Supreme Court dismisses appeal rejecting lawyer's claim for termination damages as abuse of right.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Organization's appeal against the First Instance Court's rejection of the lawyer's claim for termination damages. The lawyer argued she received a lifetime salary without work, while the Organization claimed she abused her right to claim damages by exploiting bureaucratic delays. The court held that the specific circumstances did not constitute an abuse of right under Article 281 of the Civil Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; Abuse of right is established when the exercise of a right contradicts good faith or social purpose, and this rule applies to claims for lawyer termination damages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 605 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 605/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), ως καθολικού διαδόχου του καταργηθέντος Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.), που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Κελαϊδή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Δ. του Π., ως μοναδικού κληρονόμου της Κ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Μαυρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26/10/2009 και από 23/3/2010 αγωγές της αρχικής διαδίκου (Κ. Σ.) και την από 16/3/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 123/2011 του ίδιου Δικαστηρίου, 5175/2014 μη οριστική και 2459/2016 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Οργανισμός με την από 9/2/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την υπό κρίση από 9ης Φεβρουαρίου 2017 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 2459/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς η Κ. Σ. του Δ., καθολική διάδοχος της οποίας ως μόνη κληρονόμος αυτής είναι η αναιρεσίβλητη, άσκησε κατά του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου "Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.)", οιονεί καθολικός διάδοχος του οποίου από 1ης Ιανουαρίου 2017, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 35 παρ. 1 και 2 και 82 Ν. 4144/2013, έχει καταστεί το αναιρεσείον, τις από 26ης Οκτωβρίου 2009 και 23ης Μαρτίου 2010 αγωγές, με τις οποίες, επικαλουμένη ότι διετέλεσε δικηγόρος του Ο.Ε.Κ.
επί παγία αντιμισθία από της 21ης Αυγούστου 1967 μέχρι της 25ης Φεβρουαρίου 2008, οπότε ο Ο.Ε.Κ. κατήγγειλε την σύμβαση εντολής αυτής, εζήτησε την επιδίκαση βάσει των διατάξεων του άρθρου 94 παρ. 1 του Κώδικος Δικηγόρων της αποζημιώσεως λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως ποσού 54.070,72 ευρώ ως και των οφειλομένων λόγω της μη καταβολής της εν λόγω αποζημιώσεως από τον Ο.Ε.Κ.
μετά την καταγγελία αντιμισθιών αυτής συνολικού ποσού 29.267 ευρώ, ενώ ο Ο.Ε.Κ. άσκησε κατά της Κ. Σ. την από 16ης Μαρτίου 2010 αγωγή και κατά την συζήτηση της υποθέσεως την 11η Ιανουαρίου 2011 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ανταγωγή δια των προτάσεων, με τις οποίες, επικαλούμενος ότι έχει απαίτηση εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού κατά της Κ.
Σ. συνολικού ποσού 105138,32 ευρώ εκ του ότι αυτή, επιδείξασα αντισυμβατική συμπεριφορά από 1ης Ιανουαρίου 2005 μέχρι 25ης Φεβρουαρίου 2008 ως απουσιάζουσα εξακολουθητικώς από την υπηρεσία και αδιαφορούσα παντελώς ως προς την άσκηση των καθηκόντων της, εισέπραξε αχρεωστήτως ως αποδοχές αντιμισθίας κατά το εν λόγω διάστημα το συνολικό ποσόν των 77991 ευρώ, πλουτίσασα αδικαιολογήτως κατά το ποσόν τούτο πλέον των τόκων επί ζημία αυτού, προέτεινε προς συμψηφισμό κατά των απαιτήσεων της Κ.
Σ. ποσόν 83338,32 ευρώ εκ της εν λόγω απαιτήσεώς του και εζήτησε την επιδίκαση του υπολοίπου ποσού 21800 ευρώ. Μετά συνεκδίκαση των αγωγών και της ανταγωγής εξεδόθη η υπ' αριθμόν 123/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές οι αγωγές της Κ. Σ., ενώ απερρίφθησαν η αγωγή και η ανταγωγή του Ο.Ε.Κ.
Κατά της εν λόγω αποφάσεως ο Ο.Ε.Κ. άσκησε την από 5ης Δεκεμβρίου 2011 έφεση, εξεδόθη δε αντιμωλία του αναιρεσείοντος ως οιονεί καθολικού διαδόχου κατά τα ανωτέρω του Ο.Ε.Κ. και της αναιρεσιβλήτου ως καθολικής διαδόχου της Κ. Σ. η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την οποία απερρίφθη η έφεση. Εν συνεχεία το αναιρεσείον άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ. Πρέπει συνεπώς κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 ΑΚ, κατά την οποία, "'Οποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη", προκύπτει ότι προϋπόθεση της γενέσεως αξιώσεως εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότης της αιτίας βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη, ενώ, εάν η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, ο πλουτισμός δεν είναι αδικαιολόγητος και αξίωση εξ αυτού δεν στοιχειοθετείται. Η σύμβαση αποτελεί νόμιμη αιτία περιουσιακής μετακινήσεως, τυχούσα δε αντισυμβατική συμπεριφορά ενός των μερών δεν συνιστά έλλειψη νομίμου αιτίας και δεν γεννά αξίωση εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εν προκειμένω, με τους πρώτο και τέταρτο, τελευταίο, λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο, το οποίο απέρριψε την έφεση του Ο.Ε.Κ., παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 440 επ. και 904 επ. ΑΚ, δεχόμενο, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι η αγωγή και η ανταγωγή του Ο.Ε.Κ., έχουσες ως αντικείμενο αξίωση εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού εκ του ότι η Κ. Σ. εισέπραξε αχρεωστήτως λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς αυτής την αντιμισθία της από 1ης Ιανουαρίου 2005 μέχρι της καταγγελίας της συμβάσεώς της την 25η Φεβρουαρίου 2008, εστερούντο νομίμου ερείσματος. Οι εν λόγω λόγοι, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, αφού συμφώνως προς τα ανωτέρω η αντισυμβατική συμπεριφορά ενός των μερών δεν αναιρεί το νόμιμο της αιτίας της γενομένης εις εκτέλεση της συμβάσεως περιουσιακής μετακινήσεως και δεν γεννά αξίωση εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 Ν.Δ. 3026/1954 προκύπτει ότι ο επί παγία αντιμισθία δικηγόρος, του οποίου λύεται η σύμβαση εντολής, δικαιούται αποζημιώσεως κατά τις ειδικότερες διακρίσεις του εν λόγω άρθρου. Κατά την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955, της οποίας το δεύτερο εδάφιο προσετέθη δια του άρθρου 19 Ν. 435/1976, "Πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας.
Η διάταξις της παρούσης εφαρμόζεται μόνον επί καταγγελίας σχέσεων εξηρτημένης εργασίας", κατά δε την παράγραφο 2 εδ. α' του ανωτέρω άρθρου, "Πάσα αξίωσις μισθωτού περί καταβολής ή συμπληρώσεως της κατά τον ν. 2112/1920, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, ή το Β.Δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 αποζημιώσεως τυγχάνει απαράδεκτος, εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός εξαμήνου αφ' ης κατέστη απαιτητή".
Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 6 παρ 1 εδ. β' Ν. 3198/1955 εφαρμόζεται αναλόγως και ως προς την προθεσμία της παρ. 2 εδ. α' του ιδίου άρθρου, διότι συντρέχει ο αυτός δικαιολογητικός λόγος του περιορισμού της προβλεπομένης αποσβεστικής προθεσμίας μόνον επί των σχέσεων εξαρτημένης εργασίας, και επομένως επί της προαναφερομένης αποζημιώσεως λόγω της λύσεως της συμβάσεως εντολής δικηγόρου επί παγία αντιμισθία δεν τυγχάνει εφαρμογής η αποσβεστική προθεσμία των έξη μηνών του άρθρου 6 παρ. 2 εδ.
α' Ν. 3198/1954.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ένσταση απαραδέκτου των αξιώσεων της Κ. Σ. λόγω της ασκήσεως των αγωγών αυτής μετά πάροδο έξη μηνών από της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής αυτής, την οποία υπέβαλε ο Ο.Ε.Κ., παρεβίασε την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 Ν. 3198/1955, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού συμφώνως προς τα ανωτέρω η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμόζεται επί της αποζημιώσεως λόγω της λύσεως της συμβάσεως εντολής δικηγόρου επί παγία αντιμισθία.
Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού, συνάγεται ότι καταχρηστικότης υπάρχει, όταν από την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου ή την διαμορφωθείσα πραγματική κατάσταση η άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, η οποία πρέπει να κρατεί στις συναλλαγές, ή τα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό αυτού, ώστε να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Η εν λόγω διάταξη ως έχουσα έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως εφαρμόζεται και επί ασκήσεως δικαιωμάτων απορρεόντων από άλλες επίσης δημοσίας τάξεως διατάξεις, ως είναι και οι αξιώσεις των δικηγόρων επί παγία αντιμισθία περί καταβολής της αποζημιώσεως λόγω λύσεως της συμβάσεως εντολής, την οποία δικαιούνται κατά τις οικείες διατάξεις.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως στερουμένη νομίμου ερείσματος την ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, την οποία υπέβαλε ο Ο.Ε.Κ. επικαλούμενος ότι η Κ. Σ., καθ' υπέρβαση των ορίων των επιβαλλομένων από τον οικονομικό ή κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη, εκμεταλλευομένη εν γνώσει της την γραφειοκρατία και την έλλειψη ενημερώσεως των Υπηρεσιών αυτού, έλαβε την αντιμισθία της, χωρίς να παρέχει εργασία, δημιουργήσασα ευλόγως την πεποίθηση ότι δεν θα αξίωνε το ποσό της αποζημιώσεως εν όψει των αποδοχών, τις οποίες έλαβε παρανόμως, παρεβίασε την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού μόνα τα εν λόγω περιστατικά, δεν θεμελιώνουν κατάχρηση δικαιώματος κατά την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Κατ' ακολουθίαν η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον ως ηττωμένο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής, ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9ης Φεβρουαρίου 2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 2459/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.-
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2019. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ