Legislator Case Law & Legislation
606/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to insufficient and contradictory reasoning in the appellate court's decision.

Case Number 606/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding a claim for lost profits. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient or contradictory reasoning for rejecting specific claims, including a 40,000 euro sum and damages under Article 931 of the Civil Code. The court rejected this because the appeal petition did not specify the exact contradictory or insufficient reasons found in the lower court's decision, making the review impossible, and because the lower court explicitly stated it had considered the relevant expert opinion.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 19, 118 no. 4, 566 no. 1, 577 no. 3, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on insufficient or contradictory reasoning is inadmissible if the appeal petition fails to specify the exact grounds for such defects in the challenged decision, thereby preventing the Supreme Court from conducting the necessary substantive review.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning contradictory reasoning appeal admissibility substantive review Code of Civil Procedure lost profits claim expert opinion

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 118 no. 4 of the Code of Civil Procedure
Article 566 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 931 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 20/2005
AP 649/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 606 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 606/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αλεξάκο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Χριστοφοράκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής και Αντασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Α. & Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λουκά Τσούτσο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/5/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 30/9/2004 παρεμπίπτουσα αγωγή της δεύτερης των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 428/2006 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/9/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 27/1/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της από 20/9/2007 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών και την αναίρεση της υπ' αριθ. 428/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, κατά τα κεφάλαιά της εκείνα που συνέχονται με την ουσιαστική παραδοχή της από 17-5-2004 αγωγής του αναιρεσείοντος από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και την απόρριψη της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της ίδιας απόφασης και των ίδιων κεφαλαίων που έγιναν πρωτόδικα δεκτά.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις, αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1267/2007).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιας την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Ενόψει αυτών και η έννοια της συνυπαιτιότητας όσο συνδέεται με αμελή συμπεριφορά είναι έννοια νομική και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ως αποδειχθέντα συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος. (ΟΛΑΠ 15/2006).

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 428/2006 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις ...και περί ώρα 21.30 ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ'αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο επί της οδού..., με κατεύθυνση προς ....

Την ίδια ώρα, ο ενάγων πεζός, οδηγούσε το από 65 αιγοπρόβατα αποτελούμενο ποίμνιο του, έχοντας καταλάβει όλο το ρεύμα κυκλοφορίας από ...προς ...πλάτους τριών μέτρων, κινούμενος με κατεύθυνση προς .... Στο ύψος του 18ου χιλιομέτρου της επαρχιακής αυτής οδού, όπου ο δρόμος έχει συνολικό πλάτος έξι μέτρα και είναι ευθεία σε απόσταση 100 μέτρων με ελαφριά δεξιά καμπύλη στην κατεύθυνση προς ..., ο πρώτος εναγόμενος από έλλειψη προσοχής, προσέκρουσε με το αυτοκίνητο του, στο κοπάδι του ενάγοντος προκαλώντας τον τραυματισμό του τελευταίου και τον θανάσιμο τραυματισμό 14 ζώων.

Συγκεκριμένα, ο πρώτος εναγόμενος εκινείτο με μεγάλη ταχύτητα 110 χιλιομέτρων ανά ώρα, ενώ η επιτρεπόμενη ήταν μέχρι 90 χιλιόμετρα την ώρα, επίσης ήταν νύκτα, και είχε καταναλώσει ποσότητα αλκοόλ, είχε καταλάβει ανεπίτρεπτα, τμήμα του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας, όπως προκύπτει από το σχεδιάγραμμα της τροχαίας.

Αποτέλεσμα των παραπάνω, ήταν, να μην έχει τον πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου του και να επιπέσει επί του ποιμνίου του ενάγοντος. Ειδικότερα παρά την πέδηση 69 μέτρων που πραγματοποίησε και τον προς τα δεξιά στην πορεία αποφευκτικό ελιγμό, δεν κατέστη δυνατό να ακινητοποιήσει το όχημά του, και αποφύγει την πρόσκρουση με τον ενάγοντα και μέρους του ποιμνίου του, η οποία έλαβε χώρα πλησίον του κεντρικού άξονα του οδοστρώματος, καταλαμβάνοντας τμήμα τόσον του δικού του όσον και του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας.

Ενόψει των ανωτέρω, υπαίτιος του ατυχήματος τυγχάνει ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος από έλλειψη προσοχής που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, κατέλαβε τμήμα του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας, και δεν μείωσε την υπερβολική ταχύτητά του, ενόψει των λοιπών ειδικών συνθηκών (νύκτα, επίδραση οινοπνεύματος, ζώα επί της οδού), με αποτέλεσμα, να ην έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, και να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματός του επί του ενάγοντος και επί 14 ζώων του ποιμνίου του, παραβιάζοντας συνάμα τις διατάξεις του αρθρ. 12 παρ.1, 16 παρ.4, 19 παρ. 1 και 3, και 42 παρ. 1 του Ν. 2696/1999.

Συνυπαίτιος του ατυχήματος, όμως, τυγχάνει και ο ενάγων, ο οποίος από έλλειψη προσοχής, παρότι κινούσε το κοπάδι του κατά την διάρκεια της νύκτας, και επί επαρχιακής οδού που δεν είχε τεχνητό φωτισμό, δεν είχε επισημάνει την αρχή και το τέλος αυτούς με ευδιάκριτα φώτα, με αποτέλεσμα το κοπάδι του να μην γίνεται εύκολα αντιληπτό από τους διερχόμενους οδηγούς.

Συνεπεία της παραπάνω παράλειψής του, η οποία συνιστά ταυτόχρονα παραβίαση των αρθρ. 14 παρ. 4 και 35 παρ. 9 του Ν. 2696/1999, ο πρώτος εναγόμενος δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα και από ικανή απόσταση, ενόψει και της υφισταμένης ευθείας, το κοπάδι που εκινείτο επί της επαρχιακής οδού, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, γεγονός που συνέβαλε αιτιωδώς στην μη έγκαιρη πραγματοποίηση εκ μέρους του αποφευκτικού ελιγμού και στην επελθούσα σύγκρουση.

Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη έκθεση αυτοψίας, προκύπτει ότι το ατύχημα έλαβε χώρα στις 21.30 με επικρατούσες συνθήκες νύκτας, γεγονός που επιβεβαίωσε ενόρκως και ο μάρτυρας του εναγομένου. Ενόψει των ανωτέρω, συνυπαίτιοι του επιδίκου ατυχήματος τυγχάνουν ο ενάγων κατά ποσοστό 30% και ο πρώτος εναγόμενος κατά ποσοστό 70%, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των διαδίκων και των συναφών λόγων εφέσεων αυτών ως ουσιαστικά αβασίμων".

Με τις πιο πάνω παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση και δή την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Ειδικότερα, η παραδοχή της προσβαλλόμενης, ότι η παράλειψη του αναιρεσείοντος πεζού στο να επισημάνει το ποίμνιο που οδηγούσε με ευδιάκριτα φωτεινά σημεία συνετέλεσε αιτιωδώς στο ένδικο ατύχημα, με την έννοια της αυτοτελούς θεμελιώσεως κατ' αιτιώδη συνάφεια συνυπαιτιότητάς του, ανεξάρτητα εκείνης του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού, δηλαδή ότι η έλλειψη της επισημάνσεως αυτής ήταν η αιτία για το ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον αναιρεσείοντα πεζό και το κοπάδι του, δεν είναι ελλειπής, ούτε αντιφατική σε αναφορά με τις προαναφερθείσες παραδοχές της, από τις οποίες προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, παρά την έλλειψη της προαναφερθείσης επισήμανσης αντιλήφθηκε τον αναιρεσείοντα πεζό και το κοπάδι του από απόσταση μεγαλύτερη του μήκους της προαναφερθείσης τροχοπέδησης των 69 μέτρων, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, καίτοι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος εκινείτο με την προαναφερθείσα υπερβολική ταχύτητας εάν ο αναιρεσείων είχε επισημάνει το κοπάδι του με φωτεινά σημεία, ώστε να είναι ορατά κατά τη διάρκεια της νύχτας από απόσταση 100 μέτρων, θα επέτρεπε στον πρώτο αναιρεσίβλητο ν' ακινητοποιήσει ασφαλώς το όχημά του σε προγενέστερο χρόνο από εκείνο που τελικά τροχοπέδησε, ώστε θα απέφευγε την παράσυρση του αναιρεσείοντος.

Επομένως, εφ' όσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κύριο ζήτημα της παραδοχής της ένστασης συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος ενάγοντος, κρίνονται αβάσιμα τα όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου (κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του), με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙ. Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΟλΑΠ 44/1990).

Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε το αγωγικό αίτημα του για την επιδίκαση διαφυγόντα κέρδους ως αόριστο όπως και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και απέρριψε αντίστοιχα λόγο της έφεσης του, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.

ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577, παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένο και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών (άρθρ. 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ), πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων οι παραδοχές στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης, που πλήττονται ως ανεπαρκείς ή αντιφατικές, και σε περίπτωση ανεπαρκών ποιές οι ελλείπουσες αναγκαίες αιτιολογίες, προκειμένου να ελεγχθεί εάν υπάρχει σχετικώς με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκειά τους (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 649/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες κατά την έρευνα του σχετικού λόγου της έφεσής του, που είχε σχέση με το αγωγικό κεφάλαιο για την επιδίκαση στον αναιρεσείοντα ποσού 40.000 Ε ως προσθέτου κεφαλαίου και αποζημιώσεώς του από το άρθρο 931 ΑΚ.

Δεν παρατίθενται, όμως, στο αναιρετήριο οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, που οδήγησαν στην απόρριψη του αντίστοιχου λόγου της έφεσης του αναιρεσείοντος, και ποίες είναι οι ελλείψεις ή αντιφάσεις, των οποίων αορίστως γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο, ώστε δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος του απορριπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης από την άποψη της εκ πλαγίου παραβίασης της πιο πάνω διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου.

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το τελευταίο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (κατ' εκτίμηση) η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, που αφορά την μη λήψη υπόψη από το Εφετείο κατά την απόρριψη του ίδιου αγωγικού αιτήματος του αναιρεσείοντος από το άρθρο 931 ΑΚ της από 20-4-2004 γνωμάτευσης του Διευθυντή του Γενικού Νοσοκομείου 'Αργους, κρίνεται αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος γιατί, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο, κατά την απόρριψη του ίδιου αγωγικού αιτήματος ρητά, ειδικά και αναμφίβολα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε κατά την εκφορά το απορριπτικού πορίσματός του και το πιο πάνω έγγραφο.

Επομένως, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και ο αναιρεσείων να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας του (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-9-2007 αίτηση αναίρεσης του ... για αναίρεση της 428/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα, στη δικαστική δαπάνη, των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ