Legislator Case Law & Legislation
606/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment regarding bank employee breach of trust and internal guidelines.

Case Number 606/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment in a labor dispute involving a bank employee. The court found the appellant's arguments regarding procedural errors and the application of internal bank guidelines to be unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 para. 3, 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal must be examined on its merits if filed timely and properly, and that the lower court's reasoning regarding the breach of trust and violation of internal guidelines is sufficient to reject the appeal.

Keywords

AI generated
labor dispute bank employee breach of trust internal guidelines appeal dismissal legal costs procedural error

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 606 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 606/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ν. Δ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μπέλλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μακρυνιώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.Κοινοποιούμενης στο σωματείο με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων στην ... προερχομένων εκ της ..." που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/1/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του Σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων στην ... προερχομένων εκ της ...". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1832/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 4298/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 28/3/2017 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 233/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Με την από 26/3/2018 κλήση του καλούντος η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την υπό κρίση από 28ης Μαρτίου 2017 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 4298/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς ο αναιρεσείων άσκησε κατά της τραπεζικής εταιρίας υπό την επωνυμία "... Α.Ε." την από 14ης Ιανουαρίου 2011 αγωγή, αφορώσα εργατική διαφορά, η οποία απερρίφθη με την υπ' αριθμόν 1832/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κατά της εν λόγω αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε την από 12ης Δεκεμβρίου 2013 έφεση, εξεδόθη δε αντιμωλία των διαδίκων η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την οποία απερρίφθη η έφεση, εν συνεχεία δε ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, αφού, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν …11/6 Ιουλίου 2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Ι.

Σ., ακριβή αντίγραφα της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και της από 26ης Μαρτίου 2018 κλήσεως του αναιρεσείοντος προς συζήτηση της υποθέσεως κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο έχουν νομίμως και εμπροθέσμως κατά τις διατάξεις των άρθρων 81 παρ. 3, 82 εδ. 3, 122 επ., 498, 499 και 568 ΚΠολΔ επιδοθεί επιμελεία αυτού στο σωματείο με την επωνυμία "Σύλλογος εργαζομένων στην ...

προερχομένων εκ της ...", το οποίο είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος κατά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ενώ κατά την ενεστώσα συζήτηση απολείπεται, χωρίς να έχει καταθέσει κατά τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, οπότε συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να χωρήσει εν απουσία αυτού.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 1, 2 εδ. α' και 672 ΑΚ, κατά τις οποίες αντιστοίχως, "Η σύμβαση εργασίας παύει αυτοδικαίως, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε. Σύμβαση εργασίας που η διάρκειά της δεν ορίστηκε ούτε και συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας, λύνεται ύστερα από καταγγελία καθενός από τα μέρη" και "Καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία.

Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί με συμφωνία", συνάγεται ότι σύμβαση ωρισμένου χρόνου, η οποία λήγει με την πάροδο ωρισμένου χρονικού σημείου, χωρίς να απαιτείται προς τούτο καταγγελία ή προειδοποίηση, υφίσταται και όταν από τον κανονισμό ή οργανισμό λειτουργίας της επιχειρήσεως του εργοδότη προβλέπεται η αποχώρηση του μισθωτού λόγω συμπληρώσεως ωρισμένου ορίου ηλικίας, οπότε η σύμβαση δύναται να λυθεί προ της συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας του μισθωτού μόνον ένεκα σπουδαίου λόγου δια καταγγελίας ενός των μερών.

Αφ' ετέρου, από την διάταξη του άρθρου 32 του Οργανισμού Προσωπικού της Τραπέζης ..., ο οποίος έχει συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 6 και 7 παρ. 1 Ν. 1876/1990 και 12 παρ. 4 περ. α' Ν. 1767/1988, όπως η παράγραφος 4 έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 8 παρ. 2 Ν. 2224/1994, καταρτισθεί με την από 26ης Ιουνίου 2003 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, κατατεθείσα στο Υπουργείο Εργασίας την 30ή Ιουνίου 2003, της οποίας οι κανονιστικοί όροι, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 Ν. 1876/1990, ισχύουν υποχρεωτικώς επί των εργασιακών σχέσεων όλων των εργαζομένων της Τραπέζης ..., ορίζονται τα εξής: "Η σύμβαση εργασίας του προσωπικού της Τραπέζης λύεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας των ανδρών και του 57ου των γυναικών...Η σύμβαση του προσωπικού λύεται και πριν τη συμπλήρωση των ανωτέρω ορίων ηλικίας...: 1...3.

Για σπουδαίο λόγο σύμφωνα με το άρθρο 672 του Αστικού Κώδικα". Από την προπαρατεθείσα διάταξη προκύπτει ότι οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της Τραπέζης ... είναι ωρισμένου χρόνου, εφ' όσον προβλέπεται η λήξη αυτών με την συμπλήρωση ωρισμένου ορίου ηλικίας του εργαζομένου. Περαιτέρω, σπουδαίο λόγο κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 672 ΑΚ συνιστούν τα περιστατικά, τα οποία αντικειμενικώς κρινόμενα καθιστούν, βάσει των ιδιαιτέρων περιστάσεων εκάστης συγκεκριμένης περιπτώσεως, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή από τον εργοδότη ή τον εργαζόμενο την περαιτέρω συνέχιση της συμβάσεως μέχρι της συμφωνηθείσης λήξεως αυτής.

Περιστατικά ικανά να κλονίσουν βασίμως κατ' αντικειμενική εκτίμηση την εμπιστοσύνη του εργοδότη στο πρόσωπο του εργαζομένου, όπως η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων αυτού, δύνανται να αποτελέσουν σπουδαίο λόγο καταγγελίας, ενώ, εάν τα περιστατικά δεν συνιστούν σπουδαίο λόγο, η καταγγελία είναι άκυρη.

Η έννοια του σπουδαίου λόγου είναι νομική και ως εκ τούτου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη σπουδαίου λόγου, και δη εάν τα περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας εδέχθη ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια του σπουδαίου λόγου, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

Η πρόβλεψη δε στον κανονισμό του εργοδότη πειθαρχικών παραπτωμάτων και ποινών δεν αναιρεί το δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, εάν συντρέχει σπουδαίος λόγος, χωρίς προηγουμένη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, αφού με την πειθαρχική διαδικασία επιδιώκεται απλώς η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως, ενώ με την καταγγελία η απομάκρυνση του εργαζομένου, του οποίου η συνέχιση της εργασιακής σχέσεως δεν είναι πλέον ανεκτή.

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.

Ωσαύτως, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Ο ενάγων προσλήφθηκε ως τραπεζικός υπάλληλος στην υπηρεσία της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "... ΑΕ", δυνάμει της από 12/1/1978 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.

Απασχολήθηκε δε έκτοτε στην υπηρεσία αυτής συνεχώς, υπηρετώντας στο Υποκατάστημα ... από 1/12/2008 με τα καθήκοντα του Διευθυντή. Το έτος 2000 η ως άνω Τράπεζα συγχωνεύτηκε, με απορρόφηση, με την εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, δυνάμει της υπ' αριθμόν Κ2- 5 1 27/25-4-2000 απόφασης του Υφυπουργού Ανάπτυξης, με την απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη.

Έτσι η εναγόμενη ως καθολική διάδοχος των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της αρχικής εργοδότριας του ενάγοντος, υπεισήλθε στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις των υπαλλήλων της δικαιοπαρόχου της και συνεπώς και σε κείνη του ενάγοντος. ...Έτσι ο ενάγων και ως υπάλληλος της εναγομένης, εξελιχθείς βαθμολογικά έλαβε τον βαθμό του Τμηματάρχη Α' και από την 1/12/2008 ανέλαβε τα καθήκοντα του Διευθυντή στο Kατάστημα ....

Παρέμεινε στην ίδια θέση έως την 19/10/2010 οπότε η εναγομένη του επέδωσε το από 18/10/2010 έγγραφό της, με το οποίο κατήγγειλε αζημίως τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο, κατά τα αναγραφόμενα στην ως άνω καταγγελία, για παράβαση των καθηκόντων του, και ιδίως της υποχρέωσης πίστεως προς την Τράπεζα, και ειδικότερα όπως αναφέρει η καταγγελία "διότι εκμεταλλευόμενος την θέση του ως Διευθυντής του Καταστήματος της ...

από 1/12/2008 με τα καθήκοντα του Διευθυντή του Καταστήματος …, προέβη σε ασυμβίβαστες με την ιδιότητά του πράξεις και παραλείψεις, οι οποίες συνιστούν συστηματική πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, απροκάλυπτη και συνεχή παραβίαση του Οργανισμού Προσωπικού, των κανονισμών και εγκυκλίων οδηγιών της Τράπεζας και στοιχειοθετούν, τόσο μεμονωμένως, όσο και στο σύνολό τους εκτιμώμενες, μεμπτή, επιλήψιμη και αντίθετη με την προστασία και προαγωγή των συμφερόντων της Τράπεζας συμπεριφορά.

Η ανωτέρω αντισυμβατική συμπεριφορά του συνίσταται στο ότι υπό την ιδιότητά του Διευθυντή του Καταστήματος … ενέκρινε κατά παράβαση του Οργανισμού Προσωπικού και των εγκυκλίων της Τράπεζας τρεις συναλλαγές αναλήψεων συνολικού ποσού 29.000 ευρώ, από ισάριθμους λογαριασμούς πελατών του Καταστήματος …, χωρίς τη φυσική παρουσία αυτών ή έγγραφη εξουσιοδότησή τους.

Ειδικότερα αν και γνώριζε ότι οι ανωτέρω συναλλαγές δεν συνάδουν με τη συνήθη συναλλακτική πρακτική, με την ανωτέρω πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του και τη στοιχειώδη έλλειψη της εκ της θέσης του ευθύνης αναμενόμενης επιμέλειας και υπευθυνότητας, την οποία όφειλε

να επιδείξει, ενημερώνονταις έστω τα αρμόδια στελέχη του Καταστήματος …γι' αυτές, διευκόλυνε τον υπάλληλο χορηγήσεων του Καταστήματος … Κ. Τ. να διενεργήσει σε τρεις διαφορετικές ημερομηνίες και με προϋπογεγραμμένα παραστατικά τις ανωτέρω αναλήψεις, συγκαλύψει αυτές και εν τέλει υπεξαιρέσει το προϊόν τους. Περαιτέρω ευθύνεται διότι κατά την περίοδο που εκτελούσε χρέη Διευθυντού του Καταστήματος ..., χορήγησε από το τερματικό του ηλεκτρονικές εγκρίσεις συναλλαγών του ανωτέρω υπαλλήλου και εισαγωγή ή αύξηση ορίων υπεραναλήψεων σε ισάριθμους λογαριασμούς πελατών, μεγάλου χρηματικού ποσού, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει, ως εκ της θέσεώς του ευθύνης και των σχετικών εγκυκλίων οδηγιών της Τράπεζας όφειλε, κάθε συναλλαγή, τόσο κατά τη χορήγηση της εγκρίσεως, όσο και εκ των υστέρων κατά το τέλος της ημέρας, μέσω της καταστάσεως ηλεκτρονικών εγκρίσεων της θέσεως εργασίας του. Με τις ανωτέρω πράξεις και παραλείψεις του διευκόλυνε τον ανωτέρω υπάλληλο να εισάγει στους λογαριασμούς όρια υπεραναλήψεων, χωρίς

έγκριση του Συμβουλίου Πιστοδοτήσεων του Καταστήματος και προέβη έτσι, μέσω αυτών των λογαριασμών σε υπεξαιρέσεις. Οι ανωτέρω πολλαπλές πράξεις και παραλείψεις του, εκτιμώμενες μεμονωμένως ή και στο σύνολό τους, ως ιδιαιτέρως σοβαρές, αθέμιτες και ασυμβίβαστες με το λειτούργημα του τραπεζικού υπαλλήλου, τις εκ της συμβάσεως εργασίας του και του Οργανισμού Προσωπικού υποχρεώσεις του και ιδίως τη θέση ευθύνης που του εμπιστεύθηκε η Τράπεζα, συνέβαλαν καθοριστικά στο να προκληθεί, πλην άλλων, οικονομική ζημία στην Τράπεζα, σημαντική ηθική βλάβη, έντονη προσβολή και δυσφήμηση του ονόματος και του κύρους της έναντι του προσωπικού της και του συναλλακτικού κοινού, είχαν ως αποτέλεσμα να κλονιστεί ανεπανόρθωτα η εμπιστοσύνη της Τράπεζας στο πρόσωπό του και να καταστεί αδύνατη η συνέχιση της ισχύος της συμβάσεως εργασίας του".

Πριν από την ως άνω καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του εκκαλούντος διενεργήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2010 έκτακτος ειδικός έλεγχος στο έτερο κατάστημα που διατηρεί η εφεσίβλητη τράπεζα στην Κοζάνη. Αφορμή του ειδικού αυτού ελέγχου αποτέλεσε το γεγονός ότι την 15/6/2010 ο Διευθυντής του Καταστήματος ... Ν.,Κ.

ενημέρωσε τον Διευθυντή Εσωτερικού Ελέγχου, ότι από τον έλεγχο των καταστάσεων καταθέσεων των λογαριασμών με όρια υπεραναλήψεως διαπίστωσε ότι υπήρχαν σε κάποιους λογαριασμός χρεωστικά υπόλοιπα τα οποία υπερέβαιναν τα χρηματοδοτικά όρια που είχαν εγκριθεί από το Συμβούλιο Πιστοδοτήσεων του Καταστήματος.

Από περαιτέρω έλεγχο διαπιστώθηκε ότι είχαν εισαχθεί στο μηχανογραφικό σύστημα της Τράπεζας από τον υπάλληλο χορηγήσεων του Καταστήματος Κ. Τ. όρια υπεραναλήψεως σε αρκετούς λογαριασμούς χωρίς έγκριση του Συμβουλίου Πιστοδοτήσεων του Καταστήματος και χωρίς την υπογραφή συμβατικών εγγράφων από τους φερόμενους ως πιστούχους.

Από τη διενέργεια του ειδικού ελέγχου προέκυψε ότι ο υπάλληλος Κ. Τ. μεθοδευμένα προέβη σε υπεξαίρεση 3.285.206 ευρώ από 93 λογαριασμούς. Προέκυψε επίσης ότι ο τρόπος και οι μεθοδεύσεις που χρησιμοποίησε ο Τ. για να υπεξαιρέσει το πιο πάνω ποσό δεν θα είχε καταστεί δυνατός, ή σε κάθε περίπτωση θα είχαν περιορισθεί σημαντικά εάν τα αρμόδια στελέχη του Καταστήματος ...

αλλά και του Καταστήματος ... (όπου ο εκκαλών ήτο Διευθυντής) είχαν εκτελέσει τα εποπτικά και ελεγκτικά τους καθήκοντα. Έτσι ο Ειδικός Έλεγχος διαπίστωσε την παντελή έλλειψη ελέγχου των εργασιών του από τα αρμόδια προς τούτο στελέχη των οποίων επιδεικνύοντας υπέρμετρη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του Κ. Τ.

και κατά παρέκκλιση των οδηγιών της Τράπεζας παρείχαν χωρίς διερεύνηση τις απαιτούμενες από το σύστημα ηλεκτρονικές εγκρίσεις για τη διενέργεια των συναλλαγών του Κ. Τ.. Συγκεκριμένα και αναφορικά με τον ενάγοντα - εκκαλούντα από τον Ειδικό Έλεγχο διαπιστώθηκε ότι ως Διευθυντής του Καταστήματος ..., ενέκρινε 3 συναλλαγές αναλήψεων συνολικού ποσού 29.000 ευρώ από ισάριθμους λογαριασμούς πελατών του Καταστήματος ...

χωρίς τη φυσική παρουσία τους ή έγγραφη εξουσιοδότηση τους τις ανωτέρω συναλλαγές διενήργησε με προϋπογεγραμμένα παραστατικά ο Κ. Τ. σε 3 διαφορετικές ημερομηνίες (9000 στις 20/11/2009, 11.355,50 στις 10/12/2009 και 9.000 στις 18/2/2010) και παρέλαβε το προϊόν τους σε μετρητά εν γνώσει του ενάγοντος. Επίσης διαπιστώθηκε ότι κατά την περίοδο που ο ενάγων εκτελούσε χρέη Διευθυντού του Καταστήματος ..., χορήγησε από το τερματικό του 3 ηλεκτρονικές εγκρίσεις συναλλαγών του Κ.

Τ. στις 31/8/2009 και 2/9/2009 για εισαγωγή ή αύξηση ορίων υπεραναλήψεως σε ισάριθμους λογαριασμούς πελατών συνολικού ποσού 85.000 ευρώ. Οι ενέργειες αυτές του ενάγοντος, ήσαν σαφώς αντίθετες προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις, όπως αυτές προσδιορίζονται από τους εσωτερικούς κανονισμούς και τον Οργανισμό Προσωπικού της Τράπεζας ενώ παρέβη και τις υπ' αριθμ. 244/25/10/2006, 242/7/9/2007, 49/1/3/2006, 220/29/7/ 2011, 307/23/12/2011, 439/5/12/2008 εγκυκλίους αναφορικά με τις τρεις παράτυπες αναλήψεις όπως ανωτέρω αναφέρθηκε από τον Κανονισμό Πιστοποιήσεων της Τράπεζας ,αλλά και τις αριθμ. 439/5/12/2008, 54/11/11/2009 και 50/7/9/2008 εγκυκλίους που αφορούν τα όρια υπεραναλήψεως.

Γνωρίζοντας πλέον ειδικότερα το περιεχόμενο των 242/7/9/2007 και 49/21/3/2006 εγκυκλίων που προβλέπουν η πρώτη ότι καμία συναλλαγή δεν εκτελείται αν δεν ολοκληρωθεί η πλήρης πιστοποίηση της ταυτότητας του πελάτη και η δεύτερη μεταξύ των άλλων ότι η βασική αρχή της ταυτοπροσωπίας του συναλλασσομένου - δικαιούχου του λογαριασμού παραμένει το κύριο μέλημα των αρμοδίων λειτουργών των Καταστημάτων, οι οποίοι πρέπει να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικοί κατά την ταυτοποίηση του συναλλασσόμενου, δεν αξιολόγησε ο ενάγων ως όφειλε τις συναλλαγές αλλά παρακάμπτοντας τη νόμιμη πορεία εκτέλεσης της συναλλαγής αυθαιρέτως ενέκρινε άνευ παραστατικών και χωρίς ηλεκτρονική έγκριση τις συγκεκριμένες επιλήψιμες συναλλαγές.

Ενώ ως Διευθυντής πιστοδοτήσεων της Τράπεζας που πρέπει να τηρεί απαρέγκλιτα τις πάσης φύσεως χορηγητικές εργασίες, παρέσχε τρεις ηλεκτρονικές εγκρίσεις συναλλαγών του Τάκου για εισαγωγή ή αύξηση ορίων υπεραναλήψεως, χωρίς να ελέγξει ως όφειλε κάθε συναλλαγή ούτε κατά τη χορήγηση της εγκρίσεως, ούτε εκ των υστέρων στο τέλος της ημέρας, μέσω της καταστάσεως ηλεκτρονικών εγκρίσεων της θέσεως εργασίας του, όπως άλλωστε ορίζει η εγκύκλιος 439/5/12/2008 και χωρίς να ελέγξει αν υφίσταντο οι προϋποθέσεις του κανονισμού πιστοδοτήσεων αλλά και εάν υπήρχε η έγκριση του Συμβουλίου Πιστοδοτήσεων του Καταστήματος όπως ορίζει η εγκύκλιος 54/ 11/10/2009 αλλά και η 50/7/9/2008 εγκύκλιος.

Ο ενάγων δεν αρνείται ότι πράγματι ενέκρινε τις συναλλαγές αυτές ισχυριζόμενος ότι επρόκειτο για γνωστούς πελάτες από προηγούμενες συναλλαγές και ακόμα ότι δεν αντιβαίνει στη συνήθη συναλλακτική τραπεζική πρακτική να φτάνει το παραστατικό προϋπογεγραμμένο στο Διευθυντή Καταστήματος, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο γνωστός πελάτης και μάλιστα σε μια επαρχιακή πόλη όπως η ….

Και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα δεν είναι δυνατόν να γίνουν δεκτοί από το Δικαστήριο και δεν επιδρούν επί της ευθύνης του ενάγοντος ούτε βέβαια δύνανται να αναιρέσουν την ευθύνη αυτή. Μόνο προβληματισμό μπορεί να δημιουργήσουν σε σχέση με την ασφάλεια των συναλλασσόμενων με τις τράπεζες και την υπευθυνότητα των αρμοδίων οργάνων τους κατά την εκτέλεση της εργασίας τους.

Ο ενάγων γνώριζε και όφειλε να γνωρίζει ότι έπρεπε να ασκεί τα καθήκοντά του με υπευθυνότητα, πιστή τήρηση των οριζομένων αναφορικά με την άσκηση των καθηκόντων του από την Τράπεζα, όταν μάλιστα η τελευταία του είχε εμπιστευθεί τα καθήκοντα του Διευθυντή του συγκεκριμένου καταστήματός της και να ενεργήσει σύμφωνα με τον νόμο και όσα του επέβαλλε το καθήκον του, ώστε να προστατεύσει τα συμφέροντά της εναγομένης.

Το γεγονός ότι ο Κ. Τ. παρουσίαζε την αξιόποινη αυτή συμπεριφορά από το 2007 ουδόλως αναιρεί τη θεμελίωση της ευθύνης του ενάγοντα για τη μη τήρηση της επιβαλλόμενης διαδικασίας, ούτε επιδρά υπέρ του το γεγονός ότι και άλλοι συνάδελφοί του διενήργησαν ή ενέκριναν παρόμοιες επιλήψιμες συναλλαγές διότι η ευθύνη καθενός είναι αυτοτελής.

Έτσι από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά κρίνεται ότι η ένδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος έγινε για σπουδαίο λόγο, υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 671 ΑΚ, συνιστάμενο στην παραβίαση εκ μέρους του των αναφερομένων αναλυτικά παραπάνω βασικών κανόνων της εσωτερικής λειτουργίας της εργοδότριάς του Τράπεζας.

Η παράβαση δε των συγκεκριμένων υποχρεώσεων εκ μέρους του ενάγοντος, συνιστά αντισυμβατική συμπεριφορά στα πλαίσια της λειτουργίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που τον συνέδεε με την εναγομένη, αφού από τη συγκεκριμένη συμπεριφορά του δικαιολογημένα κλονίσθηκε ανεπανόρθωτα η εμπιστοσύνη της Τράπεζας στο πρόσωπό του.

Εξαιτίας των παραπάνω διαταράχθηκε η ομαλή συνεργασία των διαδίκων μερών σε βαθμό, ώστε με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, να μην είναι επιτρεπτό να αξιωθεί από την εναγομένη η συνέχιση της εργασιακής τους σχέσης, που κατέστη έτσι μη ανεκτή από αυτή, με συνέπεια την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, η οποία γενομένη κάτω από τις προαναφερθείσες συνθήκες, δηλαδή την συνδρομή σπουδαίου λόγου, είναι έγκυρη, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας.

Κατ' ακολουθία όλων όσων προαναφέρθηκαν κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες λόγοι εφέσεως και ειδικότερα ότι η επίδικη καταγγελία είναι άκυρη διότι έγινε καταχρηστικά χωρίς την τήρηση της προβλεπομένης από τον Κανονισμό της εναγομένης πειθαρχικής διαδικασίας και κατά παράβαση της υπέρ του εργαζομένου αρχής επιείκειας, σύμφωνα με την οποία για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του έπρεπε να ληφθούν υπόψη, αφ' ενός μεν η ευδόκιμη μέχρι τότε υπηρεσία του, αφ' ετέρου οι δυσμενείς προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες και διότι έγινε κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας μεταξύ του επιδιωκομένου σκοπού και του επιβληθέντος μέτρου, υπό την έννοια ότι η εργοδότριά του όφειλε αντί του επαχθούς μέτρου της καταγγελίας να του επιβάλει άλλα ηπιότερα.

Όμως οι ως άνω ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι πέραν των όσων αναφέρθηκαν σχετικά στις αντίστοιχες νομικές σκέψεις της παρούσας και για τους παρακάτω λόγους: 1) διότι η καταγγελία της ορισμένου χρόνου συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας για σπουδαίο λόγο και η τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, αποτελούν δύο αυτοτελή και ανεξάρτητα μεταξύ τους δικαιώματα του εργοδότη, τα οποία ασκούνται απ' αυτόν ελεύθερα, όταν μάλιστα στον έχοντα συμβατική ισχύ Κανονισμό Προσωπικού της εφεσίβλητης δεν προβλέπεται η προηγούμενη κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας, ως αναγκαία προϋπόθεση για το παραδεκτό και νόμιμο της καταγγελίας για σπουδαίο λόγο ...2) διότι τα αναφερόμενα από τον ενάγοντα σχετικά με τη μη λήψη υπόψη της ευδόκιμης υπηρεσίας του και των δυσμενών οικογενειακών του υποχρεώσεων αν και δεν αμφισβητούνται, δεν είναι ικανά να καταστήσουν καταχρηστική την γενόμενη καταγγελία, ενόψει των περιστατικών που αποδείχθηκαν ως συνιστώντα τον απαιτούμενο σπουδαίο λόγο, ο οποίος αποτέλεσε την αιτία της επίδικης καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως του ενάγοντα και 3) διότι δεν παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού ενόψει της πολλαπλότητας και βαρύτητας της παραπάνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς του ενάγοντα ...H επιβολή των ηπιότερων μέτρων προφανώς συνιστούν συντηρητικό μέτρο και αφορούν σε υφιστάμενη σχέση εργασίας, ενώ σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν αναγκαστική προδικασία για το προβλεπόμενο με ρητή διάταξη του οργανισμού της εναγομένης δικαίωμά της να προβεί σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας υπαλλήλου της, εφόσον βέβαια συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις".

Υπό τις ως άνω παραδοχές το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι εγκύρως κατήγγειλε η αναιρεσίβλητη Τράπεζα την σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος ένεκα σπουδαίου λόγου και απέρριψε την έφεση αυτού κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή, με την οποία εδιώκετο η αναγνώριση της ακυρότητος της καταγγελίας και η επιδίκαση υπέρ του αναιρεσείοντος μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.

Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 672 ΑΚ και 32 του Οργανισμού Προσωπικού της Τραπέζης ..., αφού τα ανελέγκτως υπ' αυτού γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, της ουσιώδους παραβιάσεως από τον αναιρεσείοντα βασικών κανόνων της εσωτερικής λειτουργίας της εργοδότιδος Τραπέζης, η οποία ως συνιστώσα αντισυμβατική συμπεριφορά ευλόγως επέφερε τον σοβαρό κλονισμό της εμπιστοσύνης αυτής προς το πρόσωπο του αναιρεσείοντος, ώστε να μην είναι δυνατόν να αξιωθεί από την Τράπεζα η συνέχιση της συμβάσεως, συνολικώς εκτιμώμενα, συνιστούν σπουδαίο λόγο κατά την έννοια του άρθρου 672 ΑΚ και θεμελιώνουν πλήρως το δικαίωμα της Τραπέζης να καταγγείλει την σύμβαση.

Δεν αναιρείται δε η ύπαρξη σπουδαίου λόγου εκ του ότι, ως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, δεν είχε διαπράξει παρόμοιο παράπτωμα στο παρελθόν, ούτε υφίστατο υπόνοια κινδύνου να διαπράξει στο μέλλον, ούτε εκ του ότι άλλοι υπάλληλοι υπηρετούντες στο Κατάστημα, όπου έγινε η υπεξαίρεση, με βαθμό υποτμηματάρχου ή ταμία, δεν απελύθησαν, αφού υφίσταται ουσιώδης διαφορά μεταξύ της ευθύνης του απλού υπαλλήλου και εκείνης του Διευθυντού του Καταστήματος και αντιστοίχως του βαθμού εμπιστοσύνης, της οποίας απολαύει ο Διευθυντής εκ μέρους της Τραπέζης.

Επίσης, δεν υφίστατο συμφώνως προς τα ανωτέρω υποχρέωση της Τραπέζης να ακολουθήσει την πειθαρχική διαδικασία ούτε να προσφύγει στην λήψη ηπιωτέρων μέσων, αφού τα ηπιώτερα μέσα βάσει των ως άνω δεκτών γενομένων περιστατικών δεν ήσαν ικανά να αποκαταστήσουν την κλονισθείσα σχέση εμπιστοσύνης από τις ενέργειες του αναιρεσείοντος ούτε παρίσταντο ως εξ ίσου πρόσφορο με την καταγγελία μέσο προς ικανοποίηση του συμφέροντος της Τραπέζης.

Διέλαβε δε το Μονομελές Εφετείο επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων Η κατά τα ανωτέρω παράθεση στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση μεταξύ των εγκυκλίων της Τραπέζης, τις οποίες κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του παρέβη ο αναιρεσείων, και τριών εγκυκλίων (54/11 Νοεμβρίου 2009, 220/29 Ιουλίου 2011, 307/23 Δεκεμβρίου 2011), οι οποίες εξεδόθησαν καθ' ύστερον χρόνο, ή και άλλων, οι οποίες κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος δεν έχουν σχέση με τα παραπτώματα, ένεκα των οποίων κατηγγέλθη η σύμβαση εργασίας αυτού, δεν επάγεται έλλειμμα αιτιολογίας, αφού γίνεται σαφώς δεκτό στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι οι ενέργειες της εγκρίσεως συναλλαγών αναλήψεων χρημάτων χωρίς φυσική παρουσία του δικαιούχου του λογαριασμού ή έγγραφη εξουσιοδότηση αυτού ως και εισαγωγής ορίων υπεραναλήψεων σε λογαριασμούς πελατών χωρίς έρευνα εάν υφίστατο έγκριση του Συμβουλίου Πιστοδοτήσεων, στις οποίες προέβη ο αναιρεσείων, συνιστούν παραβίαση του Οργανισμού Προσωπικού και των εγκυκλίων οδηγιών της Τραπέζης, το εν λόγω δε επί μέρους αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο άλλωστε δεν αμφισβητεί ο αναιρεσείων, στηρίζει αυτοτελώς την κρίση περί πλημμελούς εκτελέσεως των καθηκόντων αυτού, χωρίς να καθίσταται αναγκαίο να διαλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και οι αριθμοί και οι ημερομηνίες εκδόσεως των σχετικών εγκυκλίων οδηγιών της Τραπέζης, τους οποίους εν τούτοις ως εκ περισσού το Μονομελές Εφετείο διέλαβε, ώστε τυχόν σχετικό σφάλμα αυτού να μη κλονίζει το προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα.

Συνεπώς, οι λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, της παραβιάσεως των προπαρατεθεισών διατάξεων και της αντιφατικής αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατ' ακολουθίαν η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής, ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28ης Μαρτίου 2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 4298/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.-

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ