Legislator Case Law & Legislation
605/2006 AI generated

Supreme Court reverses lower court on traffic accident liability due to insufficient causal reasoning regarding speed limit violation.

Case Number 605/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final judgment on a traffic accident case involving a pedestrian and a driver. The lower court had dismissed the claim, finding the driver's slight speed excess and the pedestrian's sudden appearance in darkness as insufficient causes for the accident. The appellate court ruled that the first defendant's reasoning failed to establish a causal link between their driving behavior and the fatal outcome, rendering the decision legally flawed. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's decision and remanded the case for retrial with a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 330, 914 of the Civil Code; The Supreme Court held that a minor speed excess combined with a pedestrian's sudden appearance in darkness does not automatically establish liability, and the lower court must provide adequate reasoning to prove the causal link between the driver's conduct and the accident.

Keywords

AI generated
traffic accident liability causal link requirement speed limit violation pedestrian negligence insufficient reasoning retrial remand civil code provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 297 of the Civil Code
Article 298 of the Civil Code
Article 330 of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 605 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 605/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. χήρας Γ. Γ., 2. Κ. Γ. του Γ., 3. Ν. Γ. του Γ., κατοίκων ... και 4. Ε. Γ. του Γ., κατοίκου ομοίως, νόμιμα εκπροσωπούμενου από την ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτού, μητέρα του Σ. χήρα Γ. Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Ζιάκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Γ. Μ. του Β., 2. Β. Μ. του Γ., 3. Α. συζ. Β. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και 4. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "AGF ΚΟΣΜΟΣ Α.Ε.", ήδη μετονομασθείσας σε "ALLIANZ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοπακάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Μαρτίου 1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1412/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5987/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18 Φεβρουαρίου 2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην των υπό στοιχεία 1, 2 και 3 εκ των αναιρεσίβλητων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανάγνωσε την από 24 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση, με αριθμούς ..., ... και ... εκθέσεις επιδόσεως της δικ. επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κοζάνης Α. Ζ. - Ν. προκύπτει ότι πιστό αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης, ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με παραγγελία της τετάρτης αναιρεσίβλητης, η οποία επισπεύδει την συζήτηση της υπόθεσης, στους πρώτο, δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, αφού αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών (576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητας του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Περαιτέρω, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, ικανή να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και το επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη ή μη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου από την άποψη της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας και της ορθής υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ).

Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1-3 του ν. 2094/1992 (ΚΟΚ) ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί "κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, επιβάλλεται δε να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο ευρίσκεται στο ορατό από αυτόν, μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, ιδιαίτερα δε επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του, εκτός άλλων περιπτώσεων, κατά τις νυκτερινές ώρες, αν πεζοί που βρίσκονται στην τροχιά του καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο σε σχέση με τις συνθήκες του αυτοκινητικού ατυχήματος που είχε σαν αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του Γ. Γ., συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών αναιρεσειόντων δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του τα εξής: Στις 29-3-1997 και περί ώρα 1.30' πρωινή ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το υπ' ...

αυτοκίνητο, το οποίο ανήκει κατά συγκυριότητα, κατά ποσοστό 50% σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων και ήταν ασφαλισμένο στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία AGF ΚΟΣΜΟΣ Α.Ε, της οποίας καθολική διάδοχος κατέστη η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ALLIANZ Α.Ε.Γ.Α και εκινείτο στην επαρχιακή οδό Κοζάνης - Αιανής, με κατεύθυνση προς Αιανή και με ταχύτητα 93 περίπου χιλιομέτρων, όπως αυτή (ταχύτητα) προσδιορίστηκε από τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματός του, μήκους 50 μέτρων, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 90 χιλιόμετρα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι στο δελτίο ιχνών τροχοπέδησης (που επισυνάπτεται στην έκθεση αυτοψίας), η τροχοπέδηση μήκους 50 μέτρων φέρεται αποτυπωθείσα επί ασφάλτου πεπατημένης, ενώ από το σχεδιάγραμμα που συνέταξε το αρμόδιο Όργανο της Τροχαίας, προκύπτει ότι μεγάλο μέρος της τροχοπέδησης αποτυπώθηκε στο δεξιό χωμάτινο έρεισμα και όχι ολόκληρο επί της ασφάλτου.

Φθάνοντας στο 11 χιλιόμετρο της πιο πάνω οδού, λίγο μετά το χωριό Λευκοπηγή, η οποία στο σημείο εκείνο έχει πλάτος 6,80 μέτρα και ήταν ευθεία σε μήκος 600 μέτρων, αντιλήφθηκε από απόσταση 10-15 μέτρων τον 38χρονο πεζό Γ. Γ., σύζυγο και πατέρα των εναγόντων, αντίστοιχα, να εισέρχεται τρέχοντας στο οδόστρωμα, από αριστερά του, σε σχέση με την πορεία του οχήματος του και να βρίσκεται στην πορεία του.

Ο πρώτος εναγόμενος ανέκοψε αμέσως με τροχοπέδηση την ταχύτητά του και ταυτόχρονα επεχείρησε ελιγμό προς τα δεξιά, για να αποφύγει τον πεζό, που εμφανίσθηκε απρόσμενα στην πορεία του μέσα στην νύκτα και εκτός κατοικημένης περιοχής. Δεν κατέστη, όμως, εφικτή η αποφυγή της πρόσκρουσής του με τον πεζό, τον οποίο παρέσυρε με το αριστερό φτερό, περίπου 1 με 1,5 μέτρο από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος και ενώ ακόμη το όχημα τροχοπεδούσε.

Ο πεζός εκτινάχθηκε ακολούθως στον ανεμοθώρακα του οχήματος και με την ακινητοποίησή του κατέπεσε στο έδαφος. Από την πρόσκρουση αυτή ο τελευταίος υπέστη κάκωση σπονδυλικής στήλης με βλάβη νωτιαίου μυελού στο ύψος Θ11 και παραπληγία, κάταγμα μηριαίου δεξιά, πολλαπλά κατάγματα πλευρών άμφω και κάταγμα βραχιονίου, από τα οποία και μόνο τραύματα που του προκάλεσαν αναπνευστική και νεφρική ανεπάρκεια και επιπρόσθετα βαριά αιμορραγία στον αριστερό πνεύμονα, επήλθε ο θάνατός του, στις 11-4-1997.

Αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο θανών, Γ. Γ., ο οποίος, ενώ βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, με ποσοστό οινοπνεύματος 1,82ο/οο, κατήλθε ανέλεγκτα και βιαστικά (τρέχοντας) στο οδόστρωμα, μέσα στη νύκτα, εκτός διαβάσεων πεζών, προκειμένου να σταματήσει το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, για να τον μεταφέρει στην Αιανή, χωρίς να λάβει υπόψη την απόσταση και την ταχύτητα του αυτοκινήτου αυτού και δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως ότι δεν θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία του εν λόγω αυτοκινήτου.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε, ότι, ανέλεγκτα, βιαστικά (τρέχοντας) ο Γ. Γ., επεχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα, εκτός διαβάσεων πεζών και σε μη κατοικημένη περιοχή, όπου δεν υφίστατο τεχνητός φωτισμός (επικρατούσε σκοτάδι), ενέργεια που θα απέφευγε κάθε μέσος συνετός άνθρωπος, αφού εμφανίστηκε ξαφνικά πίσω από διερχόμενο μοτοποδήλατο που εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα πορείας του πρώτου εναγομένου (βλ.

κατάθεση μάρτυρος Κ. Μ. ενώπιον του Πενταμελούς Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης). Ο εναγόμενος, ο οποίος εκινείτο κανονικά, αντιλήφθηκε τον πεζό σε απόσταση 10-15 μέτρων, λόγω της αιφνίδιας και βιαστικής, κατά τα προαναφερόμενα, εμφάνισής του, ήταν δε αδύνατο, ενόψει του σκότους, να τον αντιληφθεί νωρίτερα. Η υπέρβαση εκ μέρους του πρώτου εναγομένου του ορίου ταχύτητας, κατά τρία μόλις χιλιόμετρα, (έτρεχε 93 χιλιόμετρα την ώρα, αντί 90), σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και ενόψει όλων των ως άνω συνθηκών (πεζός σε κατάσταση μέθης, που εμφανίσθηκε ξαφνικά, σε συνθήκες σκότους, εκτός κατοικημένης περιοχής, ο οποίος έτρεξε πάνω στο αυτοκίνητο), δεν θεωρείται πρόσφορος τρόπος τέλεσης του ως άνω ατυχήματος, το οποίο άλλωστε, δεν ήταν δυνατόν ν' αποφευχθεί.

Αντιθέτως, αποδείχθηκε, ότι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός αντέδρασε με τον πιο ενδεδειγμένο τρόπο, αφού, μόλις αντιλήφθηκε τον πεζό, ανέκοψε ταχύτητα και πραγματοποίησε ελιγμό προς τα δεξιά, διότι εκείνο το τμήμα της οδού ήταν ελεύθερο, ενώ, αν έκανε ελιγμό προς τα αριστερά, θα κτυπούσε τον πεζό με το εμπρόσθιο μέρος του οχήματός του και επομένως το κτύπημα θα ήταν σφοδρότατο, εξάλλου δε αλλαγή κατεύθυνσης προς τα αριστερά θα ήταν περισσότερο επικίνδυνη, αφού έτσι θα εισερχόταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, αναφορικά με τις συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος ήτοι: α) ότι η οδός στο σημείο που αυτό έλαβε χώρα είναι ευθεία σε μήκος 600 μέτρων, β) ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου αντιλήφθηκε από απόσταση 10-15 μέτρων τον θανατωθέντα πεζό να εισέρχεται τρέχοντας στο οδόστρωμα, από αριστερά του, σε σχέση με την πορεία του οχήματός του και να βρίσκεται στη πορεία του, γ) ότι ο ενλόγω οδηγός εκινείτο κανονικά παρότι, ως δέχεται, ήταν νύχτα και επικρατούσε στο τόπο του ατυχήματος σκότος, η δε ταχύτητά του υπερέβαινε το όριο ταχύτητας (90 χιλ.) κατά τρία χιλιόμετρα και δ) ότι η υπέρβαση αυτή του ορίου ταχύτητας, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και ενόψει όλων των συνθηκών (πεζός σε κατάσταση μέθης που εμφανίσθηκε ξαφνικά, σε συνθήκες σκότους, εκτός κατοικημένης περιοχής, ο οποίος έτρεξε πάνω στο αυτοκίνητο) δεν θεωρείται πρόσφορος τρόπος τέλεσης του άνω ατυχήματος, το οποίο άλλωστε δεν ήταν δυνατόν ν'αποφευχθεί και ότι ο ενλόγω οδηγός αντέδρασε με τον πιο ενδεδειγμένο τρόπο, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με την έλλειψη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της προηγηθείσας του ατυχήματος συμπεριφοράς του άνω οδηγού και του επελθόντος επιζημίου αποτελέσματος που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής η μη εφαρμογής των άνω διατάξεων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Κατόπιν αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης με τον οποίο κατ' ορθήν εκτίμηση προβάλλεται κατά της ενλόγω απόφασης η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 και όχι η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια. Στη συνέχεια δε πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο δύναται να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5987/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2005. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ