Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict due to insufficient factual reasoning regarding liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a traffic accident verdict, remanding the case for retrial. The court found the lower court's decision lacked sufficient factual reasoning regarding the precise point of collision and the driver's negligence. Consequently, the appeal was deemed admissible and the case was sent back to the same court for a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible when the appealed judgment lacks the legal basis required by law due to insufficient and unclear reasoning on essential facts, necessitating a remand for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 605 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 605/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Oυρανία Παπαδάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ. του Σ., 2) Π. συζ. Γ. Μ. και 3) Ε. Μ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τζοβάρα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 2) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστάθιο Ευσταθίου και 3) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΗΜΙΩΝ" και ήδη "... ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κρεμεζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 934/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 507/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-5-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Oυρανία Παπαδάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 15-5-2018 (αρ. κατ. 5053/2018) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 507/2018 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των αυτοκινητιστικών διαφορών, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/ 2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1975/2017, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011, ΑΠ 479/2009).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/1999) "Προκειμένου ο οδηγός να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, υποχρεούται να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, αν είναι διπλής κατεύθυνσης και προς το αριστερό άκρο αυτού, αν είναι μονής κατεύθυνσης (μονόδρομος). Για να εισέλθει στην κάθετη οδό πρέπει να πραγματοποιήσει τη στροφή στο κέντρο της διασταύρωσης, ώστε το όχημα να εισέλθει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος αυτής της οδού.
Κατά την κίνηση αυτή ο οδηγός υποχρεούται να επιτρέπει τη διέλευση των οχημάτων που κινούνται αντίθετα στο οδόστρωμα που πρόκειται να εγκαταλείψει". Κατά την παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου "Στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού και εφόσον ο οδηγός που προτίθεται να αλλάξει κατεύθυνση καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 21 του παρόντος Κώδικα, οι οδηγοί που τον ακολουθούν και κινούνται στις παρακείμενες λωρίδες, υποχρεούνται να τον διευκολύνουν με τη μείωση της ταχύτητας του σχήματός τους, αυτός δε να μην αλλάξει κατεύθυνση, αν δεν μπορεί να το πράξει με ασφάλεια".
Με 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διότι παραβίασε εκ πλαγίου, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 παρ. β', 914 ΑΚ και του άρθρ. 23 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ, με την εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στις διατάξεις αυτές, διότι το Εφετείο με πλημμελή και αντιφατική αιτιολογία κατάληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του σημείου σύγκρουσης των δύο οχημάτων που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και του αποκλεισμού κάθε μορφής συνυπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι οι ενάγοντες, με την από 31-5-2011 αγωγή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ισχυρίστηκαν ότι κατά τον αναφερόμενο σ' αυτή τόπο και χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αρ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκε κατά κυριότητα στη δεύτερη εναγόμενη και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, συγκρούστηκε από αποκλειστική του υπαιτιότητα, υπό τις λεπτομερώς περιγραφόμενες σ' αυτή συνθήκες και περιστάσεις, με την με αρ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε ο υιός των δύο πρώτων των εναγόντων και αδελφός της τρίτης εξ αυτών, με επακόλουθο το θανάσιμο τραυματισμό αυτού. Ζήτησαν δε, μετά το νόμιμο εν μέρει περιορισμό του αιτήματος της αγωγής και την εν μέρει παραίτηση από το καταψηφιστικό αίτημα αυτής, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν σε καθένα από αυτούς, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 10.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι οφείλουν να καταβάλουν σε καθένα από αυτούς, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 490.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής, οι ενάγοντες με την από 31-5-2011 έφεσή τους, ζήτησαν την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης για λόγους αναγόμενους πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή τους Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 507/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ειδικότερα το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 507/2018 απόφασή του δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 30-12-2007 και περί ώρα 3.20 π.μ. ο πρώτος εναγόμενος Α. Κ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "...
Ο.Ε", που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο στην οδό ... του Δήμου Ιτέας Φωκίδας, στο ρεύμα προς Ιτέα, πλησιάζοντας στη συμβολή αυτής με την οδό ... όσο και η οδός ... είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και πλάτος οδοστρώματος 9,80 μέτρα και 7,60 μέτρα αντίστοιχα.
Στο ανωτέρω σημείο η οδός ... είναι ευθεία και κατά τον παραπάνω χρόνο έφερε τομές εκσκαφής δεξιά και αριστερά 90 cm και 70 cm, ενώ υπήρχε τεχνητός δημοτικός φωτισμός μη επαρκής, χωρίς όμως η ορατότητα να περιορίζεται από φυσικά εμπόδια (βλ. την από 30-12-2012 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος). Έχοντας την πρόθεση να στρίψει αριστερά στην οδό ..., αφού έλεγξε την κίνηση των οχημάτων επί της οδού ...
έμπροσθεν και όπισθέν του και ενεργοποίησε έγκαιρα, σε απόσταση 40 τουλάχιστον μέτρων πριν από την εν λόγω συμβολή, το αριστερό φλας του οχήματός του, προκειμένου να προειδοποιήσει τα κινούμενα όπισθεν αυτού οχήματα, πλησίασε με χαμηλή ταχύτητα προς τη νοητή γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας και πήρε κλίση προς τα αριστερά, με σκοπό να κινηθεί επί της οδού ....
Τη στιγμή που ο πρώτος εναγόμενος ενεργούσε την αριστερή στροφή και ήδη το μεγαλύτερο μέρος του οχήματός του είχε εισέλθει στην οδό ..., ο Σ. Μ. (υιός των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφός της τρίτης εξ αυτών), ο οποίος, οδηγώντας την άνευ αριθμού κυκλοφορίας δίκυκλη μοτοσυκλέτα, τύπου ΚΤΜ 400 EXC, ιδιοκτησίας Β.
Α., εκινείτο επί της ίδιας οδού ..., όπισθεν του οχήματος του πρώτου εναγόμενου, από αμέλειά του και ανεπιτηδειότητα περί την οδήγηση, επέπεσε με σφοδρότητα στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του ως άνω αυτοκινήτου, στη συνέχεια δε εκτινάχθηκε σε μπαλκόνι παρακείμενης οικίας που βρισκόταν σε ύψος 2,60 μ., στη συμβολή των οδών ...
και ..., με αποτέλεσμα να υποστεί βαριές κακώσεις κεφαλής, θώρακος και κοιλίας, από τις οποίες ως μόνες ενεργείς αιτίες, επήλθε ο θάνατός του (βλ. την υπ' αριθμ. ...2007 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Πατρών). Αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης είναι ο θανών οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ο οποίος οδηγούσε χωρίς σύνεση, χωρίς να καταβάλει την επιμέλεια και την απαιτούμενη προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και την οποία κάθε λογικός και ευσυνείδητος οδηγός επιδεικνύει ευρισκόμενος υπό τις ίδιες περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή λογική και την πείρα, η δε αμέλειά του τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα.
Ειδικότερα, παρά το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε γνωστοποιήσει έγκαιρα την πρόθεσή του να πραγματοποιήσει στροφή προς τα αριστερά, προκειμένου να εισέλθει στην οδό ..., βαίνοντας με χαμηλή ταχύτητα, εξαιτίας και του γεγονότος ότι και στις δύο λωρίδες κυκλοφορίας της οδού ... υπήρχαν τομές εκσκαφής, και ενώ είχε ήδη εισέλθει με το μεγαλύτερο μέρος του οχήματός του στην οδό ..., ο θανών δεν τηρούσε την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο αυτού όχημα, αλλά εκινείτο με πολύ μεγάλη για τις περιστάσεις ταχύτητα (νύχτα, χωρίς επαρκή φωτισμό, σε κατοικημένη περιοχή), με αγωνιστική μοτοσυκλέτα προορισμένη για διαδρομές εκτός δρόμου, η οποία είχε εκ του λόγου αυτού ουσιώδεις ελλείψεις για την κίνηση σε δρόμο (φώτα τροχοπέδησης, δείκτες κατεύθυνσης - φώτα πίσω θέσης, πίνακα οργάνων και ενδείξεων κ.α.), και δεν είχε τεταμένη την προσοχή του προκειμένου να δύναται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και έτσι δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον ελιγμό που επιχειρούσε ο πρώτος εναγόμενος, ούτε το αριστερό φλας που ο τελευταίος είχε εγκαίρως ενεργοποιήσει, αλλά κινήθηκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, προκειμένου να πραγματοποιήσει υπέρβαση του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να επιπέσει επί του οδηγούμενου από τον πρώτο εναγόμενο αυτοκινήτου, χωρίς καν να επιδιώξει, έστω και την ύστατη στιγμή, τη σύγκρουση, ενεργώντας πέδηση ή αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά και επαναφορά του οχήματός του μέσα στο ελεύθερο ρεύμα κυκλοφορίας προς Ιτέα, στο οποίο και όφειλε να κινείται (άρθρα 12 παρ. 1 και 6, 16 παρ. 1 και 2, 21, 20, 23 παρ. 4 Κ.Ο.Κ).
Η αποκλειστική υπαιτιότητα του Σ. Μ. στην ένδικη σύγκρουση και τον επακολουθήσαντα θανάσιμο τραυματισμό του, αποδεικνύεται από την εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα από την έκθεση αυτοψίας και τις φωτογραφίες που απεικονίζουν τον τόπο του ατυχήματος και τις ζημίες των εμπλεκομένων οχημάτων, αλλά και την μαρτυρική κατάθεση της μοναδικής αυτόπτη μάρτυρος και συνοδηγού του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος.
Αντίθετα, η μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ιδιοκτήτη της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, δεν κρίνεται ιδιαίτερα πειστική και ουδέν στοιχείο προσέθεσε επί των πραγματικών συνθηκών της ένδικης σύγκρουσης, καθόσον ο τελευταίος δεν ήταν παρών και η κατάθεσή του στηρίζεται σε προσωπικές εκτιμήσεις.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε εγκαίρως ανάψει το αριστερό φλας του οχήματος, ήτοι από απόσταση τουλάχιστον 40 μέτρων πριν από τη συμβολή της οδού ... με την οδό ..., στην οποία είχε σκοπό να εισέλθει, όπως κατέθεσε και η μάρτυρας Σ. Π., συνεπιβάτιδα και σύζυγος του πρώτου εναγόμενου, ενώ όταν έφθασαν τα όργανα της τροχαίας ο αριστερός δείκτης κατεύθυνσης (φλας) του αυτοκινήτου βρέθηκε αναμμένος (βλ.
την από 30-12-2007 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος). Η ένδικη σύγκρουση έλαβε χώρα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ήτοι προς Κίρρα, και όχι στο ρεύμα προς Ιτέα, όπου εκινούντο αρχικά και τα δύο οχήματα (βλ. την ως άνω έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα, όπου αποτυπώνονται θραύσματα και λάδια από τα συγκρουσθέντα οχήματα), ενώ το ΙΧΕ αυτοκίνητο φέρει ζημίες στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του, όπου και επέπεσε η δίκυκλη μοτοσυκλέτα, γεγονός που αποδεικνύει ότι το μεγαλύτερο τμήμα αυτού είχε ήδη εισέλθει στην οδό ...
και ότι η δίκυκλη μοτοσυκλέτα επέπεσε επ' αυτού κινούμενη στο αντίθετο ως προς την πορεία της ρεύμα κυκλοφορίας. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο θανών Σ. Μ. έβαινε με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα (νύχτα, σε κατοικημένη περιοχή, με μη επαρκή τεχνητό φωτισμό και προπορευόμενο όχημα που έχει γνωστοποιήσει την πρόθεσή του να ενεργήσει στροφή προς τα αριστερά), η οποία υπερέβαινε κατά τα πολύ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλιομέτρων την ώρα (ως κατοικημένη περιοχή).
Η υπερβολική ταχύτητα με την οποία εκινείτο ο θανών αποδεικνύεται α) από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, η οποία προκάλεσε τεράστια ζημία σε αμφότερα τα εμπλακέντα οχήματα (η δίκυκλη μοτοσυκλέτα καταστράφηκε ολοσχερώς, καθώς κόπηκε ο σκελετός της και το πιρούνι, σύμφωνα με την από 8-1-2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε για λογαριασμό της τρίτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, σε συνδυασμό με την από 31-12-2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε μετά από εντολή του Τμήματος Τροχαίας Ιτέας), β) από το μήκος των ιχνών πέδησης της μοτοσυκλέτας (13,70 μέτρα) που αποτυπώθηκαν στο οδόστρωμα, των οποίων η αποτύπωση θα συνεχιζόταν αν δεν είχε επέλθει η σύγκρουση, με την οποία απορροφήθηκε μέρος αυτής και γ) από το γεγονός ότι μετά τη σύγκρουση το σώμα του θανόντος εκτινάχθηκε σε μεγάλη απόσταση και κατέπεσε στο μπαλκόνι παρακείμενης οικίας, όπου το σώμα του λύγισε τα σιδερένια κιγκλιδώματα.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο της σύγκρουσης ο θανών οδηγούσε σε κατάσταση μέθης (κατά παράβαση του άρθρου 42 παρ. 1 Κ.Ο.Κ), αφού κατά την τοξικολογική ανάλυση ανιχνεύθηκε αιθυλική αλκοόλη σε συγκέντρωση 1,39 g/l αίματος (βλ. την από 3-2-2008 έκθεση τοξικολογικής έκθεσης και την από 7-2-2008 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής), γεγονός που είχε ως συνέπεια την εξασθένηση των πνευματικών και σωματικών λειτουργιών (αντανακλαστικά) του θανόντος και ενισχύουν την κρίση ότι αυτός οδηγούσε αμελώς και χωρίς τεταμένη την προσοχή του.
Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο θανών οδηγούσε χωρίς τη χρήση κράνους (βλ. την από 30-10-2007 αναφορά του διοικητή του Τμήματος Τροχαίας Ιτέας Φωκίδας), γεγονός που επέτεινε τα αποτελέσματα της ένδικης σύγκρουσης, αφού ο θάνατός του επήλθε λόγω κακώσεων και της κεφαλής. Σύμφωνα, δε με τα ανωτέρω, στον οδηγό του οχήματος δεν μπορεί να καταλογισθεί αμελής οδηγική συμπεριφορά, που να συνδέεται αιτιωδώς με τον θανάσιμο τραυματισμό του Σ.
Μ., αφού αυτός προέβη σε όλες τις ενδεδειγμένες οδηγικές ενέργειες, έχοντας ενημερώσει έγκαιρα και από ικανή απόσταση τα κινούμενα έμπροσθεν, όπισθεν και στο πλάι οχήματα για την πρόθεσή του να ενεργήσει αριστερή στροφή, αφού δεν υπήρχε αντικειμενική δυνατότητα από τον ίδιο, αλλά και κάθε μέσο συνετό οδηγό, να προβλέψει την ιδιαίτερα αμελή οδική συμπεριφορά του θανόντος.
Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο πρώτος εναγόμενος πραγματοποίησε την αριστερή στροφή απότομα, πριν φθάσει στο ύψος της συμβολής των οδών ... και ..., δεν έχει αποδειχθεί, αφού ο κύριος όγκος των θραυσμάτων και τα διάφορα υγρά των οχημάτων (λάδια, καύσιμα, υγρά φρένων, υγρά ψυγείου κ.λπ.), από τα οποία μπορεί να πιθανολογηθεί βάσιμα το σημείο της σύγκρουσης, βρίσκονται μετά τη νοητή ευθεία των πεζοδρομίων της οδού ...
και στο κέντρο του οδοστρώματος της οδού .... Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, με όμοια κρίση, δέχτηκε ότι ο συγγενής των εναγόντων Σ. Μ. ήταν αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και του επελθόντος κατ' αυτό θανάσιμου τραυματισμού του, και, κατόπιν τούτου, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με την υπό κρίση έφεση είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα".
Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε τον αγωγικό ισχυρισμό των εναγόντων ότι το ακριβές σημείο της ένδικης σύγκρουσης είναι το σημείο σύγκρουσης που εμφανίζεται στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, όπου σταματούν τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσυκλέτας και βρισκόταν πριν από τη συμβολή των οδών ..., όπου κινούντο τα ως άνω οχήματα και ..., γεγονός που καταδεικνύει ότι ο πρώτος εναγόμενος πραγματοποίησε την αριστερή στροφή απότομα πριν φθάσει στο ύψος της συμβολής των οδών ...
και ..., δεχόμενο ειδικότερα τα εξής: "Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο πρώτος εναγόμενος πραγματοποίησε την αριστερή στροφή απότομα, πριν φθάσει στο ύψος της συμβολής των οδών ... και ..., δεν έχει αποδειχθεί, αφού ο κύριος όγκος των θραυσμάτων και τα διάφορα υγρά των οχημάτων (λάδια, καύσιμα, υγρά φρέον, υγρά ψυγείου κ.λπ.), από τα οποία μπορεί να πιθανολογηθεί βάσιμα το σημείο της σύγκρουσης, βρίσκονται μετά τη νοητή ευθεία των πεζοδρομίων της οδού ...
και στο κέντρο του οδοστρώματος της οδού ...". Με τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς ζήτημα των συνθηκών του ατυχήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις που αναφέρθηκαν, στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αφού αυτό προσδιορίζει το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων λαμβάνοντας υπόψη ως καθοριστικό προς τούτο στοιχείο τον κύριο όγκο των θραυσμάτων και των διαφόρων υγρών των οχημάτων, γεγονός που υποδηλώνει ότι δέχεται ότι υπήρχαν θραύσματα από τη σύγκρουση και σε άλλα σημεία του οδοστρώματος, χωρίς να διευκρινίζει όπως είναι αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας του τα σημεία του οδοστρώματος που υπήρχαν τα άλλα θραύσματα και κυρίως το σημείο εκκίνησης των θραυσμάτων αυτών, το οποίο κατά λογική αναγκαιότητα αλλά και κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας είναι το ακριβές σημείο σύγκρουσης των οχημάτων και τοποθετείται πριν από την ως άνω συμβολή και εντός του οδοστρώματος της οδού ..., δηλ.
πριν το ως άνω αυτοκίνητο να εγκαταλείψει την οδό ..., επί της οποίας κινούνταν τα παραπάνω οχήματα και να εισέλθει στην κάθετο αυτής οδό .... Ο ακριβής προσδιορισμός του σημείου εκκίνησης των θραυσμάτων έχει άμεση σχέση με την κίνηση των οχημάτων στο οδόστρωμα και συνακόλουθα με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών και ιδίως με την τυχόν συντρέχουσα αμέλεια στην πρόκληση αυτού του πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα εξ αιτίας των παραπάνω ασαφειών και ελλείψεων να στερείται η προσβαλλόμενη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτεί ο νόμος και να μην καθίσταται έτσι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των διαπιστωθέντων από το Εφετείο πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής, λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα. Oι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, σχετικά με την εκτίμηση του σχεδιαγράμματος του αστυνόμου Β' Π.
Κ. είναι απαράδεκτες καθόσον μ' αυτές πλήττεται η κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010). Περαιτέρω παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, (άρθρων 559 αριθμ. 8 και 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ), που επίσης, αποβλέπουν στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και πλήττουν το ίδιο κεφάλαιο της κύριας αγωγής ως προς την υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του θύματος, καθόσον καθίστανται αλυσιτελείς, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης του παραπάνω λόγου, που έγινε δεκτός, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παράβολου, σύμφωνα με το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, οι οποίοι παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους και δεν κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 507/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παράβολου στους αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ