Supreme Court allows appeal against insurance company, ruling 20-year statute of limitations applies to accident compensation claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment, overturning the lower court's dismissal of the claim. The appellant argued that the 20-year statute of limitations under Article 249 of the Civil Code applies to the insurance company's liability for a traffic accident, rejecting the lower court's application of a shorter limitation period. The Court agreed, finding no specific legislation shortening the limitation period for such claims, and remanded the case for a new trial on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 249 of the Civil Code; Article 10 of Presidential Decree 237/1986: The general twenty-year limitation period for civil claims applies to insurance liability for traffic accidents unless specific legislation provides otherwise.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 607 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 607/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Κιούση.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Λευκαρίτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στην: Ν. Μ. του Κ., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 15-5-2011 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, καθώς και με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο και με τις προτάσεις της, πρόσθετη παρέμβαση της ήδη προς κοινοποίηση η αναίρεση, Ν. Μ. του Κ. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6675/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 14826/2017 μη οριστική και 2587/2020 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-10-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., τα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της αιτήσεως αναιρέσεως, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση, κατά δε το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, "Αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναιρέσεως είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη".
Με την ως άνω διάταξη καθιερώνεται η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως. Περαιτέρω, στην παράγραφο 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες ασκήσεως ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ στην παράγραφο 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής αποφάσεως του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".
Τέλος, κατά μεν την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β' 1194)", ήτοι η 6.4.2021", κατά δε την μεταγενέστερη, επίσης ερμηνευτική, διάταξη του άρθρου 49 του Ν. 4963/2022 "1.
Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α' 104) και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48) ως προθεσμίες ασκήσεως ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985, (Α' 182), ΚΠολΔ]. 2.
Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες ασκήσεως ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ".
Είναι σαφές, επομένως, ότι οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται και στην καταχρηστική προθεσμία της ασκήσεως των ενδίκων μέσων και άρα και της αναιρέσεως και, επομένως, το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών της Χώρας δεν υπολογίζεται στην καταχρηστική προθεσμία ασκήσεως της αναιρέσεως (Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1331/2024, Α.Π. 632/2023, Α.Π. 1130/2022, Α.Π. 987/2022, Α.Π. 452/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 18-10-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 20904/2015/19-10-2022) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 2587/2020 τελεσίδικη απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και την σύμβαση ασφαλίσεως (άρθρα 681A, 666, 667 και 670 έως 676 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015).
Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ασκήθηκε νομοτύπως με την κατάθεσή της στις 19-10-2022 στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και εμπροθέσμως, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, ήτοι από τις 4-3-2020, άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των Δικαστηρίων της Χώρας, θα έληγε στις 4-3-2022, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (5 μήνες) και, συνολικώς, χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών (άρθρα 74 παρ. 1, εδάφ.
α' του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1, εδάφ. α' του Ν. 4790/2021), καθώς και επιπλέον 30 ημερών και 10 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 εδάφ. α' του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 εδάφ. α' του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως) (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Με την από 27-1-2011 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 1784/18-2-2011) αγωγή του, όπως παραδέκτα επισκοπείται (άρθρ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α.Ζ.", το ενάγον και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης εξ Ατυχημάτων Αυτοκινήτων", ιστορούσε, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της και κατά τα αποτελούντα αντικείμενο της παρούσας δίκης πραγματικά περιστατικά, ότι στις ...-2004 το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία "Δ. Ε. - Σ. Α. Ο.Ε.", το οποίο οδηγούσε ο Θ. Α., συγκρούσθηκε με το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, που οδηγούσε η Ν. Μ., ιδιοκτησίας του Σ. Μ., υπό τις ειδικότερες συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή. Ότι, συνεπεία του τροχαίου αυτού ατυχήματος, υπέστη υλικές ζημίες το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, η ως άνω ιδιοκτήτρια του οποίου άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης την από 14-10-2005 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 15965/24-10-2005) αγωγή αποζημιώσεως, το περιεχόμενο της οποίας ενσωμάτωσε στην ένδικη, ως άνω, αγωγή, στρεφόμενη και κατά του ενάγοντος Επικουρικού Κεφαλαίου, για τον λόγο ότι το ζημιογόνο όχημα, που οδηγούσε η Ν.
Μ., φερόταν ως ανασφάλιστο κατά τον χρόνο του ατυχήματος και ζητούσε ως αποζημίωση το ποσόν των 3.043 ευρώ. Ότι πριν από την συζήτηση της αγωγής και λόγω της αποκλειστικής υπαιτιότητας, η οποία δεν επιδέχονταν αμφισβήτηση, της οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, το ενάγον προέβη σε συμφωνία με την ως άνω ενάγουσα εταιρεία, ιδιοκτήτρια του υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... οχήματος και στα πλαίσια της εξωδικαστικής διευθετήσεως των εκπορευόμενων από το ένδικο ατύχημα απαιτήσεων, στις 8-3-2006, κατέβαλε στην τελευταία το ποσό των 2.893 ευρώ. Ότι, στην συνέχεια, το ενάγον (Ε.Κ.) άσκησε κατά των προαναφερθέντων Σ. και Ν. Μ., ιδιοκτήτη και οδηγού, αντιστοίχως, του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 5-5-2006 (υπ' αριθμ.
καταθέσεως 7500/2006) αγωγή του, με την οποία, ισχυριζόμενο ότι με την ως άνω καταβολή υποκαταστάθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 4 του Ν. 489/1976, στα δικαιώματα της προαναφερθείσας Ο.Ε. εταιρείας, ιδιοκτήτριας του ζημιωθέντος αυτοκινήτου, έναντι των υπόχρεων σε αποζημίωση, ζήτησε την καταβολή του ως άνω ποσού.
Το ως άνω Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 5878/2008 οριστική του απόφαση, απέρριψε την αγωγή, δεχόμενο ότι το ζημιογόνο, υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, που οδηγούσε η Ν. Μ., ιδιοκτησίας του Σ. Μ., κατά τον χρόνο του ατυχήματος (...-2004) ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α.Ζ.", δυνάμει του υπ' αριθμ. ...
ασφαλιστηρίου συμβολαίου, για το χρονικό διάστημα από 13-9-2003 έως 13-9-2004 και ότι η τελευταία οριστική απόφαση επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 45549/2008 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, με ρητή επίκληση του άρθρου 19 παρ. 5 εδάφ. 3 και 4 του Ν. 489/1976, άλλως επικουρικώς με βάση την διάταξη του άρθρου 904 του Α.Κ., περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, να υποχρεωθεί η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να του επιστρέψει, νομιμοτόκως, το ποσό των 2.893 ευρώ, το οποίο κατέβαλε αυτό (Ε.Κ.) στην παθούσα.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6675/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το τελευταίο Δικαστήριο απέρριψε αυτήν, αφενός μεν, κατά την κύρια βάση της, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, λόγω του ότι η απαίτηση του ενάγοντος (Ε.Κ.) υπέκυψε στην διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του Π.Δ. 237/1986, κατά παραδοχήν της προβληθείσας από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία σχετικής και στην εν λόγω διάταξη στηριζομένης ενστάσεως, επειδή από τον χρόνο του ατυχήματος (...-2004) μέχρι την καταβολή της αποζημιώσεως (8-3-2006) από το ενάγον (Ε.Κ) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, αφετέρου δε, την επικουρική βάση της, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, επειδή η παραγραφή αποτελεί νόμιμη αιτία πλουτισμού.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε από το ενάγον Επικουρικό Κεφάλαιο, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η από 4-4-2016 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 180/25-5-2016) έφεση, με την οποία το τελευταίο, επικαλούμενο εσφαλμένη εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την παραδοχή της αγωγής του.
Το ως άνω, δικάσαν ως Εφετείο, Δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 2587/2020, απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικώς και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.
Το Π.Δ. 314/1993, το οποίο εκδόθηκε προς συμμόρφωση στην 90/232 Οδηγία της Ε.Ο.Κ. (ήδη Ευρωπαϊκή Ένωση), ορίζει στο άρθρο 2 ότι "Δεν επιτρέπεται στο Επικουρικό Κεφάλαιο να απαιτεί, προκειμένου να καταβάλει την αποζημίωση, να αποδείξει το θύμα, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ότι το υπεύθυνο για το ατύχημα μέρος δεν είναι σε θέση ή αρνείται να πληρώσει" και στο άρθρο 3 ότι "Σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ του Επικουρικού Κεφαλαίου και του Ασφαλιστή Αστικής Ευθύνης για το ποιος πρέπει να αποζημιώσει το θύμα για σωματικές βλάβες, που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες ανασφαλίστου αυτοκινήτου, το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεούται σε πρώτη φάση να αποζημιώσει το θύμα.
Αν τελικά αποφασισθεί ότι ο ασφαλιστής αστικής ευθύνης θα έπρεπε να είχε καταβάλει την αποζημίωση εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, ο ασφαλιστής αστικής ευθύνης θα επιστρέψει το οφειλόμενο ποσό στο Επικουρικό Κεφάλαιο που την κατέβαλε". Η διάταξη αυτή, όπως από το κείμενό της αδιστάκτως προκύπτει, αναφέρεται σε διαφορά μεταξύ Επικουρικού Κεφαλαίου και ασφαλιστή, για το ποιος πρέπει να αποζημιώσει τον τρίτον παθόντα και δεν καθιερώνει, εξ αρχής, δυνατότητα του τρίτου να στραφεί κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου και υποχρέωση του τελευταίου να αποζημιώσει αυτόν και αν ακόμη το αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο και μετά το Επικουρικό Κεφάλαιο να στραφεί κατά του ασφαλιστή και να ζητήσει την απόδοση του ποσού, που αυτό κατέβαλε στον παθόντα.
Διαφορετική ερμηνεία θα ανέτρεπε τον σκοπό της συστάσεως και λειτουργίας του Επικουρικού Κεφαλαίου, ο οποίος συνίσταται σε επικουρική παρέμβαση και όχι κυρία και η επικουρική παρέμβαση είναι επιτρεπτή (άρθρο 1 παρ. 4 της 84/5 Οδηγίας Ε.Ο.Κ.). Ειδικότερα, από την διάταξη αυτή (άρθρο 3 του Π.Δ. 314/93), η οποία είναι πιστή αντιγραφή του άρθρου 4 της 90/232/ΕΟΚ, προκύπτει ότι, εάν ο παθών επικαλεσθεί ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ανασφάλιστο και το Επικουρικό Κεφάλαιο δεν αποδείξει ανταποδεικτικώς ότι ήταν ασφαλισμένο ή εάν το τελευταίο αποδείξει μεν ότι είχε συναφθεί για το αυτοκίνητο σύμβαση ασφαλίσεως, αλλά ο παθών ισχυρισθεί και αποδείξει ότι η σύμβαση αυτή έληξε, λύθηκε, ακυρώθηκε ή ανεστάλη νομοτύπως, τότε το Επικουρικό Κεφάλαιο έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει αμέσως τον παθόντα.
Εάν, εκ των υστέρων, αποκαλυφθεί ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο κατά τον χρόνο του ατυχήματος καλύπτονταν από ισχύουσα ασφαλιστική σύμβαση, τότε το Επικουρικό Κεφάλαιο δεν έχει το δικαίωμα να στραφεί κατά του παθόντος και να ζητήσει την επιστροφή, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, του ποσού της αποζημιώσεως που του κατέβαλε, αλλά έχει αξίωση για επιστροφή της καταβληθείσας αποζημιώσεως μόνον κατά του ασφαλιστή.
Δηλαδή και η διάταξη αυτή θεσπίσθηκε για την προστασία του θύματος από τον κίνδυνο εμπλοκής σε δικαστικούς αγώνες με το Επικουρικό Κεφάλαιο και επιστροφή σ' αυτό της αποζημιώσεως που εισέπραξε, στην περίπτωση κατά την οποία εκ των υστέρων προέκυπτε ότι το αυτοκίνητο, από το οποίο προκλήθηκε η ζημία του, ήταν ασφαλισμένο (Ολ.
Α.Π. 3/2005, Α.Π. 1340/2023). Με το Π.Δ. 237/1986 "Κωδικοποίηση των διατάξεων του ν. 489/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφάλισης των εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης"", όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε από τον Ν. 1569/1985 (ΦΕΚ Α'/183/85) και τα Π.Δ. 1019/1981 (ΦΕΚ Α'/253/81) και 118/1985 (ΦΕΚ Α'/35/85), ορίζονται: Στο άρθρο 2: "Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλεια την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος".
Στο άρθρο 10 αυτού: "Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ίδια αξίωση κατά του ασφαλιστή". Στο άρθρο 11 παρ. 1 του ιδίου π.δ/τος: "Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατ' άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ' αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του αντισυμβαλλομένου, του ασφαλισμένου και του οδηγού".
Και στο άρθρο 19 παρ. 1 περ. 1 του ιδίου π.δ/τος: "Το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στο πρόσωπο που ζημιώθηκε την, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, αποζημίωση λόγω θανατώσεως ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικό ατύχημα όταν: α) ... β) Το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο ως προς το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η κατά το άρθρο 2 υποχρέωση ...
γ)... δ)...". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, ο κύριος ή ο κάτοχος αυτοκινήτου, που κυκλοφορεί στην Ελλάδα, πρέπει να έχει ασφαλίσει αυτό σε μία νομίμως λειτουργούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία. Εάν από το αυτοκίνητο προξενηθούν θανάτωση, σωματικές βλάβες ή υλικές ζημίες, ο παθών έχει ευθεία αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρείας για καταβολή της αποζημιώσεώς του, μέχρι το ποσό που προβλέπεται από την ασφαλιστική σύμβαση και ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτού ενστάσεις, που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση κατά του ασφαλιζόμενου ή του αντισυμβαλλόμενου ή του οδηγού.
Και μόνον όταν το αυτοκίνητο είναι ανασφάλιστο, τότε ο παθών έχει αγωγή κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου για καταβολή της αποζημιώσεως, δηλαδή η αγωγή κατά του τελευταίου είναι επικουρική. Ως ανασφάλιστο θεωρείται το ζημιογόνο αυτοκίνητο: α) όταν δεν έχει συναφθεί γι' αυτό ποτέ κατά το παρελθόν σύμβαση ασφαλίσεως ή β) όταν αυτή έληξε και δεν ανανεώθηκε ή λύθηκε ή ακυρώθηκε ή ανεστάλη, είτε μονομερώς, με καταγγελία του ασφαλιστή ή του ασφαλισμένου, είτε με κοινή συμφωνία αυτών.
Στην δεύτερη περίπτωση, για να θεωρηθεί ανασφάλιστο το ζημιογόνο αυτοκίνητο, πρέπει να έχει χωρήσει γνωστοποίηση στον αντισυμβαλλόμενο ή στον ασφαλισμένο από τον ασφαλιστή της λήξεως, λύσεως, ακυρώσεως ή αναστολής της ασφαλιστικής συμβάσεως και να έχει παρέλθει χρονικό διάστημα δεκαέξι (16) ημερών από την γνωστοποίηση αυτή, διότι μόνο εφόσον συντρέξουν οι δύο αυτές προϋποθέσεις (γνωστοποίηση της λήξεως, κ.λπ.
και πάροδος 16 ημερών από αυτήν), ο ασφαλιστής μπορεί να αντιτάξει κατά του τρίτου παθόντος την λήξη, λύση, ακύρωση ή αναστολή της ασφαλιστικής συμβάσεως και, κατά συνέπειαν, αυτός δεν έχει αξίωση για αποζημίωση κατά του ασφαλιστή και το ζημιογόνο αυτοκίνητο θεωρείται ανασφάλιστο (άρθρο 11 παρ. 2, εδάφ. α' του Π.Δ. 237/1986).
Η γνωστοποίηση δε γίνεται με έγγραφη επιστολή του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο ή τον αντισυμβαλλόμενο στην κατοικία ή στην διαμονή αυτών (εδάφ. β' της ανωτέρω παραγράφου 2 του άρθρου 11, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 7 του Ν. 2.170/1993). Η γνωστοποίηση αυτή απαιτείται και αν ακόμη η ακύρωση της ασφαλιστικής συμβάσεως έγινε με μεταγενέστερη κοινή συμφωνία ασφαλιστή και αντισυμβαλλόμενου ή ασφαλισμένου.
Ο παθών τρίτος, για να θεμελιώσει την αξίωσή του για αποζημίωση κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, αρκεί να επικαλεσθεί, εκτός των άλλων αναγκαίων πραγματικών περιστατικών, ότι το προκαλέσαν την ζημία αυτοκίνητο, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ήταν ανασφάλιστο. Το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο έχει το δικαίωμα, όπως ήδη αναφέρθηκε, να αποδείξει ανταποδεικτικώς ότι το εν λόγω αυτοκίνητο καλύπτονταν από ασφαλιστική σύμβαση, οπότε ο ενάγων παθών τρίτος έχει το δικαίωμα να προβάλλει τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η επικαλούμενη από το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο σύμβαση ασφαλίσεως έληξε, λύθηκε, ακυρώθηκε ή ανεστάλη με νόμιμο τρόπο, έγινε η γνωστοποίηση αυτής με τον προαναφερθέντα τύπο από τον ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο ή αντισυμβαλλόμενο και το ατύχημα συνέβη μετά παρέλευση 16 ημερών από την γνωστοποίηση αυτή.
Και αν αποδειχθεί ο ισχυρισμός αυτός, το ζημιογόνο αυτοκίνητο θεωρείται ανασφάλιστο και το Επικουρικό Κεφάλαιο ενέχεται στην καταβολή της αποζημιώσεως. Έτσι, ο τρίτος παθών δεν βρίσκεται σε δυσχερή θέση έναντι του αντιδίκου του Επικουρικού Κεφαλαίου, αφού γνωρίζοντας την ασφαλιστική σύμβαση, την οποία παραδεκτώς και ορισμένως επικαλέσθηκε το τελευταίο, έχει την ευχέρεια να ερευνήσει, αν αυτή, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ίσχυε ή είχε λήξει, λυθεί, ακυρωθεί ή ανασταλεί και να προβάλλει και να αποδείξει τον σχετικό ισχυρισμό του.
Σε όλες τις περιπτώσεις ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου το ζημιωθέν πρόσωπο έχει ιδία αξίωση κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου (παρ. 3 του ίδιου άρθρου 19) και το τελευταίο (Ε.Κ.), με την καταβολή της αποζημιώσεως υποκαθίσταται σε όλα τα, εξαιτίας του ατυχήματος, δικαιώματα του ζημιωθέντος, έναντι του υποχρέου προς αποζημίωση ή του ασφαλιστή, πλην της περιπτώσεως δ' (αν ο ασφαλιστής πτώχευσε ή αν η εκτέλεση εις βάρος του απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχειρήσεως εξ αιτίας παραβάσεως νόμου), κατά την οποία δεν υποκαθίσταται στα εν λόγω δικαιώματα (παρ. 4 του ίδιου άρθρου 19).
Η αξίωση υποκαταστάσεως που ασκείται από το Επικουρικό Κεφάλαιο κατά του υποχρέου σε αποζημίωση ή του ασφαλιστή του, είναι αυτή που θα ασκούσε ο ζημιωθείς τρίτος, αν δεν υπήρχε θέμα ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου. Η ανωτέρω υποκατάσταση, δηλαδή, έχει την έννοια της ex lege μεταβιβάσεως της απαιτήσεως αποζημιώσεως στο Επικουρικό Κεφάλαιο και δεν χορηγείται στο τελευταίο αυτόνομη αξίωση κατά του υποχρέου μετά την ικανοποίηση του δικαιούχου.
Η μεταβίβαση αυτή συνοδεύεται με όλα τα, κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως, πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της απαιτήσεως, που μεταβιβάζεται. Ο υπόχρεος προς αποζημίωση, όταν ενάγεται βάσει του μηχανισμού της υποκαταστάσεως από το Επικουρικό Κεφάλαιο αναγωγικώς, δικαιούται να προβάλλει κατ' αυτού την ένσταση της παραγραφής της αξιώσεως.
Συνέπεια δε του γεγονότος της υποκαταστάσεως που ασκείται από το Επικουρικό Κεφάλαιο κατά του υποχρέου σε αποζημίωση ή του ασφαλιστή του, είναι αυτή που θα ασκούσε ο ζημιωθείς τρίτος, αν δεν υπήρχε θέμα ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, ότι, δηλαδή, η αξίωση, με βάση την υποκατάσταση, υπόκειται στον ίδιο χρόνο παραγραφής, όπως η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου, δηλαδή πενταετή κατά την Α.Κ. 937 ή διετή, κατά το άρθρο 7 του Ν.
ΓΠΝ/1911, από την ημέρα του ατυχήματος. Διαφοροποιείται, όμως, η αφετηρία της παραγραφής, γιατί το δικαίωμα αναγωγής του Επικουρικού Κεφαλαίου γεννιέται το πρώτον από την ικανοποίηση του παθόντος, μη υφιστάμενο πριν από το χρονικό αυτό σημείο (Α.Π. 1340/2023, Α.Π. 399/2020, Α.Π. 2173/2013, Α.Π. 568/2002). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 5 εδάφ.
γ' και δ' του Ν. 489/1976, σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ του Επικουρικού Κεφαλαίου και του ασφαλιστή αστικής ευθύνης για το ποιος πρέπει να αποζημιώσει το θύμα για σωματικές βλάβες, που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για υλικές ζημιές και σωματικές βλάβες ανασφάλιστου οχήματος, το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεούται, σε πρώτη φάση, να αποζημιώσει το θύμα.
Αν, τελικώς, αποφασισθεί ότι ο ασφαλιστής αστικής ευθύνης θα έπρεπε να έχει καταβάλει την αποζημίωση, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, ο ασφαλιστής αστικής ευθύνης θα επιστρέψει το οφειλόμενο ποσό στο Επικουρικό Κεφάλαιο, που την κατέβαλε. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, σε περίπτωση κατά την οποία το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεωθεί να καταβάλει αποζημίωση στο ζημιωθέν από το ατύχημα πρόσωπο, με βάση την έλλειψη ασφαλίσεως του ζημιογόνου αυτοκινήτου και μεταγενεστέρως διαπιστωθεί ότι αυτό ήταν ασφαλισμένο, που σημαίνει ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο κατέβαλε αλλότριο χρέος, δηλαδή το χρέος του ασφαλιστή προς το ζημιωθέν πρόσωπο και έτσι ο ασφαλιστής αυτός απαλλάχθηκε από το χρέος του, η καταβολή δε αυτή οδηγεί σε sine causa πλουτισμό του ασφαλιστή, το Επικουρικό Κεφάλαιο έχει δικαίωμα, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 5 εδάφ.
γ' και δ' του Ν. 489/1976, να στραφεί κατά του ασφαλιστή και να ζητήσει την πληρωμή (επιστροφή) του καταβληθέντος στον ζημιωθέντα ποσού (Α.Π. 1340/2023, Α.Π. 1136/2014, Α.Π. 568/2002), η δε παραγραφή της σχετικής αξιώσεως υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του Α.Κ.
Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1, εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ο λόγος αναιρέσεως αυτός ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 1/2021, Α.Π. 224/2025, Α.Π. 223/2025).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, με την κρίση του, ότι η κύρια βάση της ένδικης αγωγής του (του Ε.Κ.), η οποία θεμελιώνεται στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 5 εδάφ. 3 και 4 του Ν. 489/1976, παρεγράφη κατ' άρθρον 10 παρ. 2 του Π.Δ. 237/1986, παραβίασε την τελευταία διάταξη, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέα στην ένδικη αξίωση, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 249 του Α.Κ., την οποία δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέα, καθόσον η αξίωση αυτή, ελλείψει ειδικότερης προβλέψεως στον νόμο, υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή, με αφετηρία τον χρόνο καταβολής της αποζημιώσεως στον παθόντα από το Επικουρικό Κεφάλαιο.
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε την από 4-4-2016 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 6675/2013 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Όπως, όμως, προκύπτει από τα εκτιθέμενα στην κύρια αγωγή, το ατύχημα έλαβε χώρα την ...-2004, ενώ ο εξώδικος συμβιβασμός που επικαλείται το ενάγον έγινε την 8-3-2006, οπότε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 π.δ. 237/86, όπως ίσχυε προ της τροποποίησής του που ορίζει ότι η αξίωση του παθόντος κατά του ασφαλιστή του παραγράφεται εντός δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, η απαίτηση του ενάγοντας έχει παραγραφεί, αφού έχει παρέλθει η διετία που ορίζει ο νόμος.
Αλλά και η επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού κρίνεται απορριπτέα, καθόσον η παραγραφή αποτελεί νόμιμη αιτία πλουτισμού και ως εκ τούτου δεν ισχύει η διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η κύρια αγωγή και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή, ελλείψει εννόμου συμφέροντος.
Κατόπιν τούτων, ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το εκκαλούν, κρίνονται νομικά και ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας ότι η αξίωση του άρθρου 19 παρ. 5 εδάφ. 3 και 4 του Ν. 489/1976, στην οποία στηρίζεται η κύρια βάση της αγωγής, υπέπεσε στην διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του Π.Δ. 237/1986, παραβίασε ευθέως την τελευταία διάταξη, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, αν και δεν ήταν εφαρμοστέα στην ένδικη αξίωση, καθώς και την διάταξη του άρθρου 249 του Α.Κ., την οποία δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέα.
Συγκεκριμένα, όπως προεκτίθεται, το ενάγον και ήδη αναιρεσείον με την από 27-01-2011 αγωγή του, επικαλούμενο την συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 19 παρ. 5 εδάφ. 3 και 4 του Ν. 489/1976 (καταβολή αποζημιώσεως ποσού 2.893 ευρώ από το ίδιο στην παθούσα του ένδικου τροχαίου ατυχήματος στο πλαίσιο εξώδικου συμβιβασμού και έκδοση της υπ' αριθμ. 45549/2008 τελεσίδικης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε, ότι το ζημιογόνο όχημα, κατά το χρόνο του τροχαίου ατυχήματος, ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία), ζήτησε την επιστροφή, του εκ μέρους του καταβληθέντος ποσού των 2.893 ευρώ στον παθόντα, από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία.
Η αξίωση αυτή του ενάγοντος δεν υπόκειται στην παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του Π.Δ. 237/1986, όπως εσφαλμένως κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά (υπόκειται) στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του Α.Κ., λόγω ελλείψεως ειδικής νομοθετικής προβλέψεως για συντομότερη παραγραφή της, με αφετηρία της παραγραφής τον χρόνο καταβολής της αποζημιώσεως στον παθόντα από το Επικουρικό Κεφάλαιο, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην νομική σκέψη.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. και να αναιρεθεί η κύρια βάση της αγωγής, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός, καταλαμβάνει και τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αφορά στο ίδιο κεφάλαιο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκασή της ως προς την κύρια βάση της από 27-01-2011 αγωγής στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της αναιρέσεως, στο καταθέσαν αυτό (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2587/2020 τελεσίδικη απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκασή της ως προς την κύρια βάση της από 27-01-2011 αγωγής στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της αναιρέσεως, στο καταθέσαν αυτό.
Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ