Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for failure to raise arguments at second instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court's judgment regarding unpaid wages. The appellant argued that the lower court distorted evidence regarding the employee's waiver of rights, but the Court found these specific arguments were not raised during the second instance proceedings. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible under procedural rules requiring arguments to be presented at the appropriate stage.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(20) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal argument based on distortion of evidence is inadmissible if the contested claim was not raised before the second instance court, as the appeal must be based on grounds properly formulated at the relevant procedural stage.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 606 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 606/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε. Ξενοδοχειακές επιχειρήσεις", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίας Στραϊτούρη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Χ. του Δ., χήρας Ι. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/2/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2161/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1722/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 27/7/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 6/5/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ για να είναι ορισμένη η αγωγή, η οποία έχει ως αίτημα την καταβολή μισθών υπερημερίας, σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ, είναι η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και η μη αποδοχή από μέρους του εργοδότη της εργασίας, την οποία πραγματικά και με τον προσήκοντα τρόπο του προσέφερε ο μισθωτός.
Όταν όμως η υπερημερία του εργοδότη οφείλεται σε ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, τότε δεν είναι απαραίτητη η αναφορά στην αγωγή του στοιχείου της πραγματικής και προσήκουσας προσφοράς της εργασίας από τον μισθωτό, διότι η καταγγελία της συμβάσεως περιέχει και δήλωση της βουλήσεως του εργοδότη για τη μη αποδοχή στο μέλλον των υπηρεσιών του απολυθέντος.
Ούτε οφείλει να αναφέρει ο τελευταίος στην αγωγή του την ακυρότητα της καταγγελίας, διότι ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί αντένσταση προς απόκρουση της ενστάσεως του εργοδότη περί λύσεως της συμβάσεως εργασίας με καταγγελία (ΑΠ 431/2006). Εξ άλλου η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 520/2015, 487/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, εκθέτει στην ένδικη από 8. 2.2011 αγωγή της, ότι προσελήφθη στις 22 Ιανουαρίου 2005 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει και προσέφερε πράγματι τις υπηρεσίες της ως καμαριέρα, στο ξενοδοχείο της, που βρίσκεται στο ....
Ότι την 30η Νοεμβρίου 2010 η εναγομένη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της και της κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση. Ότι η καταγγελία αυτή της σύμβασης εργασίας της είναι άκυρη διότι έγινε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ. Ειδικότερα είναι άκυρη η καταγγελία αυτή της σύμβασής της, διότι, εφόσον υπαγορεύθηκε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της εναγομένης, από οικονομικοτεχνικούς λόγους, δεν έγινε με βάση τα κριτήρια του χρόνου υπηρεσίας, της υπηρεσιακής απόδοσης, της οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης και της ηλικίας, αλλά υιοθετήθηκαν τυχαία κριτήρια, αναφέρει δε τα κριτήρια αυτά που ίσχυαν για τον εαυτό της, τα οποία συγκρίνει με τα αντίστοιχα κριτήρια δύο άλλων εργαζομένων στην επιχείρηση της εναγομένης της αυτής ειδικότητας, έναντι των οποίων αυτή πλεονεκτούσε, πλην όμως η εναγομένη κατήγγειλε τη δική της σύμβαση και όχι μιας εκ των δύο αυτών συναδέλφων της.
Ότι η εναγομένη αρνήθηκε να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της που προσέφερε κανονικά. Ότι ο μισθός της ανερχόταν κατά το χρόνο της καταγγελίας σε 1076,20 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της, να καταδικασθεί η εναγομένη να της καταβάλει, ως αποδοχές υπερημερίας, τους μισθούς της από 1.12.2010 μέχρι 30.9.2011, ανερχόμενους συνολικά σε 10.672 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για κάθε μηνιαίο μισθό από το τέλος κάθε μήνα που ήταν αυτός καταβλητέος και να υποχρεωθεί να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, δηλαδή αναφέρει ότι η ενάγουσα εργαζόταν στην επιχείρηση της εναγομένης με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως καμαριέρα, τον καταβαλλόμενο μηνιαίο μισθό, την άκυρη καταγγελία της συμβάσεως της ενάγουσας και το λόγο της ακυρότητας και, παρά το ότι δεν ήταν απαραίτητο, εφόσον πρόκειται για άκυρη καταγγελία, ότι προσέφερε τις υπηρεσίες της στην εναγομένη, η οποία τις αρνήθηκε.
Επομένως το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ορισμένη την αγωγή, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, ο πρώτος δε από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 669 ΑΚ η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας είναι αναιτιώδης μονομερής δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του μισθωτού και του εργοδότη. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού από τον εργοδότη δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε αν η καταγγελία έγινε κατά κατάχρηση του οικείου δικαιώματος είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη.
Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και αν καταστεί υπερήμερος να καταβάλει τους μισθούς του σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 ΑΚ. Εξάλλου, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Ελέγχεται όμως αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχειρήσεως και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητος, προσόντων και υπηρεσιακής αποδόσεως, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητος, η οποία, ως αντικειμενικό κριτήριο, εκτιμάται υπό την έννοια της διάρκειας της απασχόλησης του εργαζομένου στη συγκεκριμένη επιχείρηση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία του σε άλλους εργοδότες, της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης κάθε μισθωτού, της αποδοτικότητας και της δυνατότητας εξεύρεσης απ’ αυτόν άλλης εργασίας ή έστω να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σ’ αυτή (ΑΠ 64/2015, 1404/2014, 31/2013).
Με βάση τα παραπάνω η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας για οικονομικοτεχνικούς λόγους είναι καταχρηστική, όταν ο εργοδότης, προκειμένου να επιλέξει τους μισθωτούς που θα απολυθούν, παραλείπει να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει τα ως άνω κριτήρια της αρχαιότητας, ηλικίας, οικονομικής και οικογενειακής κατάστασης του καθενός, όπως επιβάλλεται από το καθήκον προνοίας που τον βαρύνει κατά τα άρθρα 651, 657, 658, 660, σε συνδυασμό με τα άρθρα 200, 281 και 288 του ΑΚ και επιτάσσει την απόλυση εκείνων για τους οποίους το μέτρο αυτό θα είναι λιγότερο επαχθές (ΑΠ 31/2013).
Η κρίση για την ορθή επιλογή του απολυτέου εξάγεται από τη σύγκριση του εργαζομένου που απολύθηκε με τους συναδέλφους του που διατηρήθηκαν στην εργασία και όχι με τους λοιπούς απολυθέντες όταν αυτοί είναι περισσότεροι. Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται ο μεν πρώτος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του εφαρμοσθέντος ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: "Η εναγομένη, η οποία διατηρεί και εκμεταλλεύεται, στο ..., ξενοδοχείο με την επωνυμία "...", προσέλαβε την ενάγουσα, στις 22.1.2005, με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως καμαριέρα, στην επιχείρηση της.
Με την ειδικότητα της καμαριέρας εργάστηκε η ενάγουσα στο παραπάνω ξενοδοχείο της εναγομένης, απασχολούμενη επί πέντε ημέρες και 40 ώρες την εβδομάδα και με αρχικό μηνιαίο μισθό 681 ευρώ, μέχρι την 30.11.2010, οπότε η τελευταία κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας της και της κατέβαλε νόμιμη αποζημίωση ύψους 1.828,58 ευρώ.
Το έτος 2010, λόγω της γενικευμένης οικονομικής κρίσης που επικρατούσε στην αγορά, τα έσοδα της εναγομένης, από την ως άνω επιχειρηματική της δραστηριότητα μειώθηκαν αισθητά, με κίνδυνο τη βιωσιμότητα της επιχείρησης. Προκειμένου η εναγομένη να αντιμετωπίσει τα οικονομικά προβλήματα της επιχείρησής της, προέβη στη μείωση του προσωπικού της.
Έτσι στις 30.11.2010 απέλυσε πέντε καμαριέρες, μεταξύ των οποίων και την ενάγουσα και ακολούθως, μείωσε το προσωπικό της από 25 άτομα σε 18. Η επιχειρηματική αυτή απόφαση της εναγομένης, που λήφθηκε στα πλαίσια της διεύθυνσης και οργάνωσης της επιχείρησης της, για τη μείωση του προσωπικού της, με συνέπεια την απόλυση της ενάγουσας, υπαγορεύθηκε από οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως συνομολογούν τα διάδικα μέρη και από δικαιολογημένο συμφέρον της εναγομένης, προκειμένου να μειώσει τα λειτουργικά της έξοδα και να αντιμετωπίσει τη μείωση των εσόδων της επιχείρησης της.
Περαιτέρω, όσον αφορά την ορθή ή μη επιλογή προς απόλυση της ενάγουσας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα κατά το χρόνο της απόλυσης της (30.11.2010) ήταν 53 ετών (γεννήθηκε στις 29.12.1957), χήρα, (ο σύζυγος της Ι. Κ. αποβίωσε στις 6.3.2007) μητέρα δύο τέκνων, του Σ. Κ. ηλικίας 21 ετών (γεννήθηκε στις 2.9.1989), που φοιτούσε στο τμήμα Νομικής της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών Αθηνών και του ανηλίκου, Ι.
Κ. (γεννήθηκε στις 18.4.1996) και δεν είχε περιουσία ούτε έσοδα από οποιαδήποτε άλλη πηγή. Κατά το χρόνο απόλυσης της ενάγουσας και μετά την καταγγελία την ίδια ημέρα (30.11.2010) της σύμβασης εργασίας των: 1) Ρ. Μ., 2) Α. Τ., 3) R. G. και 4) Ε. Κ., συναδέλφων της ενάγουσας που εργάζονταν, ως καμαριέρες, στο ως άνω ξενοδοχείο, ηλικίας 63, 51, 44 και 41 ετών, αντίστοιχα, που είχαν προσληφθεί την 3.7.2007, 22.5.2007, 1.9.2002 και 16.5.2002, αντίστοιχα, μεταξύ των εργαζομένων, με την ίδια ως άνω ειδικότητα της καμαριέρας, που παρέμειναν απασχολούμενες στο ξενοδοχείο της εναγομένης ήταν και οι:
α) Α. Α., ηλικίας τότε 48 ετών, διαζευγμένη, χωρίς ανήλικα τέκνα που είχε προσληφθεί από την εναγομένη το έτος 2008 και β) Μ. Χ., ηλικίας 50 ετών, έγγαμη, χωρίς ανήλικα τέκνα και με εργαζόμενο σύζυγο, που είχε προσληφθεί το έτος 2002. Με βάση τα περιστατικά αυτά, τα οποία δεν αρνείται η εναγομένη, η ενάγουσα ήταν αρχαιότερη από την πρώτη και μεγαλύτερης ηλικίας από τις δύο ανωτέρω εργαζόμενες σε όμοια με αυτή θέση εργασίας και είχε περισσότερα οικονομικά βάρη, ως χήρα, μητέρα δυο τέκνων και ειδικότερα ενός ανήλικου και ενός τέκνου που σπούδαζε.
Η δεύτερη από τις ανωτέρω εργαζόμενες είχε μικρό προβάδισμα ως προς την αρχαιότητα, καθόσον εργαζόταν στην επιχείρηση της εναγομένης από το έτος 2002, ενώ η ενάγουσα εργαζόταν στην ίδια επιχείρηση από το έτος 2005, αυτό όμως αντισταθμίζεται από την καταφανή υπεροχή της ενάγουσας στα οικογενειακά βάρη και την ηλικία.
Εξάλλου, η απόδοση της ενάγουσας στην εργασία της, ήταν ικανοποιητική και ίδια με αυτή των ανωτέρω συναδέλφων της που διατηρήθηκαν στην εργασία. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η αποδοτικότητα της ενάγουσας στην εργασία της είχε μειωθεί αισθητά κατά τον τελευταίο χρόνο πριν από την απόλυση, οφειλόμενη σε οικογενειακά προβλήματα, με συχνές καθυστερήσεις στην ανάληψη της εργασίας αλλά και στην διεκπεραίωση της μέσα στο ωράριο και ότι το γεγονός αυτό λήφθηκε υπόψη κατά την επιλογή της ως απολυτέας.
Ο ισχυρισμός αυτός, πέραν της αοριστίας του, αφού η εναγομένη δεν επικαλείται συγκεκριμένα περιστατικά καθυστερημένης προσέλευσης της ενάγουσας στην εργασία της, ούτε προσδιορίζει τις καθυστερήσεις κατά τη διεκπεραίωση της εργασίας της, αποδείχθηκε αβάσιμος στην ουσία του. Ο μάρτυρας της εναγομένης, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατέθεσε, όλως αόριστα, ότι: " Στην αρχή ήταν γρήγορη και αποδοτική, μετά όμως ήταν αργή τον τελευταίο χρόνο αργούσε 1 τέταρτο να καθαρίσει το δωμάτιο", οι δε παραπάνω αναφερόμενες μάρτυρες της εναγομένης, στις ένορκες βεβαιώσεις τους, πανομοιότυπα και όλως αόριστα, αναφέρουν ότι: "Η απόλυση της κυρίας Χ.
δεν έγινε για λόγους εκδίκησης ή εχθρότητας αλλά αντίθετα κριτήριο της επιλογής της ήταν η μειωμένη απόδοση της τον τελευταίο χρόνο, καθώς και η αργοπορία της στην ετοιμασία και τον καθαρισμό των δωματίων, γεγονός που είχαμε παρατηρήσει όλοι οι συνάδελφοι", ενώ δεν προσκομίζονται από την εναγομένη άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ήτοι έγγραφα από τα οποία να προκύπτει η καθυστερημένη προσέλευση της ενάγουσας ή αδικαιολόγητη απουσία αυτής από την εργασία της καθώς και παρατηρήσεις ή επιπλήξεις από μέρους των προϊσταμένων της για την μειωμένη απόδοση της.
Εξάλλου, οι παραπάνω ισχυρισμοί της εναγομένης, αντικρούονται με πειστικό και ορισμένο τρόπο από την μάρτυρα της ενάγουσας, Α. Λ.- Π., η οποία εργάστηκε ως καμαριέρα στο ξενοδοχείο της εναγομένης από 14.6.2008 έως 30.11.2010 και η οποία στην παραπάνω ένορκη βεβαίωση της αναφέρει: "... Αυτό που γνωρίζω και τουλάχιστον για όσο διάστημα εργάστηκα για αυτό το ξενοδοχείο, είναι πως η κα Χ.
πάντα ήταν εξαιρετικά αποδοτική και δεν υπήρχε κανένα παράπονο από την εργοδότρια γι’ αυτήν σε σχέση με την δουλειά της. Όλες οι καμαριέρες, για την περίοδο που εργάστηκα εκεί, καθαρίζαμε, ανάλογα τις βάρδιες, τα ίδια δωμάτια κάθε μέρα. Καμία δεν καθάριζε περισσότερα ή λιγότερα από αυτόν τον μέσο όρο την ημέρα.
Ουδέποτε υπήρξε παράπονο για την κα Χ. ότι καθάριζε και έφτιαχνε λιγότερα δωμάτια από τις υπόλοιπες εργαζόμενες. Μάλιστα, συνέβαινε το αντίθετο καθώς η εργοδοσία, την έβαζε σχεδόν κάθε εβδομάδα του μήνα, Παρασκευή και Σάββατο βραδινή βάρδια, που χρειάζεται να είσαι εξαιρετικά γρήγορος και αποδοτικός για να βγάλεις τη δουλειά.
Πάντα τέτοιες μέρες, η βραδινή βάρδια (10 μμ με 6 πμ, που ήταν συνήθως 3 καμαριέρες οι οποίες καθάριζαν μαζί τα δωμάτια), είχε να καθαρίσει περίπου 70 δωμάτια. ...
Επειδή η κα Χ. ήταν γρήγορη και αποδοτική την έβαζαν πολλές φορές εκείνες τις ημέρες και βάρδιες. Ούτε αυτές που παρέμειναν και δεν απολύθηκαν, αλλά ούτε και αυτές που έφυγαν δεν έκαναν περισσότερα ή λιγότερα δωμάτια την ημέρα. Επίσης γνωρίζω ότι δύο συνεχόμενες χρονιές δηλαδή το 2009 και 2010 τον μήνα Αύγουστο η κα Χ.
είχε δουλέψει μόνη για περίπου 10 ημέρες βραδινή βάρδια, καθώς το προσωπικό έπαιρνε άδεια και μπορεί να είχε και 50 δωμάτια να καθαρίσει μόνη. Αν το αφεντικό πίστευε πως αργούσε ή πως δεν θα έβγαζε την δουλειά, δεν θα την έβαζε εκείνες τις ημέρες... Είχα δουλέψει σε όλες τις βάρδιες με την κα Χ. και πάντα ήταν άψογη στην εργασία της και ποτέ δεν δούλευε λιγότερο από τις άλλες καμαριέρες ή με πιο αργό ρυθμό.
Είχα δουλέψει και με την κα Α. στα δωμάτια και γνωρίζω ότι και ποιοτικά και χρονικά έβγαζαν πάντα την ίδια δουλειά..". Σύμφωνα με τα παραπάνω που αποδείχθηκαν, η απόλυση της ενάγουσας δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια και όπως επιβάλει η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθόσον η εναγομένη έπρεπε, συνεκτιμώντας τα παραπάνω υπηρεσιακά και κοινωνικά κριτήρια, να επιλέξει προς απόλυση αντί της ενάγουσας μιας εκ των δύο ως άνω συναδέλφων της τελευταίας, που διατηρήθηκαν στην επιχείρηση, ως προς τις οποίες το μέτρο θα ήταν λιγότερο επαχθές, αφού αυτές αντιμετώπιζαν λιγότερα οικογενειακά βάρη και η πρόσληψη τους από άλλον εργοδότη, ενόψει της ηλικίας τους ευχερέστερη και συνακόλουθα, η επίδικη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας είναι άκυρη, ως καταχρηστική, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 281 Α.Κ και δεν επέφερε αυτή τη λύση της σύμβασης, που διατηρήθηκε σε ισχύ, με αποτέλεσμα η εναγομένη, αρνούμενη να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της ενάγουσας, να έχει περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη και να υποχρεούται για το λόγο αυτό να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας για ολόκληρο το αναφερόμενο στην ένδικη αγωγή χρονικό διάστημα, δηλαδή από την επομένη της καταγγελίας (1.12.2010) έως και τις 30.9.2011 καθώς και να αποδέχεται τις υπηρεσίες της.
Ενόψει του ότι οι νόμιμες μηνιαίες ακαθάριστες αποδοχές της ενάγουσας ανέρχονταν κατά τον παραπάνω χρόνο της απόλυσης της σε 1.076,20 ευρώ, δικαιούται αυτή για μισθούς υπερημερίας από 1.12.2010 (επομένη ημέρα της καταγγελίας) μέχρι 30.9.2011 το ποσό των 10.762 ευρώ (1076,20Χ 10),όπως ζήτησε με την αγωγή της, (χωρίς την αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας), με το νόμιμο τόκο από το τέλος του κάθε μήνα που ο αντίστοιχος μισθός έπρεπε να καταβληθεί".
Mε βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή και δικάζοντας στη συνέχεια την αγωγή, δέχθηκε αυτήν κατ’ ουσίαν, ειδικότερα δε: α) αναγνώρισε την ακυρότητα της από 30.11.2010 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης, β) υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να δέχεται τις υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης και γ) καταδίκασε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, ως αποδοχές υπερημερίας, εντόκως, το συνολικό ποσό των 10.672 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 669, 281 και 288 του ΑΚ περιέλαβε δε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, ο δεύτερος δε κατά το πρώτο μέρος του και ο τρίτος κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.
Ο τρίτος λόγος κατά το σκέλος του δευτέρου μέρους του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι " όπως αποδείχθηκε από τις καταθέσεις και τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων οι δύο από τις λοιπές απολυθείσες μαζί με την αναιρεσίβλητη ήταν συνομήλικες αυτής η μια δε επί πλέον είχε τρία ανήλικα τέκνα και ήταν κατά τρία έτη αρχαιότερη η δε τρίτη ήταν κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερή της, με ελάχιστες δηλαδή πιθανότητες να ανεύρει όμοια ή οποιαδήποτε άλλη εργασία", γεγονός το οποίο κατά την άποψη της αναιρεσείουσας επιβεβαιώνει την αντικειμενικότητα της επιλογής αυτών που απολύθηκαν, είναι προεχόντως απαράδεκτος, ως αναφερόμενος στην ανέλεκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Η ακυρότητα της καταγγελίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ανεξάρτητα από το λόγο στον οποίο οφείλεται, τάσσεται υπέρ του εργαζομένου και επομένως μόνον αυτός μπορεί να την επικαλεστεί. Συνακόλουθα ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να ζητήσει την επιδίκαση μισθών υπερημερίας είτε να την θεωρήσει έγκυρη, παραιτούμενος από το δικαίωμα προσβολής της, και να ζητήσει την καταβολή της αποζημιώσεως.
Η παραίτηση από το ανωτέρω δικαίωμα του εργαζομένου μπορεί να είναι, κατά το άρθρο 156 του ΑΚ, ρητή ή σιωπηρή (ΑΠ 934/1999). Σιωπηρή παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμα προσβολής της καταγγελίας σύμβασης εργασίας ως άκυρης είναι και η από μέρους του είσπραξη του ποσού της αποζημίωσης απολύσεως χωρίς καμία επιφύλαξη, εναντίωση ή διαμαρτυρία για την καταγγελία της συμβάσεως του (ΑΠ 934/1999, 1818/1990).
Εξ άλλου η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπόκειται, όπως και η άσκηση κάθε άλλου δικαιώματος, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού.
Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν ο εργαζόμενος, μετά την άκυρη καταγγελία, παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την ανεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να εξασφαλίσει και να παράσχει ευχερώς κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, με σκοπό να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας.
Ως εκ τούτου, για να θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια αποφυγή της απασχολήσεώς του και δεν αρκεί το ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια (ΑΠ 1212/2013, 962/2013,1030/2012,1069/2010). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο της αναίρεσης, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις (ΑΠ 1160/2015, 292/2015, 215/2015). Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδει η αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 156 ΑΚ απέρριψε τη σχετική ένστασή της περί παραιτήσεως της αναιρεσίβλητης ενάγουσας από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της καταγγελίας της συμβάσεώς της, τόσο ρητά με τη δήλωση κατά την είσπραξη της αποζημιώσεως απολύσεως, ότι δεν διατηρεί καμιά αξίωση πλέον από την εναγομένη (αναιρεσείουσα), όσο και σιωπηρά με την ανεπιφύλακτη, υπογραφή του εγγράφου της καταγγελίας και της απόδειξης είσπραξης της αποζημιώσεως απολύσεως.
Επίσης με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά το τρίτο σκέλος του, κατ’ εκτίμηση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει η αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη ενώ "έπρεπε να δεχθεί την νομίμως προβληθείσα ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 ΑΚ και να απορρίψει την αγωγή ως καταχρηστική, διότι, η ενάγουσα άσκησε την αγωγική της αξίωση κατά τρόπο που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό της, καθόσον, όλο αυτό το χρονικό διάστημα, για το οποίο ζήτησε να της καταβληθούν μισθοί υπερημερίας, απέφυγε συστηματικά και αδικαιολόγητα να επιδιώξει την εξεύρεση ανάλογης προς την ειδικότητα της εργασίας, επομένως σκόπιμα και από κακοβουλία παρέμεινε άνεργη και απαίτησε μισθούς υπερημερίας ενώ, και σε κάθε περίπτωση, παραιτήθηκε ρητά και ανεπιφύλακτα ότι έχει ή διατηρεί οποιαδήποτε αξίωση από της εταιρεία μας εκ της εργασίας της ή εξ αφορμής αυτής".
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτοι, αφού οι σχετικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει, δεν προτάθηκαν από αυτήν ως εφεσίβλητη στο Εφετείο, όπως αυτό προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεών της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) στο δικαστήριο αυτό. Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ απορρέων λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς τα πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 666/2006, 402/2004, 917/2002, 34/2002).
Από αυτό σαφώς προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει την από το δικαστήριο συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος και συνεπώς δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δεν προβαίνει σε ουσιαστική εκτίμηση αποδείξεων, ως προς το σχετικό κρίσιμο ισχυρισμό (ΑΠ 1611/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου της απόδειξης είσπραξης της αποζημιώσεως απολύσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, στην οποία αυτή δηλώνει ότι μετά την είσπραξη της αποζημιώσεως δεν διατηρεί καμία αξίωση κατά της αναιρεσείουσας, δήλωση που αποτελεί παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής της καταγγελίας, με το να μη δεχθεί ότι η απόδειξη έχει αυτό το περιεχόμενο και να απορρίψει τον ισχυρισμό της περί παραιτήσεως από του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για προσβολή της καταγγελίας.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του ως προς τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί παραιτήσεως της αναιρεσίβλητης από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, κατά την κύρια αιτιολογία του, που στηρίζει επαρκώς το διατακτικό, δέχθηκε ότι δεν προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός ενώπιόν του, δεν διατύπωσε δηλαδή αποδεικτικό πόρισμα περί αυτού.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27.7.2015, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως ....9.2015, αίτηση της "... Ο.Ε. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ" κατά της Ε. Χ., περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 1722/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ