Supreme Court dismisses appeal against debt contract judgment for failure to consider evidence regarding loan timing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment on a debt contract dispute. The appellant argued the appellate court erred by ignoring specific evidence, including the defendant's admission that the money was transferred after the appellant's sister's death. The court ruled this evidence was inadmissible because the appellant failed to clearly state the specific legal claim it was intended to prove, rendering the argument baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the non-consideration of evidence is inadmissible if the appellant fails to specify the precise legal claim the evidence was intended to prove.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 606 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 606/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Π. του Γ., κατοίκου … Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Κλουκίνα. Της αναιρεσιβλήτου: Ο. Χ. του Γ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Πουλοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 5448/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-5-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 16-5-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, υπ' αριθ. 5448/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος - ανακόπτοντος κατά της υπ' αριθ. 32/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικυρώνοντας την ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε απορρίψει την ανακοπή του και είχε επικυρώσει την υπ' αριθ…. διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ύστερα από αίτηση της καθ'ης η ανακοπή αναιρεσίβλητης. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 806 A.K., με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, και κατά τη διάταξη του άρθρου 807 Α.Κ., αν δεν ορίστηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη.
Με βάση τον παραδοτικό χαρακτήρα της σύμβασης δανείου, η μεταβίβαση του δανείσματος κατά κυριότητα στο δανειολήπτη αποτελεί στοιχείο για την τελείωση του δανείου. Ο δανείζων έχει την υποχρέωση από τη σύμβαση δανείου να αποχωρίσει από την περιουσία του το αντικείμενο του δανείου, το οποίο οριστικά να εισφέρει στην περιουσία του λήπτη, ο οποίος έτσι αποκτά την εξουσία και δυνατότητα για διάθεση του αντικειμένου του δανείου.
Η παράδοση του δανείσματος στον οφειλέτη γίνεται συνήθως στα χέρια του ίδιου από το δανειστή. Είναι, όμως, πιθανό η παράδοση αυτή να γίνει δια τρίτου προσώπου, που ενεργεί ως εντολοδόχος είτε του δανειστή είτε του οφειλέτη, έτσι, είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος γίνεται αμέσως ή εμμέσως από το δανειστή ή αμέσως ή εμμέσως προς τον οφειλέτη (Α.Π.1234/2018, Α.Π.123/2017, Α.Π.1807/2007).
Ποικιλία τρόπων μεταβίβασης της κυριότητας παρουσιάζει το συναινετικό δάνειο, στο οποίο περιλαμβάνεται και η συμφωνία να δώσει ο δανειοδότης το δάνεισμα σε τρίτον. Αντικείμενο δανείσματος αποτελεί και η παράδοση τραπεζικής επιταγής, και η αληθής παροχή της, λόγω της φύσης της σύμβασης δανείου ως διαρκούς σύμβασης παραχώρησης της χρήσης, συνίσταται στη χρήση του δανειζόμενου κεφαλαίου, το δε δάνεισμα αποδίδεται με πράγματα του ίδιου γένους από οικονομικής άποψης.
Ο σκοπός χρησιμοποίησης του δανείσματος και δη με εξουσία ανάλωσής του από τον δανειζόμενο, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας του δανείου, νοείται όμως γενικά και αφηρημένα και όχι ως ο σκοπός για τον οποίο ο δανειζόμενος στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται να χρησιμοποιήσει το δάνεισμα. Ο τελευταίος αυτός σκοπός, όχι μόνο δεν είναι ουσιώδες στοιχείο του δανείου αλλά, κατά κανόνα, δεν έχει καμία νομική σημασία (Α.Π.667/2022, Α.Π.1802/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π.708/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Με το από … συμφωνητικό, που καταχωρήθηκε και δημοσιεύτηκε νόμιμα στα Βιβλία Εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αύξοντα αριθμό … συστήθηκε η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...
Ο.Ε." και τους διακριτικούς τίτλους "..." και " ... ...". Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ανωτέρω καταστατικό, ομόρρυθμα μέλη της ήταν: 1) ο Χ. Μ. του Ν., 2) η ‘Α. Π. του Γ. και 3) ο Ν. Α. του Ε.. Καταστατικός σκοπός της ανωτέρω εταιρείας ήταν η εμπορία ηλεκτρονικών συσκευών, η παραγωγή λογισμικού, η παραγωγή ηλεκτρονικών γεωγραφικών δεδομένων, η εμπορία γεωγραφικών δεδομένοι, ηλεκτρονικών και εντύπων χαρτών κλπ.
Ποσοστό συμμετοχής στην εταιρεία είχαν ο Χ. Μ. 70%, ο Ν. Α. 1% και η Ά. Π. 29%, ενώ διαχειριστής της εταιρείας είχε οριστεί ο Χ. Μ.. Στις ... απεβίωσε στην Αθήνα, μετά από αυτοκινητικό ατύχημα, η ομόρρυθμη εταίρος και αδελφή του ανακόπτοντος ‘Α. Π.. Κατόπιν του γεγονότος αυτού, με το από … συμφωνητικό τροποποίησης καταστατικού της, ως άνω, ομόρρυθμης εταιρείας, που δημοσιεύθηκε στις … συμφωνήθηκε, ότι η εταιρεία πλέον συνεχίζεται με εταίρους τους:
Χ. Μ., Ν. Α. και το νόμιμο κληρονόμο-αδελφό της αποβιώσασας Ε. Π. (ανακόπτοντα - αναιρεσείοντα), ο οποίος εισήλθε στην εταιρεία και συμμετείχε σ' αυτήν με το ίδιο ποσοστό (της αδελφής του), ήτοι με 29% επί του κεφαλαίου. Από αμφότερα τα διάδικα μέρη συνομολογείται, ότι οι οικογένειές τους συνδέονταν με μακροχρόνια φιλία.
Κατά το έτος 2009 ο νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εταιρείας Χ. Μ. ζήτησε από την καθ' ης η ανακοπή (αναιρεσίβλητη), λόγω των φιλικών σχέσεών τους, την παροχή δανείου προς την εταιρεία, επειδή η τελευταία αδυνατούσε να λάβει τραπεζική πίστωση. Ούτως καταρτίσθηκε, δυνάμει του από … ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμβαση άτοκου δανείου για ποσό 169.950,00 ευρώ, προκειμένου η δανειολήπτρια εταιρεία να αποκαταστήσει την οικονομική της ρευστότητα, που ήταν αναγκαία για την άσκηση της δράστηριότητάς της.
Απώτερη ημερομηνία εξόφλησης του δανείου ορίστηκε η 10η Απριλίου 2010. Το τελικό ποσό του δανείου, κατόπιν κοινής συμφωνίας των διαδίκων, περιορίστηκε στο ποσό των 165.000,00 ευρώ. Πριν την έγγραφη κατάρτιση της σύμβασης δανείου, η καθ' ης η ανακοπή είχε ήδη καταθέσει στον κοινό λογαριασμό, τον οποίο αυτή διατηρούσε με το διαχειριστή της δανειολήπτριας εταιρείας Χ.
Μ. στην Τράπεζα … (κατάστημα Παλλήνης) με αριθμό …, το ποσό των 100.000,00 ευρώ στις … και το ποσό των 65.000,00 ευρώ στις …, ήτοι συνολικά 165.000,00 ευρώ. Ο διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, όπως προκύπτει από το μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο αντίγραφο του τηρούμενου για την κίνηση του λογαριασμού βιβλιαρίου καταθέσεων, προέβη σε τμηματικές αναλήψεις του συνολικού ποσού των 165.000,00 ευρώ.
Ειδικότερα ανέλαβε 4.500,00 ευρώ στις …, 14.000,00 ευρώ στις .., ….. και 7.900,00 ευρώ στις …. Ταυτοχρόνως, με την κατάρτιση του, ως άνω, συμφωνητικού-αποδεικτικού της δανειακής σύμβασης, η δανειολήπτρια εταιρεία, προς εξασφάλιση της προσήκουσας αποπληρωμής του δανείου, παρέδωσε στην καθ' ης η ανακοπή την εκδοθείσα από το διαχειριστή της, υπ'αριθ. ...
μεταχρονολογημένη επιταγή, σε διαταγή της καθ' ης, ποσού 169.950,00 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την …, συρόμενη επί του τηρούμενου στην Εμπορική Τράπεζα λογαριασμού της δανειολήπτριας με αριθμό ..., η οποία συμφωνήθηκε να επιστραφεί στην εκδότρια εταιρεία κατά την ολοσχερή εξόφληση του δανείου. Το γεγονός ότι τα δανεισθέντα ποσά των 100.000,00 και 65.000,00 ευρώ κατατέθηκαν στον κοινό λογαριασμό της καθ' ης η ανακοπή και του διαχειριστή της δανειολήπτριας εταιρείας στις… και … αντίστοιχα και αναλήφθηκαν από τον τελευταίο, πριν τη σύνταξη και υπογραφή της από … δανειακής σύμβασης, που αφορούσε τα ανωτέρω ποσά, οφείλεται στη φιλική σχέση, που συνέδεε τις οικογένειες της καθ' ης η ανακοπή και του διαχειριστή της δανειολήπτριας.
Μόνο το γεγονός ότι το συνολικό χρηματικό ποσό των 165.000,00 ευρώ καταβλήθηκε από την καθ' ης η ανακοπή στην δανειολήπτρια εταιρεία, λόγω δανείου, όχι κατά την ημέρα της συντάξεως του από … εγγράφου περί της συμβάσεως δανείου αλλά προγενεστέρως και τμηματικώς, δυνάμει διαδοχικών προφορικών δανειακών συμβάσεων ποσού 100.000,00 ευρώ στις … και 65.000,00 ευρώ στις …, δεν καθιστά ανύπαρκτη την ως άνω σύμβαση της …, όπως ο ανακόπτων-εκκαλών ισχυρίζεται...
Περαιτέρω, ενώ εκκρεμούσε η αποπληρωμή του, ως άνω, δανείου, στις …. καταρτίσθηκε μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων, δυνάμει του από … ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμβαση άτοκου δανείου μέχρι του ποσού των 500.000,00 ευρώ, το οποίο θα εξυπηρετείτο από τον ίδιο κοινό λογαριασμό των συμβαλλομένων. Τελικά το ποσό του δανείου περιορίστηκε στο ποσό των 470.000,00 ευρώ, το οποίο και κατατέθηκε από την Ο.
Χ. στον κοινό λογαριασμό αυτής και του διαχειριστή της εταιρείας την επομένη ημέρα, ήτοι στις …. Ημερομηνία ολοσχερούς εξόφλησης του δανείου από τη δανειολήπιρια, ορίστηκε η …. Κατά το χρόνο της κατάρτισης της από … δανειακής σύμβασης, η δανειολήπτρια εταιρεία, προς εξασφάλιση της προσήκουσας αποπληρωμής του δανείου, παρέδωσε στην καθ' ης η ανακοπή την εκδοθείσα από το διαχειριστή της, υπ' αριθ.
… μεταχρονολογημένη επιταγή, σε διαταγή της καθ' ης, ποσού 500.000,00 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την …, συρόμενη επί του τηρούμενου στην Εμπορική Τράπεζα λογαριασμού της δανειολήπτριας με αριθμό ..., η οποία συμφωνήθηκε να επιστραφεί στην εκδότρια εταιρεία κατά την ολοσχερή εξόφληση του δανείου.
Από το ίδιο, ως άνω, προσκομιζόμενο αντίγραφο του τηρούμενου για την κίνηση του λογαριασμού βιβλιαρίου καταθέσεων, προκύπτει, ότι ο διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ανέλαβε τμηματικά από το λογαριασμό 75.000,00 ευρώ στις …., 10.000,00 στις …, 50.000,00 ευρώ … και 20.00,00 ευρώ στις …, ήτοι προέβη στην ανάληψη του συνολικού ποσού των 285.000,00 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου στον κοινό λογαριασμό στις … του ποσού των (470.000,00 - 285.000,00) 185.000,00 ευρώ, πλέον του ποσού των τόκων από 24,69 ευρώ.
Ο εκκαλών με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αγνόησε τα ευρήματα του ορκωτού ελεγκτή περί των αναληπτηρίων που δεν αναγράφουν το όνομα του διαχειριστή της δανειολήπτριας. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον ο τελευταίος ουδέποτε αρνήθηκε τις αναλήψεις που αφορούν τα ποσά των προαναφερομένων δανείων των 165.000,00 και 470.000,00 ευρώ.
Τα ανωτέρω δύο συνομολογηθέντα δάνεια δεν εξοφλήθηκαν από τη δανειολήπτρια. Ειδικότερα η τελευταία, μέχρι την 10η Απριλίου 2010, που είχε συμφωνηθεί η εξόφληση του πρώτου δανείου, δεν είχε καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, η δε παραδοθείσα στην καθ' ης η ανακοπή επιταγή προς εγγύηση της εξόφλησης του δανείου αυτού ήταν ακάλυπτη.
Επειδή η δανειολήπτρια δεν προέβαινε σε οποιαδήποτε καταβολή, η καθ' ης η ανακοπή ανέλαβε στις … από τον κοινό λογαριασμό το ποσό των 185.000,00 ευρώ, από το οποίο 165.000,00 ευρώ προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του πρώτου δανείου και το ποσό των 20.000,00 ευρώ προς μερική εξόφληση του δευτέρου δανείου. Επίσης, στις…, η καθ' ης έκανε ανάληψη από τον ίδιο λογαριασμό και του ποσού των 50.000,00 ευρώ που είχε καταθέσει για το σκοπό αυτό ο Χ.
Μ. για λογαριασμό της εκπροσωπούμενης από αυτόν ομόρρυθμης εταιρείας. Επειδή, μετά και την ανάληψη αυτή, το οφειλόμενο από τη δανειολήπτρια ομόρρυθμη εταιρεία υπόλοιπο ποσό εκ του δευτέρου δανείου ήταν (470.000,00 - 70.000,00 =) 400.000,00 ευρώ, η προαναφερόμενη με αριθμό ... επιταγή ποσού 500.000,00 ευρώ, φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως την …, επιστράφηκε στην εκδότρια και αντικαταστάθηκε από την υπ' αριθ. ...
επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας, ποσού 400,000,00 ευρώ, που εκδόθηκε από την ίδια ομόρρυθμη εταιρεία δια του νομίμου εκπροσώπου της Χ. Μ., σε διαταγή της καθ' ης η ανακοπή με ημερομηνία εκδόσεως την …. Την επιταγή αυτή η καθ' ης η ανακοπή την οπισθογράφησε και την παρέδωσε στον Δ. Π., προκειμένου αυτός ως πληρεξούσιος της να την εμφανίσει προς πληρωμή στο όνομα και για λογαριασμό της καθ' ης η ανακοπή.
Η επιταγή πράγματι εμφανίσθηκε προς πληρωμή στις …, πλην όμως, δεν πληρώθηκε διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας που τηρούσε στην πληρώτρια τράπεζα, όπως το γεγονός αυτό βεβαιώθηκε εγγράφως επί του σώματος της επιταγής από τους αρμοδίους υπαλλήλους της πληρώτριας τράπεζας, Ακολούθως, με βάση την επιταγή αυτή και κατόπιν αιτήσεως της καθ' ης η ανακοπή κατά: 1) του ανακόπτοντος, 2) της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...
ΟΕ" και τους διακριτικούς τίτλους "..." και " ... ...", 3) του Χ. Μ. του Ν. και 4) του Ν. Α. του Ε. εκδόθηκε η υπ' αριθ. ... ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε βάρος της δανειολήπτριας ομόρρυθμης εταιρείας και των ομορρύθμων εταίρων της, λόγω της φύσεως του χρέους ως εταιρικού, επιδόθηκε δε αυτή από δύο φορές στον καθένα από τους ανωτέρω...
Ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος ότι το πράγματι οφειλόμενο εκ της δευτέρας δανειακής συμβάσεως ποσό ανερχόταν στο ποσό των 235.000,00 ευρώ και όχι στο ποσό των 400.000,00 ευρώ δεν κρίνεται βάσιμος στην ουσία του, καθόσον η καθ' ης η ανακοπή με βάση τις δύο δανειακές συμβάσεις κατέθεσε στον κοινό λογαριασμό αυτής και του διαχειριστή της δανειολήπτριας εταιρείας το ποσό των (100.000,00 + 65.000,00 + 470.000,00 =) 635.000,00 ευρώ, ανέλαβε δε, για τη μερική εξόφληση των δύο δανειακών συμβάσεων τα ποσά των 185.000,00 και 50.000,00 ευρώ, ήτοι συνολικά 235.000,00 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου προς εξόφληση των δύο δανείων του ποσού των (635.000,00 - 235.000,00 =) 400.000,00 ευρώ.
Η από 1-7-2011 επιστολή του Χ. Μ. προς τον ανακόπτοντα στην οποία αναφέρεται ότι το οφειλόμενο ποσό από την ένδικη επιταγή ποσό ανέρχεται σε 235.000,00 ευρώ και όχι σε 400.000,00 ευρώ, δεν μπορεί να στηρίξει τον ισχυρισμό του ανακόπτοντος δεδομένου ότι δεν ενισχύεται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, όπως έγγραφη απόδειξη περί καταβολής του συνολικά οφειλομένου ως άνω ποσού.
Άλλωστε η αντικατάσταση από τη δανειολήπτρια της επιταγής των 500.000,00 με την εκδοθείσα από αυτήν ένδικη επιταγή των 400.000,00 ευρώ οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι το ύψος του πράγματι οφειλομένου ποσού ανερχόταν στο ποσό αυτό, διότι αν η οφειλή ήταν 235.000,00 ευρώ, στην επιταγή, που δόθηκε προς αντικατάσταση της πρώτης, θα αναγραφόταν από την δανειολήπτρια εταιρεία το, ως άνω, ποσό και όχι το κατά πολύ υψηλότερο ποσό των 400.000,00 ευρώ...
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε ότι το υπόλοιπο οφειλόμενο από τη δανειολήπτρια εταιρεία στην καθ' ης η ανακοπή ποσό του δανείου ανέρχεται σε 400.000,00 ευρώ, ορθώς τις σχετικές διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Επομένως, οι ... τρίτος και πέμπτος λόγοι της έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που έκρινε όμοια. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 806 και 807 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των άνω διατάξεων, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, σύμφωνα με την οποία στη σύμβαση δανείου είναι δυνατόν, ύστερα από συμφωνία των συμβαλλόμενων, η παράδοση του δανείσματος να γίνει σε τρίτο πρόσωπο, δεδομένου ότι, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) με τα από … και … έγγραφα ιδιωτικά συμφωνητικά μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...
Ο.Ε", εκπροσωπουμένης από το διαχειριστή της Χ. Μ., καταρτίστηκαν δύο ένδικες συμβάσεις δανείων, ποσού 169.950 ευρώ και 500.000 ευρώ, αντίστοιχα, δυνάμει των οποίων η αναιρεσίβλητη μεταβίβασε κατά κυριότητα στην ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία, τα ποσά των 165.000 ευρώ και 470.000 ευρώ, αντίστοιχα, στα οποία τελικώς, κατόπιν κοινής συμφωνίας, περιορίστηκε έκαστο δάνεισμα, καταθέτοντας τα ποσά αυτά σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η ίδια με το διαχειριστή της δανειολήπτριας εταιρείας, από τον οποίο (λογαριασμό) ο τελευταίος, με τμηματικές αναλήψεις, ανέλαβε το προαναφερόμενο ποσό των ως άνω δανείων για λογαριασμό της δανειολήπτριας εταιρείας, με τη συμφωνία να αποδώσει η ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία στην αναιρεσίβλητη ισόποσο για κάθε σύμβαση χρηματικό ποσό στις … και …, αντίστοιχα, και β) η δανειολήπτρια εταιρεία απέδωσε στην αναιρεσίβλητη μόνον το ποσό του πρώτου δανείου καθώς και το ποσό των 70.000 ευρώ έναντι του δευτέρου δανείου, με συνέπεια, εφόσον παρήλθε ο χρόνος απόδοσης αυτού, να οφείλει το υπόλοιπο του εν λόγω δανείου, ποσού 400.000 ευρώ (470.000 - 70.000).
Επομένως, ο δεύτερος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, ως προς τις λοιπές, από τον αριθ.8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν αποδείχθηκαν και συγκεκριμένα ότι οι αναλήψεις έγιναν από το διαχειριστή της δανειολήπτριας εταιρείας για λογαριασμό της και ότι δεν έλαβε υπόψη το πόρισμα του ορκωτού λογιστή, είναι απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές βάλλουν κατά της ανέλεγκτης κρίσης του Εφετείου περί των πραγματικών περιστατικών.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 806 του Α.Κ. και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτού, αναφορικά με το πρώτο δάνειο ποσού 165.000 ευρώ, τον οποίο έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:
α) ότι με το από 20-1-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό καταρτίσθηκε σύμβαση άτοκου δανείου ποσού 169.950 ευρώ μεταξύ της αναιρεσίβλητης - καθ'ης η ανακοπή και της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε" εκπροσωπουμένης από το διαχειριστή της Χ. Μ., με απώτερη ημερομηνία εξόφλησής του την 10η-4-2010, β) ότι ταυτόχρονα, με την κατάρτιση του συμφωνητικού, η δανειολήπτρια εταιρεία, προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του, παρέδωσε στην αναιρεσίβλητη ισόποση μεταχρονολογημένη επιταγή, εκδοθείσα από τον διαχειριστή της σε διαταγή της αναιρεσίβλητης, από τηρούμενο τραπεζικό λογαριασμό της δανειολήπτριας εταιρείας, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης την …, γ) ότι κατόπιν, με κοινή συμφωνία των διαδίκων, το ως άνω ποσό του δανείου περιορίσθηκε στο ποσό των 165.000 ευρώ και δ) το γεγονός ότι το ως άνω ποσό του δανείου (165.000 ευρώ) κατατέθηκε στον κοινό λογαριασμό της καθ'ης και του διαχειριστή της δανειολήπτριας εταιρείας και αναλήφθηκε από τον τελευταίο σε χρόνο προγενέστερο της κατάρτισης της από … έγγραφης σύμβασης οφείλεται στη φιλική σχέση που συνέδεε τις οικογένειες και δεν καθιστά ανίσχυρη τη σύμβαση.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π.22/2005, Ολ.Α.Π.25/2003, Α.Π.757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (A.Π.50/2020, Α.Π.1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.Α.Π.8/2013, Ολ.Α.Π.3/1997, Α.Π.630/2020, Α.Π.1142/2019).
Ως εκ τούτου, και ο λόγος έφεσης αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (Α.Π. 1187/2021, 1588/2017). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ` όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π. 250/2014, Α.Π.1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π.747/2019, Α.Π.841/2017, Α.Π.118/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών με τον πρώτο λόγο της έφεσής του ισχυρίζεται, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως δέχθηκε, ότι το ποσό των 100.000,00 ευρώ κατατέθηκε ως δάνειο στις 26-3-2009 και αποτελεί μέρος του συνολικού ποσού της από … δανειακής σύμβασης.
Ειδικότερα διατείνεται, ότι δεν μπορεί η κατάθεση των 100.000,00 ευρώ που έγινε στις … να αφορά το δάνειο αυτό, καθόσον ο μάρτυρας ανταπόδειξης- σύζυγος της καθ' ης η ανακοπή κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι "ο Μ. ζήτησε τέλος του … από τη σύζυγο μου να του δανείσει το ποσό των 170.000,00 ευρώ για να τον διευκολύνει για την εταιρεία του".
Όμως, ο μάρτυρας συνεχίζοντας την κατάθεσή του ανέφερε ότι "το δάνειο δόθηκε για λογαριασμό της εταιρείας. Για το σκοπό αυτό ανοίχθηκε ο κοινός τραπεζικός λογαριασμός. Μπήκαν εκεί τα χρήματα". Επομένως, εφόσον ο λογαριασμός ανοίχθηκε και έγινε σ' αυτόν η κατάθεση των 100.000,00 ευρώ στις 26-3-2009, το αίτημα της δανειολήπτριας για τη χορήγηση δανείου 170.000,00 ευρώ δεν θα μπορούσε να υποβληθεί στην καθ' ης η ανακοπή στο τέλος του 2009.
Περαιτέρω, ο ανακόπτων ισχυρίζεται, ότι το ποσό των 100.000,00 ευρώ κατατέθηκε στον ανωτέρω κοινό λογαριασμό από την καθ' ης η ανακοπή προς εκπλήρωση της προγενέστερης από … δανειακής σύμβασης ποσού 103.000,00 ευρώ, που καταρτίσθηκε μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων και εξοφλήθηκε. Σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό στην από … έκθεση ειδικού διαχειριστικού ελέγχου, που διενεργήθηκε με επιμέλεια του ανακόπτοντος, ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής Α.
Π., αναφέρει, ότι στο πλαίσιο του διαχειριστικού ελέγχου, περιήλθε σε γνώση του ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ των ιδίων ως άνω συμβαλλομένων, με ημερομηνία … για άτοκο δανεισμό ποσού 103.000,00 ευρώ και ότι "το δάνειο αυτό με βάση τα διάφορα τραπεζικά παραστατικά, πρέπει να έχει εξοφληθεί εντός των προθεσμιών της σύμβασης.
Το δάνειο αυτό και όλα τα συνδεδεμένα με αυτό τραπεζικά παραστατικά τα οποία ευρίσκοντο στο χώρο του Λογιστηρίου, δεν είχαν καταχωρηθεί στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας και κατ' επέκταση στον ισολογισμό της χρήσεως 2009 τον οποίο υπογράφει ο διαχειριστής Χ. Μ., καθιστώντας τον ισολογισμό ανειλικρινή και αναξιόπιστο".
Από τις ως άνω αόριστες αναφορές δεν συνδέεται με σαφήνεια η κατάθεση του ποσού των 100.000,00 ευρώ στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό προς εκπλήρωση της υποχρέωσης της δανείστριας από τη δανειακή αυτή σύμβαση, δεν προσκομίζεται αντίγραφο της αναφερόμενης στη σύμβαση επιταγής, που φέρεται, ότι δόθηκε ως εγγύηση ούτε άλλωστε, προκύπτει, στην περίπτωση που τελικά το δάνειο είχε ληφθεί, με ποιο τρόπο αυτό εξοφλήθηκε, εντός των προθεσμιών της σύμβασης.
Ο ανακόπτων ισχυρίζεται, ότι το δάνειο των 103.000,00 ευρώ έχει εξοφληθεί, αφού από την έκθεση του ορκωτού ελεγκτή προκύπτει, ότι η εταιρεία "... Ο.Ε." προέβη σε τμηματικές καταθέσεις συνολικού ποσού 35.526,00 ευρώ στο λογαριασμό του Κ. Α., συζύγου της καθ' ης η ανακοπή, και ότι η τελευταία εισέπραξε επιταγές της Εθνικής Τράπεζας, συνολικού ποσού 7.257,60 ευρώ και μετρητά ύψους 10.000,00 ευρώ.
Όμως, πέραν του γεγονότος ότι το συνολικό ποσό των ανωτέρω κονδυλίων (35.526,00 + 7.257,60 + 10.000,00) ανέρχεται στο ποσό των 52.783,60 ευρώ και υπολείπεται του ποσού των 103.000,00 ευρώ για την εξόφληση του ισόποσου δανείου, δεν προέκυψε από οποιοδήποτε στοιχείο, ότι οι ανωτέρω καταβολές αφορούσαν την εξόφληση του επικαλούμενου από τον ανακόπτοντα δανείου των 103.000,00 ευρώ.
Περαιτέρω, ο ανακόπτων με το δεύτερο λόγο της έφεσής του ισχυρίζεται, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι συνήφθη πράγματι το δάνειο των 165.000,00 ευρώ, ενώ δεν έγινε re κατάρτιση του δανείου και αυτό είναι "χαλκευμένο". Το δάνειο αυτό αποδεικνύεται εγγράφως και ο διαχειριστής της εταιρείας ουδέποτε αρνήθηκε τη σύναψή του, λήφθηκε δε, από την εταιρεία και όχι από τον Χ..
Μ. προσωπικά, για το λόγο δε αυτό η επιταγή που δόθηκε ως εγγύηση της εξόφλησής του δεν ήταν προσωπική του Χ.. Μ. αλλά εκδότριά της ήταν η δανειολήπτρια εταιρεία. Μάλιστα, στο μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο από την καθ' ης από … κοινό σημείωμα της δανειολήπτριας εταιρείας, του διαχειριστή της Χ. Μ. και του Ν.
Α., επί της αιτήσεως αναστολής της επίδικης διαταγής πληρωμής, περιέχεται η δικαστική ομολογία ότι "η αντίδικος (καθ' ης η ανακοπή) επιχείρησε κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία να συνδέσει την οφειλή από την ένδικη επιταγή με προηγούμενο δανεισμό που η εταιρεία μας είχε λάβει από εκείνη, ποσού 165.000,00 ευρώ".
Στη συνέχεια βέβαια, οι ανωτέρω ισχυρίστηκαν, ότι "η παραπάνω οφειλή έχει καλυφθεί έναντι της αντιδίκου και η σχετική επιταγή έχει επιστραφεί στη δανειολήπτρια εταιρεία, η οποία και την έχει στην κατοχή της". Κατά την παρούσα δίκη η καθ' ης η ανακοπή Ο. Χ. προσκόμισε μετ' επικλήσεως αντίγραφο της, κατά τον ισχυρισμό της, ευρισκομένης στα χέρια της ανωτέρω επιταγής ποσού 169.950,00 ευρώ με ημερομηνία 10-4-2010, η οποία δεν σφραγίσθηκε γιατί εξοφλήθηκε, αφού αυτή ανέλαβε από τον κοινό λογαριασμό το ποσό των 185,000,00 ευρώ για την εξόφληση του εκ ποσού 165.000,00 ευρώ πρώτου δανείου και 20.000,00 ευρώ προς εξόφληση αντιστοίχου μέρους του δευτέρου δανείου.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος... λόγοι της έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι". Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο ισχυρίσθηκε ότι το ποσό των 100.000,00 ευρώ κατατέθηκε, στις 26-3-2009, στον ανωτέρω κοινό λογαριασμό, από την καθ' ης η ανακοπή προς εκπλήρωση της προγενέστερης από 23-3-2009 δανειακής σύμβασης ποσού 103.000,00 ευρώ, που καταρτίσθηκε μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων και εξοφλήθηκε.
Όμως, από το ως άνω αναλυτικώς προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον παραπάνω λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, τον οποίο, αφού ερεύνησε, απέρριψε, κατά τα προαναφερόμενα, ως αβάσιμο. Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθ 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Ολ.Α.Π.23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.Α.Π.8/2016, Ολ.Α.Π.2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.Α.Π.14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.
δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π.1990/1982, Α.Π.1277/2019, A.Π.1091/2019, Α.Π.1185/2010). Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ιδρύουν τον κατά την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (Α.Π.1078/2015).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της ως αποδεικτικού μέσου.
Η παραπάνω ομολογία, πρέπει να αποτελεί παραδοχή, με μονομερή δήλωση απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του και πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.
Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος.
Συνεπώς δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (Α.Π.691/2017, Α.Π. 188/2017), όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (Α.Π. 1416/2007, Α.Π.115/2007).
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ο διάδικος επικαλέσθηκε ομολογία του αντιδίκου του περιεχομένη στην αγωγή ή στις προτάσεις του, εν τούτοις παρέλειψε να την εκτιμήσει και να την λάβει υπόψη του, παρόλο που πράγματι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρισίμου γεγονότος που αποτελούσε τη βάση ισχυρισμού του επικαλουμένου την ομολογία διαδίκου (Α.Π. 1160/2017, Α.Π.469/2009, Α.Π.1336/2008), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (Α.Π.532/2016, Α.Π. 105/2011).
Πρέπει, συνεπώς, ο αναιρεσείων να επικαλέσθηκε νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου όσο και του εγγράφου στο οποίο περιεχόταν και τούτο παρόλον ότι αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (A.Π.527/2022, Α.Π. 709/2017, Α.Π.1014/2010, Α.Π.1139/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων προσκόμισε νόμιμα με επίκληση, με τις προτάσεις του, ενώπιον του Εφετείου και συγκεκριμένα:
α) τις πρωτόδικες προτάσεις της αντιδίκου του (αναιρεσίβλητης), στις οποίες περιέχεται η ομολογία της ότι η σύμβαση δανείου των 165.000 ευρώ καταρτίσθηκε μετά το θάνατο της αδελφής αυτού (αναιρεσείοντος) που συνέβη στις ..., προς απόδειξη του ισχυρισμού του που προβλήθηκε με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, ότι η κατάθεση του ποσού των 100.000 ευρώ στις 26-3-2009 έγινε σε εκτέλεση προγενέστερου δανείου και όχι του φερόμενου ως καταρτισθέντος στις 20-1-2010 επίδικου πρώτου δανείου, β) την από 2-5-2011 εξώδικη δήλωση - πρόσκλησή του προς την αντίδικό του, με την οποία της είχε ζητήσει να του γνωστοποιήσει αν υφίσταται οφειλή της εταιρείας προς αυτή και γ) την από 11-6-2013 μήνυσή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά των Φ.
Α., Ο. Χ. και Κ. Α. Αναφορικά με τις υπό στοιχεία β' και γ' αιτιάσεις, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον ο αναιρεσείων δεν αναφέρει τον ισχυρισμό προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκαν τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ήταν κρίσιμα για την απόδειξη αυτού.
Εξάλλου, αναφορικά με την υπό στοιχείο α' αιτίαση και κατ' εκτίμηση αυτής, το επικαλούμενο γεγονός θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως βάση τεκμηρίου, πρόσφορου για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η κατάθεση του ποσού των 100.000 ευρώ στις 26-3-2009 έγινε σε εκτέλεση προγενέστερου δανείου και όχι του φερόμενου ως καταρτισθέντος στις 20-1-2010 επίδικου πρώτου δανείου.
Επομένως, η αναγνώριση από την αναιρεσίβλητη του εν λόγω γεγονότος, μη αναφερομένου αμέσως στο αντικείμενο της δίκης, που ήταν η κατάρτιση του πρώτου δανείου, δεν συνιστά δικαστική ομολογία, ήτοι δεν συνιστά το αποδεικτικό μέσο για τη μη λήψη υπόψη του οποίου αιτιάται ο αναιρεσείων, αφού, κατά τη μείζονα σκέψη, δεν αρκεί το αναγνωριζόμενο γεγονός να αποτελεί, απλώς, τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό, και, συνεπώς, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος, είναι αβάσιμος.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16/5/2017 αίτηση του Ε. Π. για αναίρεση της υπ` αριθ. 5448/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ