Supreme Court dismisses appeal against appellate court's refusal to order expert examination due to lack of specific legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision refusing an expert examination. The appellant argued that the lower courts failed to justify their refusal to order an expert opinion regarding a specific document. The court ruled that since the lower courts did not explicitly determine the need for specialized knowledge, their silence on the matter did not constitute a ground for appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 583, 586 para. 1, 568 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a refusal to order an expert examination is inadmissible if the lower courts did not explicitly rule on the necessity of specialized knowledge, as such silence does not constitute a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 605 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 605/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζύγου Β. Χ. το γένος Ι. Ο., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μανώλη Φραντζεσκάκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ι. Χ. του Β. 2) Ν. Χ. του Β. 3) Γ. Χ. του Β. κατοίκων ..., 4) Μ. Χ. του Β. 5) Μ. συζύγου Β. Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευθύμιο Μπόνη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. 6) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην…, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2008 τριτανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:16/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 32/2014 του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα, με την από 5-5-2014 αίτησή της, την οποία επανέφερε προς συζήτηση μετά από ματαίωση με την από 22-9-2015 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 3-12-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
Για την πιστοποίηση των παραπάνω συντάχθηκε αυτό το πρακτικό.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583, 586 παρ. 1 και 568 του ΚΠολΔικ συνάγεται ότι κάθε τρίτος, ο οποίος δεν συμμετέχει στη δίκη μεταξύ άλλων, ούτε προσεπικλήθηκε, ούτε ανακοινώθηκε σ’ αυτόν η δίκη από την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή κατά της εκδοθείσας απόφασης, που πρέπει να είναι οριστική και να ζητήσει την ως προς αυτόν ακύρωση ή κήρυξη ανενεργού της απόφασης, εφόσον αυτή προκαλεί βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του και εφόσον ο ίδιος έχει κατά το χρόνο έκδοσης της τριτανακοπτόμενης απόφασης κεκτημένο ή προστατεύσιμο δικαίωμα κατά το άρθρο 69 ΚΠολΔικ, με βάση το οποίο θα μπορούσε να ασκήσει αγωγή ή παρέμβαση.
Τέτοιο δικαίωμα μπορεί να είναι και το δικαίωμα κυριότητας, που απέκτησε ο τριτανακόπτων με έκτακτη χρησικτησία, μέχρι το χρόνο έκδοσης της τριτανακοπτόμενης απόφασης, ο οποίος είναι ο κρίσιμος χρόνος, γιατί κατά το χρόνο αυτό, αποκρυσταλλώνεται το δικαίωμα. Στην περίπτωση, που ο τρίτος προσβάλλει την απόφαση, η οποία αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο, η τριτανακοπή υποκαθιστά την αναγνωριστική αγωγή του άρθρου 70 ΚΠολΔικ και τη διεκδικητική αγωγή, εφόσον αυτό (τρίτος) ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είναι κύριος του επιδίκου ακινήτου και απλώς επιδιώκει την ανατροπή των βλαπτικών συνεπειών της απόφασης απέναντι σ’ αυτόν.
Ο τρίτος που δεν συμμετέσχε στη δίκη, ούτε δεσμεύεται από το δεδικασμένο μπορεί να ασκήσει ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση τριτανακοπή, απευθυνόμενη καθ’ όλων των διαδίκων που μετείχαν στη δίκη, χωρίς άλλη προϋπόθεση, ενώ δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεσθεί δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων, δεδομένου ότι περιορισμοί στην άσκηση της τριτανακοπής προβλέπονται μόνο α) για τους διαδίκους και τους διαδόχους τους, που ταυτίζονται με αυτούς, όπως οι καθολικοί διάδοχοι, οι οποίοι δεν μπορούν να ασκήσουν τριτανακοπή, παρά μόνο μπορούν να προσβάλλουν την απόφαση στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες επιτρέπεται η αναψηλάφηση (άρθρ. 333 παρ. 1 ΚΠολΔικ) και β) για εκείνους που δεσμεύονται από το δεδικασμένο, οι οποίοι μπορούν να ασκήσουν τριτανακοπή, μόνο αν επικαλούνται κοινό δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων (άρθρ. 586 παρ. 2 ΚΠολΔικ), οι οποίοι είχαν λάβει μέρος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 23/1995).
Η τριτανακοπή δεν είναι ένδικο μέσο, αλλά ένδικο βοήθημα, που δεν υπόκειται σε ορισμένη προθεσμία, ενώ δεν ασκείται με αυτήν κάποιο ουσιαστικό δικαίωμα, ούτε επιδιώκεται η διάγνωσή του, αλλά η ενέργειά της εξαντλείται στην ανενέργεια ή ακύρωση της απόφασης απέναντι στον τριτανακόπτοντα. Τέλος κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, ως προς την στρεφόμενη κατά της υπ’ αριθμ. 24/1995 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (Μεταβατικής ‘ Εδρας Καρπάθου) αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας της τριτανακόπτουσας - αναιρεσείουσας τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Επί της υπ’ αριθμ.
καταθέσεως 48/4.8.1995 αγωγής της 5ης των καθ’ ων η τριτανακοπή Μ. συζ. Β. Χ. κατά του 6ου των καθ’ ων η τριτανακοπή Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων στη δικάσιμο της 23.10.1995, εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη υπ’ αριθμ. 24/1995 οριστική (και ήδη τελεσίδικη) απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου, με την οποία η ενάγουσα αναγνωρίστηκε κυρία ενός ακινήτου, επιφανείας 4.608 τμ., που βρίσκεται στην περιοχή "..." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας ..., το οποίο εμφαίνεται με στοιχεία ...
στο συνημμένο στην αγωγή σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Α. και συνορεύει βόρεια με καψάλα δημοσίου δάσους πεύκης, νότια με κοίτη ρέματος ..., ανατολικά με εκβολή κοίτης ρέματος και δυτικά με καψάλα δημοσίου δάσους πεύκης. Με βάση το αιτιολογικό της εν λόγω αποφάσεως, η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου περιήλθε στην ενάγουσα το έτος 1956 ως προίκα, ατύπως, από τη μητέρα της Σ.-Σ.
Χ., στην οποία είχε περιέλθει επίσης ως προίκα από τη γιαγιά της ενάγουσας Μ. (Μ.) χήρα Γ. Χ., δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../25.4.1933 ιδιωτικού προικοσυμφώνου, το οποίο καταχωρίσθηκε με αριθμό ... στα βιβλία της Ιεράς Μητροπόλεως Καρπάθου, κατά το τότε ισχύον τοπικό έθιμο στις νήσους Δωδεκανήσου. Στο εν λόγω προικοσύμφωνο γίνεται μνεία ότι παραχωρούνται ως προίκα "τα ελαιόδενδρα εις ...
ως ευρίσκονται πλησίον Χ. Γ., Χωράφιον εις το αυτό μέρος Ε.Α. πλησίον". Στη γιαγιά της ενάγουσας περιήλθε το επίδικο επίσης ως προίκα, με το από 30.11.1908 ιδιωτικό προικοσύμφωνο, στο οποίο γίνεται μνεία ότι παραχωρούνται ως προίκα "τα χωράφια εις ..., όσα ευρίσκονται". Τόσο η ενάγουσα όσο και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι της ασκούσαν στο επίδικο ακίνητο από το έτος 1908 συνεχώς και αδιαλείπτως, διαδοχικά, με καλή πίστη και διάνοια κυρίων, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου υλικές, εμφανείς στους τρίτους, διακατοχικές πράξεις νομής και ειδικότερα καλλιεργούσαν το επίπεδο τμήμα του με σιτηρά και αρακά, συνέλεγαν δε τον ελαιόκαρπο από τα εκεί ευρισκόμενα ελαιόδενδρα και το επέβλεπαν από σφετεριστικές ενέργειες τρίτων.
Μετά ταύτα, η ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου, αφού η μητέρα της απέκτησε επ’ αυτού δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), το οποίο στη συνέχεια μετατράπηκε σε\ δικαίωμα πλήρους κυριότητας [άρθρ. 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 17ης Ραμαζάν 1274 (1856), 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού, 9 παρ. 1 εδ.
α’ Ν. 2100/1952, 1045/ 9774 ΑΚ, 51 ΕισΝΑΚ].
Η τριτανακόπτουσα αμφισβητεί την κυριότητα της ενάγουσας - 5ης των καθ’ ων η τριτανακοπή στο επίδικο ακίνητο και ισχυρίζεται ότι η ίδια έχει καταστεί κυρία του ακινήτου αυτού με πρωτότυπο τρόπο και ειδικότερα με έκτακτη χρησικτησία. Όμως, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ότι η ίδια και οι δικαιοπάροχοι της (άμεσοι και απώτεροι) κατείχαν και νέμονταν, με διάνοια κυρίων, από το έτος 1972 το επίδικο ακίνητο, ασκώντας σ’ αυτό τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του και συγκεκριμένα καλλιεργώντας αυτό με σιτηρά και συλλέγοντας τον ελαιόκαρπο από τα ελαιόδενδρα.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται ιδίως από τα εξής: α) την κατάθεση του μάρτυρα Γ. Δ., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την επιμέλεια του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος κατέθεσε ότι εκτός από την οικογένεια Χ. από το έτος 1983 μέχρι σήμερα (2009) δεν έχει δει άλλον να κατέχει το επίδικο ακίνητο, β) την από 2.3.1989 μήνυση του Δασοθηροφύλακα ...
Ε. Κ. κατά του Β. Χ. του Ι. (συζύγου της 5ης των καθ’ ων η τριτανακοπή) για παράνομη κατάληψη δημοσίου κτήματος, εκτάσεως 4.608 τμ., που αναφέρεται στο επίδικο, καθώς και τη συνημμένη έκθεση αυτοψίας, γ) το από 13.12.1988 απόσπασμα πρακτικού της 12ης συνεδρίασης του Κοινοτικού Συμβουλίου ..., το οποίο, κατόπιν της από 9.8.1988 αιτήσεως του Β.
Χ. για αναγνώριση ιδιοκτησίας και καλλιέργειας έκτασης 5 στρεμμάτων στην ... και την εκ μέρους του προσκόμιση του από 25.4.1933 προικοσυμφώνου της πεθεράς του Σ. Χ. και του από 27.5.1956 δικού του προικοσυμφώνου, αποφάσισε, με την υπ’ αριθμ. …/1988 απόφασή του, ομόφωνα "ότι το αγροτεμάχιο του Β. Χ. του Ι., που βρίσκεται στο ...
της περιοχής ... πλησίον Ε. Α., εκαλλιεργείτο τουλάχιστον μέχρι στις 28.10.1940, όπως διαπιστώθηκε και μετά από επιτόπια αυτοψία του Κοινοτικού Συμβουλίου ...". Πρέπει να σημειωθεί ότι στην ως άνω συνεδρίαση ήταν παρών και ο αδελφός της τριτανακόπτουσας Ν. Ο., με την ιδιότητά του ως Γραμματέα της κοινότητας ..., ο οποίος συνέταξε και το ως άνω Πρακτικό, αν δε πράγματι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην τριτανακόπτουσα, ο τελευταίος θα είχε αρνηθεί να συμπράξει στη σύνταξη του εν λόγω Πρακτικού, οπωσδήποτε όμως θα είχε ενημερώσει την τριτανακόπτουσα για την αμφισβήτηση της κυριότητάς της επί του επιδίκου από το σύζυγο της 5ης των καθ’ ων η τριτανακοπή.
Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από τις μη πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων της τριτανακόπτουσας, δηλαδή του αδελφού της που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και των συγγενών της που περιέχονται στις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι στο προσκομιζόμενο με επίκληση από την τριτανακόπτουσα από 9.5.1937 ιδιωτικό έγγραφο (εκχωρητήριον) γίνεται μεν αορίστως αναφορά σε εκχώρηση ακινήτου από τον Μ.
Ν. Π. προς την εγγονή του Β. Κ. Τ. (γιαγιά της τριτανακόπτουσας), το οποίο περιγράφεται ως "μία πλαούλα εις ... εις την απέναντι όχθην του ποταμού προς το ...", το Δικαστήριο όμως διατηρεί εύλογες αμφιβολίες για το αν αναφέρεται στο επίδικο ακίνητο, αφού δεν προσδιορίζεται σαφώς κατά έκταση και όρια.".
Ακολούθως το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που κρίνοντας ομοίως είχε απορρίψει την τριτανακοπή της αναιρεσείουσας. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη αποκτήσεως από την τριτανακόπτουσα της κυριότητας του επιδίκου με τον επικαλούμενο πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των οικείων και αυτεπαγγέλτως προστιθεμένων περί χρησικτησίας διατάξεων των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ (άρθρ. 562 παρ. 4 ΚΠολΔικ).
Ειδικότερα διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη ότι η τριτανακόπτουσα και οι δικαιοπάροχοι της δεν αποδείχθηκε ότι νεμήθηκαν το επίδικο ακίνητο από το 1972 και εντεύθεν και ότι συνακόλουθα αυτή δεν απέκτησε την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία με επακόλουθο να μην θίγονται τα έννομα συμφέροντά της από την τριτανακοπτόμενη απόφαση, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι η πέμπτη καθής η τριτανακοπή κατέστη κυρία του επιδίκου (που με γονική παροχή έχει μεταβιβάσει στους τέσσερεις πρώτους καθών η τριτανακοπή - αναιρεσίβλητους) με έκτακτη χρησικτησία ως νεμηθείσα τούτο με διάνοια κυρίου από το 1956 και εντεύθεν, που της παραδόθηκε με άτυπη προίκα από τη μητέρα της Σ.
Χ., η οποία (Σ. Χ.) είχε αποκτήσει σ’ αυτό δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) με υπερδεκαετή καλλιέργεια από τις 25.4.1933, που με ιδιωτικό προικοσύμφωνο της είχε παραδοθεί από την επίσης με ιδιωτικό προικοσύμφωνο εξουσιάζουσα τούτο από τις 30.11.1908 μητέρα της Μ. (Μ.) χήρα Γ. Χ. μέχρι τις 10.1.1949 (που εισήχθη στα Δωδεκάνησα με το ΒΔ 31.12.1948/10.1.1949 ο ΑΝ 1539/1938) και το οποίο δικαίωμα τεσσαρούφ μετατράπηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 εδ.
α του Ν. 2100/1952. Ενόψει τούτων ο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος του πρέπει να απορριφθεί, ενώ οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου κατά τις οποίες το ακίνητο της πέμπτης καθής η τριτανακοπή - αναιρεσίβλητης (και ενάγουσας στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η τριτανακοπτομένη απόφαση) κείται σε διαφορετικό μέρος από εκείνο που βρίσκεται το επίδικο, το οποίο ανήκει στην τριτανακόπτουσα, είναι απαράδεκτες γιατί πλήττουν την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, η οποία κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, είναι ανέλεγκτη.
Επειδή κατά το άρθρο 559 11 περ. γ του ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι σαφής και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του αν δε πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, που το πρώτον προσκομίζεται στην κατ’ έφεση δίκη (άρθρ. 529 ΚΠολΔικ), η επίκληση γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΟλΑΠ 23/2008). Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, ενώ ως ιδιαίτερα, μεταξύ άλλων, αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται οι ένορκες βεβαιώσεις, σε αντίθεση με τις τεχνικές εκθέσεις και τα σχεδιαγράμματα που τις συνοδεύουν ή προσαρτώνται στα συμβόλαια, αφού τα αποδεικτικά αυτά μέσα, ως έγγραφα με ειδική ρύθμιση, κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔικ καλύπτονται από την αναφορά της απόφασης στα "προσκομισθέντα έγγραφα" (ΟλΑΠ 8/2005).
Εξάλλου από την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν (κατ’ ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση) ιδιαίτερη σημασία δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν τα μη αναφερόμενα. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την νομίμως και το πρώτον με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης επικληθείσα και προσκομισθείσα από Νοεμβρίου 2011 τεχνική έκθεση, του αγρονόμου τοπογράφου - μηχανικού Α.
Τ., με τα συνημμένα σ’ αυτήν τοπογραφικά και φωτοερμηνευτικά διαγράμματα, από τα οποία προέκυπτε το ουσία βάσιμο της περιεχομένης στην τριτανακοπή αναγνωριστικής κυριότητος αγωγής της τριτανακόπτουσας και η οποία (τεχνική έκθεση) αν λαμβανόταν υπόψη θα γινόταν δεκτό ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου ανήκοντος στην τριτανακόπτουσα.
Ο λόγος αυτός, που είναι παραδεκτός, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχομένη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν" σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννιέται καμιά απολύτως αμφιβολίας, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το ως άνω αποδεικτικό μέσο, το οποίο και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν χρειαζόταν δε ιδιαίτερη αναφορά στο επίμαχο αποδεικτικό μέσο, αφού κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη η προαναφερθείσα αναφορά της απόφασης "στα έγγραφα" καλύπτει και την τεχνική αυτή έκθεση και τα σχεδιαγράμματα που την συνοδεύουν, καθόσον αυτά δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο με ειδική ρύθμιση κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔικ.
Εξάλλου η ειδική αναφορά της απόφασης, όπως τούτο προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό της, σε κάποια από τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, δεν δηλώνει ότι η ίσης αποδεικτικής αξίας επίμαχη τεχνική έκθεση δεν λήφθηκε υπόψη, αφού δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου να επιλαμβάνεται ιδιαίτερα και να αναλύει διεξοδικά κάθε αποδεικτικό μέσο, η δε αιτίαση του ερευνώμενου λόγου ότι από το ανωτέρω αποδεικτικό μέσο, συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απαράδεκτη, καθόσον πλήττει την, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ, ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός, κατά το ερευνώμενο μέρος του (2ος λόγος-1ο μέρος) πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, καθώς και των αριθμών 1 και 14 του ίδιου άρθρου και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι, δεν έλαβε υπόψη την νομίμως ληφθείσα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, υπ’ αριθμ. .../15.10.2009 ένορκη βεβαίωση, με το αιτιολογικό ότι δεν προκύπτει ότι λήφθηκε μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων για τις 15.10.2009 και ότι η ένορκη αυτή βεβαίωση θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη, όπως λήφθηκαν υπόψη και οι δύο άλλες με προγενέστερη αρίθμηση ενώπιον του ίδιου Ειρηνοδίκη, ήτοι οι υπ’ αριθμ. .../16.10.2009 και 1480/ 16.10.2009, καθόσον κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και η επίμαχη και με μεταγενέστερη αρίθμηση υπ’ αριθμ. ...
προφανώς λήφθηκε την ίδια ημέρα με τις δύο προγενέστερες (16.10.2009), για την οποία (ημέρα) και υπάρχουν κλητεύσεις, η δε αναφορά στην ημερομηνία της 15.10.2009 οφείλεται σε παραδρομή, ενώ με τη μη λήψη υπόψη της ένορκης αυτής βεβαίωσης παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.γ του ΚΠολΔικ, η αρχή της δίκαιης δίκης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και παρά το νόμο κηρύσσεται απαράδεκτο το αποδεικτικό αυτό μέσο.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, γιατί δεν προσδιορίζεται ο ασκών ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε η επίμαχη ένορκη βεβαίωση (ΑΠ 1932, 1042, 1043/2013), ενώ η επίκληση εσφαλμένης εφαρμογής διατάξεως ουσιαστικού ή δικονομικού, όπως στην προκειμένη περίπτωση δικαίου, ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔικ ένδικα μέσα και δεν ιδρύει την παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (Ολ.Α 2/2008).
Εξάλλου η επίκληση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την απόδειξη πραγματικών περιστατικών, δεν στοιχειοθετεί αναιρετική πλημμέλεια (άρθρ. 559 αρ. 1 εδ. β ΚΠολΔικ). Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (πρώτος) πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 368-387 και 388 ΚΠολΔικ συνάγεται ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος ή η διάταξη νέας ή επαναλήψεως ή συμπληρώσεως της αρχικής από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο, κατά το άρθρο 368 παρ. 2 ΚΠολΔικ, κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να δικαιολογήσει την απορριπτική κρίση του, επί του αιτήματος διεξαγωγής πραγμ/νης, καθόσον το σχετικό αίτημα δεν αποτελεί "ζήτημα" κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, σε κάθε δε περίπτωση η απόρριψη ή αποδοχή του οικείου αιτήματος δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τις διατάξεις των αριθμών 8, 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλειες, κατά τις οποίες το Εφετείο, με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τόσο τον οικείο λόγο εφέσεως, όσο και το υποβληθέν εκ νέου στο δεύτερο βαθμό αίτημα περί διεξαγωγής πραγ/νης, προς διαπίστωση της ακριβούς θέσεως του επιδίκου και του αν περιλαμβάνεται στο από 9-5-1937 εκχωρητήριο έγγραφο που προσκόμισε η τριτανακόπτουσα - αναιρεσείουσα.
Οι αιτιάσεις αυτές, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη δεν στοιχειοθετούν τους επικαλούμενους αναιρετικούς λόγους, δεδομένου του ότι δεν υφίσταται κρίση τόσο του πρωτοβάθμιου όσο και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, περί της ανάγκης ιδιαζουσών γνώσεων ως προς τη διάγνωση του επικαλουμένου ζητήματος και συνακόλουθα δεν υφίστατο υποχρέωση των δικαστηρίων της ουσίας να διατάξουν την διεξαγωγή πραγ/νης και ως εκ τούτου η σιωπηρή απόρριψη του οικείου, υποβληθέντος πρωτόδικα και επανυποβληθέντος στο δεύτερο βαθμό αιτήματος, η αποδοχή του οποίου υπέκειτο στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, ούτε υφίστατο υποχρέωση του δικαστηρίου, προς αιτιολόγηση της κρίσεώς του, καθόσον κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, το οικείο αίτημα δεν συνιστά "ζήτημα" υπό την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ.
Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν. Ακόμη πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου. Η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔικ), ενώ ως προς το παραστάν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ έκτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, δεν θα επιδικασθούν έξοδα, καθόσον τούτο δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρ. 106 ΚΠολΔικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.5.2014 αίτηση της Ε. συζ. Β. Χ., το γένος Ι. Ο. κατά των Ι. Χ. του Β., Ν. Χ. του Β. κλπ για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 32/2014 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ