Legislator Case Law & Legislation
606/2022 AI generated

Supreme Court annuls lower court decision due to procedural error regarding service of payment order and lack of clear proof of service dates.

Case Number 606/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Third Instance Court of Thrace's decision of 438/2011 due to a procedural defect in the service of the payment order. The lower court accepted contradictory dates for the service of the order and a certificate issued before the alleged service, creating uncertainty about whether the legal conditions for suspending enforcement were met. Consequently, the case was remanded to the same court with a new panel of judges to re-examine the facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 30(8)(a) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The court must annul a judgment if the service of a payment order is not clearly established by reliable evidence, as this uncertainty prevents the verification of the legal prerequisite for suspending enforcement proceedings.

Keywords

AI generated
service of process defect payment order service suspension of enforcement procedural error annulment remand for retrial unclear evidence standard enforcement suspension

Cited Legislation

AI generated
Article 30(8)(a) of Article 30 of Law 2789/2000
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 606 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 606/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Ν. Α. του Δ., 2) Μ. Α. του Ν., κατοίκων ..., 3) Ο. Ε. με την επωνυμία "Α… Ν… Ο.Ε.", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Α… και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Πιπιλή και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου - καθ' ης η κλήση: … με την επωνυμία "… Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παναγόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/9/2008 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/1426/96-1224/108/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 438/2011 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 21/5/2012 αίτησή τους και τους από 11/11/2014 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 1295/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 17/10/2018 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 3/12/2014 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης και ο πρώτος των προσθέτων αυτής λόγων και να γίνει δεκτός ο δεύτερος των προσθέτων λόγων της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται για συζήτηση με την από 17-10-2018 κλήση των αναιρεσειόντων η ένδικη από 21-5-2012 αίτηση αναίρεσης και οι από 11-11-2014 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, μετά την έκδοση της 1295/2018 απόφασης του Αρείου Πάγου με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτών κατά τη δικάσιμο της 8-5-2017, λόγω μη κλητεύσεως κατ' αυτήν της τρίτης αναιρεσείουσας.

Με την κρινόμενη από 21-5-2012 αίτηση αναίρεσης και τους από 11.11.2014 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν παραδεκτά, εντός της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας, με ιδιαίτερο δικόγραφο που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 12-11-2014, ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα αρχικά δικάσιμο για τη συζήτηση της αναίρεσης (15-12-2014), προσβάλλεται η 438/2011 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Η τελευταία απόφαση εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με αυτήν απορρίφθηκε η έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατά της 30/1426/96-1224/108/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη την με αριθ. κατ. 1426/96/23-9-2008 ανακοπή αυτών και τους με αριθ.

κατ. 1224/108/23-9-2009 πρόσθετους λόγους ανακοπής, που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατά της επισπευδομένης σε βάρος τους αναγκαστικής εκτέλεσης. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει να συνεκδικαστούν μεταξύ τους λόγω της συνάφειας αυτών.

Κατά το άρθρο 933 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο 19 παρ. 1 Ν. 4055/2012, αντιρρήσεις του καθού η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον, οι οποίες αφορούν στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή στην απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή ή πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο τριάντα ή όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αντικείμενο της δίκης, η οποία ανοίγεται με την ανακοπή, αποτελεί αποκλειστικώς και μόνο η έρευνα της βασιμότητας των λόγων της ανακοπής και εκείνων που προτάθηκαν εμπρόθεσμα με πρόσθετο δικόγραφο,(ΑΠ 686/2018). Η ανακοπή αυτή, κατά την διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 1 όγδοο άρθρο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 και με την οποία καθιερώνεται το σύστημα της κατά στάδια προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι παραδεκτή: (α) αν αφορά στην εγκυρότητα του τίτλου ή στην προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες, αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης (β) αν αφορά στην εγκυρότητα των πράξεων της εκτέλεσης που έγινε από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης και πέρα ή την απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και (γ) αν αφορά στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και πρόκειται για εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης, μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού, αν πρόκειται για κινητό, και σε ενενήντα ημέρες από την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα.

Στην αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης κατάσχεσης και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης (άρθρο 934 παρ. 2 ΚΠολΔ). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις και ενόψει του γεγονότος ότι η κατά το σύστημα του ΚΠολΔ λειτουργία της δικονομικής ακυρότητας καθιστά αναγκαία την προσβολή των άκυρων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, οι οποίες παράγουν τις συνέπειες τους μέχρι να απαγγελθεί με δικαστική απόφαση η ακυρότητα τους, οπότε επέρχεται αναδρομική άρση των αποτελεσμάτων τους, γίνεται φανερό, ότι, αν οι επιμέρους πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας παρουσιάζουν ελάττωμα, πρέπει να προσβληθούν με ανακοπή (του άρθρου 933 ΚΠολΔ) μέσα σε ορισμένη προθεσμία, η οποία έχει ως αφετηρία ορισμένη πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας.

Η προθεσμία αυτή είναι δικονομική, διεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 144 επ. ΚΠολΔ, και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Κατά συνέπεια, αν η προθεσμία αυτή περάσει άπρακτη, επέρχεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξης (άρθρο 151 ΚΠολΔ) και η πράξη αυτή καθίσταται πλέον απρόσβλητη και δεν μπορεί να συμπαρασύρει σε ακυρότητα και τις επόμενες πράξεις της διαδικασίας της εκτέλεσης, η σχετική δε ανακοπή (η ασκηθείσα μετά την πάροδο της προθεσμίας) απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1508/2018).

Στις προθεσμίες αυτές υπόκεινται και οι λόγοι ανακοπής που ασκούνται με δικόγραφο προσθέτων λόγων, εφόσον αναφέρονται σε αταξίες και ελλείψεις της ίδιας πράξης εκτέλεσης (ΑΠ 1774/2001). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, στο αναιρετήριο δικόγραφο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιον, από τους περιοριστικά, στο άρθρο 559 ίδιου Κώδικα, αναφερόμενους, αναιρετικούς λόγους θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, και επίσης, να καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης.

Δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης. Διαφορετικά ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (ΑΠ 275/2017, ΑΠ 1126/2015).

Ειδικότερα, για το ορισμένο της από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ προβλεπομένης αιτιάσεως, συνισταμένης στην, παρά το νόμο, κήρυξη από το δικαστήριο του απαραδέκτου των πρόσθετων λόγων της ανακοπής κατά πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας λόγω εκπρόθεσμης άσκησής τους, απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, το περιεχόμενο των πρόσθετων λόγων της ανακοπής, όπως περιέχονται στο δικόγραφο αυτών, προκειμένου να μπορεί να ερευνηθεί ποια πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης αφορούν οι αντιρρήσεις που προβάλλονται με αυτούς και να διαπιστωθεί ποια πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας αποτελεί την αφετηρία έναρξης της προθεσμίας μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθούν οι αντιρρήσεις και ποια προθεσμία έχει εφαρμογή για την άσκηση αυτών, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν την κρίση αυτή, ήτοι το χρόνο που έγινε η προσβαλλόμενη πράξη και το χρόνο που κατατέθηκαν στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου οι πρόσθετοι λόγοι, ώστε να κριθεί αν πράγματι το Εφετείο, εσφαλμένα, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε αυτούς ότι ασκήθηκαν εκπρόθεσμα και παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα.

Κατ? ακολουθίαν τούτων, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ (κατά την ορθή εκτίμηση και όχι εκ του αρ. 1, αφού αναφέρεται σε κήρυξη ακυρότητας και σε παράβαση δικονομικής διάταξης) αιτίαση, με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε (κήρυξε) ως απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους της ανακοπής της, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης αυτών, κρίνοντας ότι <<βάλλουν κατά της προδικασίας και έτσι έπρεπε να έχουν ασκηθεί εντός της δεκαπενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 934 παράγραφος 1 α ΚΠολΔ>>, παρόλο που στο δικόγραφο της έφεσης αυτοί είχαν ισχυρισθεί ότι η ανακοπή τους αφορούσε λόγους αναφερόμενους στην απαίτηση και έτσι υπάγονταν στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 β' ΚΠολΔ, και επίσης στο δικόγραφο της έφεσης ισχυρίστηκαν ότι <<η απαίτηση της αναιρεσίβλητης τράπεζας δεν είχε επανακαθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 30 του ν. 2789/2000, όπως τούτο εν συνεχεία τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 2912/2001 και στη συνέχεια με το άρθρο 39 του Ν. 3259/2004>>, καθώς και ότι <<ο γενόμενος από την τράπεζα υπολογισμός της απαίτησης ήταν εσφαλμένος>> και επομένως το αίτημα των πρόσθετων λόγων ανακοπής αφορούσε, εκτός από την προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και την απαίτηση, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι είναι εντελώς αόριστος, καθόσον δεν γίνεται επίκληση των απαιτουμένων για την πληρότητα του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης πραγματικών περιστατικών αναφοράς του ακριβούς, ως προς το κρίσιμο ως άνω ζήτημα, περιεχομένου του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της ανακοπής, ώστε να μπορεί να κριθεί ποια πράξη αφορούν οι προβαλλόμενες με αυτούς αντιρρήσεις και συνεπώς σε ποια προθεσμία υπάγονται και ποιος ο χρόνος έναρξης αυτής, αλλά και τα στοιχεία με βάση τα οποία θα κριθεί η εμπρόθεσμη ή μη άσκηση αυτών, ήτοι ο χρόνος της προσβαλλόμενης πράξης και εκείνος της κατάθεσης των πρόσθετων λόγων στη γραμματεία του δικαστηρίου της ανακοπής, αφού δεν αρκεί ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι οι λόγοι αυτοί αφορούσαν την απαίτηση και υπάγονταν στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 περ.

β' ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, κρίνονται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, όπως διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου και με βάση τα οποία τούτο, ως αναγκαία, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία των αντίστοιχων λόγων αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει αμέσως η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017).

Ιδρύεται, δε, ο από τις ανωτέρω διατάξεις αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Ενόψει τούτων, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, ούτε όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογή του αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008), αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης).

Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 578 ΚΠολΔ), το τελευταίο, δε, συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, η έκθεση στο αναιρετήριο των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του για τη βασιμότητα της αγωγής ή των ισχυρισμών, και υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 532/2017, ΑΠ 1376/2011) Περαιτέρω, η αοριστία του αναιρετικού λόγου, εξαιτίας μη αναφοράς των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 57/1990), ούτε να συμπληρωθεί το αναιρετήριο με την παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1938/2017).

Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παραβίασε με τη μη εφαρμογή της τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 8 εδάφιο δεύτερο του ν. 2789/2000, μολονότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεδομένου ότι η κατ' αυτών απαίτηση της αναιρεσίβλητης δεν είχε προσδιοριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, υπήρχε οφειλή αυτών και μετά την 30-12-2000 και τα ποσά που είχαν καταβάλει υπερέβαιναν το ποσό της συνολικής οφειλής με βάση τον ορθό κατά τα άνω επαναπροσδιορισμό αυτή, που αποτελούσε προϋπόθεση για τη διενέργεια του πλειστηριασμού, και κατ' ακολουθία το υπόλοιπο της οφειλής τους διαγράφηκε, η δε προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον στηριζόμενο στα πραγματικά αυτά περιστατικά ισχυρισμό τους ότι απαράδεκτα κινήθηκε σε βάρος τους η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, με το σκεπτικό ότι η εκδοθείσα για την απαίτηση διαταγή πληρωμής είχε αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, εφαρμόζοντας το πρώτο εδάφιο της παρ. 8 του άρθρου 30 του άνω νόμου.

Οι ανωτέρω λόγοι της αναίρεσης είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, καθόσον είναι αόριστοι. Τούτο διότι οι αναιρεσείοντες, αν και το Εφετείο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο αναιρετήριο, ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, προβάλουν, δε, αυτοί αιτιάσεις από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν εκθέτουν τις κρίσιμες, σχετικά με τα, αποτελούντα τη βάση των αναιρετικών αυτών λόγων, ζητήματα, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, και με βάση τα οποία έκρινε τους προβληθέντες με την, εξετασθείσα από αυτήν, έφεση και ακολούθως ανακοπή, λόγους έφεσης και ακύρωσης των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, ισχυρισμούς που είχαν προτείνει οι αναιρεσείοντες.

Οι αναιρεσείοντες αρκούνται στη γενική αναφορά στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την αναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου ως άνω διάταξη, εκθέτοντας το κατά τη δική τους εκδοχή πραγματικό μέρος της υπόθεσης, όσα οι ίδιοι ισχυρίστηκαν στο Δικαστήριο, η έννοια που αποδίδουν αυτοί στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη, το κατά τους ίδιους πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο που φέρεται ως προϊόν του αποδιδόμενου ερμηνευτικού και υπαγωγικού σφάλματος, Δεν εκθέτουν, όπως είναι αναγκαίο για το ορισμένο της προβολής των λόγων αυτών, με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της έφεσης και της ανακοπής, καθώς και των αυτοτελών ισχυρισμών τους, με τις οποίες παραδοχές συνάπτεται αιτιωδώς το διατακτικό της απόφασής του και από τις οποίες εξαρτάται και θα κριθεί η ορθότητα αυτού.

Χωρίς, όμως, την παράθεση των παραδοχών αυτών, δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της αποδιδόμενης παράβασης των επικαλούμενων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, ενόψει του ότι η παράβαση κρίνεται από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, ώστε να προκύπτει από αυτό, ενώ δεν είναι δυνατή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα.

Στο άρθρο 30 παρ. 1, 2, 4, και 7 του ν. 2789/2000, όπως η παρ. 1 και το εδ. α της παρ. 2 αντικαταστάθηκαν με την παρ.6 του άρθρου 42 του ν. 2912/2001, ορίζονται τα εξής: "1. Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφισταμένη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών που έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31-12-2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με τους συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.

Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων τυχόν υπερβάλλον ποσόν πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι 31-12-1985, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως του δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι;

τις 31-12-1990, γ) το διπλάσιο εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-2000. Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. 2. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος.

Το αυτό ισχύει και για εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ΚΠολΔ. Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας είτε οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής, εκτέλεσης δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία (εδ γ'). (4) Από της ισχύος του παρόντος νόμου τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται:

α) Να γνωστοποιούν, εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή σχετικής αίτησης, στους οφειλέτες που οι οφειλές τους εμπίπτουν στη ρύθμιση της παραγράφου 1, το ύψος της οφειλής τους κατά κεφάλαιο και τόκους, β) Να μη λογίζουν τόκους για τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα διαμορφωθεί μετά την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, μέχρι τις 30 Απριλίου 2000 και να μην αρχίσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, ούτε να συνεχίσουν διαδικασίες που έχουν αρχίσει, μέχρι την 31-12-2001... (7) Από 1-1-2002 αίρεται η αναστολή της έναρξης ή της συνέχισης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση των απαιτήσεων που υπάγονται στη ρύθμιση της παραγράφου 1, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 6 και με την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα, με δήλωση του, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, θα προσδιορίσει το οφειλόμενο κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ποσό της απαίτησης...".

Εξάλλου, στην παράγραφο 8 εδαφ. α', β' και γ' του ίδιου άρθρου, όπως το εδαφ. β' προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 42 του ν. 2912/2001, ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν όσα είτε κρίθηκαν, οποτεδήποτε, τελεσίδικα, εκτός αν εκκρεμούν κατά την ημερομηνία ψήφισης του παρόντος στον Άρειο Πάγο, είτε ρυθμίσθηκαν με διάταξη νόμου ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών για συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος και οι σχετικές συμφωνίες εξακολουθούν να δεσμεύουν τα μέρη.

Σε όσες, όμως, από τις παραπάνω περιπτώσεις, πλην εκείνων που ρυθμίστηκαν με διατάξεις νόμου, υφίσταται ανεξόφλητο υπόλοιπο μετά τις 31.12.2000 και τα ποσά που καταβλήθηκαν ή πρόκειται να καταβληθούν κατά τις ισχύουσες συμφωνίες ή με βάση τις τελεσίδικες αποφάσεις υπερβαίνουν το ποσό της συνολικής οφειλής με βάση τον υπολογισμό της παραγράφου 1 του παρόντος, από το ανεξόφλητο αυτό υπόλοιπο διαγράφεται το υπερβάλλον.

Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους, είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας είτε οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία...". Επίσης με το άρθρο 39 παρ. 1, 2, 3 και 12 του επιγενομένου και ισχύοντος από 4-8-2004 ν. 3259/2004, ορίζονται τα εξής : "1.

Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. 2.

Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.

Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.

Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις. 3. Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω....12.

Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000 όπως ισχύει". Στο πλαίσιο των ανωτέρω νομοθετικών ρυθμίσεων εγκαθιδρύθηκε, υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για να επανακαθορίσουν τις προς αυτά οφειλές από κάθε είδους συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε συνολική οφειλή να μην υπερβαίνει ορισμένα περιοριστικά καθοριζόμενα στο νόμο πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου, ή του αθροίσματος κεφαλαίων περισσότερων δανείων, ενόψει δε των ανωτέρω ποσοτικών ορίων, που έθετε ο νόμος, καθιερώθηκε και διαδικασία υποβολής των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων σε επαναπροσαρμογή ή επαναρρύθμιση.

Προβλέφθηκε, δε, να μην αρχίσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, ούτε να συνεχίσουν διαδικασίες που έχουν αρχίσει μέχρι την 31-12-2001 και ακολούθως μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του οφειλέτη ή εγγυητή για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.

Οι ως άνω διατάξεις για την αναστολή έναρξης ή απαγόρευσης συνέχισης των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης, δεν εφαρμόζονται, εκτός των άλλων, για όσες απαιτήσεις έχουν κριθεί, οποτεδήποτε, τελεσίδικα, εκτός αν εκκρεμούν κατά την ημερομηνία ψήφισης του παρόντος στον Άρειο Πάγο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 631, 632 παρ. 1, 633 παρ. 2, 904 παρ. 2, 933, 935 και 330 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η κατά τα άρθρα 623 επ.

του ίδιου Κώδικα εκδιδόμενη διαταγή πληρωμής, μολονότι δεν φέρει το χαρακτήρα δικαστικής απόφασης, αλλά αποτελεί τίτλο εκτελεστό, ισοδυναμεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση κατά τα αποτελέσματά της, και αποκτά κατά το νόμο ισχύ δεδικασμένου, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ασκηθείσας κατ' αυτής ανακοπής, ή σε περίπτωση μη άσκησης ανακοπής, μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας άσκησης και των δύο ανακοπών που προβλέπονται από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 6/1996, ΑΠ 621/2016, ΑΠ 133/2003).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, πράγμα που συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογίες) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε και τα ακόλουθα: <<Η τρίτη ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα με την επωνυμία <<Α… Ν… Ο.Ε.>> δανειοδοτήθηκε από την καθ' ης η ανακοπή, με βάση την … σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, την οποία ο πρώτος ανακόπτων και η εν ζωή σύζυγός του Μ.

Α., της οποίας εξ αδιαθέτου κληρονόμος είναι η δεύτερη από τους ανακόπτοντες, υπέγραψαν ως εγγυητές. Η δανειστική αυτή σύμβαση, ύστερα από καταγγελία της δανείστριας Τράπεζας, έκλεισε οριστικά στις 13-6-1996, με χρεωστικό κατάλοιπο 24.264.022 δραχμών ή 71.207,69 ευρώ, την πληρωμή του οποίου υποχρεώθηκαν να πληρώσουν οι ανακόπτοντες με την … διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου …, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της δανείστριας καθ' ης η ανακοπή Τράπεζας.

Στη συνέχεια και μετά τη νόμιμη προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης του πιο πάνω εκτελεστού τίτλου (διαταγής πληρωμής), επιβλήθηκε αρχικά κατάσχεση σε ένα ισόγειο κατάστημα, ιδιοκτησίας των δύο πρώτων ανακοπτόντων, δυνάμει της υπ' αριθμ. … εκθέσεως του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή. Ορίστηκε αρχικά ως ημερομηνία πλειστηριασμού η 24-6-1998 και μετά από αλλεπάλληλες αναστολές ορίστηκε ημερομηνία πλειστηριασμού η 1/10/2008.

Η εν λόγω διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στους ανακόπτοντες δύο φορές, την 14-4-1999 και την 20-5-1997 (βλ. τις με αριθμό 12299, 12301, 12297/11.12.1996 και 12380, 12381, 12379/9.1.2006 αντίστοιχα εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο … Α. Κ.) χωρίς να ασκηθεί κατ' αυτής ανακοπή (βλ. το υπ' αριθμ. … πιστοποιητικό της γραμματέως του Πρωτοδικείου …) και ως εκ τούτου απέκτησε ισχύ δεδικασμένου.

Με βάση αυτά, εφόσον ο πλειστηριασμός επισπεύδεται με εκτελεστό τίτλο, που είχε αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου ως προς την επιδικασθείσα απαίτηση, δεν ήταν εφαρμοστέα η διάταξη της παρ. 4Β του άρθρου 30 ν. 2789/2000, που προβλέπει την υποχρεωτική αναστολή της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως, δεδομένου ότι η κρινόμενη περίπτωση εμπίπτει στις εξαιρέσεις της παραγράφου 8 του ίδιου άρθρου>>.

Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του ότι στην εξεταζόμενη υπόθεση δεν εφαρμόζεται η διάταξη της παραγράφου 4 περ. β' του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 και ως εκ τούτου δεν αναστέλλεται υποχρεωτικά η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης της … διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου …, που εκδόθηκε σε βάρος των αναιρεσειόντων ύστερα από αίτηση της αναιρεσίβλητης τράπεζας με βάση απαίτησή της από την αναφερόμενη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, με την αιτιολογία ότι η διαταγή αυτή είχε αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, λόγω της άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας άσκησης από αυτούς ανακοπής κατά της άνω διαταγής πληρωμής, μετά την επίδοση δύο φορές αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ και ακολούθως απέρριψε την έφεση κατά της οριστικής πρωτόδικης απόφασης που είχε αχθεί σε όμοια κρίση και είχε απορρίψει την ανακοπή των αναιρεσειουσών κατά της επισπευδόμενης από την αναιρεσίβλητη, με εκτελεστό τίτλο την άνω διαταγή πληρωμής, αναγκαστικής εκτέλεσης και συγκεκριμένα του πλειστηριασμού των ακινήτων τους για την ικανοποίηση της επιδικασθείσας με αυτήν από τη σύμβαση ανοικτού λογαριασμού χρηματικής απαίτησης.

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 1, 4 και 8 του ν. 2789/2000, που εφάρμοσε, στερώντας έτσι την απόφαση του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή της προϋπόθεσης της παραγράφου 8 του άνω άρθρου, ήτοι της τελεσιδικίας της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής και συνεπώς της υπαγωγής στην εξαίρεση από την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Ειδικότερα το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι η ως άνω διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στους ανακόπτοντες-αναιρεσείοντες δύο φορές, αρχικά στις 14-4-1999 και ύστερα στις 20-5-1997, στη συνέχεια για την στήριξη των επιδόσεων αυτών αναφέρει τις …. αντίστοιχα εκθέσεις επίδοσης, με ημερομηνίες πολύ μεταγενέστερες (1999 και 2006) από τις ημερομηνίες που δέχεται ότι έγιναν οι επιδόσεις της διαταγής πληρωμής.

Επίσης, δέχεται ότι η μη άσκηση ανακοπής κατά της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής προκύπτει από το … πιστοποιητικό της γραμματέα του Πρωτοδικείου …, το οποίο φέρει ημερομηνία έκδοσης προγενέστερη των επιδόσεων της διαταγής πληρωμής. Έτσι, όμως, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν πράγματι συνέτρεχε η απαιτούμενη κατά τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 8 εδαφ.

α' του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 προϋπόθεση εξαίρεσης από την συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της περιουσίας των αναιρεσειουσών, ήτοι της τελεσιδικίας της άνω διαταγής πληρωμής που επιδίκασε την απαίτηση της αναιρεσίβλητης, αφού δεν προκύπτει σαφώς και αναμφίβολα πότε επιδόθηκε για πρώτη και για δεύτερη φορά η διαταγή πληρωμής, λόγω της εκτιθέμενης χρονικής διαφοράς των χρόνων επίδοσης που δέχεται το Δικαστήριο με τους αναφερόμενους, στις παρατιθέμενες, για την απόδειξη της επίδοσης, εκθέσεις επίδοσης, χρόνους, ούτε εάν ασκήθηκε ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, αφού το σχετικό πιστοποιητικό της γραμματέα του Δικαστηρίου, φέρεται να εκδόθηκε σε προγενέστερο της επίδοσης της διαταγής πληρωμής χρόνο και επομένως, δεν θα μπορούσε να βεβαιώσει το γεγονός της άσκησης ή μη ανακοπής στο μεταγενέστερο αυτό χρόνο.

Επομένως, η προσβαλλόμενη υπέπεσε στην εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια και πρέπει, κατά παραδοχή του δεύτερου πρόσθετου λόγου της αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 438/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ