Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects substantive arguments regarding public domain rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a property dispute involving the Greek State. The appellants argued that the State had knowledge of and consented to an informal land distribution, yet the lower court failed to consider this fact or properly address claims of prescription and ownership rights. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellants' arguments did not establish any of the specific grounds for appeal defined in the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 KPolD; Art. 559 nos. 8, 10 KPolD: An appeal is inadmissible if the grounds alleged do not constitute the statutory grounds for appeal, and the court must proceed to discuss the appeal even if the respondent is absent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 606 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 606/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. .....και 2. ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Ξύδη.
Της αναιρεσίβλητης: ...... το γένος ....., κατοίκου Αθηνών η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21306/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1566/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-3-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 30-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 6528/30-11-2006 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ....., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με την επ' αυτής υπάρχουσα πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, γι' αυτό πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης.
ΙΙ. Επειδή ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο.
Επομένως, πράγματα, κατά την έννοια αυτήν, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής. Ο ίδιος λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή αν δεν έλαβε υπόψη παρόμοια γεγονότα εκτιθέμενα σ' αυτήν.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α΄ του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 18, 24 παρ. 1 πανδ. (41,3,9 εισηγ. 2,6), κωδ. (7,30), οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 21 του νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, τα πράγματα του Δημοσίου εξαιρούνται από την τακτική χρησικτησία, ενώ κατά το άρθρο 21 του από 22 Απριλίου/16 Μαΐου 1926 ν.δ. "περί αποβολής από των κτημάτων της αεροπορικής Αμύνης κλπ.", τα δικαιώματα του Δημοσίου επί ακινήτων δεν υπόκεινται σε παραγραφή για το μέλλον, η δε παραγραφή που έχει αρχίσει μέχρι της δημοσιεύσεως αυτού του νομοθετικού διατάγματος δεν έχει έννομη συνέπεια αν μέχρι της δημοσιεύσεώς του δεν συμπληρώθηκε η τριακονταετής παραγραφή κατά τους ισχύοντες νόμους και τέλος κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 1539/1938 τα δικαιώματα επί ακινήτων του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε παραγραφή, κάθε δε παραγραφή η οποία είχε αρχίσει πριν από την ισχύ του δεν έχει νόμιμη συνέπεια αν αυτή δεν συμπληρώθηκε μέχρι της ισχύος του, κατά τους προϊσχύοντες νόμους.
Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 53 του Εισ.Ν.ΑΚ, σε συνδυασμό με τις ανωτέρω διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, προκύπτει ότι μέχρι της ισχύος του ανωτέρω ν.δ. του έτους 1926 τα επί των ακινήτων δικαιώματα του Δημοσίου υπάγονταν μόνο στην έκτακτη χρησικτησία, έκτοτε δε ούτε στην τακτική ούτε στην έκτακτη, μόνο δε η πριν από την 16-5-1926 συμπληρωθείσα έκτακτη χρησικτησία έχει έννομες συνέπειες για τα κτήματα του δημοσίου και δύναται να αγάγει στην κτήση κυριότητας.
Επομένως, και δεδομένου ότι η λήξη της χρησικτησίας είχε ανασταλεί από τα προγενεστέρως ισχύσαντα διατάγματα περί δικαιοστασίου από τις 12-9-1915, ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας πρέπει να έχει συμπληρωθεί μέχρι της 11-9-1915 για να μπορεί να καταλυθεί με την έκτακτη χρησικτησία το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου, η δε μετά τη χρονολογία αυτή νομή τρίτου επί ακινήτου του Δημοσίου, δεν μπορεί να αγάγει σε κτήση κυριότητας εις βάρος του Δημοσίου, μέχρι μεν τις 16-5-1926 λόγω της αναστολής του χρόνου χρησικτησίας, από τότε δε λόγω του ότι τα πράγματα του Δημοσίου εξαιρούνται από την χρησικτησία (ΟλΑΠ 75/1987).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την 13-12-2002 αγωγή τους, όπως το περιεχόμενό της παραδεκτώς εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), εκθέτουν ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος της εναγόμενης Χ1 είχε στην κυριότητά του, κατά ποσοστό 81,01% εξ αδιαιρέτου, το περιγραφόμενο σ' αυτήν ακίνητο συνολικής εκτάσεως 640.450 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο περιήλθε σ' αυτόν, κατά το έτος 1965, με τα αναφερόμενα συμβόλαια, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, ότι ποσοστό 12,5 % εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου ανήκει στην ανταλλάξιμη περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου και το υπόλοιπο ποσοστό 6,49% εξ αδιαιρέτου σε τριάντα επτά (37) κατοίκους του Δήμου Πυλαίας Θεσσαλονίκης.
Ότι ο προαναφερόμενος Χ1 τμήμα του ως άνω κοινού ακινήτου από 518.855 τετρ. μέτρα, που αντιστοιχούσε στο παραπάνω εξ αδιαιρέτου ιδανικό του μερίδιο, αφού το ρυμοτόμησε ιδιωτικά, δημιούργησε τους οικισμούς των πολεμιστών του Ν. 751, ακολούθως δε εκποιούσε ρυμοτομούμενα τμήματα αυτού, είτε ως διαιρετά τμήματα είτε ως ποσοστά εξ αδιαιρέτου ολοκλήρου του ακινήτου, καθένα δε από τα τμήματα αυτά είχε εμβαδόν 280 τετραγωνικών μέτρων και αντιστοιχούσε, σε καθένα από αυτά, ποσοστό 280/640450 εξ αδιαιρέτου σε ολόκληρο το ως άνω ακίνητο.
Ότι με το αναφερόμενο προσύμφωνο πώλησε στο δικαιοπάροχό τους Ψ1 ποσοστό 0,000341 εξ αδιαιρέτου εκτάσεως 615.130 τετραγωνικών μέτρων, που αποτελεί τμήμα του ως συνολικής εκτάσεως 640.450 τετραγωνικών μέτρων ακινήτου, μετά την ιδιωτική ρυμοτόμηση του οποίου, κατά την άτυπη διανομή του, με κλήρωση που διενεργήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1967, έλαβε στη νομή και κατοχή του το με αριθμό 8 αγροτεμάχιο του με αριθμό 43Α οικοδομικού τετραγώνου, εκτάσεως 280 τετραγωνικών μέτρων, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 280/640450 εξ αδιαιρέτου στο μεγαλύτερο συνολικής εκτάσεως 640.450 τετραγωνικών μέτρων ακίνητο, το οποίο έκτοτε νεμόταν και κατείχε αποκλειστικά ο ίδιος μέχρι το έτος 1990, οπότε παρέδωσε τη νομή του σ' αυτούς (ενάγοντες), όταν το πώλησε και το μεταβίβασε στους ίδιους, μέχρι δε και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής τους το νέμονται και το κατέχουν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθένας από αυτούς, περιγράφοντας τις εμφανείς πράξεις νομής τους επ' αυτού.
Ότι τον Αύγουστο του έτους 1997 απεβίωσε αιφνιδίως ο ως άνω Χ1 , χωρίς να καταρτίσουν οριστικά συμβόλαια για τη μεταβίβαση σ' αυτούς του προαναφερομένου τμήματος του ως άνω ακινήτου, ο κληρονόμος δε του παραπάνω Χ1, Χ2, αποδέχθηκε την κληρονομιά που είχε επαχθεί σ' αυτόν, αναγνώρισε ότι το ως άνω τμήμα του μεγαλυτέρας εκτάσεως ακινήτου περιήλθε κατά κυριότητας στον προαναφερόμενο δικαιοπάροχό τους και ακολούθως σ' αυτούς, πλην όμως δεν κατέστη δυνατόν να μεταβιβάσει σ' αυτούς το ως άνω τμήμα του παραπάνω ακινήτου, διότι απεβίωσε στις 27 Μαΐου 2000, πριν προλάβει να τακτοποιήσει τις φορολογικές εκκρεμότητες της κληρονομιάς.
Τέλος, εκθέτουν ότι η εναγόμενη, κληρονόμος του ως άνω Χ2, αμφισβητεί ότι απέκτησαν την κυριότητας του παραπάνω ακινήτου και αρνείται να συμπράξει για τη σύνταξη οριστικού συμβολαίου και την τυπική μεταβίβασή του σ' αυτούς, παρά το γεγονός ότι της γνωστοποίησαν την ως άνω εκκρεμότητα του πατέρα της προς το πρόσωπό τους.
Με βάση το παραπάνω ιστορικό, επικαλούμενοι ότι απέκτησαν την κυριότητα του προπεριγραφομένου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ως νεμόμενοι αυτό για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, προσμετρώντας και το χρόνο χρησικτησίας του ως άνω δικαιοπαρόχου τους Ψ1, ζητούν με το επικουρικό αίτημα της αγωγής, να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητάς τους στο προαναφερόμενο ακίνητο, εμβαδού 280 τετραγωνικών μέτρων, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου για καθέναν από αυτούς.
Το Εφετείο, το οποίο επελήφθη της ως άνω αγωγής, κατόπιν της ασκηθείσας από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη κατά της πρωτόδικης αποφάσεως εφέσεως, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, τα εξής : "Την έκταση συνολικού εμβαδού 640.450 τετραγωνικών μέτρων, που βρισκόταν στην τοποθεσία "....." της κτηματικής περιοχής της άλλοτε Κοινότητας και ήδη Δήμου Πυλαίας Θεσσαλονίκης και συνόρευε ανατολικά με λάκκο ...., δυτικά με ιδιοκτησία οικοδομικού συνεταιρισμού Κωνσταντινουπολιτών και με ιδιοκτησία..., νότια με λάκκο ....
και με ιδιοκτησία διαφόρων κατοίκων Πυλαίας και βόρεια με λάκκο ...., με αναδασωτέα έκταση και με ιδιοκτησία διαφόρων κατοίκων Πυλαίας, εξουσίαζαν συνεχώς, με βάση τουρκικούς τίτλους ιδιοκτησίας (ταπιά), που ήταν καταχωρημένοι στο τουρκικό κτηματολόγιο, οι: 1) .... μουσουλμάνος υπήκοος, κατά το 1/8 ή 3/24 εξ αδιαιρέτου, δικαίωμα εξουσιάσεως το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του από 3-2-1830, άρθρου μόνου του από 4/16-6-1830 και άρθρου 1 του από 19-6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, με τα οποία αναγνωρίστηκε η ύπαρξη της Ελλάδος ως ανεξαρτήτου κράτους και κανονίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου στο μέλλον με τις προηγούμενες ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, και του άρθρου 60 της από 24-7-1923 Συνθήκης Ειρήνης της Λοζάννης, που υπογράφηκε μεταξύ των Συμμάχων Δυνάμεων και της Τουρκίας και κυρώθηκε με το Ν.Δ. 25/25-8-1925, περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο και καταχωρήθηκε στο κτηματολόγιο ....ή ...., κατά ποσοστό 4/24 εξ αδιαιρέτου καθένας από αυτούς, 3).....ή ...., .....
ή ....., .... ή .... ή ...και ....ή ..., κατά ποσοστό 3/24 εξ αδιαιρέτου καθένας από αυτούς και 4) .... ή ..., κατά ποσοστό 1/24 εξ αδιαιρέτου. Το δικαίωμα εξουσιάσεως των προαναφερομένων μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου ποσοστών του κτήματος, στη συνέχεια δε περιήλθε αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου αυτής στους παραπάνω συνιδιοκτήτες.
Τα 7/8 εξ αδιαιρέτου της προαναφερθείσας εκτάσεως, συνολικού εμβαδού 640.450 τετραγωνικών μέτρων, αγόρασε η Γενική Συνομοσπονδία Πολεμιστών Ελλάδος του Ν. 751, δια του προέδρου της Χ1 κατά έτη 1964-1966, από τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των παραπάνω συγκυρίων αυτής, με τα με αριθμό ....., ...., .... και ....συμβόλαια του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δήμου Παπαδήμα, καθώς και το με αριθμό ....
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Λεπέση, που μεταγράφηκαν νόμιμα, ειδικότερα δε με τα παραπάνω συμβόλαια ο Χ1 αγόρασε ποσοστό 81,01 % εξ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου, το οποίο αντιστοιχεί σε έκταση 518.764 τετραγωνικών μέτρων αυτού, ποσοστό 12,5% ανήκε στην Κτηματική Υπηρεσία (Δ.Α.Π.), με βάση τον ανταλλάξιμο τίτλο με αριθμό ...., το υπόλοιπο δε ποσοστό 6,49% εξ αδιαιρέτου ανήκε σε 37 άλλους συγκυρίους, κατοίκους Πυλαίας.
Σκοπός της αγοράς της παραπάνω εκτάσεως από την ως άνω συνομοσπονδία ήταν η δημιουργία οικισμού σ' αυτήν εκ μέρους των μελών της. Από της μεταβιβάσεως του ακινήτου αυτού ο Χ1 είχε στη διάνοια κυρίου νομή και κατοχή του αυτό, περί το τέλος δε του έτους 1965 προέβη μονομερώς σε ιδιωτική ρυμοτόμηση της ενιαίας εκτάσεως, την οποία είχε κατατμήσει σε ισάριθμα με τα μέλη οικόπεδα, εμβαδού, κυρίως, 280 τετραγωνικών μέτρων το καθένα από αυτά, τα οποία αποτύπωσε σε αριθμημένα οικοδομικά τετράγωνα στα τοπογραφικά διαγράμματα που είχαν συντάξει οι μηχανικοί....
και .....,. Με βάση τα τοπογραφικά αυτά διαγράμματα η επιτροπή κληρώσεως που ορίστηκε από το διοικητικό συμβούλιο της παραπάνω συνομοσπονδίας και εγκρίθηκε από τη γενική συνέλευση της, με το από 17-9-1967 πρακτικό της, προέβη στην κλήρωση των οικοπέδων αυτών. Περαιτέρω από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι με το με αριθμό .....προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Λεπέση ο προαναφερόμενος Χ1 , ο οποίος, λόγω διαδοχικών κληρονομικών διαδοχών, είναι απώτερος δικαιοπάροχος της εναγόμενης, ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει, λόγω πωλήσεως, αντί του ποσού των είκοσι οκτώ χιλιάδων (28.000) δραχμών, στο Ψ1 , δικαιοπάροχο των εναγόντων, ποσοστό 0,000341 εξ αδιαιρέτου ακινήτου συνολικής εκτάσεως 615.130 τετραγωνικών μέτρων, που αποτελεί τμήμα του ως άνω συνολικής εκτάσεως 640.450 τετραγωνικών μέτρων ακινήτου, κατά την προαναφερθείσα δε κλήρωση, που διενεργήθηκε στις 17-9-1967, σ' αυτόν (Ψ1) έλαχε το με αριθμό 8 τεμάχιο του με αριθμό 43Α οικοδομικού τετραγώνου, όπως αυτό εμφαίνεται στα ρυμοτομικά -τοπογραφικά σχέδια των προαναφερομένων τοπογράφων μηχανικών .....-...., εμβαδού 280 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο ορίζεται ανατολικά επί πλευράς μήκους 12,00 γραμμικών μέτρων με δρόμο ιδιωτικής ρυμοτομίας και πέραν αυτού με το με αριθμό 64Α οικοδομικό τετράγωνο, δυτικά επί πλευράς μήκους 12,20 γραμμικών μέτρων με τα με αριθμούς 16 και 17 του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου τεμάχια της ιδιωτικής ρυμοτομίας, βόρεια επί πλευράς μήκους 26,00 γραμμικών μέτρων με το με αριθμό 7 του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου τεμάχιο της ιδιωτικής ρυμοτομίας και νότια επί πλευράς μήκους 24,56 γραμμικών μέτρων με το με αριθμό 9 του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου τεμάχιο της ιδιωτικής ρυμοτομίας.
Το έτος 1968 πραγματοποιήθηκε η ιδιωτική ρυμοτόμηση του παραπάνω συνολικής εκτάσεως 640.450 τετραγωνικών μέτρων ακινήτου ενώ το κοινοτικό συμβούλιο της Κοινότητας Πυλαίας αποφάσισε και γνωμοδότησε όπως στην ως άνω περιοχή επεκταθεί το ρυμοτομικό σχέδιο της κοινότητας (βλ. 6/1969 απόφαση του αρμοδίου Κοινοτικού Συμβουλίου της τότε Κοινότητας Πυλαίας), από την οποία ρυμοτόμηση προέκυψαν πολλά οικοδομικά τετράγωνα, με αρκετά επιμέρους οικοπεδικά τμήματα, εμβαδού 280 τετραγωνικών μέτρων το καθένα, δηλαδή εμβαδού αντίστοιχου προς τα ιδανικά μερίδια των συγκυρίων.
Ο ως άνω Ψ1, ο οποίος εξόφλησε το τίμημα της προαναφερθείσας πωλήσεως, παρέλαβε στην κατοχή του το ως άνω με αριθμό 8 τεμάχιο του με αριθμό 43Α οικοδομικού τετραγώνου, μετά τη διενέργεια της παραπάνω κληρώσεως, εντός του έτους 1969, έκτοτε δε το περιέφραξε, το καθάριζε από χόρτα, επόπτευε αυτό σε τακτά χρονικά διαστήματα για την προφύλαξη του από καταπατήσεις τρίτων και συνεισέφερε οικονομικά στις προσπάθειες των συνιδιοκτητών του μεγαλυτέρας εκτάσεως ακινήτου για την ένταξη του στο σχέδιο πόλεως.
Όμως η ως άνω μονομερής διανομή που έγινε χωρίς τη συμμετοχή όλων των συγκυρίων και μάλιστα του Ελληνικού Δημοσίου, με το οποίο δεν νοείται άτυπη διανομή, ως εκ της τυπικότητας του εγγράφου τύπου που πρέπει να ενεργούν τα αρμόδια όργανά του, δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας στα λαχόντα ως άνω διαιρετά τμήματα με έκτακτη χρησικτησία, αφού χρησικτησία σε βάρος του Δημοσίου δεν είναι δυνατή (βλ.
άρθρο 21 του ν.δ. της 22 Απριλίου-16 Μαΐου 1926 και το άρθρο 4 του ν. 1539/1938 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 Εισ. Ν. ΑΚ. αλλά και άρθρο 1 παρ. 7 του β.δ. της 21/31 Οκτωβρίου 1940 σύμφωνα με το οποίο στα ανταλλάξιμα νομέας από 11-9-1939 θεωρείται το Δημόσιο έστω και αν ουδεμία πράξη νομής ενήργησε επ' αυτών αποκλεινομένης της αναγνώρισης μόνο ως νομέα οποιουδήποτε τρίτου καθ' οιανδήποτε διαδικασία).
Με βάση τα παραπάνω από την ως άνω άτυπη διανομή δεν μπορούσαν οι ενάγοντες δικαιοπάροχος των Ψ1 να έχουν αποκλειστική νομή στο επίδικο διαιρετό ως άνω τμήμα και νεμόμενοι αυτό θεωρούνται ότι νέμονται επ' ονόματι και για λογαριασμό των υπολοίπων συγκυρίων και αν ακόμα γνωστοποιούσαν στους λοιπούς συγκυρίους και μάλιστα στο Ελληνικό Δημόσιο την πρόθεσή των να νέμονται αποκλειστικά για τον εαυτό του, το επίδικο διαιρετό τμήμα δεν μπορούν να αποκτήσουν την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία αφού συννομέας κατά πλάσμα του νόμου του επιδίκου είναι κατά τα ανωτέρω και το Ελληνικό Δημόσιο".
Με βάση δε τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά απέρριψε, αφού εξαφάνισε κατά παραδοχή της εφέσεως της εναγομένης την πρωτόδικη απόφαση, την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ούτε παρά το νόμο έλαβε υπόψη την εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί του επίδικου ακινήτου (αφού τούτο ρητώς αναφέρεται στην ένδικη αγωγή) και την συνεπεία αυτής αδυναμία κτήσεως της συγκυριότητας των εναγόντων επί διακριτού τμήματος αυτού με έκτακτη χρησικτησία δια της νομής επ' αυτού των δικαιοπαρόχων των εναγόντων και των ιδίων από το έτος 1965 και εφεξής, ούτε δέχθηκε το ως άνω περιστατικό ως αληθινό χωρίς απόδειξη, αφού κατέληξε στην ως άνω κρίση του λαμβάνοντας υπόψη, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, γι' αυτό και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του δικογράφου αυτής, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ.8 περ.α΄ και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, συνιστάμενες στο ότι αυτή έλαβε υπόψη παρά το νόμο και χωρίς να αποδειχθεί τη συγκυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί του επιδίκου ακινήτου, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, οι υπόλοιποι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους, υπό την επίκληση των προβλεπομένων από τους αριθμούς 8,9,10,11,12,13,19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης, προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης οι αιτιάσεις ότι α) "το Ελληνικό Δημόσιο ναι μεν δεν συμμετείχε στην άτυπη διανομή, αλλά τούτο είχε πλήρη γνώση αυτής, ουδέποτε εναντιώθηκε σε αυτήν και συναινούσε με αυτήν και ότι οι αναιρεσείοντες ουδέποτε θέλησαν να οικειοποιηθούν έκταση μεγαλύτερη του μεριδίου που αγόρασαν, σε κάθε δε περίπτωση το Ελληνικό Δημόσιο, ως πλασματικός κύριος και νομέας ουδένα κίνδυνο διατρέχει να απεμπολήσει τα εμπράγματα δικαιώματά του, εφόσον αποδείξει νομίμως την ύπαρξή των", β) "η προσβαλλόμενη απόφαση καταργεί την χρησικτησία σε ιδανικό μερίδιο ακινήτου ανατρέποντας σωρεία αποφάσεων που έχουν εκδοθεί για την επίδικη έκταση από το 1992 έως σήμερα....και αντιβαίνει στην απόφαση 1464/2004 του Αρείου Πάγου, που με σαφήνεια αναφέρει ότι ....", γ) "σε μία αντιδικία μεταξύ ημών και της αντιδίκου....
κατέστησε αυτοβούλως και αναποδείκτως διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο χωρίς το ίδιο να έχει υπεισέλθει σε μια δίκη για να προβάλλει τα απαράγραπτα δικαιώματά του", δ) "το συγκύριο Ελληνικό Δημόσιο μέσα από τα έγγραφα που προσκομίσαμε ή επικαλεστήκαμε αποδείχθηκε ότι γνώριζε την άτυπη διανομή και συναινούσε να λάβει αρυμοτόμητο τμήμα 80 στρεμμάτων και για το λόγο αυτό οσάκις ενεφανίσθη σε δίκες στην έκταση αυτή με ημάς πάντοτε πρόβαλε το δικαίωμά του στο 1/8 των διαιρετών τμημάτων ή στο 1/8 της αρυμοτόμητης έκτασης των 80 στρεμμάτων....
όλα τα ανωτέρω εκτός του ότι δεικνύουν την γνώση και τη συναίνεση του Ελληνικού Δημοσίου της υφιστάμενης κατάστασης αποδεικνύουν επιπρόσθετα ότι το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε πρόβαλε ισχυρισμό ότι δεν χωρεί χρησικτησία επί των διαιρετών τμημάτων στο πέραν του μεριδίου του (1/8) ποσοστό...ημείς ή ο δικαιοπάροχός μας ουδέποτε διεκδικήσαμε μερίδιο πέραν των 280 τ.μ.
που αγοράσαμε....το μερίδιό μας αμφισβητήθηκε από την αντίδικο από τα 81,01/100 που αντιστοιχούσε σε έκταση 518.866 τ.μ. και όχι εκ του 12,5% του Ελληνικού Δημοσίου που αντιστοιχούσε σε έκταση 80.056 τ.μ. της όλης κοινής έκτασης των 640.450 τ.μ." και ε) "η προσβαλλόμενη απόφαση καταχρηστικά και μη νόμιμα προέβη σε κατάργηση υφιστάμενων εμπραγμάτων δικαιωμάτων που δημιουργήθηκαν από σαρακονταετίας εν γνώσει όλων των συγκυρίων ...", είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, διότι οι παραπάνω αιτιάσεις δεν ιδρύουν κανένα από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-3-2006 αίτηση αναιρέσεως της 1566/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ