Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of contractor's claim for partial payment of construction work.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's decision dismissing the appellant's claim for partial payment. The appellant argued that the lower court incorrectly rejected their argument regarding partial payment of the 18th invoice because it was raised during the appeal phase rather than the initial trial. The court found that the lower court had actually examined this argument and dismissed it erroneously, violating procedural rules on admissibility. Consequently, the decision was annulled and the case remitted to the Third Instance Court for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8), 559(14) of the Code of Civil Procedure; The lower court erred in declaring an argument inadmissible when it had previously been examined and rejected during the appeal proceedings, thereby violating the principle of contradictory proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 607 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 607/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ...". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη. Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσιβλήτου και κατά της αναιρεσείουσας παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", με διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στον Δήμο Αθηναίων και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-8-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4070/2015 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο κρινόμενο ως αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 4856/2018 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 1537/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-3-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου και της προσθέτως παρεμβαίνουσας την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Η αρχικώς ενάγουσα "... A.E.", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η "... Α.Ε." ήδη αναιρεσίβλητη, άσκησε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, την από 9/8/2013 αγωγή της κατά της αρχικώς εναγόμενης εταιρείας με την επωνυμία "... [...
Α.Ε.]", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εταιρεία "... Α.Ε." ήδη αναιρεσείουσα, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 1.292.623,17 ευρώ, που αφορά απαιτήσεις της (μη διαδίκου) αναδόχου του έργου "..." (από τις 18η, 19η, 20η και 21η εγκεκριμένες πιστοποιήσεις εκτέλεσης εργασιών) κατά της εναγομένης (κυρίας του έργου), τις οποίες (απαιτήσεις) η ανάδοχος, με σχετικές συμβάσεις ενεχύρασης, εκχώρησε στην ίδια (ενάγουσα), η οποία κοινοποίησε τις σχετικές συμβάσεις στην εναγομένη.
Επί της αγωγής αυτής, αρχικά, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4070/2015 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παράπεμψε την υπόθεση στο καθ' ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε, αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, την υπ' αριθ. 4856/2018 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την παραπάνω αγωγή (δεχόμενο εν μέρει την ένσταση εξόφλησης που πρότεινε η εναγομένη) και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 840.322,69 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση τόσο η ενάγουσα όσο και η εναγομένη, ζητώντας η μεν ενάγουσα την εξολοκλήρου παραδοχή της αγωγής της, η δε εναγομένη την απόρριψή της. Επί αυτών εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθ. 1537/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας, ενώ δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 570.322,69 ευρώ.
Την παραπάνω απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προσβάλλει η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με την υπό κρίση, από 1-3-2022, αίτηση αναίρεσης, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (Α.Π.1736/2017).
Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (Α.Π.1329/2017, Α.Π.611/2013, Α.Π. 1171/2012).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (Α.Π.1485/2006, Α.Π.91/2005).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθ. 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθ. 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (Α.Π.1564/2017, Α.Π. 1731/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 περ.
γ' του ν.4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κ.λ.π.", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιρειών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.
Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρείες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "οι Εταιρείες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014. Εφόσον οι Εταιρείες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του ως άνω άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 742/2023, ΑΠ 456/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στην Αθήνα (...) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο " ...", με το από 10-7-2023 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 18-7-2023 και επιδόθηκε τόσο στην αναιρεσείουσα (βλ. την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ'αριθ. 4849Δ'/31-7-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείου Αθηνών, με έδρα την Αθήνα ...) όσο και στη αναιρεσίβλητη (βλ.
την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ'αριθ. 10225Θ'/31-7-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών με έδρα την Αθήνα ...) άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α. Ε.", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", ειδικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 326/2/17-9-2019 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, ΦΕΚ B'/3533/20-9-2019), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αναιρεσίβλητη, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από ...
σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, περίληψη της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο ειδικό Βιβλίο του ν. 2844/2000 που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθ. πρωτοκόλλου ..., έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "...", ανώνυμη εταιρία ειδικού σκοπού [που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί συμφώνως προς τους Νόμους της Ιρλανδίας περί τιτλοποιήσεων και έχει καταχωρηθεί στο Εμπορικό και Εταιρικό Μητρώο του Δουβλίνου με αριθμό μητρώου ...], η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρία, δυνάμει της από 29/7/2021 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων, όπως αυτή συμπληρώθηκε με τις από 24-11-2022 συμβάσεις, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στα Βιβλία του ...
Αθηνών με αριθ.πρωτοκόλλου .... Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας. Η ως άνω αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση είναι παραδεκτή και νόμιμη (άρθρα 80 και 83 ΚΠολΔ) με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ, η τελευταία από τις οποίες εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο ν. 4335/2015, καθόσον οι ένδικες εφέσεις ασκήθηκαν στις 30-4-2019 και 3-5-2019, αντίστοιχα, ήτοι μετά την ισχύ (στις 1-1-2016) του άνω νόμου (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ανωτέρω νόμου), οι ενστάσεις του εκκαλούντος εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε συντρέχει, ως προς αυτές, κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 αριθ.2 έως 6 του ΚΠολΔ, πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των προσθέτων λόγων της.
Διαφορετικά, αν προταθούν με τις προτάσεις είναι απαράδεκτοι. Όλες, όμως, οι ανωτέρω αναφερόμενες ενστάσεις, όταν προτείνονται, για πρώτη φορά με τις προτάσεις του εκκαλούντος εναγομένου, ερευνώνται παραδεκτά, από το Εφετείο, μόνο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, βάσει άλλου λόγου έφεσης και τη διακράτηση, από αυτό, της υπόθεσης (Α.Π.268/2021, Α.Π.821/1998).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθ. 1 του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, παρέχεται στον εφεσίβλητο, ανεξαρτήτως της ιδιότητας που είχε στον πρώτο βαθμό (δηλαδή του ενάγοντος, του εναγομένου ή του παρεμβαίνοντος), η πρόσθετη δικονομική δυνατότητα της πρότασης απεριορίστως νέων πραγματικών ισχυρισμών, προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, υπό την προϋπόθεση ότι με αυτούς δεν επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής.
Ειδικότερα, ο εναγόμενος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει στην κατ` έφεση δίκη με τις προτάσεις του οποιαδήποτε ένσταση καταλυτική ή διακωλυτική του δικαιώματος που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Έτσι, μπορεί να προτείνει για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ένσταση εξόφλησης (Α.Π.1043/2010).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π.22/2005, Ολ.Α.Π.25/2003, Α.Π.757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (A.Π.50/2020, Α.Π.1795/2008). "Πράγμα", υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο κύριος και ο πρόσθετος λόγος έφεσης, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π.3/2008, Α.Π.13/2014), καθώς και οι λόγοι ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής (ΑΠ 531/2020, ΑΠ 387/2020, ΑΠ 368/2019).
Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.Α.Π.8/2013, Ολ.Α.Π.3/1997, Α.Π.630/2020, Α.Π.1142/2019).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.Α.Π.1/2019, Ολ.Α.Π.25/ 2008, Α.Π.1383/2021).
Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ.Α.Π.2/2001, Α.Π.933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.Α.Π.2/2001, Α.Π.480/2020, Α.Π.175/2019, Α.Π.1496/2017).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ` αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π.927/2019, Α.Π.357/2018).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 30-8- 2006 σύμβασης έργου, που συνήφθη μεταξύ της αρχικώς εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "...
Α.Ε.", ως εργολάβου (ορθόν: εργοδότριας) - στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως οιονεί καθολική διάδοχος, η συσταθείσα με το άρθρο 132 του ν. 4199/2013 εταιρία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", στην οποία συγχωνεύτηκαν η εταιρίες "... Α.Ε.", "... Α.Ε." και ".... Α.Ε." - και της κοινοπραξίας με την επωνυμία "... ΑΤΟΕΕ", ως εργολάβου, η πρώτη ανέθεσε στη δεύτερη το έργο "Μελέτη, κατασκευή και εξοπλισμός ...
στο Περιστέρι Αττικής", αντί εργολαβικού ανταλλάγματος € 1.679.000 για τις οικοδομικές Η/Μ εργασίες, πλέον απρόβλεπτων (15%), αναθεώρησης (3%) και ΦΠΑ (19%) και € 619.000 για την προμήθεια - εγκατάσταση του ιατρικού και ξενοδοχειακού εξοπλισμού, πλέον απρόβλεπτων (15%) και ΦΠΑ (19%), που συμφωνήθηκε να καταβάλλεται με βάση μηνιαίες πιστοποιήσεις, οι οποίες θα είχαν ενιαία αύξουσα αρίθμηση, θα συντάσσονταν ανακεφαλαιωτικά και θα αφορούσαν σε εκτελεσθείσες εργασίες τμημάτων του έργου ή ποσοστού αυτών, σύμφωνα με τον πίνακα κατανομής και απορρόφησης του κατ' αποκοπήν εργολαβικού ανταλλάγματος.
Με το από 10-5-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό το μέλος της αναδόχου κοινοπραξίας "... Inc" σύστησε με την εταιρία "... Α.Ε." νέα κοινοπραξία με την επωνυμία "... ΑΕ - ... Inc", σκοπός της οποίας ορίσθηκε η εκτέλεση του προαναφερθέντος έργου. Ακολούθως, με την από 27-3-2008 αίτηση της, η ανάδοχος εταιρία "... ... ΑΤΟΕΕ" ζήτησε από την κυρία του έργου έγκριση για την υποκατάστασή της στην εκτέλεση του έργου από τη νεοσυσταθείσα κοινοπραξία "...
ΑΕ ... Inc". Με την υπ' αριθ. 1722/176/10-4-2008 απόφαση του Δ.Σ. της κυρίας του έργου χορηγήθηκε η αιτηθείσα έγκριση υποκατάστασης της αναδόχου για το ανεκτέλεστο τμήμα του έργου, υπογραφέντος μετά ταύτα, μεταξύ αυτής και της νέας αναδόχου, του από 30-4-2008 προσαρτήματος για τη συμβατική δέσμευσή τους σε σχέση με το συγκεκριμένο έργο.
Στα πλαίσια της σταδιακής εκτέλεσης του έργου συντάχθηκαν από την κυρία του έργου οι αναγκαίες πιστοποιήσεις εκτέλεσης εργασιών και εγκρίθηκαν από αυτήν οι αντίστοιχοι λογαριασμοί, μεταξύ των οποίων και οι κάτωθι αναφερόμενοι, συνολικού ποσού € 1.292.623,23, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ 19%: 1) ο 18ος λογαριασμός, που εγκρίθηκε στις 25-2-2009 για το ποσό των € 355.515,29 (καθαρή αμοιβή € 298.752,29 και ΦΠΑ € 56.762,94), 2) ο 19°ς λογαριασμός, που εγκρίθηκε στις 31-3-2009 για το ποσό των € 208.895,46 (καθαρή αμοιβή € 175.542,40 και ΦΠΑ € 33.353,06), 3) ο 20°ς λογαριασμός, που εγκρίθηκε στις 22-5-2009 για το ποσό των € 498.080,21 (καθαρή αμοιβή € 418.554,80 και ΦΠΑ € 79.525,41) και 4) ο 21ος λογαριασμός, που εγκρίθηκε στις 23-6- 2009 για το ποσό των € 230.132,27 (καθαρή αμοιβή € 193.388,46 και ΦΠΑ € 36.743,81).
Όμως, επειδή μεταξύ της ενάγουσας τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ..." - στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως οιονεί καθολική διάδοχος η τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ.", λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη - και του μέλους της αναδόχου κοινοπραξίας με την επωνυμία "... ... ..." είχε συναφθεί σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό για τη χορήγηση στην ανάδοχο του έργου πίστωσης μέχρι του συνολικού ποσού του € 1.500.000, τα συμβαλλόμενα στην εν λόγω σύμβαση πίστωσης μέρη συμφώνησαν, προς εξασφάλιση της απαίτησης της αρχικώς ενάγουσας τράπεζας, τη σύσταση τραπεζικού ενεχύρου σε καθεμία από τις απαιτήσεις της αναδόχου-πιστούχου έναντι της αρχικώς εναγομένης κυρίας του έργου από τους προαναφερθέντες λογαριασμούς (18°, 19°, 20° και 21°), συναφθεισών, αντιστοίχως, των από 27-2-2009, 2-4-2009, 27-5-2009 και 25-6-2009 έγγραφων "συμβάσεων συστάσεως ενεχύρου - εκχωρήσεως απαιτήσεως", που κοινοποιήθηκαν στην εναγομένη εν είδει αναγγελίας, με αποτέλεσμα, κατόπιν και της, κατ' άρθρα 236 και 239 ΑΚ, χορηγηθείσας συναίνεσης του έτερου μέλους της κοινοπραξίας (...
Inc), που ήταν κατά το 50% δικαιούχος του ποσού των εγκριθέντων λογαριασμών, να συντελεστεί η εκχώρηση του συνολικού ποσού των ως άνω απαιτήσεων προς την αρχικώς ενάγουσα τράπεζα και να καταστεί η τελευταία δικαιούχος τους, δυνάμενη να τις εισπράξει από την οφειλέτρια κυρία του έργου (αρχικώς εναγομένη).
Η οιονεί καθολική διάδοχος της εναγομένης δεν αμφισβητεί, γενικώς ή ειδικώς, όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, συναγομένης ομολογίας περί τούτων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 261 ΚΠολΔ, ανεξαρτήτως του ότι τα γεγονότα αυτά αποδεικνύονται πλήρως και από τα προσκομισθέντα από αμφότερες τις διάδικες πλευρές έγγραφα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά τη σύσταση της εταιρίας "... ΑΕ" και την εκ του νόμου υπεισέλευσή της στη θέση της αρχικώς εναγομένης, ως οιονεί καθολική διάδοχος της, η τελευταία, δια της υπ' αριθ. πρωτ. 11620/4-8-2014 απόφασής της, αποφάσισε την πληρωμή των 18ου, 19ου, 20ου και 21ου λογαριασμών με την καταβολή για την αιτία αυτή του συνολικού ποσού των € 783.259,19.
Για το σκοπό τούτο εξέδωσε: α) στις 7-8-2014 τα υπ' αριθ. 002062 και 002063 "εντάλματα πληρωμής" για τα αντίστοιχα ποσά των € 105.174,36 και € 347.126,12 και συνολικά για το ποσό των € 452.300,48 και β) στις 24-9-2015 το υπ' αριθ. 001638 "ένταλμα πληρωμής" για το ποσό των € 270.000. Όμως, επειδή κατά τους παραπάνω χρόνους έκδοσης των ενταλμάτων πληρωμής ίσχυε η διάταξη του άρθρου 26 § 9 του ν. 1882/1990, που πρόβλεπε για το νόμιμο της καταβολής εκχωρημένων απαιτήσεων κατά εταιριών του δημόσιου τομέα (όπως ήταν η αρχικώς εναγομένη κυρία του έργου, "...
Α.Ε.", αλλά και η οιονεί καθολική διάδοχος της, "... ΑΕ") την προηγούμενη έκδοση αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας για την εκχωρήτρια, ζητήθηκε η έκδοσή του και διαπιστώθηκε ότι η εκχωρήτρια-ανάδοχος κοινοπραξία "... ΑΕ - ... Inc" όφειλε προς το Δημόσιο τα ποσά των € 452.300,48 και των € 270.000, αντίστοιχα, με αποτέλεσμα τα προς είσπραξη από την εκδοχέα (οιονεί καθολική διάδοχο της αρχικώς ενάγουσας τράπεζας) χρηματικά αυτά ποσά να αποδοθούν στο Δημόσιο προς κάλυψη των βεβαιωμένων οφειλών της εκχωρήτριας, όπως τούτο αποδεικνύεται από τα προαναφερθέντα εντάλματα πληρωμής σε συνδυασμό, ως προς μεν την πρώτη οφειλή, με την υπ' αριθ. 40048/15-7-2014 "βεβαίωση οφειλής προς το Δημόσιο", ως προς δε τη δεύτερη οφειλή, τόσο με το υπ' αριθ. 2931/27-8-2015 "αποδεικτικό ενημερότητας για χρέη προς το Δημόσιο", όπου γίνεται ρητή μνεία περί παρακράτησης από την οιονεί καθολική διάδοχο της εναγομένης όλου του ποσού για το χρέος της εκχωρήτριας με Ταυτότητα Οφειλής Πληρωμής (ΤΟΠ) ..., όσο και με τις δύο εκτυπώσεις των ηλεκτρονικών εγγράφων του Συστήματος Οφειλών Πληρωμών Έργων ΠΔΕ του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, που φέρουν Κωδικό Συναλλαγής Πληρωμής στο Σύστημα Πληρωμών ...
και ημερομηνία συναλλαγής 25-9-2015, οι οποίες αφορούν στη δημιουργία και στην εκτέλεση της "εντολής πληρωμής" για την εν λόγω οφειλή (με την ίδια Ταυτότητα Οφειλής). Η εκκαλούσα ισχυρίζεται με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι, εκτός από τις προαναφερθείσες δύο καταβολές (€ 452.300,48 και € 270.000), προέβη και σε μία ακόμη καταβολή, αυτή τη φορά προς την εκχωρήτρια κοινοπραξία, στις 19-6-2009, για το ποσό των € 306.800 προς μερική απόσβεση της οφειλής της από τον 18° λογαριασμό.
Ανεξαρτήτως του ότι η ως άνω καταβολή δεν απαλλάσσει την εναγομένη, καθόσον έγινε προς την εκχωρήτρια σε χρόνο κατά τον οποίο είχε συντελεστεί η εκχώρηση και συνεπώς δικαιούχος της συγκεκριμένης απαίτησης είχε καταστεί η εκδοχέας τράπεζα, ο παραπάνω ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι προτάθηκε για πρώτη φορά στο παρόν Δικαστήριο με τις προτάσεις και όχι με το δικόγραφο της έφεσης, με αποτέλεσμα να μη δύναται το Δικαστήριο να ερευνήσει την τυχόν συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 527 αρ. 2 έως 6 ΚΠολΔ για το κατ' εξαίρεση επιτρεπτό της προβολής του.
Με τις ως άνω αποδειχθείσες δύο καταβολές, συνολικού ποσού € 722.300,48 (€ 452.300,48 και € 270.000), επήλθε εξόφληση ισόποσου μέρους της οφειλής της εναγομένης προς την ενάγουσα τράπεζα για τις απαιτήσεις της από τους ένδικους τέσσερις λογαριασμούς, καταλογιζόμενη σ' αυτές κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 422 ΑΚ, εφόσον κατά την καταβολή δεν ορίστηκε κάτι άλλο, με αποτέλεσμα την πλήρη απόσβεση της οφειλής για καθαρή αμοιβή από τους 18° και 19° λογαριασμούς και την εν μέρει απόσβεση της οφειλής για καθαρή αμοιβή από τον 20° λογαριασμό, ως προς το ποσό των € 248.005,79, απομένοντας προς εξόφληση καθαρή αμοιβή ποσού € 170.549,01 (418.554,80 - 248.005,79) από τον 20° λογαριασμό και το σύνολο της καθαρής αμοιβής του 21ου λογαριασμού, ποσού € 193.388,46, πλέον του ΦΠΑ και των τεσσάρων λογαριασμών, συνολικού ύψους € 206.385,22 (56.762,94 + 33.353,06 + 79.525,41 + 36.743,81).
Επομένως, το συνολικό ποσό της οφειλής της οιονεί καθολικής διαδόχου της εναγομένης προς την οιονεί καθολική διάδοχο της ενάγουσας από καθαρή αμοιβή και ΦΠΑ ανέρχεται στο ποσό των € 570.322,69 (170.549,01 + 193.388,46 + 206.385,22). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε εν μέρει αντίθετα, απορρίπτοντας στην ουσία της την ένσταση εξόφλησης σε σχέση με το επιμέρους ποσό των € 270.000, με αποτέλεσμα να επιδικάσει στην ενάγουσα το μεγαλύτερο ποσό των € 840.322,69, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και σε εσφαλμένο διατακτικό κατέληξε και συνεπώς, δεκτού γενομένου ως ουσιαστικά βάσιμου του 2ου λόγου της υπό στοιχείο Α' έφεσης..." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού προηγουμένως είχε απορρίψει την έφεση της ενάγουσας, δέχθηκε την έφεση της εναγομένης ως κατ' ουσίαν βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την οιονεί καθολική διάδοχο της εναγομένης να καταβάλει στην οιονεί καθολική διάδοχο της ενάγουσας το ποσό των € 570.322,69.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα, μεταξύ των άλλων, με το δεύτερο και τρίτο σκέλος αυτού, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες, του άρθρου 559 αριθ.8 και 14 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε τον πραγματικό ισχυρισμό της, που προέβαλε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τόσο με τις έγγραφες προτάσεις της ως εφεσίβλητη όσο και ως εκκαλούσα, περί μερικής εξόφλησης του 18ου λογαριασμού κατά το ποσό των 306.800 εύρω, προσκομίζοντας με επίκληση τα αναφερόμενα έγγραφα και παρά το νόμο κήρυξε ως απαράδεκτο τον ως άνω ισχυρισμό της, επειδή τον προέβαλε το πρώτον με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου.
Ωστόσο, από το ως άνω αναλυτικώς εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, αφού τον ερεύνησε, απορριπτομένου, συνεπώς, κατά το δεύτερο σκέλος του ως άνω λόγου αναίρεσης. Περαιτέρω, όμως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εσφαλμένα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτο, αφού αυτή είχε δικαίωμα να προβάλει, το πρώτον με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, τον ως άνω ισχυρισμό της, αφενός ως εφεσίβλητη προς υπεράσπιση κατά της έφεσης της αντιδίκου της - ενάγουσας, που ζήτησε την καθολοκληρία παραδοχή της αγωγής της, όσο και ως εναγομένη αμυνόμενη κατά της αγωγής, μετά την εξαφάνιση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της εκκαλούμενης απόφασης με την παραδοχή άλλου λόγου έφεσης.
Επομένως, και εφόσον, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, το διατακτικό αυτής στηρίζει αποκλειστικά η προαναφερόμενη αιτιολογία, ο πρώτος λόγος, κατά το τρίτο σκέλος, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.14, είναι βάσιμος.
Κατόπιν αυτών, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βάσιμου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚπολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη και η προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσα, λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, τα οποία, όμως, πρέπει να ορισθούν μειωμένα (άρθρο 76 παρ.5 Ν.4313/2014), καθόσον η αναιρεσείουσα απολαμβάνει τα ουσιαστικά και δικονομικά προνόμια, απαλλαγές και ατέλειες του Δημοσίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1537/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη και την προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ