Legislator Case Law & Legislation
606/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in debt restructuring case, upholding lower court's finding of insolvency despite creditor's payment. Appeal rejected due to lack of legal grounds and specific procedural rules. Court rules appeal inadmissible and costs not awarded. Appeal dismissed based on established insolvency facts and specific debt restructuring law provisions. Court rejects appeal arguments regarding creditor payment and insolvency status. Appeal dismissed due to lack of legal grounds and specific procedural rules. Court rules appeal inadmissible and costs not awarded. Appeal dismissed based on established insolvency facts and specific debt restructuring law provisions. Court rejects appeal arguments regarding creditor payment and insolvency status.

Case Number 606/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a bank against a final judgment in a debt restructuring case involving an individual debtor. The debtor argued that the lower court erred in finding insolvency despite the bank having paid off the debt, while the bank contended the debtor remained insolvent due to insufficient income relative to living expenses. The court rejected these arguments, ruling that the repayment of the debt did not negate the debtor's proven inability to meet basic family needs at the time of the application. Consequently, the appeal was dismissed without the awarding of legal costs, as the specific debt restructuring law precludes such awards in this context.

Legislator headnote

AI generated

Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure; Article 15 of Law 3869/2010: The repayment of a creditor's debt does not negate the debtor's insolvency if the funds are used to cover essential family needs, and legal costs are not awarded in debt restructuring appeals under Article 8 of the same law.

Keywords

AI generated
debt restructuring procedure insolvency determination creditor repayment effect essential family needs legal costs exclusion appeal admissibility bankruptcy law application

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Article 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 14 of Law 3869/2010
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 3 paragraph 2 of Law 3869/2010
Article 8 paragraph 6 letter b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 606 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 606/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταύρο Μάλαινο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και των αρχαιοτέρων της συνθέσεως Αρεοπαγιτών Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα), Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τ. E. Α. «Ε., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. Α.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Τ. του Γ., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζαννή Σιδέρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2015 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2510/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και .../2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-11-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 14.11.2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 114122/174/17.11.2022) αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η με αρ. .../2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), κατ' αντιμωλία των διαδίκων. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ και 14 του Ν. 3869/2010). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 7.12.2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. 4927/8.12.2015) αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «Ν.

Τ. Τ." καθολική διάδοχος του οποίου κατέστη νομίμως η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τ. E. E. Α..Ε..", και ακολούθως καθολική διάδοχος αυτής η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τ. E. Α..Ε.., με την οποία επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς αυτήν, ζήτησε τη διευθέτηση αυτών (οφειλών) τους από το Δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του έναντι της ανωτέρω, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχε υποβάλει, και να επικυρωθεί, άλλως να ρυθμιστούν τα χρέη του, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.2 του Ν. 3869/2010.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η υπ' αριθμ. 2510/2017 απόφαση του ανωτέρω Ειρηνοδικείου, που δέχθηκε την αίτηση του αιτούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και 1) ρύθμισε τα χρέη του με άτοκες μηνιαίες καταβολές προς την καθής η αίτηση πιστώτρια και ήδη αναιρεσείουσα, για χρονικό διάστημα 53 μηνών, ανερχόμενες στο ποσόν των εκατό (100) ευρώ μηνιαίως, αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά την δημοσίευσή της, 2) υποχρέωσε τον αιτούντα και ήδη αναιρεσίβλητο να καταβάλει σε αυτήν, το ποσόν των 420 ευρώ εντός έτους από τη λήξη των καταβολών της παραπάνω ρύθμισης, 3) εξαίρεσε της εκποίησης την κύρια κατοικία του αιτούντος και επέβαλε σε αυτόν την υποχρέωση να καταβάλλει για την διάσωσή της το συνολικό ποσόν 48.854 ευρώ, εξοφλητέο σε χρονικό διάστημα 401 μηνών, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της.

Κατά της απόφασης αυτής η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 7.5.2019 (με αρ. εκθ. κατ. 40494/1603/7.5.2019) έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επ'αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. .../2022 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, αφού η ένδικη αίτηση περί υπαγωγής του αναιρεσιβλήτου στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών υποβλήθηκε στις 8.12.2015, ήτοι μετά την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 Ν. 4161/2013 (ΦΕΚ Α' 143/14-6-2013) και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ορίζεται ότι "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη".

Επίσης, με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι: "Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών, κατά την κρίση του, ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 1162/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1460/2019, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 735/2019, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 52/2019).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη κατ' αρχάς το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 735/2019, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1208/2017).

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 996/ 2023).

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 951/2015). Επισημαίνεται, ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του.

Συνεπώς, η εξόφληση των πιστωτών, δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση αυτών γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Και τούτο γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη, που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτό ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του, ώστε και αυτό το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών.

Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 1162/2021, ΑΠ 844/2020, ΑΠ 1379/2019). Επίσης, επισημαίνεται ότι στη σχετική δικαστική απόφαση πρέπει να αναγράφονται τα καθαρά εισοδήματα από εργασία, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας (Α.Π. 144/2023, Α.Π. 1678/2022, Α.Π. 552/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανέλεγκτα δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και υπήχθησαν στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως εάν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίασή του.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται εν προκειμένω ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (17.11.2022), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα ουσιώδους επιρροής στην έκβαση της δίκης, έτσι ώστε να μην μπορεί να ελεγχθεί στην συγκεκριμένη περίπτωση αν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 2075/2007, ΑΠ 44/2003).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και άρα αιτιολογία της αποφάσεως, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 (με τον οποίο ταυτίζεται ουσιαστικά ο λόγος από το άρθρο 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ) μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα (με τον οποίο ταυτίζεται ο λόγος από το άρθρο 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ), γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 550/2020, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 823/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών είναι 41 ετών γεννηθείς το έτος 1981 (18.12.1981), είναι έγγαμος με την Μ.

Ρ., ετών 41, γεννηθείσα το έτος 1981 (13.9.1981), από το γάμο τους δε αυτόν έχουν αποκτήσει ένα ανήλικο τέκνο, την Ε. Τ., ηλικίας έξι ετών, γεννηθέν το έτος 2016 (4.2.2016).... Εργάζεται στο Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας, κατέχων τον βαθμό του Σμηνία - ΕΠΟΠ και οι μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονται σήμερα στο ποσό των 1.226,59 ευρώ καθαρά ....

Λαμβάνει επίσης από την εκμίσθωση μιας επαγγελματικής στέγης και αγροτεμαχίων στην περιοχή Φερών Έβρου μισθώματα, τα οποία κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας του τού 75% εξ αδιαιρέτου ανέρχονται συνολικά στο ποσόν των 176 ευρώ μηνιαίως περίπου (......). Η σύζυγος του αιτούντος δεν εργάζεται και είναι μακροχρόνια άνεργος παρά τις συνεχείς προσπάθειές της να ανεύρει εργασία λόγω της γενικευμένης οικονομικής κρίσης και των συνακολούθων υψηλών δεκτικών ανεργίας και είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο Ανέργων του ΟΑΕΔ από την 15.4.2015 ...., μισθώνουν δε κατοικία στην Γλυφάδα Αττικής έναντι 450 ευρώ μηνιαίως, προκειμένου ο αιτών να ευρίσκεται κοντά στον τόπο εργασίας του και να μειώνει έτσι ουσιωδώς τα έξοδα μετακίνησης, εάν εκμίσθωνε κατοικία με μικρότερο μεν μίσθωμα, πλην όμως μακρύτερα, ενώ κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας το ύψος των μισθωμάτων στην περιοχή της ...

και των πλησίον αυτής περιοχών για κατοικίες με ίδια χαρακτηριστικά ανέρχεται κατ' ελάχιστον στο ανωτέρω ποσό και επομένως ο αιτών δεν δύναται να ανεύρει μίσθιο με μικρότερο μίσθωμα (....). Το συνολικό επομένως οικογενειακό του εισόδημα ανέρχεται στο ποσόν των 1.402,59 ευρώ μηνιαίως. Περαιτέρω, αποδείχθηκε πως σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης ο αιτών είχε λάβει τα παρακάτω δάνεια, τα οποία τόσο τα ανέγγυα όσο και τα ενέγγυα, κατά πλάσμα δικαίου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης, με εξαίρεση τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της πρωτοδίκου απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 3869/2010).

Ειδικότερα, είχε λάβει από την δικαιοπάροχο της καθ' ής η αίτηση, ήδη εκκαλούσα, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τ. Τ. «Ε. 1) το με την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικό δάνειο, εκ του οποίου οφείλει στις 24.11.2015 το συνολικό ποσό των 82.855,78 ευρώ, κεφ. 82.728,56€, τοκ. 127,22€, με ποσό μηνιαίας δόσης ύψους 276,10 ευρώ και 2) το με την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση στεγαστικό δάνειο, εκ του οποίου οφείλει στις 24.11.2015 το συνολικό ποσό των 35.674,24 ευρώ, κεφ. 35.619,46€, τοκ. 54,78€, με ποσό μηνιαίας δόσης ύψους 118,80 ευρώ. Συνολικά από τις ανωτέρω αιτίες ο αιτών οφείλει το ποσό των 118.530,02 ευρώ και η μηνιαία δόση ανέρχεται στο ποσό των 394,90 ευρώ .....Τα ανωτέρω δάνεια είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένα και συγκεκριμένα έχει εγγράψει για έκαστο εξ αυτών προσημείωση υποθήκης επί του διαμερίσματος - αυτοτελούς οριζοντίου ιδιοκτησίας του αιτούντος υπό στοιχεία Γ1 του τρίτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, επιφάνειας 66,09 τ.μ.

μετά ενός ημιϋπαιθρίου χώρου επιφάνειας 15,17 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην Αλεξανδρούπολη Έβρου ...... Εξάλλου, το σύνολο των ευλόγων βιοτικών δαπανών αυτού και των μελών της οικογένειας του, έναντι των οποίων υπέχει νομική υποχρέωση προς διατροφή οικογένειας,...... ήτοι την σύζυγό του και το ανήλικο τέκνο του, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 1.800 ευρώ μηνιαίως και οι στοιχειώδεις δαπάνες στο ποσό των 1.400 ευρώ, λαμβανομένου προς τούτο υπ' όψιν του ιδίως των σχετικών πινάκων της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.), των δαπανών του αιτούντος προς λογοθεραπείες, εργοθεραπείες και θεραπείες συμπεριφοράς της ανηλίκου κόρης του, η οποία αντιμετωπίζει δυσκολίες στον τομέα του αντιληπτικού λόγου (F80.2) και της κινητικής λειτουργίας (F82) (...), του ύψους του μισθώματος, το οποίο καταβάλλει ο αιτών κατά τα ανωτέρω, και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής.

Επομένως, ο αιτών αδυνατεί να εκπληρώσει τις οικονομικές του υποχρεώσεις ανερχόμενες στο ποσό των 394,90€ ευρώ μηνιαίως με βάση τα εισοδήματα, τα οποία λαμβάνει και τα οποία ανέρχονται μηνιαίως στο ποσό των 1.402,59€ ευρώ καθαρά, σε συνδυασμό με τις στοιχειώδεις δαπάνες διαβίωσης του ιδίου και του ανηλίκου τέκνου του, ανερχόμενες στο ποσό των 1.400 ευρώ κατά τα προμνησθέντα.

Υπό τα ανωτέρω, ο αιτών έχει περιέλθει ανυπαιτίως σε κατάσταση γενικής και μόνιμης αδυναμίας λόγω της αδυναμίας του να αποπληρώσει τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις από τα ανωτέρω δάνεια κατ' άρ. 1§1 Ν.3869/2010, παρά το γεγονός ότι εξοφλεί τις στοιχειώδεις δαπάνες διαβίωσης αυτού και της οικογένειας του, λόγω του ύψους των τοκοχρεωλυτικών δόσεων και ήδη με το ύψος των οφειλομένων ενδίκων δανείων, σε σχέση με την εν γένει οικονομική του κατάσταση και εν συγκρίσει με το ύψος των στοιχειωδών δαπανών διαβιώσεώς του.

Η αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών του αιτούντος δεν προβλέπεται να μεταβληθεί στο εγγύς μέλλον και η αδυναμία αποπληρωμής των οφειλών του κρίνεται ότι είναι μόνιμη και γενική, αφού κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και με βάση τους εν γένει οικονομικούς δείκτες της Χώρας, αλλά και διεθνώς, δεν κρίνεται πιθανό στο εγγύς μέλλον, και πάντως εντός της επομένης πενταετίας, ο αιτών να αυξήσει και, δη, ουσιωδώς τα εισοδήματά του ούτε, άλλωστε, προβλέπεται μείωση του κόστους διαβίωσης, αλλ' αντιθέτως αυτό θα είναι διαρκώς αυξανόμενο και επιπλέον με βάση τους υφισταμένους δείκτες ανεργίας η σύζυγός του δεν πρόκειται να ανεύρει μόνιμη εργασία, ώστε να συμβάλλει στο οικογενειακό εισόδημα...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού έκρινε, ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς την πιστώτριά του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 2510/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε κρίνει ομοίως, με αιτιολογία που συμπληρώνεται από την αιτιολογία της προσβαλλομένης.

Κρίνοντας, έτσι, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 3869/2010, που παρατέθηκαν στην μείζονα σκέψη. Ειδικότερα, η προσβαλλομένη διαλαμβάνει επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων στοιχείων για να αιτιολογηθεί πλήρως και χωρίς αμφιβολία η ανωτέρω κρίση του.

Συγκεκριμένα, όσον αφορά στο πρώτο σκέλος του λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, ήτοι σχετικά με τη συνδρομή στο πρόσωπο του αιτούντος του στοιχείου της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής των χρεών του, στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθενται όλα τα αναγκαία και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στο ζήτημα τούτο πραγματικά περιστατικά, και δη:

α) προσδιορίζεται επακριβώς το από την εργασία μηνιαίο εισόδημα (1.226,59 ευρώ) του αιτούντος, που γεννηθεί το έτος 1981 και υπηρετεί στο Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας με το βαθμό του Σμηνία - ΕΠΟΠ, αλλά και το εισόδημά του από την εκμίσθωση ιδανικού μεριδίου του επί ακινήτων στην περιοχή Φερών Έβρου (176 ευρώ), ώστε δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ύψους του εισοδήματος κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησής του (8.12.2015), εκτίθεται δε περαιτέρω το ποσό δανεισμού του από την αναιρεσείουσα, το οποίο στις 24.11.2015 ανερχόταν σε 118.530,02 ευρώ, από το οποίο, σε συνδυασμό με το συνακόλουθο υψηλό ποσό μηνιαίας δόσης που απαιτείται για την εξυπηρέτησή του (394,90 ευρώ), προκύπτει η αρνητική σχέση ρευστότητας των ληξιπρόθεσμων οφειλών και των στοιχειωδών βιοτικών αναγκών αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του (5ο φύλλο της προσβαλλόμενης), που ανέρχονται σε 1.400 ευρώ.

Είναι, επομένως, δυνατός ο έλεγχος και από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων του αναιρεσιβλήτου, που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και της οικογένειάς του μπορεί να διακριβωθεί, ότι υφίστατο, κατά το χρόνο κατάθεσης της αιτήσεως και εξακολουθεί να υφίσταται η αδυναμία πληρωμών, αφού προκύπτουν ανενδοιάστως τα κατά τους κρίσιμους χρόνους εισοδήματα, τα οποία εξάλλου δεν αμφισβητήθηκαν με λόγο εφέσεως, ώστε να χρειασθεί να προβεί η προσβαλλομένη σε αναλυτικότερη έρευνα και παράθεση αυτών.

Περαιτέρω, ως προς το δεύτερο σκέλος του λόγου αναιρέσεως, με το να δεχθεί η προσβαλλομένη ότι ο αναιρεσίβλητος, μολονότι το μοναδικό δάνειό του προς την αναιρεσείουσα ήταν ενήμερο και δεν είχε καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή προς αυτήν ή σε άλλο πιστωτή (ιδιώτη ή μη), μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, καθ' όσον, όπως εκτέθηκε στην μείζονα σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και ως προς τα δύο σκέλη του.

Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά την διάταξη του άρθρου 746 του Κ.Πολ.Δικ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του ν.3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Α.Π. 1400/2019, Α.Π. 1379/2019, Α.Π. 426/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.11.2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 114122/174/17.11.2022) αίτηση για αναίρεση της με αριθ. .../2022 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ