Legislator Case Law & Legislation
605/2022 AI generated

Supreme Court annuls appeal court decision due to insufficient reasoning on legal basis and remands case.

Case Number 605/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court's decision regarding a dispute over damages for professional negligence. The appellant argued the lower court failed to clearly establish the legal basis for its findings on the defendant's status as an agent. The court found the reasoning insufficient and arbitrary, specifically regarding the definition of the defendant's role and the source of funds. Consequently, the decision was set aside and the case remanded for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(6) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; A cassation appeal based on insufficient reasoning regarding the legal basis of a judgment requires the judgment to be annulled and the case remanded if the lower court fails to clearly establish the necessary facts or legal grounds for its decision.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning legal basis cassation appeal remand for retrial Code of Civil Procedure professional negligence agent status

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 605 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 605/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Φ. Α. Π. Α.Ε.", που εδρεύει στις Α. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μανιαδάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Αγγέλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6707/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10862/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/10/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 10-10-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 10862/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση που είχε ασκήσει το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο κατά της 6707/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 18-6-2012 αγωγή της αναιρεσείουσας για την καταβολή σ' αυτήν από το αναιρεσίβλητο αποζημίωσης λόγω της προκληθείσας σ' αυτή ζημίας από αδικοπραξία. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μετά την παραδοχή της έφεσης, εξαφανίστηκε η οριστική ως άνω απόφαση, και ακολούθως, απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Ο λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και προβλέπεται στο άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, είναι αντίστοιχος με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα. Ο λόγος αυτός, που αναφέρεται στην έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν από τις παραδοχές της, οι οποίες περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη (ΑΠ 1042/2017).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, όπως διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου και με βάση τα οποία τούτο, ως αναγκαία, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη νόμιμης βάσης ή την αντίστοιχη έλλειψή της, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει αμέσως η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων, σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017).

Ιδρύεται, δε, ο από τις ανωτέρω διατάξεις αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Ανεπαρκής αιτιολογία, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, είναι και η ενδοιαστική διατύπωση της απόφασης, η οποία δημιουργείται όταν το πόρισμα που προέκυψε από την εκτίμηση των αποδείξεων, σε σχέση με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν διατυπώνεται στην απόφαση με βεβαιότητα, αλλά ενδοιαστικά, αφού στην περίπτωση αυτή δεν καθίσταται βέβαιο τι δέχθηκε το δικαστήριο ότι αποδείχθηκε πράγματι, ώστε το τελικό του πόρισμα δεν είναι αναμφίβολο (ΑΠ 1712/2007, ΑΠ 653/2006, ΑΠ 820/1999).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 793/2015, ΑΠ 360/2014).

Εξάλλου, από την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 982 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 983, 985, 986 και 988 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι μπορούν να κατασχεθούν αναγκαστικά και χρηματικές απαιτήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση κατά τρίτων, προερχόμενες από σύμβαση ή αδικοπραξία ή από το νόμο, μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή.

Η κατάσχεση αυτή (στα χέρια τρίτου) γίνεται με επίδοση στον τρίτο, και εντός οκτώ το αργότερο ημερών από την σ' αυτόν επίδοση και στον καθ' ου η εκτέλεση, εγγράφου (κατασχετήριου), που πρέπει να περιέχει τα αναφερόμενα στο άρθρο 983 παρ. 1 ΚΠολΔ, στοιχεία. Η επίδοση του κατασχετήριου στον τρίτο συνεπάγεται τη νομική δέσμευση της κατασχεθείσας απαίτησης ή αντικειμένου και την απαγόρευση της διάθεσης αυτής, με συνέπεια της παράβασης την σχετική ακυρότητά της για τον κατασχόντα.

Ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση, οφείλει εντός προθεσμίας οκτώ ημερών από την επίδοση σ' αυτόν του κατασχετηρίου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση και σε καταφατική περίπτωση να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρο 988 ΚΠολΔ, άλλως, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή αν αυτή είναι ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση.

Δεν γεννάται τέτοια υποχρέωση του τρίτου μόνον όταν η κατάσχεση είναι ανυπόστατη. Η παράλειψη του τρίτου να προβεί στη δήλωση, εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση. Εάν ο τρίτος παραλείψει να υποβάλλει δήλωση για το αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε στα χέρια του ή υποβάλλει ανακριβή δήλωση, ευθύνεται έναντι του κατασχόντος σε αποζημίωση, για τις ζημίες που τυχόν υπέστη από την παράλειψη ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης.

Η καταβολή της αποζημίωσης επιδιώκεται με αυτοτελή, κατά τις κοινές δικονομικές διατάξεις, αγωγή, η οποία δεν ανοίγει δίκη περί την εκτέλεση, αφού δεν προσβάλλει πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας. Η ευθύνη του τρίτου για αποζημίωση απορρέει από μόνο το γεγονός ότι παρέλειψε να υποβάλλει την δήλωση του άρθρου 985 παρ. 1 ΚΠολΔ, δημιουργείται δε η υποχρέωσή του, και αντίστοιχο δικαίωμα στον κατασχόντα, με μόνη την επιβολή της κατάσχεσης στα χέρια του, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή ανυπαρξία της οφειλής.

Έτσι, η κατά πλάσμα του νόμου αρνητική δήλωση του τρίτου, προς την οποία εξομοιώνεται η παράλειψή του να δηλώσει αν οφείλει ή όχι την κατασχεθείσα απαίτηση, δεν έχει άλλες συνέπειες, εκτός από την υποχρέωση αυτού να αποκαταστήσει τη ζημία που προκάλεσε στον κατασχόντα, χωρίς ο τελευταίος να είναι υποχρεωμένος να ασκήσει προηγουμένως και εμπροθέσμως την ανακοπή του άρθρου 986 (ΑΠ 448/2016).

Προϋποθέσεις της ευθύνης του τρίτου για αποζημίωση είναι το ζημιογόνο γεγονός της παράλειψης ή της ανακρίβειας της δήλωσης, η ζημία του κατασχόντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας. Αποκαθίσταται, δε, κάθε ζημία απότοκος αυτής της συμπεριφοράς του τρίτου μέχρι το ύψος της απαίτησης για την ικανοποίηση της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, αρκεί να επικαλείται ο δανειστής και να αποδεικνύει ότι συνεπεία αυτής της παράλειψης ή ανακρίβειας της δήλωσης, δεν κατέστη δυνατό να εισπράξει την οφειλή και να ικανοποιήσει την απαίτησή του.

Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (όπως είναι το ορθό και όχι 559 αρ. 19 ΚΠολΔ όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα, αφού πρόκειται για έφεση σε απόφαση του Ειρηνοδικείου) πλημμέλεια, με την αιτίαση, όπως εκτιμάται το περιεχόμενο αυτού, ότι, στερείται νόμιμης βάσης εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την ιδιότητα του αναιρεσίβλητου με βάση την οποία περιήλθε σ' αυτό το χρηματικό ποσό που όφειλε ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

στον οφειλέτη της φαρμακοποιό Δ. Π., και εντεύθεν της δυνατότητας κατάσχεσης του ποσού αυτού στα χέρια του ως τρίτου α) καθόσον, ενώ δέχεται ότι με σύμβαση μεταξύ του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και του αναιρεσίβλητου συμφωνήθηκε ότι το αντίτιμο των φαρμακευτικών σκευασμάτων που αναγράφονται στις συνταγές που χορηγούνται σε ασφαλισμένους του πρώτου και τις οποίες εκτελούν οι φαρμακοποιοί, μέλη του δεύτερου των συμβληθέντων, θα καταβάλλεται στους δικαιούχους φαρμακοποιούς μέσω του αναιρεσίβλητου, στη συνέχεια δέχεται ότι το αναιρεσίβλητο <<έχει την ιδιότητα του βοηθού εκπληρώσεως των φαρμακοποιών μελών του, καθόσον εισπράττει από τον ΕΟΠΥΥ τους λογαριασμούς των τελευταίων...>>, χωρίς να αιτιολογεί, ενόψει της ανωτέρω παραδοχής του, την απόκτηση της ιδιότητας αυτής και τους λόγους για τους οποίους το αναιρεσίβλητο δεν είναι βοηθός εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του ΕΟΠΥΥ, όπως ισχυρίστηκε η ίδια, αλλά του οφειλέτη φαρμακοποιού και β) διότι περιέχει ενδοιαστικές αιτιολογίες, καθόσον δεν δέχεται ως αποδεδειγμένο γεγονός ότι περιήλθαν τα χρήματα στα χέρια του αναιρεσίβλητου, αλλά θεωρεί τούτο ως υπόθεση, και ενδοιαστικά κρίνει την ιδιότητα με την οποία περιήλθαν τα χρήματα στα χέρια του αναιρεσίβλητου, αναφέροντας ότι <<πρέπει να θεωρηθεί>> ότι περιήλθαν σ' αυτό ως όργανο, ήτοι υπάλληλο ή εισπράκτορα του φαρμακοποιού και συνεπώς δεν έχει την ιδιότητα του τρίτου ώστε να κατασχεθεί στα χέρια του απαίτηση της αναιρεσείουσας κατά του αναφερόμενου φαρμακοποιού.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης, προκύπτει ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο …, μετ' εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε και τα ακόλουθα: <<Δυνάμει της από … Συλλογικής Σύμβασης Προμήθειας Φαρμάκων, υπογραφείσας μεταξύ του Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία <<ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ>> (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου, μέλος του οποίου είναι και το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία <<ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ>>, συμφωνήθηκε ότι οι φαρμακοποιοί, στους οποίους περιλαμβάνονται και τα μέλη του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος ΝΠΔΔ, υποχρεούνται να εκτελούν συνταγές ασφαλισμένων του <<Ε.Ο.Π.Υ.Υ.>> και το αντίτιμο των συνταγών θα καταβάλλεται στους φαρμακοποιούς μέσω του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος ΝΠΔΔ.

Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία <<Φ. Α. Π. Α.Ε.>>, έχοντας απαίτηση κατά του φαρμακοποιού Δ. Π., εξέδωσε εις βάρος του την υπ' αριθμ. 29028/2011 Διαταγή Πληρωμής του Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο τελευταίος διατάχθηκε να της καταβάλει το ποσό των 78.135,86 ΕΥΡΩ, και την υπ' αριθμ. 1066/2011 Διαταγή Πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, με την οποία ο ίδιος διατάχθηκε να της καταβάλει το ποσό των 12.963,62 ΕΥΡΩ.

Ακολούθως, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι βάσει των ανωτέρω Διαταγών Πληρωμής απαιτήσεις της κατά του φαρμακοποιού Δ. Π., προέβη με το από 19-12-2011 κατασχετήριο σε κατάσχεση εις χείρας τρίτου και, συγκεκριμένα, εις χείρας του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία <<ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ>> (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος ΝΠΔΔ ως τρίτων.

Πιο συγκεκριμένα, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη επέβαλε κατάσχεση εις βάρος των εν λόγω Ν.Π.Δ.Δ. ως τρίτων για το συνολικό ποσό των 95.356,29 ΕΥΡΩ, το οποίο ο φαρμακοποιός Δ. Π. έχει λαμβάνειν, ή θα δικαιούται μελλοντικά να λαμβάνει, από αυτά (Ν.Π.Δ.Δ.) από την εκτέλεση συνταγών. Για την κατάσχεση αυτή η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη προέβη σε όλες τις προβλεπόμενες από το νόμο κοινοποιήσεις (άρθρο 95 Ν. 2362/1995 και 21 παρ. 2 Ν. 2972/2001), στις οποίες περιλαμβάνεται και κοινοποίηση προς το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ΝΠΔΔ.

Εξάλλου.... Στην προκειμένη περίπτωση στη <<δήλωση τρίτου>>, που περιγράφεται στην αμέσως πιο παραπάνω μείζονα σκέψη, προέβη μόνο το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία <<ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ>> (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) (βλ. την υπ' αριθμ. … Δήλωση Τρίτου του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ενώπιον του Ειρηνοδικείου …). Όμως, το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ΝΠΔΔ δεν προέβη σε τέτοια <<δήλωση τρίτου>>, παρά τις οχλήσεις της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης (βλ.

την από 3/4/2012 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, κοινοποιηθείσα στο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ΝΠΔΔ στις 4-4-2012 (βλ. την υπ' αριθμ. … έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου … Τ. Ι. Π., βλ. επίσης τις από … επιστολές της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, σχετικά με το ζήτημα προς την κα …, δικηγόρο του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος ΝΠΔΔ και προς τον κ.

Κ. Λ., Πρόεδρο του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος ΝΠΔΔ). Εξάλλου, ....Στην κρινόμενη περίπτωση, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εκτιμώντας το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), άγεται στη δικανική πεποίθηση ότι το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ΝΠΔΔ με την επωνυμία <<ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ>> δεν έχει την ιδιότητα του <<τρίτου>>, στα χέρια του οποίου πρέπει να επιβληθεί κατάσχεση βάσει των διατάξεων των άρθρων 982 επ.

ΚΠολΔ. Ειδικότερα, το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ΝΠΔΔ έχει την ιδιότητα του βοηθού εκπληρώσεως των φαρμακοποιών μελών του, καθόσον εισπράττει από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. τους λογαριασμούς των τελευταίων, έναντι οικονομικού ανταλλάγματος παροχής υπηρεσιών που ανέρχεται σε ποσοστό 0,25% του συνολικού τιμολογίου τους, προκειμένου να συγκεντρώνει αυτούς (λογαριασμούς) και να τους μεταφέρει, προωθεί και καταθέτει στους φαρμακοποιούς, οι οποίοι εισπράττουν το αντίτιμό τους.

Δηλαδή το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ΝΠΔΔ είναι προστηθείς, ήτοι απλός κομιστής και διεκπεραιωτής των φαρμακοποιών-μελών του, και συνεπώς, τυγχάνει απλός υπάλληλος των τελευταίων, ενεργώντας υπό τις οδηγίες και για λογαριασμό τους. Επιπροσθέτως, το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ΝΠΔΔ, ως επ' αμοιβή προστηθείς των φαρμακοποιών μελών του αποτελεί παντελώς διαφορετικό και ανεξάρτητο ΝΠΔΔ σε σχέση με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ..

Η δε καταβολή των χρημάτων από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ΝΠΔΔ, που προορίζονται να προωθηθούν και καταβληθούν στους φαρμακοποιούς, συνιστά πράξη εξόφλησης των φαρμακοποιών και κατ' επέκταση, πλήρη αποξένωση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. από τα εν λόγω χρήματα. Με βάση τα παραπάνω, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνει ότι εάν υποτεθεί ότι το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ΝΠΔΔ πράγματι κατείχε τα χρήματα, που έλαβε από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

με σκοπό να εισπραχθούν από τον ως άνω φαρμακοποιό-μέλος του Δ. Π., οφειλέτη της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης εταιρίας, τότε πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτό (εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ΝΠΔΔ) κατείχε όχι εξ ιδίου δικαίου και βάσει ορισμένης έννομης σχέσης ή αυτοτελούς εξουσίας, αλλά ως όργανο του εν λόγω φαρμακοποιού, δηλαδή ως <<υπάλληλος>> και <<εισπράκτορας>>.

Συνεπώς, κατά τον χρόνο που τα χρήματα αυτά ευρίσκοντο εις χείρας του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος ΝΠΔΔ, η αναγκαστική καταβολή τους σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, π.χ. στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη θα προϋπέθετε έγκυρη χωριστή και αυτοτελή αναγκαστική κατάσχεσή τους εις χείρας του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος ΝΠΔΔ και όχι κατάσχεσης εις βάρος του τελευταίου με τη μορφή της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου (βλ.

και όσα εκτέθηκαν στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη της παρούσας). Με βάση τα παραπάνω, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνει ότι η άρνηση του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος ΝΠΔΔ να προβεί στην ανωτέρω καταφατική <<δήλωση τρίτου>> είναι νόμιμη>>. Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από τη νόμιμη βάση της με ανεπαρκείς, αντιφατικές και ενδοιαστικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ιδιότητας του αναιρεσίβλητου, με την οποία έλαβε από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

και κατείχε το χρηματικό ποσό του αντιτίμου των συνταγών ασφαλισμένων αυτού που είχε εκτελέσει ο οφειλέτης της αναιρεσείουσας φαρμακοποιός, μέλος του αναιρεσίβλητου, Δ. Π., καθόσον δεν καλύπτεται με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 982 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, για το κρίσιμο ως άνω ζήτημα, κατά τις εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γίνεται δεκτό ότι το χρηματικό ποσό για το οποίο ο αναφερόμενος φαρμακοποιός είχε απαίτηση σε βάρος του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. περιήλθε στα χέρια του αναιρεσίβλητου, με βάση την καταρτισθείσα μεταξύ του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου, μέλος του οποίου είναι ο αναιρεσίβλητος, σύμβαση, περιεχόμενο της οποίας ήταν η καταβολή από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

του τιμήματος των φαρμακευτικών σκευασμάτων των συνταγών ασφαλισμένων του που είχε εκτελέσει ο ως άνω φαρμακοποιός, στο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο, μέλος του οποίου ήταν ο δικαιούχος φαρμακοποιός, με τη συμφωνία τους να καταβληθεί από το αναιρεσίβλητο στο δικαιούχο αυτού. Περιγράφεται, με αυτά τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, κατάρτιση μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλόμενων σύμβασης, χωρίς να διευκρινίζεται περαιτέρω με ποια ειδικότερη εξουσία ο συμβαλλόμενος Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος, συμβάλλεται και συμφωνεί ζητήματα που αφορούν είτε το μέλος του αναιρεσίβλητο, είτε το μέλος του τελευταίου φαρμακοποιό Δ.

Π., οφειλέτη της αναιρεσείουσας, ούτε τη μορφή της έννομης σχέσης με βάση την οποία το αναιρεσίβλητο αποκτά την εξουσία είσπραξης των απαιτήσεων του φαρμακοποιού από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.. Λόγω της παράλειψης αυτής δεν μπορεί να εξακριβωθεί εάν ο φαρμακοποιός είχε δυνατότητα να στραφεί ευθέως κατά του αναιρεσίβλητου και να ζητήσει την καταβολή του ποσού αυτού, που καταβλήθηκε σ' αυτό, στοιχείο απαραίτητο για την κρίση εάν υπόκειται σε κατάσχεση στα χέρια τρίτου τούτο το χρηματικό ποσό της απαίτησης.

Επίσης, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, χωρίς παραδοχή ότι μεταξύ αναιρεσίβλητου και του οφειλέτη της αναιρεσείουσας ως άνω φαρμακοποιού υπήρξε οποιαδήποτε συμβατική σχέση, δέχεται ότι το ποσό του τιμήματος των σκευασμάτων των συνταγών περιήλθε στο αναιρεσίβλητο ως βοηθό εκπλήρωσης του οφειλέτη της αναιρεσείουσας ως άνω φαρμακοποιού, μολονότι, κατά τα πραγματικά περιστατικά της μείζονος πρότασής του, αυτός εκπληρώνει την παροχή του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

και όχι του φαρμακοποιού και δεν περιγράφεται ανάμειξη του αναιρεσίβλητου με τη βούληση του φαρμακοποιού στην εκπλήρωση της παροχής ώστε να έχει την ιδιότητα του δικού του βοηθού εκπλήρωσης. Σε άλλο σημείο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο, χωρίς να δέχεται σύνδεση του φαρμακοποιού με το αναιρεσίβλητο, εκφράζει την κρίση ότι το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό περιήλθε στο αναιρεσίβλητο ως προστηθέντα του δικαιούχου φαρμακοποιού, χωρίς να εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν την ιδιότητα αυτή, ήτοι η ανάθεση από το φαρμακοποιό στον αναιρεσίβλητο της διεκπεραίωσης της καταβολής από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

του τιμήματος των φαρμακευτικών σκευασμάτων των συνταγών που εκτέλεσε, ούτε την ύπαρξη σχέσης οποιασδήποτε μορφής εξάρτησης από τον φερόμενο ως προστήσαντα αυτό στην εκτέλεση της συγκεκριμένης υπηρεσίας. Επιπλέον, σε άλλο σημείο της προσβαλλόμενης απόφασης, κρίνεται ότι το αναιρεσίβλητο απέκτησε τα οφειλόμενα από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

στον οφειλέτη της αναιρεσείουσας φαρμακοποιό χρήματα, γιατί ενεργούσε ως όργανο, υπάλληλος ή εισπράκτορας του φαρμακοποιού, διεκπεραιωτής των υποθέσεών του ενεργώντας υπό τις οδηγίες και για λογαριασμό του, δεν διευκρινίζει, όμως, τον τρόπο που απέκτησε την αποδιδόμενη ιδιότητα, αφού δεν εκθέτει την ύπαρξη έννομης σχέσης μεταξύ τους, πέραν του ότι ο φαρμακοποιός αποτελεί μέλος του αναιρεσίβλητου, ιδιότητα που από μόνη της δεν παρέχει στο αναιρεσίβλητο το δικαίωμα αντιπροσώπευσης στις συναλλαγές του με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ούτε καθιστά τούτο δεκτικό καταβολής των οφειλών ούτε προσδίδει την ιδιότητα του υπάλληλου ή εισπράκτορα των απαιτήσεών του ή του εντολοδόχου.

Δεν μπορεί ασφαλώς να γίνει δεκτό ότι περιγράφεται διαχείριση των σχετικών υποθέσεων του άνω φαρμακοποιού, ήτοι της είσπραξης των απαιτήσεων που έχει από την εκτέλεση συνταγών ασφαλισμένων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ως διοίκησης ξένης υπόθεσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 730 επ. ΑΚ, καθόσον δεν υπάρχει παραδοχή για αυτόκλητη από το αναιρεσίβλητο διεξαγωγή των υποθέσεων αυτών του φαρμακοποιού, αφού ρητά αναφέρεται σε ενέργεια υπό τις οδηγίες αυτού.

Περαιτέρω, εκτός των ανωτέρω ασαφειών, αντιφάσεων και ελλείψεων των αιτιολογιών για το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα, το Δικαστήριο δεν διατυπώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με βεβαιότητα την κρίσιμη ιδιότητα υπό την οποία τα χρήματα της απαίτησης του οφειλέτη της αναιρεσείουσας ως άνω φαρμακοποιού περιήλθαν στο αναιρεσίβλητο, αλλά διέλαβε ενδοιαστικές αιτιολογίες σχετικά με την ιδιότητα αυτή, εκφράζοντας την σχετική παραδοχή με τη φράση <<πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτό (εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ΝΠΔΔ) κατείχε όχι εξ ιδίου δικαίου και βάσει ορισμένης έννομης σχέσης ή αυτοτελούς εξουσίας, αλλά ως όργανο του εν λόγω φαρμακοποιού, δηλαδή ως <<υπάλληλος>> και <<εισπράκτορας>>.

Με τη διατύπωση όμως αυτή δεν καθίσταται βέβαιο τι δέχθηκε το Δικαστήριο ότι αποδείχθηκε πράγματι και αν η επινόηση του κριτηρίου προέκυψε από τις αποδείξεις και δεν έγινε αυθαίρετα, αλλά ότι έχει απλώς πιθανότητα ορθότητας, ώστε το αποδεικτικό του πόρισμα δεν είναι αναμφίβολο. Έτσι όμως η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και το Δικαστήριο που δίκασε ως Εφετείο υπέπεσε στην προβαλλόμενη εκ του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλημμέλεια και συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος.

Επομένως, με την παραδοχή του άνω αναιρετικού λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, στη δικαστική δαπάνη της παρασταθείσας στην αναιρετική δίκη, αλλά μη καταθέσασας προτάσεις, αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 10862/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε.

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ