Appeal dismissed; appellate court's reasoning on contributory negligence was clear and consistent with facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's judgment regarding a fatal lifting accident. The appellants argued the lower court erred in finding contributory negligence, but the court found the appellate court's reasoning clear, consistent, and based on the facts that the deceased remained under the load and ignored safety instructions. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 § 19 KPolD; Art. 297, 300, 330, 914 AC: An appeal is inadmissible if the appellate court's reasoning is clear, consistent, and allows for a review of the application of substantive law, as the reasoning in this case regarding contributory negligence was not contradictory or insufficient.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 605 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 605/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) ....., 3) ......., άπαντες οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Γαρυμπίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Της εδρεύουσας στην Καβάλα Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΕΜΕΚ Α.Ε." που εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ....... άπαντες οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σίμο Τριανταφυλλίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/11/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 7/10/2003 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 196/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 761/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/1/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 24/1/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην προκειμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.
ΑΠ 25/2004). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Συνυπαιτιότητα υπάρχει, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, όταν ο ζημιωθείς συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία και την έκτασή της, οπότε το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Στην περίπτωση αυτή, η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η κρίση όμως για τον καθορισμό του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως ότι σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και τη συνυπαιτιότητα γι' αυτό του θανατωθέντος Γ1, απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο γιός του πρώτου και αδελφός του τρίτου και του τετάρτου των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων Γ1 είχε προσληφθεί στις .....
με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τη δεύτερη εναγομένη (αναιρεσίβλητη), που έχει ως αντικείμενο της επιχειρήσεώς της την κατασκευή και εμπορία μεταλλικών κατασκευών και διατηρεί εργοστάσιο στη βιομηχανική περιοχή ......, και απασχολούνταν έκτοτε από την τελευταία ως ανειδίκευτος εργάτης γενικών καθηκόντων.
Η δεύτερη εναγομένη, δια του νομίμου εκπροσώπου της, έδωσε εντολή στον τρίτο εναγόμενο, υπάλληλο της, να φορτώσει στο με αριθμό κυκλοφορίας ...... ιδιωτικής χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της, 2 τόνους σιδηροδοκούς και 1 τόνο μεταλλικές υδρορροές, εν συνεχεία να οδηγήσει αυτό στο εργοστάσιο της εταιρίας "......" στη Β' βιομηχανική περιοχή ....
για να φορτώσει 13 τόνους λαμαρίνες και, ακολούθως, να το οδηγήσει στις εγκαταστάσεις της εταιρίας με την επωνυμία ".....", στην ....., όπου θα παρέδιδε τα ανωτέρω υλικά. Στον ανωτέρω Γ1 έδωσε την εντολή να βοηθήσει τον τρίτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο στη φόρτωση και εκφόρτωση των ανωτέρω υλικών. Στο ανωτέρω αυτοκίνητο ήταν τοποθετημένος γερανός για τη φόρτωση υλικών και την εκφόρτωση τους, ανυψωτικής ικανότητας μικρότερης των 3 τόνων.
Για το γερανό αυτόν δεν απαιτείται άδεια χειριστού λόγω της μικρής του ανυψωτικής ικανότητας (άρθρο 2 παρ. 1 περ. Γ3 του Π.Δ. 31/1990). Σε εκτέλεση των ως άνω εντολών ο τρίτος εναγόμενος και ο Γ1 στο εργοστάσιο της δεύτερης εναγομένης τις πρωινές ώρες της 16-4-2002 φόρτωσαν, χρησιμοποιώντας κλαρκ, στο ανωτέρω φορτηγό αυτοκίνητο 2 τόνους περίπου σιδηροδοκούς και 1 τόνο περίπου μεταλλικές υδρορροές και αναχώρησαν για το εργοστάσιο της εταιρίας "...." στο ...., με σκοπό να φορτώσουν λαμαρίνες.
Εκεί ο υπεύθυνος φορτώσεων του εργοστασίου, όταν είδε το φορτηγό φορτωμένο με τα ως άνω υλικά (σιδηροδοκούς και υδρορροές) απαγόρευσε για λόγους ασφαλείας τη φόρτωση των λαμαρινών πάνω από τις υδρορροές. Μετά απ' αυτό, ο τρίτος εναγόμενος, κατόπιν εντολής του εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης, με τον οποίο επικοινώνησε τηλεφωνικά, οδήγησε το αυτοκίνητο έξω από το χώρο του εργοστασίου "....." και χρησιμοποιώντας τον γερανό του αυτοκινήτου ξεφόρτωσε τις υδρορροές σε ακάλυπτο χώρο δίπλα στο δρόμο.
Κατόπιν εισήλθε στο εργοστάσιο της "....", όπου φορτώθηκαν οι λαμαρίνες και οδήγησε πάλι το αυτοκίνητο στη θέση όπου ήταν οι υδρορροές με σκοπό να τις φορτώσει πάνω από τις λαμαρίνες. Ο τρίτος εναγόμενος, με τη βοήθεια του Γ1, έδεσε όλες τις υδρορροές μαζί (3 υδρορροές μήκους 12 μ. και 6 υδρορροές μήκους 6 μ.), βάρους 1200 κιλών περίπου, με τους ιμάντες του γερανού, χωρίς να τοποθετήσει στα σημεία συγκράτησης των υδρορροών από τους ιμάντες τις υπάρχουσες στο όχημα γωνίες αλουμινίου, για να αποφευχθεί ο κίνδυνος κοπής των ιμάντων.
Κατόπιν ο τρίτος εναγόμενος ανέβηκε πάνω στο χειριστήριο του γερανού, προκειμένου να ανυψώσει τις υδρορροές και να τις τοποθετήσει πάνω στο φορτηγό. Τη στιγμή εκείνη ο Γ1 βρισκόταν δίπλα στις υδρορροές και περίμενε να ξεκινήσει την ανύψωση ο τρίτος εναγόμενος. Ο τελευταίος άρχισε την ανύψωση των υδρορροών και μόλις αυτές βρέθηκαν σε ύψος 2 μέτρων περίπου από το έδαφος, έσπασαν οι ιμάντες, με αποτέλεσμα να πέσουν επάνω στον Γ1 και να του προκαλέσουν βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, πολτοποίηση κεφαλής, συνεπεία της οποίας προξενήθηκε ο θάνατός του.
Το ατύχημα και συνακόλουθα ο θάνατος του Γ1, υπό τις συνθήκες που πραγματοποιήθηκε, συνδέεται αιτιωδώς με την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που τον συνέδεε με την δεύτερη των εναγομένων, καθώς χωρίς αυτή δεν θα είχε επέλθει και οφείλεται σε υπαιτιότητα της δεύτερης εναγομένης και του προστηθέντος από αυτήν τρίτου εναγομένου και του ίδιου του θανόντος, κατά ποσοστό 60% της δεύτερης εναγομένης και του προστηθέντος από αυτήν δεύτερου εναγομένου και κατά ποσοστό 40% του θανόντος.
Ειδικότερα, η αμέλεια της δεύτερης των εναγομένων συνίσταται στο ότι ως εργοδότης του θανόντος δεν είχε φροντίσει να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την φόρτωση μεταλλικών υλικών στο γερανοφόρο όχημα με το γερανό του, ήτοι δεν είχε εκπαιδεύσει τους εργαζόμενους κατ' αυτήν α) να τοποθετούν στα σημεία συγκράτησης των ανυψούμενων μεταλλικών υλικών από τους ιμάντες γωνίες αλουμινίου, προς αποφυγή κοπής των ιμάντων από τα τυχόν αιχμηρά σημεία των υλικών, β) να μην στέκονται κατά την φόρτωση κάτω από το ανυψούμενο φορτίο αλλά σε ικανή απόσταση ασφαλείας προς αποφυγή ατυχήματος και γ) να φορούν προστατευτικό κράνος ασφαλείας (και γάντια).
Η αμέλεια του τρίτου εναγομένου, ο οποίος τελούσε σε σχέση προστήσεως με την δεύτερη εναγομένη, ενεργώντας κάτω από τις εντολές και οδηγίες των νομίμων εκπροσώπων της, συνίσταται στο ότι προέβη στην ανύψωση του φορτίου των υδρορροών α) χωρίς να έχει τοποθετήσει στα σημεία συγκράτησης των υδρορροών από τους ιμάντες γωνίες αλουμινίου, ώστε να αποφευχθεί η κοπή των ιμάντων από τα αιχμηρά σημεία των υδρορροών και β) χωρίς να έχει επιμεληθεί για την απομάκρυνση του θανόντος από το σημείο φόρτωσης, αλλά αντίθετα επέτρεψε σ' αυτόν να βρίσκεται κάτω από το φορτίο.
Αυτός θα μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει το επελθόν αποτέλεσμα, εάν κατέβαλε την απαιτούμενη προσοχή του μέσου συνετού και επιμελούς εμπειρικού χειριστή ανυψωτικού μηχανήματος. Αλλά και ο θανών συνέβαλε στην επέλευση του ατυχήματος και του θανάτου του, επειδή κατά την ανύψωση του φορτίου α) παρέμεινε κάτω από το ανυψούμενο φορτίο χωρίς να απομακρυνθεί και να επιστρέψει με ασφάλεια μετά τη φόρτωση και β) δεν φορούσε, παρά τις οδηγίες της δεύτερης εναγομένης εταιρίας, το προστατευτικό κράνος ασφαλείας, που βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού του γερανοφόρου οχήματος".
Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ενώ έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αντίθετη έφεση των αναιρεσιβλήτων, κρίνοντας ότι ο θανατωθείς Γ1 είναι συνυπαίτιος για το θανάσιμο τραυματισμό του. Έτσι, εξαφάνισε την πρωτόδικη, 196/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, ως προς τους εναγομένους αναιρεσιβλήτους, κράτησε και δίκασε στην ουσία την υπόθεση και δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, υποχρεώνοντας τους αναιρεσιβλήτους - εναγομένους να καταβάλουν εις ολόκληρον στους αναιρεσείοντες - ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είναι αντιφατικές οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό της συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος για το ατύχημα, αφού το Εφετείο δέχτηκε ότι αυτός παρέμεινε κάτω από το ανυψούμενο φορτίο και δεν φορούσε προστατευτικό κράνος παρά τις οδηγίες που του είχαν δοθεί.
Οι αιτιολογίες αυτές δεν αντιφάσκουν με τις αιτιολογίες που αφορούν τη συνυπαιτιότητα της εργοδότριας εταιρίας, αφού αυτή θεμελιώνεται όχι στην έλλειψη οδηγιών προς το προσωπικό που απασχολούσε, αλλά στη μη εκπαίδευση αυτού για την αποφυγή ατυχημάτων. Κατά συνέπεια, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συνακόλουθα, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-1-2007 αίτηση των Χ1 κ.λ.π., για αναίρεση της 761/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
-
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ