Supreme Court dismisses appeal on investment fund liability, finding no contradiction in lower court's factual findings regarding deposit nature.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the Third-instance Court of Athens' decision regarding investment fund liability. The appellants argued that the lower court's findings contained a contradiction between admitting the funds were managed 'in the dark' and denying investment instructions, but the court found no such inconsistency. The court ruled that the lower court correctly identified the deposits as stable-yield bank placements rather than investment services, thereby rejecting the claim of liability.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10 of the Treaty on the Functioning of the European Union; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: The obligation of consistent interpretation of national law with EU law requires courts to ensure that national decisions do not violate substantive law provisions unless the decision itself contains a clear contradiction in its factual findings regarding the nature of the transaction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 606 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 606/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Δ. Σ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Η. Κ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Παρρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ) με την επωνυμία "ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", το οποίο έχει την έδρα του στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.ΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2334/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2000/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 24-10-2016 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 440/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανέβαλε τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υποθέσεως που έχει παραπεμφθεί σ' αυτήν με την 1855/2017 απόφαση του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου. Η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση, μετά την έκδοση της 10/2018 αποφάσεως της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1310/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 24-10-2016 αιτήσεως αναιρέσεως. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 13-11-2019 κλήση των αναιρεσειόντων - καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 10 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρεώνονται όλες οι κρατικές λειτουργίες, συνεπώς και η δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του Εθνικού δικαίου.
Η υποχρέωση σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν από την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών - μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας (ΔΕΚ C. 74, 129/1995). Περαιτέρω, προφανές είναι ότι τόσο ο εθνικός νομοθέτης όσο και ο εθνικός δικαστής δεν έχουν την εξουσία να μεταβάλουν ή να παρερμηνεύσουν τις διατάξεις κοινοτικής Οδηγίας, με παραβίαση στην περίπτωση αυτή του κοινοτικού δικαίου, το οποίο, κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, κατισχύει πάσης άλλης αντιθέτου διατάξεως του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 23/1998).
Έτσι, τα κράτη μέλη οφείλουν, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη εφαρμογή των Οδηγιών, από νομική άποψη, αλλά και στην πράξη, να προβλέπουν την ύπαρξη σαφούς νομικού πλαισίου στον συγκεκριμένο τομέα με την θέσπιση νομικών διατάξεων ικανών να δημιουργήσουν μια αρκούντως ακριβή, σαφή και διαφανή κατάσταση, ώστε να καθίσταται δυνατό στους ιδιώτες να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και να τα προβάλλουν ενώπιον των Εθνικών δικαστηρίων (ΔΕΚ C-220/1994).
Η υποχρέωση των κρατών μελών, που απορρέει από κοινοτική Οδηγία, να επιτύχουν το με αυτήν επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, καθώς και το καθήκον, που έχουν κατά το άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης, να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως, επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους.
Συνεπώς, το εθνικό δικαστήριο, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της Οδηγίας διατάξεις, οφείλει να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο με αυτήν αποτέλεσμα, συμμορφούμενο έτσι προς το άρθρο 189 και ήδη 249 εδ. 3 της Συνθήκης (ΔΕΚ 91/92).
Επομένως, το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να μη εφαρμόζει οποιοδήποτε μέτρο εθνικού δικαίου, που εμποδίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων (ΔΕΚ C 201/2002). Με βάση τις κατευθυντήριες και δεσμευτικές αυτές αρχές θα ερμηνευθεί και θα εφαρμοσθεί το εθνικό δίκαιο, που νομοθετήθηκε σε συμμόρφωση προς τις Κοινοτικές Οδηγίες που αναφέρονται στις επενδυτικές υπηρεσίες.
Ειδικότερα, την 10-5-1993 εκδόθηκε η Οδηγία 22/93 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, με την οποία ορίσθηκε το θεσμικό πλαίσιο σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών. Κατά το άρθρο 1 της ως άνω Οδηγίας, για τους σκοπούς αυτής νοούνται ως: 1) Επενδυτική υπηρεσία: οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες του τμήματος Α του παραρτήματος που αφορά οποιονδήποτε από τους τίτλους που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος και παρέχεται σε τρίτους.
Στο τμήμα Α του παραρτήματος ορίζεται ότι υπηρεσίες είναι: 1α) Λήψη και διαβίβαση, για λογαριασμό επενδυτών, εντολών σχετικών με έναν ή περισσότερους τίτλους του τμήματος Β, β) Εκτέλεση των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, 2. Διαπραγμάτευση, για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β, 3. Διαχείριση υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη χαρτοφυλακίων επενδύσεων στα πλαίσια εντολής των επενδυτών, εφόσον τα χαρτοφυλάκια αυτά συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους του τμήματος Β, 4.
Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους των τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β ή και τοποθέτησή της. Κατά το τμήμα Β του παραρτήματος, τίτλοι είναι: "1α) κινητές αξίες β) μερίδια οργανισμού συλλογικών επενδύσεων, 2. τίτλοι χρηματαγοράς, 3. τίτλοι προθεσμιακών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, 4.
προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), 5. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity), 6. προαιρέσεις (option) αγοράς ή πώλησης οποιουδήποτε τίτλου υπαγόμενου στο παρόν τμήμα του παραρτήματος, συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.
Συμπεριλαμβάνονται ιδίως στην κατηγορία αυτή οι προαιρέσεις συναλλάγματος και επιτοκίων". Στο άρθρο 1 αριθ. 4 της Οδηγίας ορίζεται ότι κινητές αξίες είναι "οι μετοχές και οι λοιπές αξίες οι εξομοιώσιμες με μετοχές, οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην Κεφαλαιαγορά και κάθε άλλη αξία, η οποία συνήθως αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης που επιτρέπει την απόκτηση αυτών των κινητών αξιών με εγγραφή ή ανταλλαγή ή παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, ενώ αποκλείονται τα μέσα πληρωμής".
Σύμφωνα, επομένως, με την Οδηγία 93/22/ΕΚ η διαχείριση χρημάτων δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία, αφού ρητώς αποκλείονται από την έννοια των κινητών αξιών τα μέσα πληρωμής. Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ν. 2396/1996, στο άρθρο 2 του οποίου ορίζεται: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: 1.
Κύρια Επενδυτική Υπηρεσία: Οποιαδήποτε από τις κατωτέρω υπηρεσίες: α (ι) Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω χρηματοπιστωτικά μέσα: αα. κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. τίτλους της χρηματαγοράς, γγ.
Τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών, ζζ.
δικαιώματα προαιρέσεως, ..., (ιι) Εκτέλεση των παραγγελιών και των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, β) Διαπραγμάτευση και αγοραπωλησία για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται υπό α (ι) γ) Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αναφέρονται υπό α (ι) δ) Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους τίτλων που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α (ι) ή και η διάθεση τους".
Στο άρθρο 2 παρ. 6 του ίδιου νόμου 2396/1996 ορίζονται ως Κινητές Αξίες: α. Οι μετοχές και οι λοιπές αξίες με χαρακτηριστικά μετοχών β. Οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά γ. Κάθε άλλος τίτλος ο οποίος αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ο οποίος παρέχει δικαίωμα απόκτησης άλλης κινητής αξίας, μέσω εγγραφής ή ανταλλαγής ή που παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.
Τα μέσα πληρωμής αποκλείονται. Στη συνέχεια το έτος 1997 εκδόθηκε η Οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Μαρτίου 1997 σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, με την οποία τέθηκαν κανόνες προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων πλέον αυτών που είχαν τεθεί με την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ.
Σκοπός της Οδηγίας αυτής ήταν η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα με τη δημιουργία συστημάτων αποζημίωσης κλπ. Συγκεκριμένα, κατά το προοίμιο της νεότερης αυτής Οδηγίας "το Συμβούλιο εξέδωσε...την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών ...
η εν λόγω Οδηγία αποτελεί βασικό μέσο για την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των επιχειρήσεων επενδύσεων" (1η σκέψη) "η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα έχουν μεγάλη σημασία για την ολοκλήρωση και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον εν λόγω τομέα και ...
προς τον σκοπό αυτό είναι σημαντικό να διαθέτει κάθε κράτος μέλος ένα σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών που να εγγυάται ένα ελάχιστο εναρμονισμένο επίπεδο προστασίας τουλάχιστον στους μικρούς επενδυτές, στην περίπτωση κατά την οποία μία επιχείρηση επενδύσεων αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές" (4η σκέψη) "οι μικροί επενδυτές θα μπορούν συνεπώς να έχουν την ίδια εμπιστοσύνη όταν λαμβάνουν επενδυτικές υπηρεσίες μέσω των υποκαταστημάτων των επιχειρήσεων επενδύσεων της Κοινότητας ή σε διασυνοριακή βάση, όπως όταν απευθύνονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων της χώρας τους, γνωρίζοντας ότι καλύπτονται από ένα εναρμονισμένο ελάχιστο επίπεδο προστασίας σε περίπτωση αδυναμίας μιας επιχείρησης επενδύσεων να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές" (5η σκέψη) και "κατά συνέπεια όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να διαθέτουν ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, στα οποία θα συμμετέχουν όλες αυτές οι επιχειρήσεις επενδύσεων...αυτό το σύστημα πρέπει να καλύπτει τα κεφάλαια ή τίτλους που κρατεί μια επιχείρηση επενδύσεων σε σχέση με τις επενδυτικές πράξεις ενός επενδυτή και τα οποία, σε περίπτωση αδυναμίας της επιχείρησης να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές, δεν καθίσταται δυνατόν να επιστραφούν στον επενδυτή ...
αυτό δεν θίγει τους κανόνες και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται σε κάθε κράτος μέλος για τη λήψη αποφάσεων σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης μιας επιχείρησης επενδύσεων" (8η σκέψη). Τον σκοπό αυτόν εξυπηρετεί το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών".
Ειδικότερα, με το άρθρο 61 του ν. 2533/1997, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 11-11-1997, αναδιαρθρώθηκε το συσταθέν με το ν.δ. 3078/1954 "Κοινόν Συνεγγυητικόν Κεφάλαιον Ασφαλείας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών" και μετονομάσθηκε σε "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών" (με διακριτικό τίτλο "Συνεγγυητικό"), με σκοπό την καλύτερη ανταπόκριση του Συνεγγυητικού στις ανάγκες προστασίας του επενδυτικού κοινού και την προσαρμογή της νομοθεσίας προς τις διατάξεις της προαναφερθείσας Οδηγίας 97/9/ΕΚ σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, αποτελεί δε αυτό Ν.Π.Ι.Δ.
με εξασφαλιστικό χαρακτήρα και διέπεται ως προς κάθε θέμα που αφορά τη λειτουργία του από τις διατάξεις των άρθρων 61-78 του ως άνω ν. 2533/1997, ενώ η αναδιάρθρωση αυτού δεν επέφερε οποιαδήποτε μεταβολή στη νομική κατάσταση και στις υφιστάμενες έννομες σχέσεις του, εκτός από τις μεταβολές που ρητά προβλέπονται στις ως άνω διατάξεις.
Ως προς το επίπεδο και το εύρος της παρεχομένης προστασίας στους επενδυτές αφενός από την Οδηγία 97/9/ΕΚ και αφετέρου από το ν. 2533/1997 και την μεταξύ τους σχέση πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής: (i) Σύμφωνα με την Οδηγία αυτή : (1) Νοείται ως (α) "επενδυτική εργασία", κάθε επενδυτική υπηρεσία, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 σημείο 1 της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, καθώς και η υπηρεσία που αναφέρεται στο σημείο 1 του τμήματος Γ του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας, δηλ.
η φύλαξη και διαχείριση τίτλων που απαριθμούνται στο τμήμα Β (β) "τίτλοι", οι τίτλοι που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (γ) "επενδυτής", το πρόσωπο που καταθέτει χρήματα ή τίτλους σε μια επιχείρηση επενδύσεων, στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών (άρθρο 1 παρ. 2-4) (2) Κάθε κράτος μέλος φροντίζει να συσταθούν και να αναγνωρισθούν επίσημα στην επικράτειά του ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών (άρθρο 2παρ.1 εδ.
α'). Το σύστημα αποζημιώνει τους επενδυτές σύμφωνα με το άρθρο 4 όταν οι αρμόδιες αρχές έχουν διαπιστώσει ότι, κατά τη γνώμη τους, μία επιχείρηση επενδύσεων δεν φαίνεται προς το παρόν ικανή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της τις απορρέουσες από απαιτήσεις επενδυτών, για λόγους έχοντες άμεση σχέση με την οικονομική της κατάσταση, και δεν προβλέπεται ότι θα καταστεί ικανή στο προσεχές μέλλον ή όταν δικαστική αρχή, βασιζομένη σε λόγους που έχουν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση μίας επιχείρησης επενδύσεων, εξέδωσε απόφαση, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της δυνατότητας των επενδυτών να επιδιώξουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους έναντι της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων, ανάλογα με το αν θα προηγηθεί η διαπίστωση ή η απόφαση.
Πρέπει να εξασφαλίζεται η κάλυψη των απαιτήσεων λόγω αδυναμίας της επιχείρησης ν' αποδώσει στους επενδυτές τα κεφάλαια, τα οποία τους οφείλει ή τους ανήκουν και τα οποία κρατεί για λογαριασμό τους σε σχέση με επενδυτικές εργασίες, κατά τα ισχύοντα εκ του νόμου ή εκ της συμβάσεως (άρθρο 2παρ.2). Το ύψος της απαίτησης ενός επενδυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τους νομικούς και συμβατικούς όρους, ιδίως εκείνους περί συμψηφισμού και ανταπαιτήσεων, που εφαρμόζονται για την αποτίμηση του ύψους του κεφαλαίου ή της αξίας κλπ. (άρθρο 2παρ.4). (3) Εξακολουθεί να παρέχεται η κάλυψη που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο και μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης επενδύσεων για τις επενδυτικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν μέχρι την ανάκληση (άρθρο 6) (4) Όταν ο επενδυτής δεν είναι απόλυτος δικαιούχος των ποσών ή των τίτλων που κρατεί η επιχείρηση επενδύσεων, η αποζημίωση καταβάλλεται στον απόλυτο δικαιούχο (άρθρο 8).
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: α) η επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου και υπό την οδηγία 97/9/ΕΚ έχει το ίδιο περιεχόμενο που είχε κατά τις διατάξεις της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, στην οποία και ρητά παραπέμπει, ήτοι πρέπει να περιέχει έναν ή περισσότερους από τους αναφερόμενους στο Τμήμα Β του παραρτήματος της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (άρθρο 2 παρ. 1 α (Ι)) τίτλους, των μέσων πληρωμής ρητώς αποκλειομένων (άρθρο 1 σημ.4 Οδηγίας, 2παρ.6γ ν. 2396/1996).
Μόνη, συνεπώς, η κατάθεση χρημάτων από τον επενδυτή δεν συνεπάγεται τη δημιουργία επενδυτικής υπηρεσίας διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου, η οποία κατά τα προεκτεθέντα έχει ως περιεχόμενο έναν ή περισσότερους τίτλους. Η κατάθεση χρημάτων σε σχέση με την επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης, σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις της οδηγίας 93/22/ΕΚ, στην οποία για το σχετικό ζήτημα ρητά παραπέμπει, όπως προαναφέρθηκε, η Οδηγία 97/9/ΕΚ επιτρέπει την μέσω διενέργειας αντιστοίχων επενδυτικών υπηρεσιών απόκτηση των χρηματοπιστωτικών μέσων του άρθρου 2παρ.1 (α) ν. 2396/1996, τα οποία αυτά και μόνον αποτελούν το αντικείμενο της επενδυτικής υπηρεσίας της διαχείρισης.
β) Η οδηγία 97/9/ΕΚ, στοχεύοντας ως εκ του σκοπού της στην προστασία κυρίως των μικροεπενδυτών, προστατεύει και καλύπτει το κεφάλαιο που καταθέτει ο επενδυτής σε ΕΠΕΥ (επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών), στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών κατά τις εντολές του (άρθρο 1παρ.4 της Οδηγίας), είτε αυτές (επενδυτικές εργασίες) έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι την ανάκληση, είτε όχι.
Αντίθετα, η ως άνω Οδηγία δεν καλύπτει τις καταθέσεις σε επενδυτική επιχείρηση κεφαλαίων που δεν γίνονται στο πλαίσιο διενέργειας επενδυτικών εργασιών και τις καταθέσεις κεφαλαίων υπό προθεσμία με εντολή διαχείρισης. Θεωρείται, δηλ. με άλλα λόγια, ανεξάρτητα από την έννοια της "επενδυτικής εργασίας", ως καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία σε σχέση με την απαίτηση αποζημίωσης όχι μόνο κάθε πράξη λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών, αλλά και η πράξη κατάθεσης κεφαλαίων σε σχέση, όμως, με τέτοιες επενδυτικές εργασίες, ανεξάρτητα αν είχαν πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο της ανάκλησης (ii) Σύμφωνα με το ν. 2533/1997, με τον οποίο, πλην των άλλων, έγινε προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της ως άνω Οδηγίας: (1) Κατά το άρθρο 63 του ως άνω νόμου σκοπός του "Συνεγγυητικού" είναι η καταβολή αποζημιώσεων σε εντολείς και σε αντισυμβαλλόμενα μέρη, σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής ή μη αναστρέψιμης αδυναμίας επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από την παροχή των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών και υποστήριξη με τον τρόπο αυτό της σταθερότητας και αξιοπιστίας της λειτουργίας της αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών.
Αναγκαία προϋπόθεση παροχής αποζημίωσης από το Συνεγγυητικό είναι, κατά το άρθρο 65παρ.1 περ. ε' του ίδιου νόμου (όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με το άρθρο 13παρ.1 ν. 2651/1998), μεταξύ άλλων διαζευκτικά αναφερομένων, και η ανάκληση άδειας σύστασης ΕΠΕΥ και η θέση της σε ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 4α του ν. 1806/1988.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1παρ.12 του ως άνω ν. 2533/1997 "Ως "καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες" νοούνται αποκλειστικά οι ακόλουθες υπηρεσίες: (α) κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. για λογαριασμό τρίτων ή για ίδιο λογαριασμό (β) φύλαξη και διακίνηση χρηματιστηριακών πραγμάτων για λογαριασμό τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών στο Χ.Α.Α.
ή που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών στο Χ.Α.Α. (γ) κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. ή που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. (δ) από την 26η Σεπτεμβρίου 1998 ή προγενέστερη ημερομηνία που θα καθορισθεί με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, μετά από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως "καλυπτόμενες υπηρεσίες" νοούνται πλέον των υπηρεσιών των παραπάνω εδαφίων (α) έως (γ) της παρούσας παραγράφου, οι υπηρεσίες των εδαφίων (α)i, (γ) και (δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α.)".Ειδικότερα και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία συνιστά (1) κατά το ως άνω άρθρο 2παρ.1 (α) i η " Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω αναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα:
αα. κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. τίτλους της χρηματαγοράς, γγ. τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps), ζζ.
δικαιώματα προαιρέσεως (options) για την αγορά ή πώληση οποιουδήποτε από τους ανωτέρω τίτλους, περιλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται ιδίως δικαιώματα προαιρέσεως (options) επί συναλλάγματος και επιτοκίων" (2) κατά το άρθρο 2 παρ.1 (γ) και (δ) "Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αναφέρονται υπό α (i).
Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους τίτλων που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α (i) ή και διάθεσή τους", ενώ κατά το άρθρο 2παρ.6γ του ίδιου ως άνω ν. 2396/1996 στις κινητές αξίες δεν περιλαμβάνονται τα μέσα πληρωμής. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις μεταξύ των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών, για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση αποζημίωσης εκ μέρους του "Συνεγγυητικού" και αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 1παρ.12 ν. 2533/1997, είναι (α) η επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου που έχει ως αντικείμενο έναν ή περισσοτέρους τίτλους από τους αναφερομένους στο άρθρο 2παρ.1 α (i), ενώ εξαιρούνται τα μέσα πληρωμής, δηλ.
τα χρήματα και (β) η κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων. Δεν αποτελεί, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία (α) η κατάθεση κεφαλαίου που δεν γίνεται στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών και (β) η κατάθεση προς διαχείριση κεφαλαίων.
Από την αντιπαράθεση και σύγκριση των διατάξεων του κοινοτικού και του εθνικού δικαίου προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 12 παρ.1 του ν. 2533/1997 παρέχει (κατ' αρχήν) χαμηλότερο επίπεδο προστασίας από εκείνο της Οδηγίας 97/9/ΕΚ και κατά συνέπεια η ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων του εθνικού δικαίου πρέπει να γίνει υπό το φως και το πρίσμα της τελευταίας αυτής Οδηγίας, ώστε να εξασφαλισθεί η αρχή της αποτελεσματικότητας του Κοινοτικού δικαίου, η 97/9/ΕΚ Οδηγία του οποίου ρητώς καταλαμβάνει και προστατεύει και την κατάθεση κεφαλαίων προς επένδυση (σε αντιδιαστολή με την 93/22/ΕΟΚ Οδηγία, η οποία αναφέρεται μόνο σε τίτλους).
Επομένως, κατ' ορθή ερμηνεία των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου πελατών δεν απαιτείται να έχει ως μόνο περιεχόμενο την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες θα έχουν ως αντικείμενο έναν ή περισσότερους από τους εν λόγω τίτλους, αλλά και τη διαχείριση επενδυτικού χαρτοφυλακίου πελάτη που περιλαμβάνει χρήματα, που δόθηκαν με εντολή για επενδυτικές υπηρεσίες, ανεξάρτητα αν πραγματοποιήθηκαν κατά το χρόνο ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της χρηματιστηριακής εταιρείας, όταν και δημιουργείται η υποχρέωση του "Συνεγγυητικού" προς αποζημίωση.
Αντίθετα και σε αρμονία, κατά τούτο, με την ως άνω Οδηγία δεν εμπίπτει στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες (αυτές δηλ. για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση του "Συνεγγυητικού" προς αποζημίωση σε περίπτωση, μεταξύ άλλων, ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ΕΠΕΥ) η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου εντολέως που περιλαμβάνει μόνο χρήματα, την διαχείριση των οποίων αναλαμβάνει η Ε.Π.Ε.Υ, χωρίς όμως η διαχείριση αυτή να διαλαμβάνει την εντολή διενέργειας, για λογαριασμό του, συναλλαγής επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στον ίδιο τομέα, προϋπόθεση που τίθεται, άλλωστε, και με την ως άνω Οδηγία.
Έτσι, δεν αρκεί για την υπαγωγή συγκεκριμένων κεφαλαίων στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες η απλή μνεία στη σχετική σύμβαση περί παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, χωρίς εντολή και για διαχείριση έχουσα ως περιεχόμενο, κατά τα ανωτέρω, συναλλαγή επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών (ΟλΑΠ 11/2013, ΑΠ 861/2020, ΑΠ 803/2020, ΑΠ 802/2020, ΑΠ 1275/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση του, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: Μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΤΡΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", η οποία λειτουργούσε νόμιμα ως Επιχείρηση παροχής επενδυτικών Υπηρεσιών και ήταν μέλος του εναγόμενου (ήδη αναιρεσίβλητου) και των 74ου και 75ης των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) καταρτίστηκε στις 2-1-2001 σύμβαση παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, δυνάμει της οποίας η ως άνω εταιρεία (ΕΠΕΥ) ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει σ' αυτούς υπηρεσίες για τη διαχείριση χαρτοφυλακίου τους, οι οποίες συνίσταντο ιδίως στις εξής συναλλαγές: 1.
Πωλήσεις αξιογράφων του χαρτοφυλακίου και αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων κατά την έννοια, του άρθρου 2 παρ. 1 α (i) του Ν.2396/1996 και ιδίως κάθε είδους κινητών αξιών εισηγμένων σε Χρηματιστήριο Αξιών, συμπεριλαμβανομένης της Παράλληλης Αγοράς, μεριδίων αμοιβαίων, ομολογιών, ομολόγων και λοιπών κινητών αξιών εισηγμένων σε οργανωμένη αγορά εντός ή εκτός Ελλάδος, 2.
επένδυση των μετρητών χρημάτων του χαρτοφυλακίου σε τίτλους της χρηματαγοράς και της κεφαλαιαγοράς, οι οποίοι αποτελούν αντικείμενο συναλλαγών στις ελληνικές και διεθνείς χρηματαγορές ή κεφαλαιαγορές, 3. τοποθέτηση των μετρητών του χαρτοφυλακίου σε τραπεζικούς λογαριασμούς, 4. διάθεση δικαιωμάτων απορρεόντων από τίτλους του χαρτοφυλακίου, όπως του δικαιώματος προτιμήσεως επί μετοχών, 5.
ανανέωση κινητών αξιών του χαρτοφυλακίου και 6. φύλαξη τίτλων και κινητών αξιών του χαρτοφυλακίου. Με τον όρο 2 της σύμβασης αυτής ορίστηκε ότι ως χαρτοφυλάκιο, τη διαχείριση του οποίου ανέλαβε η εταιρία, νοείται κάθε ποσό, το οποίο ο πελάτης καταθέτει στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας για το σκοπό της διαχείρισης αυτού από την τελευταία και κάθε τίτλος κινητών αξιών, τον οποίο παραδίδει ο πελάτης στην εταιρεία για το σκοπό της διαχείρισης αυτού από την τελευταία, καθώς επίσης οι κινητές αξίες, στις οποίες επενδύεται από την εταιρεία το ως άνω κατατεθέν ποσό και τα προκύπτοντα από τη ρευστοποίηση (πώληση) των κινητών αξιών του πελάτη χρηματικά ποσά και γενικώς όλα εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία του πελάτη τα οποία θα προκύπτουν από την επένδυση και την τοποθέτηση των κεφαλαίων του µε την αγορά κινητών αξιών για λογαριασμό του και την ρευστοποίηση των κινητών αξιών του.
Σύμφωνα με τη ρήτρα ΙΙΙ 3 της ως άνω σύμβασης ο πελάτης δύναται να παρέχει έγγραφες οδηγίες στην Εταιρεία για την τήρηση γενικών αρχών στη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του, άλλως η διαχείριση του χαρτοφυλακίου γίνεται από την εταιρεία κατά την κρίση της, με σκοπό την καλύτερη απόδοση αυτού. Η αμοιβή (προμήθεια) της εταιρείας ορίστηκε σε ποσοστό 1,5 % επί της αξίας του αρχικού κεφαλαίου της επένδυσης, ενώ συμφωνήθηκε ότι οι ενάγοντες θα κατέβαλαν ποσοστό πρόσθετης προμήθειας από ποσοστό 25% επί της υπεραπόδοσης του κεφαλαίου της.
Ορίστηκε δε ότι, υπεραπόδοση νοείται ότι υπάρχει όταν: 1) η αύξηση της απόδοσης του χαρτοφυλακίου (το ορθόν: των εναγόντων) υπερβαίνει την αύξηση του γενικού δείκτη τιμών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, Λισαβώνος, Μαδρίτης και Μιλάνου κατά 3% τουλάχιστον και 2) όταν η αύξηση της απόδοσης του χαρτοφυλακίου (των εναγόντων) υπερβαίνει την αύξηση του γενικού δείκτη τιμών των Χρηματιστηρίων κατά 1 % τουλάχιστον.
Επίσης συμφωνήθηκε ότι η εν λόγω σύμβαση ήταν αόριστης διάρκειας και ότι η ισχύς της θα άρχιζε με την καταβολή χρηματικού ποσού ή την παράδοση των περιλαμβανόμενων στο χαρτοφυλάκιο της ενάγουσας τίτλων και θα έληγε την ημέρα που θα γνωστοποιούνταν εγγράφως η καταγγελία της από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη.
Με τη σύμβαση αυτή δεν δόθηκαν από τους ενάγοντες συγκεκριμένες κατευθυντήριες οδηγίες ως προς την επένδυση των χρημάτων τους. Αυτές δόθηκαν µε τα παρακάτω προσαρτήματα, αν και η εν λόγω σύμβαση δεν προέβλεπε την με αυτό τον τρόπο συμπλήρωσή της. Σε εκτέλεση των ως άνω συμβάσεων ο 74ος ενάγων κατέθεσε σε λογαριασμό της ως άνω ΕΠΕΥ το ποσό των 73.367,57 ευρώ με 7 συναλλαγματικές και η 75η ενάγουσα το ποσό των 58.694,06 ευρώ με 6 συναλλαγές (το ορθόν συναλλαγματικές).
Κατά το διάστημα της 19μηνης διαχείρισης με τον ως άνω ενάγοντα καταρτίστηκαν 7 προσαρτήματα με μηδέν τίτλους στο υφιστάμενο χαρτοφυλάκιο, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 5.086,44 ευρώ , ενώ με την ως άνω 75η ενάγουσα καταρτίστηκαν 5 προσαρτήματα με μηδέν τίτλους στο υφιστάμενο χαρτοφυλάκιο και μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 5.422,95 ευρώ και από το εναγόμενο το ποσό των 4.515,88 ευρώ λόγω πώλησης μετοχών στις 21-11-2001.
Από τις επίδικες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου και τα προσαρτήματα αυτών αποδεικνύεται ότι τα χαρτοφυλάκια των εναγόντων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα περιείχαν τα κατατεθέντα μετρητά και καθόλου χρηματοπιστωτικά μέσα, από το σύνολο δε του αποδεικτικού υλικού δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός τους ότι τα κατατεθέντα χρηματικά ποσά δόθηκαν στην ως άνω ΑΕΠΕΥ προκειμένου να επενδυθούν σε χρηματοπιστωτικά μέσα του άρθρου 2 παρ. 1 (α) 1 του ν. 2396/1996, στο πλαίσιο σχετικής εντολής που ενσωματώνεται στις αντίστοιχες συμβάσεις.
Ειδικότερα από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η ως άνω ΑΕΠΕΥ κατά τη διαχείριση των χαρτοφυλακίων των εναγόντων συμφώνησε και στη συνέχεια προσέφερε σ' αυτούς επενδυτικές υπηρεσίες καλυπτόμενες από το εναγόμενο ΝΠΙΔ... ούτε ότι κατά τη διάρκεια της διαχείρισης των κεφαλαίων τους αποκτήθηκαν τίτλοι.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες με την κατάθεση χρηματικών ποσών στην ΑΕΠΕΥ απέβλεπαν στην αποκόμιση εισοδήματος, κατά τρόπο που δεν θα περιείχε ρίσκο και δεν θα εξαρτάτο από την τυχόν πτωτική πορεία του ΧΑΑ και τον τρόπο αυτό διαχείρισης αποδέχθηκαν.
Συνεπώς οι ενάγοντες απέβλεψαν σε εισόδημα που θα αποκόμιζαν από τη διαχείριση των κεφαλαίων τους από την ΑΕΠΕΥ κατά τρόπο που δεν είχε καμία σχέση με την επένδυση σε χρηματοπιστωτικά μέσα. Εξ άλλου οι ενάγοντες γνώριζαν ότι οι αποδόσεις, που θα αποκόμιζαν από τα κεφάλαιά τους δεν θα προέρχονταν από συναλλαγές επί χρηματιστηριακών πραγμάτων, εφόσον κατά την κατάρτιση των προσαρτημάτων και την κατάθεση των χρηματικών ποσών τους δεν γινόταν λόγος για επένδυση σε χρηματοπιστωτικά μέσα.
Πέραν αυτών οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι τα χρήματά τους χρησιμοποιήθηκαν από την ΑΕΠΕΥ για την αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων. Ούτε επίσης αναφέρουν ότι τα κεφάλαιά τους επενδύθηκαν σε τέτοια μέσα, τα οποία και δεν κατονόμασαν, ενώ και ο μάρτυρας που πρότειναν, κατέθεσε ότι η διαχείριση των χρημάτων ήταν εν λευκώ και οι ενάγοντες δεν ρωτούσαν την ΑΕΠΕΥ για τον τρόπο διαχείρισης.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η ΑΕΠΕΥ διαχειρίστηκε τα χρήματα των εναγόντων αποκλειστικά με τον τρόπο που αναλύθηκε και αποτυπώνεται στα προσαρτήματα της βασικής για κάθε ενάγοντα σύμβασης, δηλαδή πρόκειται για κατάθεση χρημάτων με τη μορφή τραπεζικών καταθέσεων και ανανέωση της διαχείρισης αυτών με την απόδοση των συμφωνημένων αποδόσεων και όχι για κατοχή κεφαλαίων με σκοπό την κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με την υπ' αριθμ. …./…-12-2001 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου διέταξε την αναστολή προσωρινά της λειτουργίας της εταιρείας "ΑΣΤΡΑΙΑ ΑΕΠΕΥ" , ενώ στις 27-12-2001 με την υπ' αριθμ. …/…/…-12-2001 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ίδιας Επιτροπής ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας της άνω ΑΕΠΕΥ και τέθηκε αυτή σε ειδική εκκαθάριση κατά το άρθρο 4α του Ν. 1806/1988.
Στη συνέχεια διορίσθηκε για την διενέργεια της εκκαθάρισης επόπτης, προς τον οποίον οι ενάγοντες ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή των ως άνω εναγόντων ως ουσία αβάσιμη, επειδή έκρινε τελικά ότι οι απαιτήσεις των εναγόντων δεν απορρέουν από την παροχή εκ μέρους της ΑΕΠΕΥ καλυπτόμενων από το εναγόμενο ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ επενδυτικών υπηρεσιών, με συνέπεια να μην γεννάται υποχρέωση αυτού για αποζημίωσή τους και τούτο διότι η σχετική υποχρέωσή του πηγάζει μόνον από απαιτήσεις του επενδυτή για πραγματικά παρασχεθείσες και καλυπτόμενες από το ν. 2533/1997 επενδυτικές υπηρεσίες και όχι από την αντίστοιχη σύμβαση, που κατάρτισε ο επενδυτής, εφόσον κρίσιμο στοιχείο για τη γέννηση της σχετικής αξίωσης του επενδυτή σε βάρος του ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ είναι ο τρόπος λειτουργίας της σύμβασης και ποιες υπηρεσίες πραγματικά έχουν παρασχεθεί με βάση αυτή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των .2396/1996 και 2533/1997 υπό το πρίσμα των Οδηγιών 93/22/ΕΟΚ και 97/9/ΕΚ και ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε, αφού κατά τις παραδοχές της απόφασής του, τα χαρτοφυλάκια που σχηματίσθηκαν με καταθέσεις χρημάτων των εναγόντων και ανέλαβε με συμβάσεις μ' αυτούς να διαχειριστεί ελεύθερα η ΑΣΤΡΑΙΑ ΑΕΠΕΥ, περιείχαν πάντοτε μόνο χρήματα, τα οποία δεν διατέθηκαν τελικά από αυτή για επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά μέσα του άρθρου 2 παρ. 1 εδάφιο (α) 1 του ν. 2396/1996 ούτε και σχετικά δόθηκαν με τις συμβάσεις αυτές ή με άλλο τρόπο συγκεκριμένες εντολές, ενώ δεν πρόκειται επίσης για χρήματα που προήλθαν από τη ρευστοποίηση τέτοιων χρηματοπιστωτικών μέσων, αλλά για χρήματα που αντίθετα με όσα στις παραπάνω συμβάσεις διαλαμβάνονται, αποτέλεσαν στην πραγματικότητα ηθελημένες καταθέσεις εγγυημένης απόδοσης, βραχυχρόνιας και ανανεούμενης κάθε φορά διάρκειας, δηλ.
υπήρξε σχέση μεταξύ της ΑΣΤΡΑΙΑΣ ΑΕΠΕΥ και των εναγόντων που δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία διαχείρισης χαρτοφυλακίου καλυπτόμενη κατά το ν.2533/1997 από το (ορθόν εφεσίβλητο) ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η από 19-10-2006 έφεση... ως κατ' ουσία αβάσιμη". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθά έκρινε ότι δεν πρόκειται για καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, που δημιουργούν σχετική αποζημιωτική ευθύνη του αναιρεσιβλήτου Συνεγγυητικού Κεφαλαίου και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 12 του ν. 2533/1997, 2 παρ. 1 γ' του ν. 2396/1996, 1 παρ. 4, 2 παρ.2, 8 παρ. 1-3 και 9 παρ. 1-2 της Οδηγίας 97/9/ΕΚ και 1 σημ. 1 της Οδηγίας 93/22/ΕΚ, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτές.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον παραπονούνται οι αναιρεσείοντες ότι η προσβαλλόμενη υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι "παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και δη τις διατάξεις των νόμων 2396/1996, 2533/1997 και τις Οδηγίες 93/22/ΕΚ και 97/9/ΕΚ είναι αβάσιμος κατά τα προαναφερόμενα.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφασή του, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενό της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, ότι δεν αποτελεί καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία, που δημιουργεί σχετική αποζημιωτική ευθύνη του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου, η κατάθεση χρηματικού ποσού εγγυημένης σταθερής αποδόσεως, όταν η κατάθεση αυτή δεν συνδέεται με εντολή εκτελέσεως συγκεκριμένων χρηματιστηριακών εργασιών, ούτε χρησιμοποιήθηκε προς το σκοπό αυτό.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις, ότι στη προσβαλλομένη απόφαση υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών της: α) ότι οι αναιρεσίβλητοι "ουδέποτε έδωσαν εντολή για επένδυση των κεφαλαίων τους σε χρηματοπιστωτικά μέσα και ότι τελούσε σε γνώση τους ότι οι αποδόσεις που θα αποκόμιζαν δεν προέρχονταν από συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα αλλά σε τραπεζικές καταθέσεις" β) ότι "η διαχείριση των χρημάτων τους τους προς την ΑΣΤΡΑΙΑ ΑΕΠΕΥ ήταν εν λευκώ" είναι αβάσιμος, διότι στις φερόμενες ως αντιφατικές παραδοχές του Εφετείου στην πραγματικότητα ουδεμία αντίφαση υφίσταται, αφού η επίμαχη διαχείριση σαφώς αναφέρεται σε τοποθετήσεις εκτός χρηματοπιστωτικών μέσων με την παραδοχή ότι κατά τη διάρκεια της διαχείρισης των κεφαλαίων τους ουδέποτε αποκτήθηκαν τίτλοι, ότι οι ενάγοντες με την κατάθεση χρηματικών ποσών στην ΑΕΠΕΥ απέβλεπαν στην αποκόμιση εισοδήματος, κατά τρόπο που δεν θα περιείχε ρίσκο και δεν θα εξαρτάτο από την τυχόν πτωτική πορεία του ΧΑΑ και τον τρόπο αυτό διαχείρισης και ότι απέβλεψαν σε εισόδημα που θα αποκόμιζαν από τη διαχείριση των κεφαλαίων τους από την ΑΕΠΕΥ κατά τρόπο που δεν είχε καμία σχέση με την επένδυση σε χρηματοπιστωτικά μέσα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως (που επαναφέρεται σε συζήτηση με την από 13-11-2019 κλήση των αναιρεσειόντων μετά την έκδοση της 1310/2019 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου που κήρυξε τη συζήτησή της απαράδεκτη κατά τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή), πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-10-2016 αίτηση των: 1) Δ. Σ. και 2) Η. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2000/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ