοστέων διατάξεων η μη ορθότητα του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης.
Περαιτέρω ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως γιατί τέτοιος λόγος δεν θεσπίζεται κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων (560 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθίαν η κρινομένη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.12.2004 αίτηση του Α. Χ. για αναίρεση της 38/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θήρας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ