Legislator Case Law & Legislation
604/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance company for insufficient reasoning on causation between lightning and water pump failure.

Case Number 604/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision in an insurance dispute. The appellant argued that the court's reasoning was contradictory regarding the cause of damage, claiming lightning caused pump failure while the court found floodwaters were the primary cause. The court rejected this claim, noting that the lower court clearly established floodwaters as the cause and that the lightning-induced power outage was merely a secondary factor that did not negate the flood's role. Consequently, the appeal was found baseless, and the appellant was ordered to pay the insurance company's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 19 and 561 no. 2 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's reasoning is not insufficient if it clearly states what was proven without detailing the specific logical reasons for the finding, provided no contradiction exists regarding the established facts.

Keywords

AI generated
insurance contract dispute appellate review standard insufficient reasoning contradictory findings causation in insurance legal costs award flood damage claim

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 561 no. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 no. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 no. 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 15/2006
Case 861/1984
Case 74/2016
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 604 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 604/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Αποστολάκη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Τ. του Α., κατοίκου ... Ρόδου, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Ρωμαίο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Ελένη Φρουδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-10-2014 και 11-3-2015 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 86/2017 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-1-2019 αίτησή της και με τον από 13-11-2020 πρόσθετο αυτής λόγο.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα όσον αφορά τη διαδικαστική διαδρομή της ένδικης υπόθεσης: Η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, α) την από 15-10-2014 αγωγή κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την οποία, αφού εξέθετε ότι είχε ασφαλίσει στην τελευταία την οικία της για την προστασία της από φυσικές καταστροφές, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει το ποσό των 175.120 ευρώ ως αποζημίωση, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου και συγκεκριμένα λόγω της καταστροφής της οικίας της από την πτώση κεραυνού, καθώς και το ποσό των 90.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και β) τη με αριθμό έκθεση κατάθεσης 50/11-3-2015 αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (που δεν είναι διάδικος στην αναιρετική αυτή δίκη), με την οποία, αφού εξέθετε ότι είχε ασφαλίσει στην εν λόγω εταιρεία την (ίδια όπως και στην προηγούμενη αγωγή) οικία της έναντι φυσικών καταστροφών, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει το ποσό των 279.871,80 ευρώ ως αποζημίωση λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου και συγκεκριμένα λόγω της καταστροφής της οικίας της από πλημμύρα και πτώση κεραυνού, καθώς και το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου με την 46/2016 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις δύο ως άνω αγωγές, απέρριψε ως μη νόμιμα τα αιτήματα των αγωγών για χρηματική ικανοποίηση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας λόγω ηθικής βλάβης, απέρριψε ως ουσιαστικά βάσιμη την από 15-10-2014 αγωγή κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και δέχθηκε εν μέρει τη δεύτερη αγωγή, υποχρεώνοντας την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 104.573,34 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η μεν αναιρεσείουσα άσκησε την από 24-5-2016 έφεσή της, την οποία έστρεψε κατ' αμφοτέρων των ως άνω ασφαλιστικών εταιρειών-εναγομένων των δύο αγωγών της, η δε εναγομένη της δεύτερης αγωγής ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." την από 16-6-2016 έφεσή της.

Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου με την προσβαλλόμενη 86/2017 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις δύο ως άνω εφέσεις, δέχθηκε μεν τυπικά αυτές, τις απέρριψε όμως ως ουσιαστικά αβάσιμες. Ήδη, με την κρινόμενη από 14-1-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία ως άνω 86/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, μόνο κατά το κεφάλαιο της απόφασης με το οποίο απορρίφθηκε η από 24-5-2016 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 46/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και μόνο όσον αφορά το μέρος της έφεσης που στρεφόταν κατά της εφεσίβλητης-αναιρεσίβλητης εταιρείας και αφορούσε την απόρριψη της από 15-10-2014 αγωγής της αναιρεσείουσας.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' και β' ΚΠολΔ "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 570 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης προσαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω προθεσμία πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης.

Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης νοείται εκείνη που κατά το άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται αρμοδίως, δηλαδή η αρχική και όχι η μεταγενέστερη που ορίζεται μετ' αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά από ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης (Ολ ΑΠ 143, 654/1984, ΑΠ 1682/2018, ΑΠ 1192/2018). Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσής του πριν από αυτή, σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών, με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (Ολ ΑΠ 143/1984, ΑΠ 949/2015).

Περαιτέρω, με το άρθρο 74 παρ. 1 του Ν. 4690/2020 "Κύρωση: α) της από 13-4-2020 Π.Ν.Π. Μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19...", ορίστηκε ότι "το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξωδίκων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από το νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".

Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 9 του άρθρου 74 του ίδιου ως άνω Ν. 4690/2020, "Όταν το χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της αναστολής δεν επαρκεί για να τηρηθούν, σε σχέση με την ορισθείσα δικάσιμο, οι προθεσμίες άσκησης των πρόσθετων λόγων ή της αντέφεσης, η συζήτηση αναβάλλεται υποχρεωτικώς με αίτημα των διαδίκων, ατελώς και χωρίς τις δεσμεύσεις του άρθρου 241 ΚΠολΔ.

Στις εκκρεμείς υποθέσεις ενώπιον του Αρείου Πάγου η κατά τα άνω άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης στη νέα δικάσιμο είναι παραδεκτή. Στις άνω περιπτώσεις η μη άσκηση των πρόσθετων λόγων ή της αντέφεσης από τον διάδικο που ζήτησε την αναβολή, έχει ως συνέπεια την επιβολή ποινής τάξεως κατά το άρθρο 205 ΚΠολΔ.".

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αίτησης αναίρεσης, για τη συζήτηση της οποίας είχε οριστεί αρχικώς δικάσιμος στο χρονικό διάστημα μεταξύ 13.3.2020 - 31.5.2020, αλλά αυτή ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξ αιτίας της πανδημίας, χωρίς να έχουν κατατεθεί μέχρι τότε πρόσθετοι λόγοι, είναι παραδεκτή η άσκηση αυτών κατά τη νέα δικάσιμο, στην οποία αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 74 παρ. 2 του Ν. 4690/2020, επαναπροσδιορίστηκε η συζήτηση της υπόθεσης με πράξη του Προέδρου του οικείου Τμήματος, εφόσον όμως συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις.

Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 της από 29-12-1980 πράξης νομοθετικού περιεχομένου, που κυρώθηκε με τον Ν. 1157/1981, καθιερώθηκε από 1 Ιανουαρίου 1981 πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, αρχόμενη από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή για το προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ κατά την παρ. 12 του ίδιου άρθρου, η διαδρομή των προθεσμιών, που τάσσονται από το νόμο ή τα δικαστήρια, αρχίζει από την επομένη ημέρα της επίδοσης ή του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της και λήγει την 7 μ.μ.

ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας. Όπως συνάγεται από τη διατύπωσή της, η ως άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται τόσον επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων, οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας, πράγμα το οποίο ισχύει και επί της 30ήμερης προθεσμίας που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης.

Επομένως, αν η τελευταία (30η), πριν από τη δικάσιμο, ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ (Ολ.ΑΠ 33/1996, ΑΠ 1286/2018, ΑΠ 672/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, φέρονται προς συζήτηση η ένδικη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι από 13-11-2020 πρόσθετοι λόγοι αυτής.

Με την από 6-3-2019 πράξη του Προέδρου του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η 25-5-2020, κατά την οποία, όμως, ματαιώθηκε η συζήτηση της υπόθεσης λόγω της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 εξ αιτίας της πανδημίας του covid-19.

Στη συνέχεια, με την από 2-9-2020 πράξη του Προέδρου του αυτού ως άνω Τμήματος και σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 2 του Ν. 4690/30-5-2020, ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης η στην αρχή της παρούσας αναφερομένη (14-12-2020). Η αναιρεσείουσα κατέθεσε το από 13-11-2020 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης στις 13-11-2020 (βλ.

την 104/13-11-2020 πράξη κατάθεσης πρόσθετων λόγων του αρμοδίου γραμματέα του Αρείου Πάγου που έχει επισυναφθεί στο δικόγραφο αυτό) και το επέδωσε στην αναιρεσίβλητη αυθημερόν, ήτοι στις 13-11-2020, όπως προκύπτει από την 3860 Β'/13-11-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, Ο. Μ.. Έτσι, η τριακοστή ημέρα, από την επομένη της επίδοσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, ήτοι από 14-11-2020, συμπίπτει με την 13-12-2020, ημέρα Κυριακή, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο του έτους 2020, ώστε η πιο πάνω 30ήμερη προθεσμία, παρατεινόμενη αντιστοίχως, λήγει την 7 μ.μ.

ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή στις 14-12-2020, η οποία είναι και η δικάσιμος της υπόθεσης, η συζήτηση της οποίας έχει οριστεί για την 9.30 π.μ. ώρα, μέχρι την οποία όμως δεν είχε συμπληρωθεί η 30ήμερη προθεσμία. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπρόθεσμα και ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή, για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1662/2010).

Περαιτέρω, για τη γένεση της από το άρθρο 914 ΑΚ υποχρέωσης του αδικοπραγήσαντος σε αποζημίωση απαιτείται, όπως για κάθε αξίωση προς αποζημίωση, η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του και της επελθούσας ζημίας. Υπάρχει δε αιτιώδης συνάφεια όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή από τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 εδ.

β` ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εφόσον η πιο πάνω έννοια της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστη νομική έννοια, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτής, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα αυτό της αιτιώδους συνάφειας κρίνει, εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 156/2021, 641/2011).

Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 649/2019, ΑΠ 1617/2017).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ?Μεταξύ της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) και της εναγομένης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... (αναιρεσίβλητης) καταρτίστηκε στις 10-2-2011 σύμβαση ασφάλισης περιουσίας και συντάχθηκε το ...

ασφαλιστήριο συμβόλαιο για την ισόγεια κατοικία, ιδιοκτησίας της ενάγουσας, που κείται στην ... Ρόδου, οδός Αγίου Γεωργίου 24, για τους κινδύνους πυρός, έκρηξης κλπ, ισχύος από 8-2-2011 έως 8-2-2012, που ανανεώθηκε μέχρι και 8-2-2014, με ανώτατο όριο κάλυψης το ποσό των 175.120 ευρώ. Στις περιοριστικά αναφερόμενες καλύψεις και στο υπό στοιχείο Ε08-01 προσάρτημα πυρκαγιάς (σελ. 18 του ασφαλιστηρίου) ορίζεται ότι καλύπτονται οι ζημίες που προκαλούνται στα ασφαλισμένα αντικείμενα από κινδύνους πυρκαγιάς και άμεσου κεραυνού...

Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι από τις μεσημβρινές ώρες της 22ας και στις 23 Νοεμβρίου του έτους 2013 σημειώθηκε στη δυτική πλευρά της νήσου Ρόδου εξαιρετικά έντονη κακοκαιρία με ισχυρότατες καταιγίδες και βροχοπτώσεις, που συνοδεύονταν από κεραυνούς, ισχυρούς ανέμους και κατά τόπους χαλαζόπτωση. Το ύψος της βροχόπτωσης έφθασε τα 174 χιλιοστά νερού, με αποτέλεσμα να υπερχειλίσουν χείμαρροι και ρέματα, να πλημμυρίσουν δρόμοι και κτίρια και να προκληθούν μεγάλες ζημίες και καταστροφές στο νησί και ο θάνατος τεσσάρων ατόμων.

Κατά τη διάρκεια της θεομηνίας, στις 22-11-2013, πλημμύρισε η περιοχή ..., όπου κείται και η κατοικία της ενάγουσας, κατακλύστηκαν με ύδατα δρόμοι, υπόγεια και ισόγεια κτίσματα. Κεραυνός δε έπληξε το στύλο του ΟΤΕ, που ήταν έξω από την κατοικία της ενάγουσας με ζημία του ακραίου διακλαδωτή (BOX), καθώς και των καλωδίων των τηλεφωνικών συνδέσεων στην περιοχή της ..., συμπεριλαμβανομένης της οικίας της ενάγουσας.

Στην τελευταία, καταστράφηκαν δύο τηλεφωνικές συσκευές, ένα τηλέφωνο φαξ, δύο δρομολογητές (router), η πρίζα τηλεφώνου και πολύπριζα ηλεκτροδότησης, διακόπηκε δε η ηλεκτροδότηση. Τα νερά που είχαν κατακλύσει την περιοχή, εισήλθαν στην οικία της ενάγουσας και την πλημμύρισαν, φθάνοντας σε ύψος μισού μέτρου από την επιφάνεια του εδάφους.

Η πυροσβεστική υπηρεσία, που κλήθηκε για την απάντληση των υδάτων και έφθασε στην οικία της ενάγουσας περί ώρα 18:00 της 22-11-2013, διαπίστωσε ότι δεν ήταν δυνατή η απάντληση των υδάτων, καθώς εξακολουθούσαν να εισρέουν μέσα στο σπίτι ύδατα από το δρόμο, ενώ το νερό είχε φθάσει σε ύψος γύρω στο μισό μέτρο και είχαν διαβραχεί οικιακές ηλεκτρικές συσκευές, έπιπλα και λοιπός οικιακός εξοπλισμός και προκλήθηκαν ρηγματώσεις στους τοίχους.

Η δε ενάγουσα δεν κατέστη δυνατόν να θέσει σε λειτουργία τρεις ηλεκτρικές αντλίες νερού που της παραχωρήθηκαν από τους γείτονες εξαιτίας της διακοπής της ηλεκτροδότησης. Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν συνάγεται ότι ο κεραυνός έπληξε την οικία της ενάγουσας και όχι τον έξωθεν αυτής στύλο του ΟΤΕ, ούτε οι ζημίες στην κατοικία και την οικοσκευή της οφείλονται στην πτώση του κεραυνού.

Στην από 5-12-2013 τεχνική έκθεση, οι μηχανικοί που τη συνέταξαν για λογαριασμό της ενάγουσας αναφέρουν ότι ο κεραυνός έπληξε το στύλο του ΟΤΕ έξω από την κατοικία της ενάγουσας. Ομοίως, στην από 10-3-2014 έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, που συντάχθηκε με εντολή της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας ... αναφέρεται (σελ. 4) ότι "από την ασφαλισμένη δηλώθηκε...

προκλήθηκαν ζημίες στο τηλεφωνικό δίκτυο της κατοικίας από κεραυνό που έπληξε το εναέριο τμήμα του τηλεφωνικού δικτύου του ΟΤΕ". Σε κανένα από τα έγγραφα των δημοσίων υπηρεσιών προς τις οποίες απευθύνθηκε η ενάγουσα, πυροσβεστική υπηρεσία, υπηρεσία δόμησης δήμου Ρόδου, δεν φαίνεται να δηλώθηκε ή να διαπιστώθηκε ότι ο κεραυνός έπληξε την ίδια την κατοικία της και όχι το στύλο του ΟΤΕ έξω από αυτήν.

Σε αμφότερες δε τις υπό κρίση αγωγές διευκρινίζεται ότι κεραυνός έπληξε το στύλο του ΟΤΕ έξω από την κατοικία της, με καταστροφή των οργάνων που ήταν σ' αυτόν, τη διακοπή της τηλεφωνικής σύνδεσης όλης της περιοχής και την καταστροφή των προαναφερομένων τηλεφωνικών συσκευών και συσκευών σύνδεσης με το διαδίκτυο (internet) της κατοικίας της ενάγουσας.

Εξάλλου, σε όλες τις μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες από τους διαδίκους τεχνικές εκθέσεις και ιδιωτικές πραγματογνωμοσύνες που συντάχθηκαν κατόπιν διενέργειας αυτοψιών στο επίδικο, διαπιστώθηκαν ίχνη πλημμύρας, οφειλόμενης σε ιδιαίτερα ισχυρή βροχόπτωση και ίχνη στάθμης λασπόνερων, που κυμαίνονταν από 30 έως 50 εκ.

εξωτερικά και εσωτερικά του κτιρίου, με συνέπεια από τη συσσώρευση των ομβρίων υδάτων να προκληθούν βλάβες στο οικοδόμημα και να καταστραφεί λόγω διαβροχής η οικοσκευή. Έτσι, οι ζημίες που επήλθαν στην κατοικία της ενάγουσας και στην οικοσκευή της οφείλονται στην πλημμύρα, καθώς εντός της κατοικίας εισέρρευσε μεγάλος όγκος υδάτων, που έφθασε σε ύψος μισού μέτρου από την επιφάνεια του εδάφους.

Το γεγονός ότι εξαιτίας της πτώσης του κεραυνού στο στύλο του ΟΤΕ προκλήθηκε διακοπή της ηλεκτροδότησης και δεν λειτούργησαν οι αντλίες απάντλησης υδάτων που είχε προμηθευτεί η ενάγουσα, δεν αποτελεί την αιτία των καταστροφικών ζημιών της ενάγουσας, οι οποίες οφείλονται στην πλημμύρα της κατοικίας της από την εισροή υδάτων από τις βροχοπτώσεις και καταιγίδες, που είχαν κατακλύσει τους δρόμους της περιοχής και πλημμύρισαν υπόγεια και ισόγεια κτίρια, εξακολουθούσαν δε να εισρέουν στην κατοικία της, όπως διαπιστώθηκε κατά τη μετάβαση οχήματος της πυροσβεστικής υπηρεσίας καθιστώντας αδύνατη την απάντληση υδάτων από το εν λόγω κτίριο?.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κρίνοντας ότι οι ζημίες της ενάγουσας-αναιρεσείουσας οφείλονται στην πλημμύρα και ότι ο κίνδυνος αυτός δεν καλυπτόταν από τη σύμβαση ασφάλισης μεταξύ αυτής και της εναγομένης-αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, δέχθηκε τη σχετική ένσταση απαλλαγής της τελευταίας και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι μία μέση αντλία απάντλησης υδάτων έχει τη δυνατότητα σε ελάχιστο διάστημα να μεταφέρει μεγάλες ποσότητες νερού, ακόμα και 18.000 λίτρα ανά ώρα, σε μακρινό σημείο και ότι με τρεις αντλίες νερού που είχε στην κατοχή της να λειτουργούν σε μόνιμη βάση, οι οποίες όμως δεν λειτούργησαν εξ αιτίας της πτώσης του κεραυνού, που διέκοψε την ηλεκτροδότηση της οικίας της, θα μπορούσε σε ωριαία βάση να εκτοξεύει εκτός της οικίας της και εκτός του προαύλιου χώρου της, σε απόσταση μεγαλύτερη των 30 μέτρων, περισσότερα από 54.000 λίτρα νερού, ώστε να περιοριστούν τα όμβρια ύδατα να φθάσουν σε ύψος 30-50 εκατοστών εντός της οικίας της και να αποτρέψουν τη ζημία της από την καταστροφή της οικίας.

Ότι, επίσης, το Εφετείο, παραβιάζοντας τα ως άνω διδάγματα της κοινής πείρας, παρέβλεψε τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, καθώς απομόνωσε το γεγονός της πλημμύρας και αγνόησε τη φυσική ακολουθία των γεγονότων, ήτοι την πτώση του κεραυνού, που διέκοψε την ηλεκτροδότηση της κατοικίας της και κατέστησε αδύνατη τη χρήση των αντλιών νερού που είχε στη διάθεσή της, με αποτέλεσμα την καταστροφή της κατοικίας της.

Ότι, τέλος, το Εφετείο, παραβιάζοντας τα αυτά ως άνω διδάγματα της κοινής πείρας, δεν δέχθηκε ότι η πτώση του κεραυνού ήταν ο κατεξοχήν όρος που προκάλεσε το καταστροφικό αποτέλεσμα στην οικία της και ότι η καταστροφή αυτή σχετίζεται ουσιωδώς με όρο καλυπτόμενο από την ασφαλιστήρια σύμβαση που συνήψε με την αναιρεσίβλητη.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθόσον δεν προσβάλλονται με αυτόν (όπως και με άλλο λόγο) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η αναιρεσίβλητη είχε ασφαλίσει με το αναφερόμενο συμβόλαιο την κατοικία της κατά του κινδύνου από άμεσο κεραυνό, από κεραυνό δηλαδή που θα πλήξει άμεσα την κατοικία της και ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο κεραυνός δεν έπληξε την κατοικία της, αλλά τον ευρισκόμενο έξω από αυτήν στύλο του ΟΤΕ.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι αποδιδόμενες στην επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις περί μη λήψης υπόψη των διδαγμάτων κοινής πείρας που επικαλείται η αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα το Εφετείο να αχθεί στο εσφαλμένο πόρισμα ότι δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πτώσης του κεραυνού και της οφειλόμενης σε πλημμύρα καταστροφής της οικίας της, δεν συνιστούν διδάγματα της κοινής πείρας, υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά συμπεράσματα και επιχειρήματα από τις αποδείξεις της αναιρεσείουσας για τη δυνατότητά της να αποτρέψει την πλημμύρα στην οικία της με τη χρήση αντλιών κατά τη διάρκεια της εξαιρετικά έντονης κακοκαιρίας με ισχυρότατες βροχοπτώσεις, που έπληξε την περιοχή.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αυτές αναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και ειδικότερα για αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα, διατείνεται ότι, ενώ με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι υπήρξε κεραυνός που έπληξε το στύλο του ΟΤΕ έξω από την κατοικία της, με αποτέλεσμα να μη λειτουργήσουν οι τρεις αντλίες νερού που είχε διαθέσιμες, εντελώς αντιφατικά στη συνέχεια και σε κάθε περίπτωση αναιτιολόγητα αρνείται ότι η καταστροφή της είχε οποιαδήποτε σχέση με τη μη λειτουργία των αντλιών απάντλησης νερού.

Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, το Εφετείο δέχθηκε σαφώς και με πλήρεις αιτιολογίες με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι καταστροφικές ζημίες της αναιρεσείουσας οφείλονται στην πλημμύρα της κατοικίας της από την εισροή των υδάτων, που είχαν πλημμυρίσει τους δρόμους της περιοχής και τα υπόγεια και ισόγεια κτίρια και κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης ?εξακολουθούσαν δε να εισρέουν στην κατοικία της, όπως διαπιστώθηκε κατά τη μετάβαση οχήματος της πυροσβεστικής υπηρεσίας, καθιστώντας αδύνατη την απάντληση των υδάτων από το εν λόγω κτίριο?.

Ενόψει των παραδοχών της αυτών, δεν υπάρχει καμία αντίφαση με τις περαιτέρω παραδοχές της απόφασης ότι οι ζημίες αυτές δεν οφείλονται στη μη λειτουργία των αντλιών απάντλησης των υδάτων λόγω διακοπής της ηλεκτροδότησης της οικίας της αναιρεσείουσας εξ αιτίας της πτώσης του κεραυνού. Κατά συνέπεια και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-1-2019 αίτηση της Ε. Τ. και τους από 13-11-2020 πρόσθετους αναιρετικούς λόγους για την αναίρεση της 86/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ