Legislator Case Law & Legislation
604/2024 AI generated

Supreme Court annuls lower court decision and orders refund of funds paid under annulment due to procedural error.

Case Number 604/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the First Instance Court of Athens' decision of 4462/2021 and remanded the case for retrial. The appellant, DEH, had paid the respondent, ATEBE, a total of 57,387.24 euros to settle the dispute. The Court found that the respondent's payment was made in compliance with the annulled judgment, creating a legal obligation to return the funds upon annulment. Consequently, the Court ordered the respondent to refund the principal amount plus interest from the date of the annulment decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 340 of the Civil Code and Article 561 of the Code of Civil Procedure; Upon annulment of a final judgment, parties must be restored to the pre-litigation state, requiring the return of funds paid under the annulled decision.

Keywords

AI generated
annulment of judgment restoration of status quo return of funds interest on refund procedural restitution civil code article 340 remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 340 of the Civil Code
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 604 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 604/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΔΕΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πάζιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία ".... ΑΝΩΝΥΜΗ - ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο ".... ΑΤΕΒΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Κεφαλίδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13168/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 4462/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-2-2022 αίτησή της και τους από 12-12-2023 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 4462/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τεχνική εταιρία με την επωνυμία ... ΑΤΕΒΕ'', με την από 22-12-2016 αγωγή της ισχυρίστηκε ότι συνήψε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ΔΕΗ ΑΕ την από … και με αριθμό ... σύμβαση, με την οποία ανέλαβε την εκτέλεση του έργου διακίνησης "…'', έναντι του συνολικού τιμήματος των 35.089.000 ευρώ, το οποίο θα καταβαλλόταν κατά τους ρητά συμφωνηθέντες και αναλυτικά εκτιθέμενους στην αγωγή συμβατικούς όρους, με ημερομηνία έναρξης των εργασιών την … και λήξης αυτών την ….

Ότι παρότι εκτέλεσε το έργο εμπροθέσμως και προσηκόντως, η εναγομένη κατέβαλε τμηματικά, ως είχε συμφωνηθεί, το τίμημα αυτού, πλην όμως οι τμηματικές καταβολές έλαβαν χώρα εκπροθέσμως και κατά παράβαση των συμφωνηθέντων , με συνέπεια για κάθε αναφερόμενο στην αγωγή τιμολόγιο να της οφείλονται οι αναφερόμενοι στην αγωγή τόκοι υπερημερίας, συνολικού ποσού για την προαναφερόμενη σύμβαση 38.757,13 ευρώ.

Ότι με την εναγομένη συνήψε επίσης την από … και με αριθμό ... σύμβαση, με την οποία ανέλαβε την εκτέλεση του έργου διακίνησης ''…, έναντι του συνολικού τιμήματος των 15.004.800 ευρώ, το οποίο θα καταβαλλόταν κατά τους ρητά συμφωνηθέντες συμβατικούς όρους, με ημερομηνία έναρξης εργασιών την … και λήξης αυτών την ….

Ότι παρότι εκτέλεσε το έργο εμπροθέσμως και προσηκόντως η εναγόμενη κατέβαλε, τμηματικώς , ως είχε συμφωνηθεί, το τίμημα αυτού, πλην όμως οι τμηματικές καταβολές έλαβαν χώρα εκπροθέσμως και κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, με συνέπεια για κάθε αναφερόμενο στην αγωγή τιμολόγιο να της οφείλονται οι αναφερόμενοι στην αγωγή τόκοι υπερημερίας, συνολικού ποσού για την προαναφερόμενη σύμβαση 55.448,55 ευρώ.

Με βάση τα ανωτέρω η ενάγουσα ζήτησε τα ανωτέρω ποσά καταψηφιστικά, δυνάμει των ως άνω μεταξύ τους συμβάσεων, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με τους νόμιμους τόκους. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 13168/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή, δεχόμενη εκπρόθεσμη εξόφληση μόνο του υπ' αριθ.

… ένδικου τιμολογίου, ενώ απέρριψε αυτήν κατά τα λοιπά ένδικα τιμολόγια ως ουσιαστικά αβάσιμη. Την ως άνω πρωτόδικη απόφαση προσέβαλε η ενάγουσα με την από 12-3-2018 έφεσή της και η εναγομένη με την ασκηθείσα με αυτοτελές δικόγραφο από 28-1-2020 αντέφεσή της. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 4462/2021 απόφασή του, αφού τις συνεκδίκασε, έκανε δεκτές αυτές τυπικά και αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την αντέφεση, έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την από 12-3-2018 έφεση, ακολούθως δε εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την από 22-12-2016 αγωγή της ενάγουσας, δέχθηκε εν μέρει αυτήν, κατά την κύρια βάση της, ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

Την απόφαση αυτή προσβάλλει η εναγομένη - αναιρεσείουσα, με την κρινόμενη από 24-2-2022 αίτηση αναίρεσης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α'και β' ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του ν. 4842/2021, το οποίο κατά τη διάταξη της παρ.2β του άρθρου 116 του ιδίου νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ.2 του ν. 4912/2022, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).

Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 24-2-2022 αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 4462/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (29-1-2024), η δε αιτούσα άσκησε πρόσθετους λόγους με το από 12-12-2023 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 13-12-2023 (βλ.

σχετική πράξη κατάθεσης) και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 18-12-2023 δηλαδή τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως τούτο προκύπτει από την με αριθμό … έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κοζάνης Ε. Γ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα.

Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, που συνεκδικάζονται με την αίτηση λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (αρθρ.246 ΚΠολΔ), εφόσον ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και αφορούν τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης με την αίτηση αναιρέσεως αποφάσεως (άρθ. 569 § 2 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτοί (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ) και πρέπει, να ερευνηθούν περαιτέρω.

Η διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ, που ορίζει ότι προς σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, σύμβαση, καθιερώνει τον κανόνα ότι η ιδιωτική αυτονομία μπορεί να παράγει ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις κατ` αρχήν μόνο μέσω σύμβασης και δεν αρκεί αντίθετα μονομερής δικαιοπραξία, αφού το να αποκτά ένα άτομο δικαιώματα και πολύ περισσότερο υποχρεώσεις με βάση τη βούληση άλλου ατόμου και χωρίς τη δική του συναίνεση προσκρούει στην αυτοδιάθεση και στην ισότητα των πολιτών, ως συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα (άρθρ. 2§1, 4§§1 παρ. 2 και 5§1 του Συντάγματος).

Συνέπεια άμεση της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που έμμεσα καθιερώνεται με την αυτή διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ ως έκφραση της οικονομικής ελευθερίας, που αποτελεί και αυτή ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 5§1 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 4/1998). Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μη συνάπτει σύμβαση τόσο γενικά όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου) και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης (ΑΠ 492/2023, ΑΠ 951/2023, ΑΠ 49/2021).

Περαιτέρω κατά τα άρθρα 340 και 341 παρ. 1 ΑΚ, ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή, αν όμως για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνήθηκε ή, κατά μείζονα λόγο, από το νόμο τάσσεται ορισμένη (δήλη) ημέρα καταβολής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ, ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Την έλλειψη της υποκειμενικής προϋπόθεσης της ευθύνης του πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο οφειλέτης. Η τελευταία αυτή διάταξη δεν προσδιορίζει ειδικότερα σε τι συνίσταται το απαλλακτικό της ευθύνης του οφειλέτη γεγονός, με συνέπεια αυτό να λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια και να επενεργεί υπέρ του οφειλέτη απαλλακτικά κάθε τυχαίο ή άλλο γεγονός που δεν καταλογίζεται στον ίδιο ή στους αντιπροσώπους του (ΑΠ 18/2021).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 24/2023, ΑΠ 162/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...Μεταξύ των διαδίκων, ως συνομολογείται, καταρτίστηκαν α. την … η με αριθμό ... σύμβαση δυνάμει της οποίας η ενάγουσα, ως ανάδοχος εργολάβος εταιρία, ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί στην έγκαιρη, έντεχνη άρτια, οικονομική και ασφαλή εκτέλεση του έργου "…", έναντι του τιμήματος των 35.089.000€, το οποίο θα εξοφλείτο τμηματικά και δη με την πληρωμή των εργασιών που θα εκτελούσε η ανάδοχος και των μηνιαίων αναθεωρήσεων κατόπιν μηνιαίων πιστοποιήσεων, με χρόνο έναρξης εργασιών την … και ολοκλήρωσης αυτών την ….

Σκοπός του έργου ήταν η αποκάλυψη του σημαντικότερου κοιτάσματος της Βυθισμένης Περιοχής μέσω της επέκτασης προς Δυσμάς και η υλοποίηση του χρονοδιαγράμματος ένταξης των αποθετών στην εσωτερική απόθεση … και αντικείμενο της ανωτέρω σύμβασης ήταν η εσκαφή, φόρτωση, μεταφορά, απόθεση και διάστρωση 35.000.000 Μ3 στ.

υπερκειμένων υλικών από τον χώρο εσκαφής Ε1 της περιοχής των Δυτικών Πρανών προς το χώρο αποθήκευσης Α1 και η εσκαφή, φόρτωση, μεταφορά, απόθεση και διάστρωση 1.200.000 τόνων λιγνίτη από το χώρο εκσκαφής Ε1 της περιοχής των Δυτικών Πρανών προς την αυλή λιγνίτη του … και β. την … η με αριθμό ... σύμβαση με την οποία η ενάγουσα ως ανάδοχος εργολάβος εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί στην έγκαιρη, έντεχνη, άρτια, οικονομική και ασφαλή εκτέλεση του έργου "…", έναντι του συνολικού τιμήματος των 15.004.800€, το οποίο θα εξοφλείτο τμηματικά και δη με την πληρωμή των εργασιών που θα εκτελούσε η ανάδοχος και των αντίστοιχων αναθεωρήσεων κατόπιν μηνιαίων πιστοποιήσεων, με χρόνο έναρξης εργασιών την … και ολοκλήρωσης αυτών την ….

Αντικείμενο της ανωτέρω σύμβασης ήταν η εσκαφή, φόρτωση, μεταφορά, απόθεση και διάστρωση 10.000.000 Μ 3 στ. υπερκειμένων υλικών από τον χώρο εσκαφής Ε1 της περιοχής των Δυτικών Πρανών προς το χώρο αποθήκευσης Α1, η εσκαφή, φόρτωση, μεταφορά, απόθεση και διάστρωση 2.200.000 Μ 3 στ. ενδιάμεσων στείρων από το χώρο εσκαφής προς το χώρο απόθεσης Α1 και η εσκαφή, φόρτωση, μεταφορά και απόθεση 2.160.000 τόνων λιγνίτη από το χώρο εσκαφής προς το Β

…. Τις μελλοντικώς απορρέουσες από τις ανωτέρω συμβάσεις έργων απαιτήσεις της, η ενάγουσα εκχώρησε στην τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "… Α.Ε.". Ειδικότερα την … καταρτίστηκε μεταξύ των προαναφερομένων (ενάγουσας και τραπεζικής εταιρίας) η με αριθμό … σύμβαση εκχώρησης απαιτήσεων λόγω ενεχύρου, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της Τραπεζικής εταιρίας εναντίον της από την υπ'αριθμ.

… σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό και των πρόσθετων πράξεων αυτής, συνέστησε ενέχυρο, ως εκχωρήτρια, υπέρ της αποδεχόμενης τράπεζας, επί του συνόλου των απαιτήσεων της κατά της ΔΕΗ.Α.Ε. που απορρέουν από την πρώτη ανωτέρω σύμβαση με αριθμό ... και εξουσιοδότησε αυτήν ρητά να εισπράττει από μόνη της τις πιο πάνω απαιτήσεις σε οποιοδήποτε ποσό κι αν ανέλθουν.

Επίσης την …καταρτίσθηκε μεταξύ των ως άνω (ενάγουσας και τραπεζικής εταιρίας) η με αριθμό … σύμβαση εκχώρησης απαιτήσεων λόγω ενεχύρου, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα, προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της Τραπεζικής εταιρίας εναντίον της από την υπ'αριθμ. … σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό και των πρόσθετων πράξεων αυτής, συνέστησε ενέχυρο, ως εκχωρήτρια, υπέρ της αποδεχόμενης τράπεζας, επί του συνόλου των απαιτήσεων της κατά της ΔΕΗ.Α.Ε.

που απορρέουν από την δεύτερη ανωτέρω σύμβαση με αριθμό ... και εξουσιοδότησε αυτήν ρητά να εισπράττει από μόνη της τις πιο πάνω απαιτήσεις σε οποιοδήποτε ποσό κι αν ανέλθουν. Αμφότερες οι ανωτέρω καταπιστευτικές εκχωρήσεις όμως είναι απολύτως άκυρες. Και τούτο διότι με αυτές επιχειρήθηκε η εκχώρηση λόγω ενεχύρου απαιτήσεων που απορρέουν από εργολαβικές συμβάσεις, για την εκτέλεση των οποίων η ανάδοχος εταιρία- ενάγουσα θα χρησιμοποιούσε την εργασία τρίτων, μη γεννημένων και εκκαθαρισμένων, ως επιβάλει για τη νομιμότητα μίας τέτοιας εκχώρησης το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 4694/1930, με συνέπεια να μην επιφέρουν καμία μεταβολή στις σχέσεις μεταξύ της εκχωρήτριας αναδόχου (ενάγουσας) και της αντισυμβαλλομένης της (εναγομένης).

Να σημειωθεί δε ότι η ακυρότητα ως απόλυτη δεν θεραπεύεται από την προγενέστερη, της κατάρτισης αυτών, έγκριση των εκχωρήσεων από την εναγομένη εταιρία. Επομένως η ενάγουσα εταιρία παραδεκτώς επιδιώκει την ικανοποίηση των επίδικων απαιτήσεών της, απορριπτόμενου του αντίθετου ισχυρισμού της εναγομένης.

Με το άρθρο 4 εκάστης σύμβασης που τιτλοφορείται "Τρόπος Πληρωμής" ορίσθηκε ότι: "Με τις προϋποθέσεις του Άρθρου 34 των Γενικών Όρων και του άρθρου 11 των Ειδικών Όρων οι πληρωμές προς τον Ανάδοχο θα γίνονται ως εξής: 1. Δεν θα δοθεί προκαταβολή στον Ανάδοχο. 2. Οι πληρωμές των εργασιών, που εκτελεί ο Ανάδοχος και των αντίστοιχων αναθεωρήσεων, θα γίνονται με τις μηνιαίες πιστοποιήσεις. 3.

Σε κάθε πληρωμή λογαριασμών και αναθεωρήσεων προς τον Ανάδοχο θα διενεργούνται κρατήσεις για Εγγύηση Καλής Εκτέλεσης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 4 του Άρθρου 22 των Γενικών Όρων. Οι κρατήσεις αυτές ορίζονται σε τρία τοις εκατό (3%) στην πιστοποιούμενη αξία κάθε πληρωμής. 4. Οι παραπάνω κρατήσεις δύνανται να αντικατασταθούν με ισόποσες Εγγυητικές Επιστολές μετά την αποδοχή εκ μέρους της ΔΕΗ ΑΕ της αίτησης του Αναδόχου για την προσωρινή Παραλαβή του Έργου.

Οι Εγγυητικές αυτές Επιστολές επιστρέφονται μαζί με τις Εγγυητικές Καλής Εκτέλεσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Άρθρο 22 των Γενικών Όρων". Περαιτέρω με το άρθρο 34 των γενικών όρων αμφοτέρων των επίδικων συμβάσεων που είναι πανομοιότυπο και τιτλοφορείται "Τρόπος πληρωμής - Συμψηφισμός απαιτήσεων-Εκκαθάριση λογαριασμών" ορίσθηκε : "1.

Οι πληρωμές προς τον Ανάδοχο θα γίνονται σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης την 24η ημέρα του μεθεπόμενου μήνα, από την ημερομηνία υποβολής στην Επιχείρηση όλων των σχετικών δικαιολογητικών τα οποία θα πρέπει να είναι επακριβή και πλήρη. Μέσα στην προθεσμία αυτή θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί από την Επιχείρηση και οι πάσης φύσεως έλεγχοι της ακρίβειας και της πληρότητας των υποβληθέντων δικαιολογητικών.

Σε περίπτωση αργίας, ως ημερομηνία εξόφλησης των τιμολογίων θα θεωρείται η αμέσως επομένη εργάσιμη ημέρα. 2. Για την πραγματοποίηση των πληρωμών, ο Ανάδοχος υποχρεούται να υποβάλει τα απαραίτητα δικαιολογητικά κατά περίπτωση, όπως καθορίζονται στους Ειδικούς Όρους. ...6. Καμία πληρωμή δε θα γίνεται στον Ανάδοχο χωρίς συμμόρφωσή του προς τους κανονισμούς των Ελληνικών Φορολογικών Αρχών, οι οποίοι ισχύουν κατά το χρόνο της πληρωμής (Πιστοποιητικό Φορολογικής Ενημερότητας κλπ).

Πληρωμές σε μετρητά θα γίνονται μέχρι του ανωτάτου ορίου που καθορίζεται κάθε φορά από την Ελληνική Νομοθεσία. 7. Στο τέλος κάθε τριμήνου, από την ημερομηνία έναρξης της Σύμβασης, όπως επίσης και πριν την οριστική εκκαθάριση των πληρωμών, ο Ανάδοχος θα αποδεικνύει με αντίστοιχα πιστοποιητικά ότι έχουν εκπληρωθεί όλες οι υποχρεώσεις του προς το ΙΚΑ ή και σε άλλους Ασφαλιστικούς Οργανισμού, σε σχέση με το προσωπικό του.

Αν η έκδοση των παραπάνω πιστοποιητικών είναι φανερά αδύνατη για τον Ανάδοχο, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Επιχείρησης να δεχθεί στη θέση των πιστοποιητικών αυτών, άλλα ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία ή/και εγγυήσεις, που θα καλύπτουν την Επιχείρηση σχετικά με τα οποιαδήποτε ποσά που τυχόν θα απαιτήσουν το ΙΚΑ ή οι άλλοι ασφαλιστικοί Οργανισμοί ...9.

Η Επιχείρηση θα παρακρατεί, από τα προσκομιζόμενα προς πληρωμή τιμολόγια του Αναδόχου, οποιαδήποτε ποσά οφείλει να πληρώσει ο Ανάδοχος έναντι φόρου εισοδήματος ή οποιωνδήποτε άλλων επιβαρύνσεων υπέρ τη Πολιτείας ή των Ασφαλιστικών Ιδρυμάτων ή υπέρ οποιουδήποτε τρίτου.,...". Με το πανομοιότυπο άρθρο 11 αμφοτέρων των συμβάσεων που τιτλοφορείται " Τρόπος πληρωμής-Δικαιολογητικά" ορίσθηκε ότι: " Πέρα των αναφερομένων στο άρθρο 34 των Γενικών Όρων για τη σύνταξη των πιστοποιήσεων και λοιπών δικαιολογητικών, ισχύουν τα ακόλουθα:

Για την πληρωμή των εκτελούμενων εργασιών απαιτείται: Συγκεντρωτικός Λογαριασμός ελεγμένος και υπογεγραμμένος από την Επιβλέπουσα Υπηρεσία, συνοδευόμενος από μηνιαία Πιστοποίηση σύμφωνα με την παρακάτω διαδικασία: Μετά τη λήξη κάθε μήνα ο Ανάδοχος συντάσσει σε (6) έξι αντίγραφα Πιστοποίηση και Συγκεντρωτικό Λογαριασμό σε έντυπα που εγκρίνονται από την Προϊσταμένη Υπηρεσία, των οφειλομένων σε αυτών ποσών από τις εργασίες που εκτελέστηκαν.

Οι Πιστοποιήσεις αυτές στηρίζονται στις καταμετρήσεις των εργασιών και στα πρωτόκολλα παραλαβής αφανών εργασιών. Στην Πιστοποίηση περιλαμβάνονται μόνο εργασίες που έχουν καταμετρηθεί. Για τμήματα όμως του Έργου που κατά την κρίση της Επιβλέπουσας Υπηρεσίας δεν ήταν δυνατή η σύνταξη επιμετρήσεων κατά διακριτικά και αυτοτελώς επιμετρήσιμα τμήματα του Έργου, επιτρέπεται να περιλαμβάνονται στην Πιστοποίηση εργασίες βάσει προσωρινών επιμετρήσεων για τις οποίες όμως έχουν ληφθεί επιμετρικά στοιχεία.

Η επιβλέπουσα Υπηρεσία, μέσα σε προθεσμία 15 ημερών από τη λήψη του, υπογράφει το Συγκεντρωτικό Λογαριασμό και την Πιστοποίηση βεβαιώνοντας έτσι ότι οι ποσότητες είναι σύμφωνες με τις Επιμετρήσεις και τα Επιμετρικά στοιχεία, οι τιμές σύμφωνα με τη Σύμβαση και τις σχετικές διατάξεις και γενικά ότι έχουν διενεργηθεί στο Λογαριασμό και στην Πιστοποίηση όλες οι περικοπές και οι εκπτώσεις ποσών που προκύπτουν από τη Σύμβαση.

Αν η Πιστοποίηση που έχει υποβληθεί έχει ασάφειες ή ανακρίβειες σε βαθμό που είναι δυσχερής η διόρθωση της, η Επιβλέπουσα Υπηρεσία επισημαίνει τις ανακρίβειες ή ασάφειες που διαπιστώθηκαν κατά τον έλεγχο και παραγγέλει την ανασύνταξη και την επανυποβολή τους. Στην περίπτωση αυτή, η ως άνω οριζόμενη προθεσμία αρχίζει από την επανυποβολή της από τον Ανάδοχο.

Μετά την έγκριση της Πιστοποίησης και του Συγκεντρωτικού Λογαριασμού από την Προϊσταμένη Υπηρεσία και τη προσκόμιση του θεωρημένου τιμολογίου και των λοιπών δικαιολογητικών η Επιχείρηση υποχρεούται να προβαίνει στην πληρωμή του λογαριασμού μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στο Άρθρο 34 των Γενικών Όρων.

Αν όμως παρά την σχετική ειδοποίηση ο Ανάδοχος καθυστερεί στην προσκόμιση των δικαιολογητικών αυτών η σχετική προθεσμία αρχίζει από την υποβολή των δικαιολογητικών αυτών. Για την πληρωμή των αναθεωρήσεων απαιτείται: "Πιστοποίηση Αναθεώρησης Τιμών" που περιλαμβάνει πλήρη στοιχεία, με βάση τα οποία έχουν γίνει οι υπολογισμοί των αναθεωρήσεων, ελεγμένη και υπογραμμένη από την Επιβλέπουσα Υπηρεσία.

Η ακολουθούμενη διαδικασία είναι αυτή που ισχύει για τις μηνιαίες πιστοποιήσεις. Ο Ανάδοχος είναι υποχρεωμένος κατά την τελική εξόφληση να προσκομίσει βεβαίωση ενημερότητας του ΙΚΑ ή άλλου ασφαλιστικού οργανισμού Κύριας ασφάλισης, που είναι ασφαλισμένο το προσωπικό του. Σε περίπτωση που γίνει επιμέτρηση καλύπτουσα διάστημα μεγαλύτερο του μήνα....

Ο Ανάδοχος βαρύνεται με κάθε είδους αποδοχές και υποχρεώσεις, σαν Εργοδότης, απέναντι στο Προσωπικό του. Επίσης βαρύνεται με όλες τις εισφορές προς τα Ασφαλιστικά Ταμεία (ΙΚΑ κπλ) και προς κάθε τρίτο και για οποιαδήποτε βάρη προς το Δημόσιο, Δήμους, Κοινότητες, ΝΠΔΔ, το Εργολαβικό κέρδος και γενικά κάθε δαπάνη...".

Τέλος σύμφωνα με τον πανομοιότυπο όρο 15β του 5ου συμβατικού τεύχους με τους Ειδικούς Όρους ορίζεται ότι "Β. Πληρωμή αμοιβής/τιμήματος: Η πληρωμή του Εργολάβου/Αναδόχου θα γίνεται από τη ΔΕΗ την ημέρα όπου προβλέπεται στο τεύχος Γενικών Όρων με την υποβολή των παρακάτω δικαιολογητικών: 1. Πιστοποίηση εκτέλεσης των εργασιών κατά τρόπο ικανοποιητικό και σύμφωνο με τους όρους της σύμβασης, εγκεκριμένη από το αρμόδιο όργανο της ΔΕΗ. 2.

Τιμολόγιο του Εργολάβου υπέρ της ΔΕΗ, 3.Φορολογική ενημερότητα. 4. Ασφαλιστική ενημερότητα. 5. Υπεύθυνη δήλωση του νομίμου εκπροσώπου τους Εργολάβου/Αναδόχου με την οποία θα βεβαιώνεται ότι έχουν τηρηθεί απαρεγκλίτως οι διατάξεις της Εργατικής και Ασφαλιστικής Νομοθεσίας για το απασχολούμενο Προσωπικό από αυτόν ή /και τον Υπεργολάβο για την περίοδο αναφοράς του τιμολογίου. 6 Θεωρημένα από το ΙΚΑ αντίγραφα μισθολογικών καταστάσεων του προσωπικού του Εργολάβου/Αναδόχου ή/και Υπεργολάβου για την περίοδο αναφοράς του τιμολογίου. 7.

Αντίγραφα παραστατικών, από τα οποία αποδεικνύεται η καταβολή μέσω Τραπέζης των αποδοχών των εργαζομένων στον Εργολάβο/Ανάδοχο ή Υπεργολάβο αυτού. 8. Κάθε άλλο έγγραφο που δύναται να αποδείξει την τήρηση της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας για το προσωπικό που απασχολήθηκε την περίοδο αναφοράς του τιμολογίου, το οποίο τυχόν θα ζητηθεί από τα αρμόδια όργανα της ΔΕΗ".

Από τα ανωτέρω λοιπών καθίσταται σαφές ότι σύμφωνα με τους όρους των επίδικων συμβάσεων ίσχυαν συμβατικώς τα ακόλουθα: 1. Για την πληρωμή των εκτελούμενων εργασιών η ενάγουσα θα έπρεπε να καταθέτει στην εναγομένη συγκεντρωτικό λογαριασμό συνοδευόμενο από μηνιαία πιστοποίηση, για τη δε πληρωμή των αναθεωρήσεων, θα έπρεπε να καταθέτει πιστοποιήσεις αναθεώρησης τιμών, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 11 των ειδικών όρων, η ακρίβεια των οποίων θα ελεγχόταν από την Επιβλέπουσα Υπηρεσία της εναγομένης εντός προθεσμίας 15 ημερών από τη λήψη τους. 2.

Ότι μετά την έγκριση των πιστοποιήσεων και των συγκεντρωτικών λογαριασμών η ενάγουσα θα έπρεπε να προσκομίζει θεωρημένο τιμολόγιο και τα αναφερόμενα στα άρθρα 15Β δικαιολογητικά -πλην της ασφαλιστικής ενημερότητας, για την οποία γίνεται λόγος κατωτέρω- προκειμένου να λάβει χώρα η πληρωμή την 24η ημέρα του μεθεπόμενου μήνα από την προσκόμιση αυτών. 3.

Ότι μέσα στην προθεσμία αυτή θα έπρεπε να ολοκληρώνονται από την εναγομένη και οι πάσης φύσεως έλεγχοι της ακρίβειας και της πληρότητας των υποβληθέντων δικαιολογητικών, σε περίπτωση δε που η ενάγουσα καθυστερούσε την προσκόμιση κάποιου δικαιολογητικού, παρά τη σχετική ειδοποίηση από την εναγόμενη, η σχετική προθεσμία θα άρχιζε από την υποβολή του δικαιολογητικού αυτού. 4.

Ότι στα απαιτούμενα, για την έναρξη της προθεσμίας πληρωμής εκάστου τιμήματος, δικαιολογητικά δεν εντάσσεται η ασφαλιστική ενημερότητα ή οποιοδήποτε άλλο πιστοποιητικό που αποδείκνυε ότι έχουν εκπληρωθεί όλες οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις της ενάγουσας αναφορικά με το προσωπικό της, αφού η προσκόμιση αυτών τέθηκε ως όρος για την εξόφληση του τιμήματος.

Και τούτο διότι τόσο στο άρθρο 34 των Γενικών Όρων (παρ.7) ρητά αναφέρεται ότι η ενάγουσα θα αποδείκνυε πριν την οριστική εκκαθάριση εκάστης πληρωμής με αντίστοιχα πιστοποιητικά ότι έχουν εκπληρωθεί όλες οι υποχρεώσεις της προς το ΙΚΑ ή έτερους ασφαλιστικούς οργανισμούς σε σχέση με το προσωπικό της όσο και στο άρθρο 11 των ειδικών όρων γίνεται ρητή αναφορά ότι η ασφαλιστική ενημερότητα που όφειλε να προσκομίζει η ενάγουσα ως δικαιολογητικό προκειμένου να λάβει χώρα η πληρωμή αυτής, θα λάμβανε χώρα κατά την τελική εξόφληση.

Επομένως για την έναρξη της προθεσμίας καταβολής του τιμήματος των εκάστοτε εκτελούμενων εργασιών και τυχόν αναθεωρήσεων αρκούσε η προσκόμιση του σχετικού τιμολογίου και των λοιπών δικαιολογητικών πλην της ασφαλιστικής ενημερότητας ή οποιοδήποτε άλλου πιστοποιητικού εκπλήρωσης των ασφαλιστικών της υποχρεώσεων η οποία εδύνατο να προσκομισθεί έως το πέρας της προθεσμίας πληρωμής.

Για όσο δε χρονικό διάστημα η ενάγουσα παρέλειπε να συμμορφωθεί με την νόμιμη (δευτερεύουσα) υποχρέωσή της να καταθέσει στην εναγόμενη βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας ή οποιοδήποτε άλλο πιστοποιητικό απόδειξης εκπλήρωσης των ασφαλιστικών της υποχρεώσεων, η τελευταία, προβάλλοντας τη γνήσια αναβλητική ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (άρθρο 374 ΑΚ), είχε δικαίωμα να αρνηθεί να της καταβάλει το τίμημα των εργασιών του οικείου τιμολογίου την 24η ημέρα του μεθεπόμενου μήνα από την κατάθεση των τιμολογίου και λοιπών δικαιολογητικών, λόγω μη προσήκουσας εκπλήρωσης της παροχής της αντισυμβαλλομένης της, με περαιτέρω έννομη συνέπεια να μην καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή η κύρια απαίτηση (για το τίμημα) και, κωλυομένης της έναρξης της τοκογονίας, να μην οφείλονται τόκοι υπερημερίας επ' αυτής (......).

Στα πλαίσια των ανωτέρω συμβάσεων η ενάγουσα προέβη εγκαίρως και προσηκόντως στην εκτέλεση των εργασιών που ανέλαβε, ως συνομολογείται, και εξέδωσε τους αντίστοιχους μηνιαίους συγκεντρωτικούς λογαριασμούς και πιστοποιήσεις, τους οποίους μετά την έγκριση τους από την επιβλέπουσα υπηρεσία της εναγομένης προσκόμιζε σε αυτήν αυθημερόν με την έκδοση των αντίστοιχων τιμολογίων, φορολογικών ενημεροτήτων και λοιπών δικαιολογητικών, πλην των επικαλούμενων από την εναγομένη ασφαλιστικών ενημεροτήτων του ΙΚΑ και των πιστοποιητικών εγγράφων απόδειξης καταβολής εισφορών υπέρ του ΤΣΜΕΔΕ, για τα οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω, και τα οποία προσκομίσθηκαν μεταγενέστερα της έκδοσης εκάστου τιμολογίου.

Ειδικότερα η ενάγουσα εξέδωσε:... [Το εφετείο παραθέτει στη συνέχεια τα προσκομισθέντα από την αναιρεσίβλητη τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για εκάστη σύμβαση, κρίνοντας υπερήμερη την αναιρεσείουσα ως προς την καταβολή του ποσού εκάστου εξ αυτών, κατά τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση διακρίσεις και απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καθυστερημένης προσκομιδής του πιστοποιητικού περί πληρωμής των ασφαλιστικών εισφορών, με την αιτιολογία ότι η προσκόμιση του εν λόγου πιστοποιητικού ήταν όρος για την καταβολή του ποσού κι όχι για την έναρξη της προθεσμίας του άρθρου 34 της σύμβασης, ακολούθως δε δέχεται τα εξής:]...Επομένως η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα ως τόκους υπερημερίας λόγω της εκπρόθεσμης εκπλήρωσης της συμβατικής της υποχρέωσης καταβολής του τιμήματος των τμηματικών εργασιών που της παρείχε η ενάγουσα το συνολικό ποσό των [34.015,38 για την πρώτη σύμβαση+9377,19 για τη δεύτερη σύμβαση=] 43.392,57 ευρώ.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την έναρξη της προθεσμίας πληρωμής εκάστου τιμολογίου ήταν η προσκόμιση ασφαλιστικής ενημερότητας ή οποιοδήποτε άλλου πιστοποιητικού απόδειξης εκπλήρωσης των ασφαλιστικών της υποχρεώσεων κι απέρριψε την αγωγή πλην του ποσού των 1.338,80 ευρώ το οποίο και επιδίκασε με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, έσφαλλε...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε την αντέφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε, στο σύνολό της για το ενιαίο της εκτέλεσης, την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης, δεχόμενο εκπρόθεσμη εξόφληση μόνο του υπ' αριθ. 1041/30-11-2011 ένδικου τιμολογίου, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε εν μέρει αυτήν, κατά την κύρια βάση της, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη για τόκους υπερημερίας, λόγω εκπρόθεσμης εκπλήρωσης της συμβατικής της υποχρέωσης προς καταβολή του τιμήματος των τμηματικών εργασιών, το συνολικό ποσό των 43.392,57 ευρώ.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της έναρξης της προβλεπόμενης, στους γενικούς όρους εκάστης επίδικης σύμβασης, προθεσμίας πληρωμής των εκτελούμενων από την αναιρεσίβλητη εργασιών και, συνακόλουθα, ως προς το ζήτημα της υπερημερίας ή μη της αναιρεσείουσας, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 361, 340, 341, 345 του ΑΚ, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.

Και τούτο, διότι, Α) ενώ δέχεται α) ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 εκάστης σύμβασης, οι πληρωμές των εργασιών, που θα εκτελούσε ο Ανάδοχος, και των αντίστοιχων αναθεωρήσεων θα γίνονται με μηνιαίες πιστοποιήσεις και "με τις προϋποθέσεις "του άρθρου 34 των Γενικών Όρων και του άρθρου 11 των Ειδικών Όρων", β) ότι με το άρθρο 34 των Γενικών Όρων αμφοτέρων των επίδικων συμβάσεων, ορίστηκε ότι οι πληρωμές προς τον Ανάδοχο θα γίνονται την 24η ημέρα του μεθεπόμενου μήνα, από την ημερομηνία υποβολής στην επιχείρηση "όλων των σχετικών δικαιολογητικών" και ότι "για την πραγματοποίηση των πληρωμών, ο Ανάδοχος υποχρεούται να υποβάλει τα απαραίτητα δικαιολογητικά κατά περίπτωση, όπως καθορίζονται στους Ειδικούς Όρους", γ) ότι σύμφωνα με το άρθρο 11 των συμβάσεων "Μετά την έγκριση της Πιστοποίησης και του Συγκεντρωτικού Λογαριασμού από την Προϊσταμένη Υπηρεσία και τη προσκόμιση του θεωρημένου τιμολογίου και των λοιπών δικαιολογητικών η Επιχείρηση υποχρεούται να προβαίνει στην πληρωμή του λογαριασμού μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στο Άρθρο 34 των Γενικών Όρων" και Β) ενώ από το περιεχόμενο των ως άνω όρων των συμβάσεων, και ιδιαίτερα από το γεγονός ότι το ως άνω άρθρο 11 των Ειδικών Όρων παραπέμπει ευθέως, για την πληρωμή του εκάστοτε προσκομιζόμενου από την αναιρεσίβλητη τιμολογίου, στην οριζόμενη στο άρθρο 34 των Γενικών Όρων προθεσμία, προκύπτει ότι η εν λόγω προθεσμία πληρωμής αρχίζει από την ημερομηνία υποβολής στην αναιρεσείουσα "όλων των σχετικών δικαιολογητικών", τα οποία απαριθμούνται και εξειδικεύονται, αποκλειστικά, στον όρο 15β του 5ου συμβατικού τεύχους με τους Ειδικούς Όρους, στους οποίους μάλιστα παραπέμπει το άρθρο 34 των Γενικών όρων, και στα οποία (δικαιολογητικά) περιλαμβάνεται και η ασφαλιστική ενημερότητα, αφού στον παραπάνω όρο 15β ρητά αναφέρεται ότι "Η πληρωμή του Εργολάβου/Αναδόχου θα γίνεται από τη ΔΕΗ την ημέρα όπου προβλέπεται στο τεύχος Γενικών Όρων με την υποβολή των παρακάτω δικαιολογητικών: 1.

Πιστοποίηση εκτέλεσης των εργασιών κατά τρόπο ικανοποιητικό και σύμφωνο με τους όρους της σύμβασης, εγκεκριμένη από το αρμόδιο όργανο της ΔΕΗ. 2. Τιμολόγιο του Εργολάβου υπέρ της ΔΕΗ, 3.Φορολογική ενημερότητα. 4. Ασφαλιστική ενημερότητα....", παρ' όλα αυτά, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται, στη συνέχεια, ότι στα απαιτούμενα, για την έναρξη της προθεσμίας πληρωμής εκάστου τιμήματος, δικαιολογητικά δεν εντάσσεται η ασφαλιστική ενημερότητα ή οποιοδήποτε άλλο πιστοποιητικό που να αποδεικνύει ότι έχουν εκπληρωθεί όλες οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις της ενάγουσας αναφορικά με το προσωπικό της, καθόσον η προσκόμιση αυτών τέθηκε ως όρος για την εξόφληση του τιμήματος, διαλαμβάνοντας όλως ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για την εξαίρεση αυτή της ασφαλιστικής ενημερότητας από τα άλλα δικαιολογητικά, ενόψει του ότι 1) στους προαναφερόμενους όρους των συμβάσεων δεν γίνεται οποιοσδήποτε διαχωρισμός μεταξύ αρχικών δικαιολογητικών που απαιτούνται για την έναρξη της προθεσμίας πληρωμής και λοιπών δικαιολογητικών που απαιτούνται για την εκταμίευση των οφειλόμενων ποσών, 2) η μνεία στο άρθρο 11 των Ειδικών Όρων, ότι ο Ανάδοχος είναι υποχρεωμένος κατά την τελική εξόφληση να προσκομίσει βεβαίωση ενημερότητας του ΙΚΑ ή άλλου ασφαλιστικού οργανισμού Κύριας ασφάλισης, που είναι ασφαλισμένο το προσωπικό του, αναφέρεται στην περίπτωση της πληρωμής των αναθεωρήσεων τιμών που προβλέπεται στο δεύτερο κεφάλαιο του εν λόγω άρθρου και όχι την πληρωμή των εκτελούμενων εργασιών που προβλέπεται στο πρώτο κεφάλαιο αυτού, και 3) η παράγρ. 7 του άρθρου 34 των Γενικών Όρων αναφέρεται σε ''οριστική εκκαθάριση των πληρωμών" και όχι στις πληρωμές με βάση τις μηνιαίες πιστοποιήσεις.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 KΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών, κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καταλαμβάνει και τους υπόλοιπους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, ώστε να παρέλκει η έρευνά τους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Μονομελές Εφετείο, συγκροτούμενο από δικαστή άλλο από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Αναιρουμένης δε στο σύνολό της της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει περαιτέρω να διαταχθεί, συμφώνως προς το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα που κατέθεσε τούτο και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου της ( η οποία έχει καταθέσει και προσθέτους λόγους) λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης ή και με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Το δικαίωμα του διαδίκου να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρισκόταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση, που αναιρέθηκε, στην περίπτωση του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, έχει ως μόνο γενεσιουργό λόγο την αναίρεση της αποφάσεως που εκτελέστηκε και δεν στηρίζεται σε άλλη αιτία, όπως ο αδικαιολόγητος πλουτισμός του αντιδίκου του (ΑΠ 1175/2017), ενώ εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 και 581 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων σε εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής αποφάσεως, γιατί από το χρόνο της επιδόσεως αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατά το άρθρο 340 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 5/2001).

Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκουσίας ή αναγκαστικής εκτελέσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία, με την επικύρωσή της από το Εφετείο, θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 11/2007, 22/2006, ΑΠ134/2020, 591/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη (αναιρεσείουσα), συμμορφούμενη προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ` αριθμ. 4462/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 43.392,57 ευρώ , κατέβαλε στην τελευταία, μετά τις σχετικές παρακρατήσεις:

α) το ποσό των 43.392,57 ευρώ για κεφάλαιο, β) το ποσό των 21.004,18 ευρώ για νόμιμους τόκους, υπολογιζόμενους από 21-3-2016 (επομένη της επίδοσης της αγωγής), γ) το ποσό των 250 ευρώ για δικαστική δαπάνη που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα με την οριστική απόφαση ( 13168/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) και δ) το ποσό των 2.400 ευρώ για δικαστική δαπάνη που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα με την προσβαλλόμενη απόφαση και συνολικά 57.387,24 ευρώ.

Το ως άνω ποσό καταβλήθηκε στην αναιρεσίβλητη με σχετική κατάθεση στον διατηρούμενο από αυτήν υπ` αριθμ.GR … λογαριασμό στην ΤΡΑΠΕΖΑ … (βλ. απόδειξης κατάθεσης ποσού 57.387,24 ευρώ στην ΤΡΑΠΕΖΑ … με ημερομηνία …). Επομένως, ενόψει των εκτεθέντων, η αίτηση της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση είναι βάσιμη και πρέπει, κατά παραδοχή αυτής, να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να επιστρέψει το ως άνω ποσό των 57.387,24 ευρώ στην αναιρεσείουσα, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αποφάσεως αυτής μέχρι την ολοσχερή εξόφλησή του ( αφού απορριφθεί, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, το αίτημα της αναιρεσείουσας περί καταβολής νομίμων τόκων από την επομένη της ημερομηνίας καταβολής του ανωτέρω ποσού, άλλως από την επομένη της επίδοσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων) , όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί την υπ` αριθμ. 4462/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

-

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. - Διατάζει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το καταβληθέν από αυτήν παράβολο. - Δέχεται την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

- Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των πενήντα επτά χιλιάδων τριακοσίων ογδόντα επτά ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (57.387,24), με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αποφάσεως αυτής. Και -

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ