Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict due to insufficient explanation of liability and causation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a second-instance traffic accident judgment. The court found the lower court failed to adequately explain why the defendant was not liable for the collision or the causal link to the plaintiff's injuries. Consequently, the appeal was granted, the case was remanded to the same court of first instance for retrial by different judges, and the defendants were ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when the lower court fails to sufficiently specify the application of substantive law regarding liability and causation, rendering the review impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 607 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 607/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου Ιωάννης Παπανικολάου), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: 1) ...., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Βροντάκη
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ψ2, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Της εδρεύουσας στην Αθήνα ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ - VICTORIA Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία Ζημιών", νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καρατζά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/10/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6400/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 593/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/12/2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 4/10/2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Αντωνίου Παπαθεοδώρου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ... και .... της .... εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καβάλας .... σε κάθε ένα από τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους Ψ1 και Ψ2 έχει επιδοθεί νομίμως και εμπροθέσμως ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτή πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου για τις 5.10.2007, καθώς και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτή. Κατά την αρχική αυτή δικάσιμο, με αίτηση του αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αναιρέσεως αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο. Κλήση των ανωτέρω διαδίκων για εμφάνιση στη νέα αυτή δικάσιμο δεν απαιτείται, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ' ΚΠολΔ). Επομένως, οι πιο πάνω αναιρεσίβλητοι έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως για να παραστούν στο δικαστήριο τούτο προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Αυτοί, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της, ούτε έχει κατατεθεί δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Συνεπώς, η συζήτηση της αναιρέσεως πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 4 του Ν.ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδ. β' και 914 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά του οδηγού του αυτοκινήτου παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικσστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 εδ.
β' του ΚΟΚ/1999 (Ν.2696/1999) "Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...". Κατά το άρθρο 17 παρ. 1 και 5 του ίδιου ΚΟΚ "Ο οδηγός επιτρέπεται να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα μόνον εφόσον μπορεί να το κάνει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και εφόσον προειδοποιήσει εγκαίρως γι' αυτό σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 2 του παρόντος Κώδικα....Ο οδηγός κατά το προσπέρασμα, υποχρεούται να αφήνει στο όχημα, το οποίο προσπερνά, αρκετό χώρο παραπλεύρως".
Και κατά το άρθρο 19 παρ. 2 και 3 "Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε ...τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό απ' αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και σε περίπτωση ανάγκης να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. Ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας....". Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν εφαρμόστηκε.
Έτσι, επί ευθύνης προς αποζημίωση από αυτοκινητικό ατύχημα ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Και τούτο διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες, που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 4 Απριλίου 2000 και ώρα 07.20' ο ενάγων (αναιρεσείων) οδηγώντας το υπ'αριθμ. ..... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο ψυγείο...εκινείτο στην Εθνική Οδό .... - ..... στην περιοχή ......
Αττικής με κατεύθυνση προς Πειραιά ευρισκόμενος στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας κατά την πορεία του. Η οδός αυτή στο ύψος του 5,5 χιλιομέτρου της διαχωρίζεται με διαχωριστικό στηθαίο σε δύο ρεύματα κυκλοφορίας, από τα οποία εκείνο προς ..... έχει 4 λωρίδες κυκλοφορίας στο συνολικό πλάτος οδοστρώματος 14,90 μ., ώστε κάθε λωρίδα κυκλοφορίας έχει καθαρό πλάτος 3,70 μέτρων.
Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο στον ίδιο δρόμο και προς την ίδια κατεύθυνση και σε απόσταση πίσω από το φορτηγό που οδηγούσε ο ενάγων, εκινείτο το υπ' αριθ. ....... ΔΧΦ αυτοκίνητο (νταλίκα) ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου (αναιρεσιβλήτου), που οδηγούσε ο δεύτερος εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) προστηθεΙς από τον πρώτο, και ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (αναιρεσίβλητη).
Όταν ο ενάγων προσήγγισε στο 5,5 χιλιόμετρο της πιο πάνω Εθνικής Οδού αντιλήφθηκε την ύπαρξη αιφνίδιας μηχανικής βλάβης του αυτοκινήτου που οδηγούσε, η οποία προκάλεσε καπνό εξερχόμενο από το καπώ και αναγκάσθηκε ν' ακινητοποιήσει το όχημα του στη δεξιά λωρίδα του οδοστρώματος όπου μέχρι τότε εκινείτο.
Κατά την προσωρινή αυτή αναγκαστική στάθμευση του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ενάγων, η τελική του θέση ήταν λοξή προς τα δεξιά, έτσι ώστε ο μεν πίσω αριστερός τροχός βρισκόταν κοντά στη διαχωριστική διακεκομμένη γραμμή της λωρίδας κυκλοφορίας, που είχε σταθμεύσει με την εφαπτόμενη δεύτερη εκ δεξιών λωρίδα κυκλοφορίας, ενώ το εμπρόσθιο τμήμα του βρισκόταν σε μεγαλύτερη απόσταση από τη διαχωριστική γραμμή περίπου ένα μέτρο.
Όταν ο δεύτερος των εναγομένων οδηγός προσήγγιζε το σημείο της προσωρινής σταθμεύσεως με τις πιο πάνω συνθήκες του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ενάγων, αντιλήφθηκε τον καπνό που έβγαινε με τις πιο πάνω συνθήκες από το αυτοκίνητο του ενάγοντος. Ενόψει αυτών, ο δεύτερος εναγόμενος οδηγός μετακινήθηκε από την ακραία δεξιά κατά την πορεία του λωρίδα κυκλοφορίας, όπου μέχρι τότε εκινείτο και εισήλθε στη δεύτερη από δεξιά, συνέχισε δε την πορεία του για να προσπεράσει το σταθμευμένο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ενάγων, με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε το όριο της κατοικημένης περιοχής, δηλαδή των 50 χιλιομέτρων την ώρα, όπως βεβαιώνεται στην έκθεση αυτοψίας, με βάση τα ευρήματα του ταχογράφου του αυτοκινήτου του.
Τη στιγμή που ο δεύτερος εναγόμενος βρισκόταν με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του μέσα στη δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και προσπερνούσε σε απόσταση ενάμισυ μέτρου περίπου από τ'αριστερά το ακινητοποιημένο όχημα που οδηγούσε ο ενάγων, τελείως απροειδοποίητα και ξαφνικά ο ενάγων, αιφνιδιασθείς από τον καπνό που έβγαινε από το καπώ του αυτοκινήτου του, άνοιξε την αριστερή πόρτα της καμπίνας οδηγήσεως και προβλήθηκε με πέταγμα αιφνιδιασμού πέρα από το άνοιγμα της πόρτας του αυτοκινήτου του, με αποτέλεσμα, λόγω της φοράς του σώματος του από την αιφνίδια κίνηση, να βρεθεί με το κεφάλι και τον αριστερό ώμο του μπροστά στο εμπρόσθιο ακραίο δεξιό σημείο του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο δεύτερος εναγόμενος, να παρασυρθεί από το σημείο αυτό του αυτοκινήτου του δευτέρου εναγομένου και να τραυματισθεί σοβαρά στο κεφάλι.
Μετά την πρώτη επαφή με τις πιο πάνω συνθήκες του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο δεύτερος εναγόμενος με το σώμα του ενάγοντος, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο δεύτερος εναγόμενος, χωρίς ο τελευταίος ν'αντιληφθεί την παράσυρση του ενάγοντος, συνέχισε την πορεία του κατά λοξή προς τα δεξιά κατεύθυνση, για να επανέλθει στην αρχική του πορεία στην ακραία δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας.
Λόγω δε της φοράς αυτής κινήσεως, μετά την παράσυρση, που αναφέρεται και στην αγωγή, το σώμα του ενάγοντος βρέθηκε τελικά σε απόσταση 20 μέτρων από το μπροστινό τμήμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε και μέσα στην ακραία δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, όπως όλα αυτά προκύπτουν από την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει.
Με τα πιο πάνω περιστατικά, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος οδηγού, γιατί από έλλειψη της αναγκαίας προσοχής, που οφείλεται στη σπουδή εγκαταλείψεως του αυτοκινήτου που οδηγούσε, άνοιξε την αριστερή πόρτα του και βγήκε από αυτό, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει αν από τη διπλανή λωρίδα κυκλοφορίας εκινείτο κάποιο όχημα και στη συγκεκριμένη περίπτωση εκείνο που οδηγούσε ο δεύτερος εναγόμενος, επιπλέον δε δεν αρκέστηκε να κατέβει από την καμπίνα στο ύψος της ανοιγμένης αριστερής πόρτας του, αλλά πετάχτηκε βίαια μέσα στη δεύτερη από τα δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να παρασυρθεί και να τραυματισθεί με τις πιο πάνω συνθήκες.
Εξάλλου, δεν προβάλλεται από πουθενά ότι το διερχόμενο φορτηγό που οδηγούσε ο δεύτερος εναγόμενος ήλθε με οποιοδήποτε τρόπο σε επαφή με το φορτηγό που οδηγούσε ο ενάγων ή με την αριστερή πόρτα του. Και ναι μεν με βάση τους αγωγικούς ισχυρισμούς, για τους οποίους όμως δεν υπάρχει αυτόπτης μάρτυρας, ο ενάγων αποβιβάστηκε κανονικά από το αυτοκίνητο του, έκλεισε την αριστερή πόρτα και κατευθύνθηκε για τον έλεγχο της βλάβης, κινούμενος μέσα στην ακραία δεξιά λωρίδα προς το εμπρός μέρος του αυτοκινήτου και ότι τη στιγμή εκείνη ο εναγόμενος οδηγός κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα στη διπλανή λωρίδα κυκλοφορίας και περνώντας "ξυστά" δίπλα από το σταθμευμένο φορτηγό, παρέσυρε και τραυμάτισε τον ενάγοντα.
Ο ισχυρισμός αυτός όμως κρίνεται αβάσιμος και δεν επιβεβαιώνεται με πειστικότητα από κανένα στοιχείο, ελλείψει αυτόπτη μάρτυρα, αλλά και λόγω της αδυναμίας του ενάγοντος μέχρι σήμερα να καταθέσει σχετικά λόγω της βαρείας εγκεφαλικής βλάβης, αφού όπως προαναφέρθηκε το πλάτος κάθε λωρίδας στο συγκεκριμένο σημείο είναι 3,70 μέτρα, γεγονός που επέτρεπε στον ενάγοντα να στέκεται ασφαλώς δίπλα στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του, που είχε κατά τα προαναφερθέντα λοξή θέση σταθμεύσεως στη λωρίδα, με μεγαλύτερο περιθώριο ασφαλείας στο εμπρός μέρος και δεν προβάλλεται από της πλευράς του ενάγοντος ούτε ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο δεύτερος εναγόμενος εισήλθε στην ακραία δεξιά λωρίδα, ούτε ότι το ίδιο αυτοκίνητο ήλθε σε οποιαδήποτε επαφή με το σταματημένο αυτοκίνητο του ενάγοντος.
Όλα αυτά δε, σε συνδυασμό και με το γεγονός που διαπιστώνεται από την πρώτη στιγμή στην έκθεση αυτοψίας, ότι δηλαδή "λόγω του καπνού εξήλθε (ο παθών) του αυτοκινήτου και συγκρούσθηκε με το όχημα". Δεν αναιρούνται δε τα προαναφερθέντα ούτε από την ανευρεθείσα κηλίδα αίματος του ενάγοντος σε απόσταση 20 μέτρων από το σημείο παρασύρσεως του (ενάγοντος) και μέσα στην ακραία δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, αφού στην προκειμένη περίπτωση δεν επρόκειτο με τις πιο πάνω συνθήκες για μετωπική παράσυρση, που θα οδηγούσε αναγκαίως και σε εκτίναξη προς τα εμπρός του σώματος του ενάγοντος, με επακόλουθο ενδεχόμενο και το πέρασμα του αυτοκινήτου των εναγομένων πάνω από το σώμα του ενάγοντος, αλλά για παράσυρση με το ακραίο πλάι δεξιό τμήμα που είχε σαν αποτέλεσμα και τη θραύση του εμπρός δεξιού φλας (βλ.
την έκθεση αυτοψίας), η δε τελική θέση του σώματος του ενάγοντος μέσα στην ακραία δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας οφείλεται στη μετακίνηση αμέσως μετά την παράσυρση και πριν αυτή γίνει αντιληπτή από τον δεύτερο εναγόμενο, του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο τελευταίος προς την δεξιά ακραία λωρίδα κυκλοφορίας, για να συνεχίσει την πορεία του, όπως βεβαιώνεται και στην αγωγή.
Εξάλλου, οι πιο πάνω συνθήκες παρασύρσεως δικαιολογούν και τις σωματικές βλάβες του ενάγοντος στο κεφάλι και τον αριστερό ώμο, ενώ εάν πράγματι ο ενάγων είχε παρασυρθεί ενώ βρισκόταν μέσα στη λωρίδα κυκλοφορίας, όπου ήταν σταθμευμένο και το αυτοκίνητο του, θα είχε τραυματισθεί από τον προφυλακτήρα του αυτοκινήτου των εναγομένων, σε χαμηλότερο σημείο από το κεφάλι, δηλαδή στην κοιλιακή χώρα και στα πόδια...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως, ήτοι ότι αποκλειστικώς υπαίτιος του τραυματισμού του ήταν εκείνος και είχε απορρίψει την αγωγή του για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Με την παραπάνω όμως κρίση του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του ουσιώδους ζητήματος της αποκλειστικής υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ατυχήματος και τον τραυματισμό του και της ελλείψεως υπαιτιότητας του οδηγού του παρασύροντος εκείνον αυτοκινήτου δεύτερου αναιρεσιβλήτου.
Ειδικότερα: 1) Δεν αναφέρει στην απόφαση α) από ποιά απόσταση ο δεύτερος αναιρεσίβλητος είδε το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος να είναι σταθμευμένο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού, όπου έβαινε και εκείνος με το φορτηγό αυτοκίνητό του, και να βγαίνει από το καπώ αυτού καπνός και επιχείρησε αλλαγή λωρίδας, οδηγώντας το όχημά του στην αμέσως επόμενη λωρίδα κυκλοφορίας, β) εάν ο καπνός αυτός περιόριζε ή όχι την ορατότητα μέσα στη διπλανή λωρίδα κυκλοφορίας που μετακινήθηκε το αυτοκίνητο του αναιρεσιβλήτου, γ) και αν ο τελευταίος, λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω συνθήκες της οδού, μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο εμφανιζόταν, προερχόμενο από το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος, ενόψει ιδιαίτερα της καταστάσεώς του, 2) Δεν διευκρινίζει, εάν, ενόψει των πιο πάνω συνθηκών της οδού (σταθμευμένο αυτοκίνητο από το οποίο έβγαινε καπνός κι επομένως υπήρχε κίνδυνος να αναφλεγεί), ήταν ασφαλής και δεν ενείχε κίνδυνο η διέλευση του ογκώδους φορτηγού αυτοκινήτου του δεύτερου αναιρεσιβλήτου από την αμέσως επόμενη εκείνης του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος λωρίδα κυκλοφορίας και σε απόσταση μόλις 0,50μ.
από τον αριστερό τροχό και 1,50 μ. από το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του τελευταίου αυτού αυτοκινήτου, δεδομένου ότι ήταν ενδεχόμενη, δυνάμενη να προβλεφθεί από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, η εσπευσμένη και χωρίς προηγούμενο έλεγχο της κινήσεως της οδού εγκατάλειψη από τον αναιρεσείοντα ή άλλον επιβάτη του αυτοκινήτου αυτού και ή είσοδός του κατά μικρό μέρος στη διπλανή λωρίδα κυκλοφορίας, όπως και έγινε κατά τις παραδοχές του Εφετείου, και αν, επομένως, προς αποφυγή του κινδύνου από τέτοια αιφνιδιαστική και αμελή κίνηση του αναιρεσείοντος, έπρεπε ο αναιρεσίβλητος, όταν αποφάσισε να προσπεράσει το αυτοκίνητο εκείνου, να αφήσει μεγαλύτερο χώρο από αυτό, οδηγώντας το δικό του αυτοκίνητο στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας και, αν δεν ήταν δυνατή η μετακίνηση αυτή, να διακόψει την πορεία του. 3) Ενώ δέχεται, ότι το αυτοκίνητο του δεύτερου αναιρεσιβλήτου προσέκρουσε με το εμπρόσθιο ακραίο δεξιό μέρος του στο κεφάλι και στον αριστερό ώμο του αναιρεσείοντος και τον εκτίναξε σε απόσταση 20 μ.
μπροστά από το σταθμευμένο αυτοκίνητό του, δεν εξηγεί για ποιό λόγο ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος, πριν από την επαφή του αυτοκινήτου του με τον αναιρεσείοντα, δεν αντιλήφθηκε ούτε το άνοιγμα της αριστερής πόρτας της καμπίνας του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος, που προηγήθηκε, ούτε την έξοδο και το "πέταγμά" του πέρα από αυτή ώστε να πραγματοποιήσει μικρό ελιγμό προς τα αριστερά και να αποφύγει, έτσι, τον αναιρεσείοντα.
Ενόψει των ανωτέρω ελλείψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στη μείζονα σκέψη κανόνων ουσιαστικού δικαίου, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της ελλείψεως υπαιτιότητας του δεύτερου αναιρεσιβλήτου για τον τραυματισμό του αναιρεσείοντος, ήτοι ως προς τη σωστή ή μη εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της υπαιτιότητας του πρώτου και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος σχετικοί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. Κατόπιν αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση αυτή, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 593/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ