Supreme Court dismisses appeal on gender equality grounds, ruling pension age differences are invalid and cannot benefit men.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding pension calculations. The appellants argued that a pension scheme with a five-year earlier retirement age for women violated gender equality principles. The court held that such preferential provisions are void as contrary to constitutional and international equality mandates and cannot be extended to men.
Legislator headnote
AI generatedArticles 5 and 10 of Law 2112/1920; Article 15 of the same law: Preferential pension provisions based on gender are void as contrary to equality principles and cannot be applied to the opposite sex.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 604 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 604/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Χ. Ν., κατοίκου ..., 2)Α. Π., κατοίκου ..., 3)Η. Τ., κατοίκου ..., 4)Γ. Κ., κατοίκου ..., 5)Χ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 6)Μ. Κ., κατοίκου ..., 7)Ι. Τ., κατοίκου ..., 8)Γ. Κ., κατοίκου ..., 9)Χ. Γ., κατοίκου ..., 10)Χ. Π., κατοίκου ..., 11)Χ. Μ., κατοίκου ..., 12)Ι. Μ., κατοίκου ..., 13)Ε. Μ., κατοίκου ..., 14)Θ. Κ., κατοίκου ..., 15)Α. Α., κατοίκου ..., 16)Ε. Ξ., κατοίκου ..., 17)Μ. Σ., κατοίκου ..., 18)Κ. Α., κατοίκου ..., 19)Α. Χ., κατοίκου ..., 20)Ι. Γ., κατοίκου ..., 21)Φ. Σ. του Α. - Α., κατοίκου ..., 22)Κ. Α., κατοίκου ..., 23)Γ. Ν., κατοίκου ..., 24)Ε. Σ., κατοίκου ..., και 25)Π. Χ., κατοίκου .... Η 20η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Αλαβάνο - Τσαπαλίρα και οι λοιποί (1η έως 19η και 21η έως 25η) εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." όπως τροποποιήθηκε η επωνυμία της "....", που εδρεύει στο ... και είναι εγκαταστημένη στην Ελλάδα, νόμιμα εκπροσωπούμενης.
Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζερδελή, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/11/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2797/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1215/2010 μη οριστική και 6357/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/7/2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 1/4/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της υπ’ αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με τον ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.
Επομένως, δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγηση τους.
Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν αυτός (εργοδότης) κατά την έναρξη της χορηγήσεως τους ή, έστω, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε (ΑΠ 13/2015, 1681/2010, 1082/2010).
Η επιχειρησιακή, συνεπώς συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά μπορεί, αν αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.
Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητώς με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής παροχής.
Προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλαδή οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζομένους χωρίς να έχει νομική δέσμευση. Τέτοια είναι και η ομαδική ασφάλιση του προσωπικού μιας επιχείρησης από τον εργοδότη, ο οποίος, χωρίς να έχει νομική ή συμβατική δέσμευση, συνάπτει γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνοντας να καλύπτει αυτός ολικά ή εν μέρει το ασφάλιστρο.
Οι παροχές αυτές, και αν ακόμη καταβάλλονται τακτικά επί ορισμένο χρονικό διάστημα, διατηρούν το χαρακτήρα τους ως οικειοθελείς, αν αυτή είναι η βούληση των μερών και ιδίως όταν ο εργοδότης έχει επιφυλάξει σ’ αυτόν το δικαίωμα ανάκλησή τους. Στην περίπτωση αυτή από τη δημιουργηθείσα επιχειρησιακή συνήθεια δεν μπορεί να ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και κατ’ επέκταση συμβατική δέσμευση του εργοδότη για συνέχιση των εν λόγω παροχών.
Κατά συνέπεια, η από αυτόν (εργοδότη), κατ’ ενάσκηση του πηγάζοντος από τα άρθρα 648 και 652 του ΑΚ, διευθυντικού δικαιώματός του, διακοπή ή τροποποίηση μιας τέτοιας παροχής, δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης και εντεύθεν δεν θεμελιώνει τα εκ του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 δικαιώματα του εργαζομένου (ΑΠ 48/2015, 1277/2010, 91/2008).
Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 4 του π.δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου", οι διατάξεις του οποίου κατά το άρθρο 2 αυτού, εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, "δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο.
Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος". Ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου "σε ό,τι αφορά τα δικαιώματα από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης, είτε με μορφή ομαδικού προγράμματος σε ασφαλιστική επιχείρηση..., ισχύουν τα εξής: ....
Γ) Αν ο διάδοχος, πριν από τη μεταβίβαση, αρνηθεί τη συνέχιση της ασφαλιστικής σύμβασης με μορφή ομαδικού προγράμματος σε ασφαλιστική επιχείρηση, ... τα σχετικά κεφάλαια με μορφή είτε μαθηματικού αποθέματος είτε λογαριασμού συνταξιοδοτικών κεφαλαίων ανήκουν στους εργαζόμενους. Στην περίπτωση αυτή, τα κεκτημένα δικαιώματα των εργαζομένων ως και τα δικαιώματα προσδοκίας για περιοδικές ή εφάπαξ παροχές των εργαζομένων, των οποίων η σχέση εργασίας λύθηκε κατά τον χρόνο μεταβίβασης της επιχείρησης, εξασφαλίζονται ως εξής:
α) Στην περίπτωση ομαδικού προγράμματος σε ασφαλιστική επιχείρηση..., τα σχετικά κεφάλαια τα οποία συγκεντρώνονται στην ασφαλιστική επιχείρηση..., εκκαθαρίζονται από τον μεταβιβάζοντα και τους εκπροσώπους των εργαζομένων και διανέμονται στους εργαζόμενους από την ασφαλιστική επιχείρηση... με βάση την δεδουλευμένη παροχή (ACCRUED BENEFIT) ή την παρούσα αξία μελλοντικής παροχής (PROJECT BENEFIT) σε περίπτωση προγραμμάτων με καθορισμένη παροχή....
Δ) Εφόσον στην επιχείρηση δεν υπάρχουν συμβούλια εργαζομένων, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του ν. 1767/88, στις διαβουλεύσεις, στην εκκαθάριση και στη διανομή συμμετέχει τριμελής επιτροπή που εκλέγεται από τους εργαζόμενους με άμεση, μυστική και καθολική ψηφοφορία, σε συνέλευση που συγκαλείται από τη συνδικαλιστική οργάνωση που έχει τα περισσότερα μέλη στην επιχείρηση.
Ε) Αντιρρήσεις κατά του πίνακα διανομής εκδικάζονται από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. ΣΤ) Υφιστάμενα δικαιώματα για περιοδικές ή εφάπαξ παροχές των εργαζομένων περιλαμβανομένων και των εργαζομένων, που η σχέση εργασίας τους λύθηκε κατά το χρόνο μεταβίβασης της επιχείρησης, (παροχές επιζώντων) δεν παραβλάπτονται συνεπεία της μεταβίβασης και λαμβάνονται υπόψη κατά την διαδικασία διανομής των υπoπαραγράφων Γ, Δ και Ε ως ανωτέρω".
Από τις τελευταίες διατάξεις του π.δ. 178/2002 προκύπτει ότι σε περίπτωση προγράμματος ομαδικής ασφάλισης σε ασφαλιστική επιχείρηση, με καθορισμένη παροχή, τη συνέχιση του οποίου αρνείται ο νέος εργοδότης τα σχετικά κεφάλαια, εκκαθαρίζονται με συμφωνία μεταβιβάζοντα και εκπροσώπων των εργαζομένων και διανέμονται στους εργαζόμενους από την ασφαλιστική επιχείρηση με τον τρόπο που προβλέπεται στην ασφαλιστική σύμβαση είτε ρητά είτε με ερμηνεία αυτής σύμφωνα με τις αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δηλαδή είτε με βάση την δεδουλευμένη παροχή (ACCRUED BENEFIT) είτε με βάση την παρούσα αξία μελλοντικής παροχής (PROJECT BENEFIT).
Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται επίσης ότι μεταβιβάζων εργοδότης και εκπρόσωποι των εργαζομένων ή και όλοι οι εργαζόμενοι αντί των εκπροσώπων τους, στους οποίους ανατέθηκε από την εν λόγω νομοθετική ρύθμιση η εκκαθάριση των συγκεντρωθέντων στην ασφαλιστική επιχείρηση κεφαλαίων, μπορούν, στα πλαίσια της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως να συμφωνήσουν τον τρόπο εκκαθάρισης με το ένα εκ των δύο συστημάτων είτε δηλαδή με βάση την δεδουλευμένη παροχή (ACCRUED BENEFIT) είτε με βάση την παρούσα αξία μελλοντικής παροχής (PROJECT BENEFIT).
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλ. με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (oλ ΑΠ 4/2014). Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι οποίοι αφορούν την αναζήτηση κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών της αληθινής βουλήσεως των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και την ερμηνεία των συμβάσεων, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται υποχρεωτικά στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας διαγνώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων, παραβιάζονται δε αυτοί, όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ’ αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 205/2015, 764/2014, 756/2014).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ακόμη ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλ’ ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 8/2015, ΑΠ 644/2013). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ολ. ΑΠ 12/1997, ΑΠ 644/2013) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 644/2013). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον, να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλμα που αναφέρεται στο λόγο αυτό. Έτσι, επί επαλλήλων αιτιολογιών (κύριων ή επικουρικών), κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, εάν έστω και μία δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς, εφόσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της απόφασης (ολ.
ΑΠ 13/1995, 25/1994, ΑΠ 729/2015, 182/2015, 27/2015, 856/2014, 528/2014, 799/2013, 960/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής ουσιώδη, αναφορικά με την ένδικη αγωγή της Ε. Π. του Α., που αποβίωσε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ενώπιον του Εφετείου και τη δίκη, ως προς αυτήν, συνεχίζει η, κληρονόμος της, εικοστή πρώτη αναιρεσείουσα και των λοιπών ήδη αναιρεσειόντων κατά της ήδη αναιρεσίβλητης τα εξής:
Εναγομένη είναι η αλλοδαπή τραπεζική εταιρία υπό την αρχική επωνυμία ... Ν.V., η οποία στη συνέχεια,"συγχωνεύθηκε" με την ... ΒΑΝΚ και "μετονομάστηκε" σε ... ... ΒΑΝΚ Ν.V., ενώ, την 5.2.2010, τροποποιήθηκε το καταστατικό καθώς και η επωνυμία της, σε ... Ν.V. και, την 3.3.2010, καταχωρήθηκαν στο οικείο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών, αριθμός ..., τα στοιχεία του ήδη μοναδικού Υποκαταστήματος, στην Ελλάδα - Νομός Αττικής [...], της ... ...
ΒΑΝΚ Ν.V [ΦΕΚ Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης 1699/9.3.2010]. Το αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης ήταν τραπεζικές εργασίες. Την 25.11.2002, η εναγομένη μεταβίβασε το σύνολο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας στην Ελλάδα [μετά και του Υποκαταστήματος της στο Νομό Αττικής], που αφορούσε τον κλάδο C & CC [Consumers & Commercial Clients - Πελατεία Καταναλωτική και Εμπορική] και το Τμήμα το CAO [Coyntrγ Administrative Office - Τοπικής Διοικητικής Διευθύνσεως] και έπαυσε από του χρόνου εκείνου [25.11.2002], τις τραπεζικές εργασίες του συγκεκριμένου Κλάδου και του Τμήματος του, στην ημεδαπή.
Διάδοχος ήταν η ημεδαπή τραπεζική εταιρία ... ΒΑΝΚ Α.Ε., το αντικείμενο επιχειρηματικής δραστηριότητας της οποίας ήταν επίσης τραπεζικές εργασίες. Οι είκοσι πέντε [25] ενάγοντες απασχολήθηκαν ως μόνιμοι πλήρους απασχολήσεως υπάλληλοι της εναγομένης. Ειδικότερα, απασχολήθηκαν με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας "αορίστου χρόνου" που είχε καταρτισθεί μέχρι την 31.12.1995 και την 25.11.2002, υπηρετούσαν στον Κλάδο C & CC και στο Τμήμα του CΑΟ της επιχειρήσεως της εναγομένης στο Υποκατάστημα στο Νομό Αττικής.
Συγκεκριμένα, οι ημερομηνίες προσλήψεως των εναγόντων και η ηλικία τους, κατά την 25.11.2002 ήταν:
1. H 9.7.1981, για την Χ. Ν., γεννηθείσα την 30.7.1960 και την 25.11.2002 ηλικίας 42 ετών.
2. H 23.2.1982 για την Α. Π., γεννηθείσα την 10.1.1959 και την 25.11.2002 ηλικίας 44 ετών. 3. Η 1.5.1985 για τον Η. Τ. γεννηθέντα την 27.11.1959 και την 25.11.2002 ηλικίας 43 ετών. 4. Η 14.12.1981 για τον Γ. Κ., γεννηθέντα την 4.12.1955 και την 25.11.2002 ηλικίας 47 ετών. 5. Η 23.4.1990 για τη Χ. Χ.-Τ., γεννηθείσα την 23.11.1954 και την 25.11.2002 ηλικίας 48 ετών. 6. Η 8.3.1982 για την Μ.
Κ., γεννηθείσα την 30.6.1958 και την 25.11.2002 ηλικίας 44 ετών. 7. Η 6.2.1981 για τον Ι. Τ. γεννηθέντα, την 29.8.1960 και την 25.11.2002 ηλικίας 42 ετών. 8. Η 17.10.1977 για τον Γ. Κ., γεννηθέντα την 3.9.1953 και την 25.11.2002 ηλικίας 49 ετών. 9. Η 7.7.1982 για την Χ. Γ., γεννηθείσα την 5.2.1955 και την 25.11.2002 ηλικίας 48 ετών. 10. Η 13.7.1981 για την Χ. Π. γεννηθείσα την 7.12.1961 και την 25.11.2002 ηλικίας 41 ετών. 11.
Η 16.6.1991 για την Χ. Μ., γεννηθείσα την 28.10.1959 και την 25.11.2002 ηλικίας 43 ετών. 12. Η 2.4.1981 για την Ι. Μ. γεννηθείσα την 8.8.1962 και την 25.11.2002 ηλικίας 40 ετών. 13. Η 14.12.1981 για την Ε. Μ., γεννηθείσα την 14.9.1963 και την 25.11.2002 ηλικίας 39 ετών. 14. Η 10.7.1978 για τον Θ. Κ., γεννηθέντα την 13.12.1969 και την 25.11.2002, ηλικίας 43 ετών. 15. Η 5.8.1981 για την Α.
Α., γεννηθείσα την 10.1.1956 και την 25.11.2002 ηλικίας 47 ετών. 16. Η 16.4.1985 για την Ε. Ξ., γεννηθείσα την 12.7.1963 και την 25.11.2002, ηλικίας 39 ετών. 17. Η 11.11.1985 για την Μ. Σ., γεννηθείσα την 15.6.1964 και την 25.11.2002 ηλικίας 39 ετών. 18. Η 2.3.1981 για την Κ. Α., γεννηθείσα την 1.9.1961 και την 25.11.2002 ηλικίας 41 ετών. 19. Η 26.1.1976 για την Α. Χ., γεννηθείσα την 7.10.1955 και την 25.11.2002, ηλικίας 47 ετών. 20.
Η 24.4.1982 για την Ι. Γ., γεννηθείσα την 8.6.1962 και την 25.11.2002 ηλικίας 40 ετών. 21. Η 21.4.1981 για την Ε. Π., γεννηθείσα την 3.12.1947 και την 25.11.2002 ηλικίας 55 ετών. 22. Η 26.9.1983 για τον Κ. Α., γεννηθέντα την 7.11.1958 και την 25.11.2002 ηλικίας 44 ετών. 23. Η 12.7.1983 για τον Γ. Ν., γεννηθέντα την 24.7.1960 και την 25.11.2002 ηλικίας 43 ετών. 24. Η 2.12.1974. για την Ε.
Σ., γεννηθείσα την 18.3.1953 και την 25.11.2002 ηλικίας 50 ετών και 25. Η 1.7.1976 για την Π.Χ., γεννηθείσα την 13.10.1956 και, την 25.11.2002 ηλικίας 47 ετών. Μέχρι την 25.11.2002, οι ενάγοντες είχαν συμπληρώσει δέκα [10] έτη, από της προσλήψεώς τους, ως άνω, συνεχούς υπηρεσίας στην εναγομένη. Κατά το χρόνο μεταβιβάσεως, την 25.11.2002, της πιο πάνω επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης στην Ελλάδα, υφίστατο σύστημα ασφαλίσεως του προσωπικού της, με τη μορφή ομαδικού προγράμματος σε ασφαλιστική επιχείρηση.
Συγκεκριμένα, η εναγομένη υπό την αρχική επωνυμία ... N.V. κατήρτισε μετά της ασφαλιστικής εταιρίας ... Α.Ε.Α.Ζ., την 29.9.1988 το ...29.9.1988 "Συμβόλαιο Διαχειρίσεως Κεφαλαίου" μετά του Παραρτήματός του [υπό τον τίτλο "Πρόγραμμα Συνταξιοδοτήσεως"], το οποίο ήταν Πρόγραμμα συνταξιοδοτικών παροχών υπέρ του προσωπικού της [εναγομένης], "αορίστου διαρκείας", είχε ημερομηνία έναρξης της ασφαλίσεως,"την 1.9.1988" καθώς και ημερομηνία ανανεώσεως την "1η Σεπτεμβρίου του έτους 1989" [πρώτης ανανεώσεως] και την "1η κάθε επόμενου έτους" [σε συνέχεια ανανεώσεων].
Ο λογαριασμός είχε πιστωθεί με τόκο Συμβολαίου επί ημερησίας βάσεως, με ετήσιο επιτόκιο 5%. Η εναγομένη κάλυπτε εξ ολοκλήρου το "ασφάλιστρο" και από την αρχή είχε επιφυλάξει γραπτώς στον εαυτό της, το δικαίωμα να διακόψει ή να τροποποιήσει την ασφάλιση. Με την .../2.4.1998 Πρόσθετη Πράξη αντισυμβαλλόμενος της ...
Α.Ε.Α.Ζ. στο "Συμβόλαιο Διαχειρίσεως Κεφαλαίου" μετά του Παραρτήματος του ήταν η ... ... ΒΑΝΚ Ν.V. Η ασφάλιση αυτή του προσωπικού της εναγομένης δεν καθορίζεται ως μισθός, στις ατομικές συμβάσεις εργασίας, αλλά ήταν γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου και οικειοθελής παροχή, ήτοι πρόσθετη παροχή από ελευθεριότητα της εναγομένης υπέρ του προσωπικού της και με την επιφύλαξη, γραπτώς, στον εαυτό της, από την αρχή, του δικαιώματος να την διακόψει ή να την τροποποιήσει.
Σύμφωνα με τους όρους του επίμαχου Ομαδικού Συνταξιοδοτικού Προγράμματος Ασφαλίσεως με καθορισμένη παροχή [και των τροποποιητικών Πρόσθετων Πράξεων ...19.2.1995 με ισχύ από 19.12.1995, .../10.1.1997 με ισχύ από 10.1.1997, .../25.8.1997 με ισχύ από 25.8.1997, .../12/3.6.1999 με ισχύ από 3.6.1999 και ...3.12.2002 με ισχύ από 1.9.2002], το προσωπικό της εναγομένης ελάμβανε, με τη λύση της εργασιακής συμβάσεως ισόβια σύνταξη ή ασκώντας το δικαίωμα "επιλογής κεφαλαίου", εφ’ άπαξ ποσό, που υπολογίζεται με συντελεστές "εξαγοράς" στο χρόνο συνταξιοδοτήσεως.
Ειδικότερα, είχαν συμφωνηθεί αρχικώς και μετά τις τροποποιήσεις [και] τα εξής, τα οποία οι ενάγοντες γνώριζαν, μετά την έγγραφη ενημέρωσή τους από την εναγομένη με "ενημερωτικά φυλλάδια" : Δικαίωμα συμμετοχής έχουν όλοι οι μόνιμοι, πλήρους απασχόλησης, υπάλληλοι κατά την έναρξη της ασφαλίσεως, που έχουν συμπληρώσει [1] έτος υπηρεσίας, και έχουν συμπληρώσει το 21° έτος ηλικίας, αλλά δεν έχουν υπερβεί την Κανονική Ηλικία Συνταξιοδοτήσεως [Κ.Η.Σ.] και "δεν καταβάλλεται υπό του Εργοδότου Εισφορά σε άλλο Επικουρικό Ταμείο εκτός του ΤΕΑΜ", επίσης κάθε υπάλληλος, που προσλαμβάνεται μετά την έναρξη της ασφαλίσεως, θα συμμετέχει μετά την συμπλήρωση [1] έτους υπηρεσίας και εφ’ όσον έχει συμπληρώσει το 21° έτος ηλικίας και δεν έχει υπερβεί το 55° έτος ηλικίας, για τους άνδρες και το 50° έτος ηλικίας για τις γυναίκες, ενώ από 10.1.1997, δικαίωμα συμμετοχής έχουν όλοι οι μόνιμοι, πλήρους απασχολήσεως, υπάλληλοι, κατά την έναρξη της ασφαλίσεως, που έχουν συμπληρώσει [1] έτος υπηρεσίας και δεν έχουν υπερβεί την Κ.Η.Σ.
και κάθε υπάλληλος, που προσλαμβάνεται μετά την έναρξη της ασφαλίσεως, θα συμμετέχει μετά την συμπλήρωση [1] έτους υπηρεσίας και εφ’ όσον δεν έχει υπερβεί το 55° έτος ηλικίας για τους άνδρες και το 50° έτος ηλικίας για τις γυναίκες. "O κατά τα ανωτέρω αποκτών δικαίωμα συμμετοχής εις το Πρόγραμμα υπάλληλος, θα υπάγεται αμέσως εις τούτο και θα πιστούται δια συνταξίμου χρόνου από της ημερομηνίας προσλήψεώς του" [άρθρο / όρος 1 παρ. 3].
Η Κ.Η.Σ. είναι το 65° έτος για τους άνδρες και το 60° έτος για τις γυναίκες, ή οποτεδήποτε συνταξιοδοτηθούν, με πλήρη σύνταξη "από το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων" και από 10.1.1997 "από τον Κύριο Φορέα Ασφαλίσεώς τους". Η Πρόωρη Ηλικία Συνταξιοδοτήσεως [Π.Η.Σ.] είναι το 55° έτος για τους άνδρες και το 50° έτος για τις γυναίκες "υπό την προϋπόθεση της συναινέσεως του Εργοδότου" και εφόσον είχαν αποκτήσει "Κεκτημένο Δικαίωμα".
Οι υπάλληλοι αποκτούν "Κεκτημένο Δικαίωμα" μετά δέκα [10] έτη "συνεχούς υπηρεσίας με τον Εργοδότη", ενώ "οποιαδήποτε τυχόν αναγνωρισθησόμενη υπηρεσία, προγενεστέρα της ημερομηνίας προσλήψεως εις τον Εργοδότη τυχόν αναγνωρισθεί δεν θα υπολογίζεται δια τον σκοπόν θεμελιώσεως δικαιώματος" και οι υπάλληλοι, "που έχουν προσληφθεί από τον Εργοδότη μέχρι την 31.12.1995 αποκτούν Κεκτημένο Δικαίωμα μετά [10] έτη συνεχούς υπηρεσίας με τον Εργοδότη", ενώ όσοι θα προσληφθούν "από την 1η Ιανουαρίου 1996 και μετά, αποκτούν Κεκτημένο Δικαίωμα μετά από [15] έτη συνεχούς υπηρεσίας με τον Εργοδότη".
Το σύνολο των ετών και μηνών συνεχούς υπηρεσίας στον "Εργοδότη" είναι η "Συντάξιμος Υπηρεσία" με "μέγιστο όριο" τα 35 έτη. Ο μηνιαίος μισθός "συμφώνως προς τη δήλωση του Εργοδότου" είναι ο "Μηνιαίος Συντάξιμος Μισθός" ενώ ως "Ετήσιος Συντάξιμος Μισθός" ορίζεται στο "14πλάσιον του μηνιαίου μισθού" και, από 1.9.2002 ορίζεται "μηνιαίος μισθός Χ 14,5" και ο μέσος όρος του Ετησίου Συντάξιμου Μισθού των δύο τελευταίων ετών υπηρεσίας, πριν από την συνταξιοδότηση είναι ο "Τελικός Συντάξιμος Μισθός" [άρθρο /όρος 1 παρ.2].
Η ασφάλιση είχε τις παροχές, α.- Σύνταξη στην Κ.Η.Σ., β.- Σύνταξη στην Π.Η.Σ., γ.- Σύνταξη στην Αποχώρηση, δ.- Σύνταξη Ανικανότητας, ε.- Σύνταξη για σύζυγο και ορφανά τέκνα του υπαλλήλου, σε περίπτωση θανάτου του υπαλλήλου. Ο υπάλληλος δικαιούται, κατά την Κ.Η.Σ., ετήσιας συντάξεως η οποία θα καταβάλλεται ισοβίως δια "προκαταβολικών μηνιαίων καταβολών" και από 3.6.1999 θα υπολογίζεται "ανεξαρτήτως του αριθμού συμπληρωμένων ετών συνεχούς υπηρεσίας με τον εργοδότη".
Το ποσό της ετήσιας συντάξεως ισούται προς το "0,6% του τελικού συντάξιμου μισθού επί τα έτη της συνταξίμου υπηρεσίας δια το τμήμα του μισθού το οποίο δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο τεκμαρτού μηνιαίου μισθού του Ι.Κ.Α., συν το 2% του Τελικού Συντάξιμου Μισθού επί τα έτη συνταξίμου υπηρεσίας δια το τμήμα του μισθού το οποίο υπερβαίνει το ανώτατο όριο τεκμαρτού μηνιαίου μισθού του Ι.Κ.Α.".
Ο υπάλληλος δικαιούται κατά την Π.Η.Σ. ετήσιας συντάξεως, η οποία θα καταβάλλεται, ισοβίως "δια προκαταβολικών μηνιαίων καταβολών". Το ποσό της ετήσιας συντάξεως ισούται προς το "0,6% του Τελικού Συντάξιμου Μισθού επί τα έτη της Συνταξίμου Υπηρεσίας δια το τμήμα του μισθού το οποίο δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο τεκμαρτού μηνιαίου μισθού του Ι.Κ.Α., συν το 2% του Τελικού Συντάξιμου Μισθού επί τα έτη Συνταξίμου Υπηρεσίας δια το τμήμα του μισθού το οποίο υπερβαίνει το ανώτατον όριον τεκμαρτού μηνιαίου μισθού του Ι.Κ.Α.
αναλογιστικά μειωμένου". Στην Κ.Η.Σ. η καταβολή της συντάξεως, που υπολογίζεται, ως άνω, "θα αρχίσει να καταβάλλεται στην Κ.Η.Σ. ισοβίως δια προκαταβολικών δόσεων". Στην Π.Η.Σ. "με την συγκατάθεση του Εργοδότου", ο υπάλληλος μπορεί να αποχωρήσει μετά την ηλικία των 55 ετών, εάν πρόκειται για άνδρα ή την ηλικία των 50 ετών εάν πρόκειται για γυναίκα, με την προϋπόθεση ότι έχει αποκτήσει "Κεκτημένο Δικαίωμα".
Ο υπάλληλος "θα δικαιούται τότε αμέσου ετήσιας συντάξεως, αναλογιστικώς μειωμένης, καταβαλλομένης, ισοβίως δια προκαταβολικών δόσεων" [άρθρο / όρος 2]. Με την "επιλογή κεφαλαίου", ο υπάλληλος "κατόπιν εγγράφου αιτήσεως και προ της ημερομηνίας συνταξιοδοτήσεως [προώρου ή κανονικής] δύναται να λάβει, αντί της ετήσιας συντάξεως, εφ’ άπαξ ποσό, συμφώνως προς τους Αναλογιστικούς Πίνακας, οι οποίοι δύνανται να μεταβάλλονται εις περίπτωσιν μεταβολών των επιτοκίων της Οικονομικής Αγοράς" [άρθρο/όρος 2 παρ. 4].
Στην περίπτωση λύσεως της "μετά του Εργοδότου" εργασιακής σχέσεως από οποιαδήποτε αιτία "πλην της προώρου ή κανονικής ή μετά την κανονική ηλικίαν συνταξιοδοτήσεως" ο υπάλληλος και με την προϋπόθεση ότι "έχει συμπληρώσει τουλάχιστον [10] έτη συνεχούς υπηρεσίας μετά του εργοδότου", δικαιούται σύνταξη, η οποία υπολογίζεται με βάση τη συμπληρωμένη Συντάξιμη Υπηρεσία και τον Συντάξιμο Μισθό κατά την ημερομηνία λύσεως της εργασιακής σχέσεως και είναι καταβλητέα στο χρόνο συμπληρώσεως της Κ.Η.Σ. [άρθρο / όρος 2 παρ. 3 αρχικώς] Στην περίπτωση λύσεως της "μετά του Εργοδότου" εργασιακής σχέσεως από οποιαδήποτε αιτία, "πλην της προώρου ή κανονικής ή μετά την κανονικήν ηλικίαν συνταξιοδοτήσεως", ο υπάλληλος και με την προϋπόθεση ότι "έχει αποκτήσει Κεκτημένον Δικαίωμα" δικαιούται σύνταξη, η οποία υπολογίζεται με βάση τη συμπληρωμένη Συντάξιμη Υπηρεσία και τον Συντάξιμο Μισθό κατά την ημερομηνία λύσεως της εργασιακής σχέσεως και είναι καταβλητέα στο χρόνο συμπληρώσεως της Κ.Η.Σ. [άρθρο/όρος 2 παρ. 3 μετά την τροποποιητική ...19.12.1995 Πρόσθετη Πράξη με ισχύ από 19.12.1995].
Στην περίπτωση λύσεως της "με τον Εργοδότη" εργασιακής σχέσεως από οποιαδήποτε αιτία πλην 1.- της πρόωρης συνταξιοδότησης, 2.- κανονικής συνταξιοδότησης, 3.- μετά την Κανονική Ηλικία Συνταξιοδότησης ή 4.-της αποχώρησης, κατόπιν πρωτοβουλίας του Εργοδότη", ο υπάλληλος και με την προϋπόθεση ότι "έχει αποκτήσει Κεκτημένο Δικαίωμα", δικαιούται σύνταξη, η οποία υπολογίζεται με βάση την συμπληρωμένη Συντάξιμη Υπηρεσία και τον Συντάξιμο Μισθό, κατά την ημερομηνία λύσεως της εργασιακής σχέσεως και είναι καταβλητέα στο χρόνο συμπληρώσεως της Κ.Η.Σ.
Στην περίπτωση λύσεως της "με τον Εργοδότη" εργασιακής σχέσεως, "κατόπιν πρωτοβουλίας του Εργοδότη", ο υπάλληλος και με την προϋπόθεση ότι "έχει αποκτήσει κεκτημένο δικαίωμα" δικαιούται σύνταξη, η οποία υπολογίζεται, με βάση τη συμπληρωμένη Συντάξιμη Υπηρεσία και τον Συντάξιμο Μισθό κατά την ημερομηνία λύσεως της εργασιακής σχέσεως και είναι καταβλητέα, στο χρόνο συμπληρώσεως της Κ.Η.Σ. "ή εφ’ όσον ο υπάλληλος το επιθυμεί, θα καταβάλλεται αμέσως σε μορφή εφ’ άπαξ ποσού, αναλογιστικά μειωμένου, το επιτόκιο που χρησιμοποιείται για την αναλογιστική μείωση θα είναι το αυτό με το επιτόκιο που χρησιμοποιήθηκε στην πλέον πρόσφατη αναλογιστική μελέτη" [άρθρο/όρος 2 παρ. 3, μετά την τροποποιητική ...25.8.1997 Πρόσθετη Πράξη, με ισχύ από 25.8.1997]. "Ο Εργοδότης δύναται να ακυρώσει, οποτεδήποτε το υπέρ των υπαλλήλων Πρόγραμμα Συνταξιοδοτήσεως, κατόπιν ετήσιας προειδοποιήσεως απευθυνόμενης προς τα καλυπτόμενα μέλη".
Σε τέτοια περίπτωση, "θα εξασφαλισθεί" σύνταξη κατά την Κ.Η.Σ., για ποσό που υπολογίζεται, όπως παραπάνω [άρθρο / όρος 2 παρ. 3] και "ο Εργοδότης θα εισφέρει" προς υπολογισμό της συντάξεως, όπως παραπάνω [άρθρο / όρος 2 παρ. 3], όχι πέραν της ημερομηνίας λήξεως της προειδοποιήσεως, τα αναγκαία ποσά" [άρθρο / όρος 3].
Από της μεταβολής στο πρόσωπο του εργοδότη την 25.11.2002 η εργασιακή σχέση μετά της εναγομένης των [21] εναγόντων συνεχίσθηκε με την διάδοχο εργοδότρια [... ΒΑΝΚ Α.Ε.], ενώ των [4] τελευταίων, κατόπιν επιθυμίας τους, λύθηκε. Ειδικότερα, η εναγομένη "κατήγγειλε" τη σύμβαση εργασίας, ί.- του ενάγοντος Κ. Α., την 15.1.2003, ii.- του Γ.
Ν. την 31.10.2003, iii.- της Ε. Σ., την 1.1.2003 και iν.- της Π. Χ., την 30.9.2003. Η διάδοχος ... ΒΑΝΚ ΑΕ πριν από τη μεταβίβαση, την 25.11.2002 της πιο πάνω επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης, είχε αρνηθεί τη συνέχιση της ασφαλίσεως. Έτσι, κατά νόμο [άρθρο 4 παρ. 3 π.δ. 178/2002] ακολουθούσε η εκκαθάριση των κεφαλαίων, τα οποία μέχρι την 25.11.2002.
είχαν συγκεντρωθεί στην ασφαλιστική επιχείρηση (... ΑΕΑΖ. Οι ενάγοντες, την 25.11.2002. είχαν αποκτήσει " Κεκτημένο Δικαίωμα", ήτοι είχαν προσληφθεί μέχρι 31.12.1995 και είχαν συμπληρώσει την 25.11.2002, τουλάχιστον [10] έτη συνεχούς υπηρεσίας στην εναγομένη, ως άνω, από της προσλήψεώς τους. Οι υπάλληλοι της εναγομένης οι οποίοι "εμπλέκονταν" ή το ίδιο "επηρεάζονταν" από τη μεταβίβαση, την 25.11.2002, της πιο πάνω επιχειρηματικής δραστηριότητάς της, ήταν [177] συνολικά και την 25.11.2002, είχαν αποκτήσει "Κεκτημένο Δικαίωμα" μόνο οι [45], μεταξύ δε αυτών και οι ενάγοντες [οι υπόλοιποι 132 υπάλληλοι δεν είχαν αποκτήσει, την 25.11.2002 "Κεκτημένο Δικαίωμα"].
Ύστερα από "συνεργασία" των εκπροσώπων και των 177 υπαλλήλων μετά της εναγομένης, η τελευταία απέστειλε και στους [177] υπαλλήλους προσωπικά [ονομαστικά] στον καθένα, έγγραφο της [επιστολή] με ημερομηνία 28.3.2003. Σε αυτήν αναφέρονταν και τα εξής [επί λέξει] : "Κατά την διάρκεια των συζητήσεών μας με τους επιλεγμένους σας αντιπροσώπους, συζητήσαμε και ξεκαθαρίσαμε την θέση της Τράπεζας στην τακτοποίηση των υποχρεώσεων συντάξεως μετά την πώληση".
Ότι "συζητήσαμε επίσης, την θέση Σας". Ότι "μετά από προσεκτική ανάλυση και επανεξέταση η Τράπεζα προσφέρει σε όλο το προσωπικό των C & CC και CΑΟ που απεχώρησε από την Τράπεζα, σαν άμεσο αποτέλεσμα της πώλησης στην ... ΒΑΝΚ/ΤΡΑΠΕΖΑ ..., την τακτοποίηση των υποχρεώσεων συντάξεως, στη βάση της δεδουλευμένης παροχής για κάθε υπάλληλο".
Ότι "αυτή η ρύθμιση θα περιλαμβάνει όλο το προσωπικό, που έχει τα δικαιώματα από το Πρόγραμμα και αυτούς που δεν έχουν, ακόμα, δικαιώματα, υπό την προϋπόθεση πως αυτές οι δύο κατηγορίες προσωπικού έπαψαν να εργάζονται στην Τράπεζα για λόγους που ευθέως σχετίζονται με την μεταβίβαση στην ... / ...". Ότι "η προσφορά μας να τακτοποιήσουμε τις υποχρεώσεις της συντάξεως, με τη μέθοδο που αποκαλείται "Πρόγραμμα με δεδουλευμένη παροχή" / ACCRUED ΒΕΝΕFΙΤ OΒLΙGΑΤΙOΝ [ΑΒΟ] για όλους τους δικαιούχους και μη δικαιούχους από το προσωπικό, που αφορά, εξαρτάται από την χωρίς όρους αποδοχή και συμφωνία της πρότασης της Τράπεζας από όλους, την οποία σας ζητάμε να επιβεβαιώσετε γραπτώς".
Ότι ο τύπος της επιβεβαίωσης αυτής, που χρησιμοποιείται είναι ο ίδιος, που χρησιμοποιούνταν στο παρελθόν για όλες τις τακτοποιήσεις του Ομαδικού Ασφαλιστικού Προγράμματος της .... Ότι "εάν αυτή η μέθοδος της τακτοποίησης των υποχρεώσεων συντάξεως δεν γίνει αποδεκτή από οποιονδήποτε από τους 177 συναδέλφους, των C & CC και CΑΟ, που επηρεάζονται από την πώληση στην .../..., η Τράπεζα θα εξαναγκασθεί να αποσύρει την προσφορά για την τακτοποίηση των υποχρεώσεων συντάξεως, με την μέθοδο ΑΒΟ σε όλους τους 132 μη δικαιούχους από το προσωπικό".
Ότι "σαν συνέπεια θα αναγνωρίσουμε και τακτοποιήσουμε την υποχρέωση σύνταξης με την μέθοδο ΑΒΟ των 45 δικαιούχων μελών μόνο". Ότι "με τη λήψη της επιβεβαίωσης της αποδοχής των ενδιαφερομένων στην προτεινόμενη από μέρους μας τακτοποίηση η Τράπεζα θα δώσει οδηγίες στην ... να τακτοποιήσει τις συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις αμέσως".
Ότι "η Τράπεζα θα δεχθεί σαν την αρχική σας επίσημη επιβεβαίωση της συμφωνίας το υπογεγραμμένο αντίγραφο του γράμματος αυτού". Ότι "σε πλήρη και τελική ρύθμιση, με την λήψη της πληρωμής, η συνήθης βεβαίωση από την ... θα πρέπει να υπογραφεί". Ότι "για να επιβεβαιώσετε τη συμφωνία σας, παρακαλούμε, υπογράψετε και επιστρέψτε το συνημμένο αντίγραφο στην ΗR Μονάδα της ...
Bank". Οι 177 υπάλληλοι της εναγομένης, ως άνω, μεταξύ αυτών και οι ενάγοντες, υπέγραψαν, ανεπιφύλακτα, το συνημμένο αντίγραφο της "επιστολής",στη θέση "Επικυρώνεται η συμφωνία" και το επέστρεψαν στην εναγομένη. Τον Απρίλιο 2003, η εναγομένη, σε συνεργασία μετά των εκπροσώπων των 177 υπαλλήλων, ως άνω, εκκαθάρισε τα κεφάλαια και για τους 177 υπαλλήλους με τη μέθοδο της "δεδουλευμένης παροχής" και στη συνέχεια η ασφαλιστική εταιρεία ...
Α.Ε.Α.Ζ., κατ’ εντολή της εναγομένης, διένειμε ["εξόφλησε" ή "κατέβαλε"], ειδικότερα στους ενάγοντες τα παρακάτω χρηματικά ποσά,"μετά του χαρτοσήμου 1,2%", ήτοι: 1. Στην ενάγουσα Χ. Ν., το ποσό των 12.495,46 ευρώ. 2. Στην ενάγουσα Α. Π., το ποσό των 14.611,63 ευρώ. 3. Στον ενάγοντα Η. Τ. το ποσό των 7.553,32 ευρώ. 4. Στον ενάγοντα Γ. Κ., το ποσό των 17.830,04 ευρώ. 5.
Στην ενάγουσα Χ. Χ. – Τ., το ποσό των 11.667,50 ευρώ. 6. Στην ενάγουσα Μ. Κ., το ποσό των 13.056,73 ευρώ. 7. Στον ενάγοντα Ι. Τ. το ποσό των 6.396,42 ευρώ. δ. Στον ενάγοντα Γ. Κ., το ποσό των 15.060,93 ευρώ. 9. Στην ενάγουσα Χ. Γ., το ποσό των 23.996,66 ευρώ. 10. Στην ενάγουσα Χ. Π., το ποσό των 12.677,90 ευρώ. 11.Στην ενάγουσα Χ. Μ., το ποσό των 5.944,52 ευρώ. 12.
Στην ενάγουσα Ι. Μ., το ποσό των 12.761,58 ευρώ. 13. Στην ενάγουσα Ε. Μ., το ποσό των 11.690,02 ευρώ. 14. Στον ενάγοντα Θ. Κ., το ποσό των 10.699,87 ευρώ. 15. Στην ενάγουσα Α. Α., το ποσό των 18.970,14 ευρώ. 16. Στην ενάγουσα Ε. Ξ., το ποσό των 22.515,85 ευρώ. 17. Στην ενάγουσα Μ. Σ., το ποσό των 9.644,86 ευρώ. 18. Στην ενάγουσα Κ. Α., το ποσό των 18.646,43 ευρώ. 19.
Στην ενάγουσα Α. Χ., το ποσό των 23.268,01 ευρώ. 20. Στην ενάγουσα Ι. Γ., το ποσό των 10.634,76 ευρώ. 21. Στην ενάγουσα Ε. Π., το ποσό των 25.339,55 ευρώ. 22. Στον ενάγοντα Κ. Α., το ποσό των 8.276,93 ευρώ. 23. Στον ενάγοντα Γ. Ν., το ποσό των 13.514,78 ευρώ. 24. Στην ενάγουσα Ε. Σ., το ποσό των 56.060,04 ευρώ και 25. στην ενάγουσα Π. Χ., το ποσό των 23.060,49 ευρώ.
Οι επίμαχες συνταξιοδοτικές παροχές των εναγόντων προσδιορίσθηκαν, κατά τον υπολογισμό από την εναγομένη, στα πιο πάνω [διανεμηθέντα] χρηματικά ποσά, με την μέθοδο της "δεδουλευμένης παροχής" και Τελικό Συντάξιμο Μισθό, υπό την εκτεθείσα έννοια μέχρι 25.11.2002, επί του συνόλου των μηνιαίων μισθών μεθ’ όλων των "καταβαλλομένων" επιδομάτων, των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, του επιδόματος αδείας και του επιδόματος ισολογισμού, επί πλέον, χρησιμοποιήθηκαν εγγυημένο "τεχνικό επιτόκιο" προεξοφλήσεως 5% και ο ελληνικός πίνακας θνησιμότητας, έτους 1990 [GR 90].
Αντίθετα, κατά τον υπολογισμό από τον Πραγματογνώμονα Ι. Β., διορισθέντα, ως άνω, με την 1215/2010 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, οι επίμαχες συνταξιοδοτικές παροχές των εναγόντων προσδιορίζονται με την ίδια μέθοδο της "δεδουλευμένης παροχής" και Τελικό Συντάξιμο Μισθό, υπό την εκτεθείσα έννοια, μέχρι 25.11.2002 σε υψηλότερα χρηματικά ποσά και ειδικότερα: 1.
Για την ενάγουσα Χ. Ν., στο ποσό των 27.269,30 ευρώ. 2. Για την ενάγουσα Α. Π., στο ποσό των 32.005,76 ευρώ. 3. Για τον ενάγοντα Η. Τ., στο ποσό των 21.848,78 ευρώ. 4. Για τον ενάγοντα Γ. Κ., στο ποσό των 63.552,43 ευρώ. 5. Για την ενάγουσα Χ. Χ. – Τ., στο ποσό των 26.242,24 ευρώ. 6. Για την ενάγουσα Μ. Κ., στο ποσό των 25.650,71 ευρώ. 7. Για τον ενάγοντα Ι.
Τ. στο ποσό των 25.719,20 ευρώ. 8. Για τον ενάγοντα Γ. Κ., στο ποσό των 46.548,12 ευρώ. 9. Για την ενάγουσα Χ. Γ. στο ποσό των 49.802,01 ευρώ. 10. Για την ενάγουσα Χ. Π.στο ποσό των 29.306,09 ευρώ. 11. Για την ενάγουσα Χ. Μ., στο ποσό των 10.760,42 ευρώ. 12. Για την ενάγουσα Ι. Μ. στο ποσό των 32.123,03 ευρώ. 13. Για την ενάγουσα Ε. Μ. στο ποσό των 30.742,67 ευρώ. 14.
Για τον ενάγοντα Θ. Κ., το ποσό των 41.748,64 ευρώ. 15. Για την ενάγουσα Α. Α., στο ποσό των 43.392,89 ευρώ. 16. Για την ενάγουσα Ε. Ξ., στο ποσό των 60.704,48 ευρώ. 17. Για την ενάγουσα Μ. Σ., στο ποσό των 21.813,13 ευρώ. 18. Για την ενάγουσα Κ. Α., στο ποσό των 45.353,11 ευρώ. 19. Για την ενάγουσα Α. Χ., στο ποσό των 50.387,21 ευρώ. 20. Για την ενάγουσα Ι.
Γ., στο ποσό των 29.361,27 ευρώ. 21. Για την ενάγουσα Ε. Π., στο ποσό των 35.994,73 ευρώ. 22. Για τον ενάγοντα Κ. Α., στο ποσό των 23.389,89 ευρώ. 23. Για τον ενάγοντα Γ. Ν., στο ποσό των 74.420,73 ευρώ. 24. Για την ενάγουσα Ε. Σ., στο ποσό των 161.878,63 ευρώ και 25. για την ενάγουσα Π. Χ., στο ποσό των 50.273,93 ευρώ. Ο προσδιορισμός των επίμαχων συνταξιοδοτικών παροχών των εναγόντων γίνεται, κατά την Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης, στα πιο πάνω διαφορετικά [υψηλοτέρα] χρηματικά ποσά, διότι ο Τελικός Συντάξιμος Μισθός υπολογίζεται όχι μόνο, ως άνω, επί του συνόλου των μηνιαίων μισθών μεθ’ όλων των "καταβαλλομένων" επιδομάτων, των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, του επιδόματος αδείας και του επιδόματος ισολογισμού, αλλά και επί "αμοιβών υπερωριακής απασχόλησης" και επί "καταβαλλομένου κάθε χρόνο επιδόματος παραγωγικότητας", επί πλέον, χρησιμοποιούνται εγγυημένο "τεχνικό επιτόκιο" προεξοφλήσεως 3,35%, "κατ’ εφαρμογή της .../30.11.2001 αποφάσεως Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β’ 1616/5.12.2001 ) και ο ελβετικός πίνακας θνησιμότητας, έτους 1990 [ΕVΚ 90], Από τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται, στον κρίσιμο χρόνο υπολογισμού του Τελικού Συντάξιμου Μισθού [2000-2002], νόμιμη υπερωριακή απασχόληση των εναγόντων ή παροχή, ως μισθού, "επιδόματος παραγωγικότητας".
Ειδικότερα, στις οικείες "καταστάσεις μισθοδοσίας" των εναγόντων, κατά την ανάλυση της μισθοδοσίας δεν απεικονίζονται νόμιμες υπερωρίες και "αμοιβή" τους ή παροχή, ως μισθού, "επιδόματος παραγωγικότητας" [άρθρο 18 ν. 1082/1980 (ΦΕΚ Α 250]. Ο πραγματογνώμονας Ι. Β., εξ άλλου, δεν διακρίνει, όταν αναφέρει στην Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης ότι υπολόγισε, ως Τελικό Συντάξιμο Μισθό και "αμοιβές υπερωριακής απασχόλησης" αν πρόκειται για νόμιμη ή παράνομη υπερωριακή απασχόληση των εναγόντων.
Ακόμη στην προσθήκη - αντίκρουση των εγγράφων προτάσεων των εναγόντων, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αναφέρεται [επιλέξει]: "Για τους περισσότερους από εμάς, που ήμασταν παλαιοί υπάλληλοι, με υψηλές αποδοχές δεν κατέβαλε η Τράπεζα [εναγομένη] αμοιβή υπερωριακής εργασίας, όπως είναι γνωστό ότι συμβαίνει για τα υψηλόβαθμα στελέχη επιχειρήσεων".
Περαιτέρω, ως προς το εγγυημένο "τεχνικό επιτόκιο" προεξοφλήσεως εφαρμοστέα εν προκειμένω είναι η .../26.10.1979 απόφαση Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ ΑΕ-ΕΠΕ 3434/6.11.1979), η οποία είχε θέσει 5% για το επιτόκιο αυτό και ίσχυε κατά το χρόνο ενάρξεως της ασφαλίσεως [1.9.1988], εν όψει και του ότι το επιτρεπτό ανώτατο όριο τίθεται για να μην διακινδυνεύσει η φερεγγυότητα της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, δίνοντας υψηλότερα εγγυημένα επιτόκια.
Ως προς τον Πίνακα Θνησιμότητας, τέλος, αρμόζει στην προκειμένη περίπτωση να χρησιμοποιηθεί ο Ελληνικός έτους 1990 [GR90] και όχι ο Ελβετικός έτους 1990 [ΕVΚ 90]. Ειδικότερα, αμφότεροι οι Πίνακες είναι αξιόπιστοι, ο Ελβετικός Πίνακας Θνησιμότητας έτους 1990, παρουσιάζει χαμηλότερη θνησιμότητα και επομένως, υψηλότερη "επιβιωσιμότητα", και ο Ελληνικός Πίνακας Θνησιμότητας, έτους 1990, παρουσιάζει υψηλότερη θνησιμότητα και συνεπώς, χαμηλότερη "επιβιωσιμότητα".
Αποτέλεσμα της χρησιμοποιήσεως του Ελβετικού Πίνακα Θνησιμότητας έτους 1990, είναι ο υπολογισμός ποσών υψηλότερων από τα ποσά, που προκύπτουν, εάν χρησιμοποιηθεί ο Ελληνικός Πίνακας Θνησιμότητας έτους 1990, αφού ο Ελβετικός Πίνακας Θνησιμότητας, έτους 1990, "εκτιμά" ότι οι συντάξεις θα καταβάλλονται για περισσότερα χρόνια.
Από τα επίσημα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας [WORLD ΗΕΑLΤΗ ORGΑΝΙΖΑΤΙOΝ] οι δύο πληθυσμοί [Ελλήνων και Ελβετών] παρουσιάζουν διαφορετικές τιμές θνησιμότητας συγκεκριμένα, οι Ελβετοί ζουν, κατά μέσο όρο δύο έτη παραπάνω από τους Έλληνες. Έτσι, ο Ελληνικός Πίνακας Θνησιμότητας, έτους 1990, απεικονίζει, με μεγαλύτερη ακρίβεια, την ελληνική πραγματικότητα ώστε να πρέπει εν προκειμένω να χρησιμοποιηθεί.
Εν όψει τούτων, σύμφωνα και με όσα έγιναν δεκτά στη νομική σκέψη, επί των αντιρρήσεων κατά της γενόμενης διανομής, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Οι ενάγοντες αμφισβητούν την εκκαθάριση των κεφαλαίων, με την ως άνω μέθοδο της "δεδουλευμένης παροχής". Στο π.δ. 178/2002, οι δύο τρόποι εκκαθαρίσεως των κεφαλαίων, για Πρόγραμμα με καθορισμένη παροχή, είναι ισότιμοι, δηλ.
δεν διακρίνεται, πότε η εκκαθάριση πρέπει να γίνει με βάση την "δεδουλευμένη παροχή" ή με βάση την "παρούσα αξία μελλοντικής παροχής". Στο επίμαχο Ομαδικό Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα [... 29.9.1988 "Συμβόλαιο Διαχειρίσεως Κεφαλαίου", μετά του Παραρτήματος του υπό τον τίτλο "Πρόγραμμα Συνταξιοδοτήσεως" και οι Πρόσθετες πράξεις], το οποίο είναι Πρόγραμμα με καθορισμένη παροχή, δεν προβλέπεται συγκεκριμένος τρόπος εκκαθαρίσεως των κεφαλαίων, έτσι ανακύπτει κενό και καθίσταται αναγκαία η πλήρωσή του.
Κατ’ εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, η αληθινή βούληση των μερών, εν όψει του συμφέροντος του εργαζομένου, το οποίο σκοπούσε να προστατεύσει η προκειμένη ασφάλιση, ήταν η εκκαθάριση των κεφαλαίων να γίνει κατά τον τρόπο της "δεδουλευμένης παροχής", καθ’ όσον από την ημερομηνία ενάρξεως της ασφαλίσεως [1.9.1988] συνεχώς η σύνταξη υπολογίζεται με βάση την συμπληρωμένη Συντάξιμη Υπηρεσία και τον Τελικό Συντάξιμο Μισθό στην ημερομηνία λύσεως της εργασιακής σχέσεως και όχι με βάση τον υποθετικό μισθό που θα ελάμβανε ο εργαζόμενος σε χρονικό σημείο στο μέλλον.
Αυτό έκρινε και η πιο πάνω υπ’ αριθμ. 1215/2010 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Μετά ταύτα, η αντίρρηση υπό στοιχείο [IV], κατά την οποία τα μέρη, στο Ομαδικό Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα, ήθελαν, κατά την ερμηνεία της αληθινής βουλήσεώς τους, τη μέθοδο της "παρούσας αξίας μελλοντικής παροχής", που ήταν η ευνοϊκότερη για τους εργαζόμενους και "προκρίνεται" από το π.δ. 178/2002, είναι αβάσιμη και απορριπτέα.
Οι ενάγοντες αμφισβητούν την εκκαθάριση των κεφαλαίων, που έγινε κατά το άρθρο/όρο 2 παρ. 3 του Ομαδικού Συνταξιοδοτικού Προγράμματος και όπως τροποποιήθηκε, από 25.8.1997 με την ...25.8.1997 Πρόσθετη Πράξη, επικαλούμενοι, ως άνω ότι η συγκεκριμένη τροποποίηση ήταν "ανίσχυρη", ως αντίθετη στις διατάξεις της γνήσιας συμβάσεως υπέρ τρίτου και πάντως, δεν αναφέρεται στην περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, που "δεν υπάρχει λύση της εργασιακής συμβάσεως".
Πλην όμως, η ασφάλιση αυτή του προσωπικού της εναγομένης δεν καθορίζεται ως μισθός στις ατομικές συμβάσεις εργασίας, επί πλέον η εναγομένη, από την αρχή είχε επιφυλάξει, γραπτώς, στον εαυτό της το δικαίωμα για τροποποίηση της ασφαλίσεως ως συμβάσεως υπέρ τρίτου και ως οικειοθελούς παροχής. Έτσι, ο όρος 2 παρ. 3 όπως τροποποιήθηκε, ήταν "ισχυρός".
Εξ άλλου, η συγκεκριμένη τροποποίηση, αναφέρεται στην προκειμένη περίπτωση μεταβιβάσεως της πιο πάνω επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης διότι η διάδοχος εργοδότρια ... ΒΑΝΚ ΑΕ αρνήθηκε να συνεχίσει την ασφάλιση, όπως είχε δικαίωμα από το νόμο [άρθρο 4 παρ. 3 π.δ. 178/20202] και, κατά τούτο, δηλ. για τη συνέχιση της ασφαλίσεως, υπάρχει "λύση" της εργασιακής συμβάσεως.
Επομένως, η αντίρρηση υπό στοιχείο [I] με το πιο πάνω περιεχόμενο είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Οι ενάγοντες αμφισβητούν την εκκαθάριση των κεφαλαίων, για το λόγο, ως άνω ότι η εκκαθάριση έγινε με υπολογισμό των παροχών, σύμφωνα με Κ.Η.Σ. διαφορετική για τους άνδρες υπαλλήλους [τα 65 έτη] και διαφορετική για τις γυναίκες υπαλλήλους [τα 60 έτη], αντίθετα προς την αρχή της ισότητας, σε βάρος των ανδρών - υπαλλήλων της εναγομένης, "με συνέπεια ο υπολογισμός των καταβλητέων κεφαλαίων να πρέπει να γίνει με Κ.Η.Σ.
τα 60 έτη για άνδρες και γυναίκες - υπαλλήλους της εναγομένης". Πλην όμως, κατά την αρχή της ισότητας, απαγορεύεται [και] κάθε διάκριση με βάση το φύλο του εργαζομένου, όσον αφορά τους όρους, τις συνθήκες εργασίας και την επιχειρηματική του εξέλιξη ή σταδιοδρομία [άρθρα 4 παράγραφοι 1 και 2, 22 παρ. 1 εδ. τελευταίο, 116 και 28 παρ. 1 Συντάγματος, 119 (ήδη 141) ΣυνθΕΟΚ- κυρωτικός ν. 945/1979 (ΦΕΚ Α-170), 5 παρ. 1, 10 παρ. 1 και 15 ν. 1414/1984 (ΦΕΚ Α-10), 1 και 20 ν. 3488/2006 (ΦΕΚ Α-191), 1 και 30 ν. 3896/2010 (ΦΕΚ Α-207)].
Τυχόν ευνοϊκή ρύθμιση με βάση το φύλλο, ως αντίθετη στην αρχή της ισότητας, θεωρείται καταργημένη. Από την καταργημένη ρύθμιση, το φύλο σε βάρος του οποίου γίνεται η δυσμενής διάκριση, δεν μπορεί να ορύσσει δικαίωμα προς εξίσωση. Η ευνοϊκή ρύθμιση δηλ. που υπάρχει με βάση το φύλο, εφ’ όσον είναι αντίθετη στην αρχή της ισότητας και θεωρείται καταργημένη, δεν επεκτείνεται στο άλλο φύλο.
Μετά ταύτα, η αντίρρηση υπό στοιχείο [III], με το πιο πάνω περιεχόμενο, είναι απορριπτέα, ως αλυσιτελής, αφού η ευνοϊκή ρύθμιση υπέρ των γυναικών - υπαλλήλων της εναγομένης [Κ.Η.Σ. τα 60 έτη] θεωρείται καταργημένη και δεν μπορεί να επεκταθεί στους άνδρες υπαλλήλους της εναγομένης [αντίθετα έπρεπε να ισχύσει κατά τον υπολογισμό των παροχών, τόσο για άνδρες, όσο και για γυναίκες, υπαλλήλους της εναγομένης, Κ.Η.Σ.
τα 65 έτη]. Οι ενάγοντες αμφισβητούν την εκκαθάριση, επικαλούμενοι, ως άνω ότι και με τον τρόπο της "δεδουλευμένης παροχής", ο υπολογισμός, που έγινε, δεν ήταν ορθός και συγκεκριμένα στον Τελικό Συντάξιμο Μισθό δεν υπολογίσθηκαν, ως μισθός, οι "αμοιβές" νόμιμης υπερωριακής εργασίας και το "επίδομα παραγωγικότητας", επί πλέον, χρησιμοποιήθηκαν εγγυημένο "τεχνικό επιτόκιο" 5%, αντί του ορθού 3,35% και Πίνακες θνησιμότητας ο Ελληνικός έτους 1990, αντί του Ελβετικού, έτους 1990.
Πλην όμως, δεν έχει αποδειχθεί, στον κρίσιμο χρόνο υπολογισμού του Τελικού Συντάξιμου Μισθού [2000, 2001, 2002], παροχή στους ενάγοντες, ως μισθού "επιδόματος παραγωγικότητας" ή νόμιμη υπερωριακή απασχόληση των εναγόντων, έτσι, δεν υπολογίσθηκαν, στην ένδικη υπόθεση [η μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, ακόμη και αν παρέχεται σταθερώς και μονίμως, δεν αποτελεί "μισθό"].
Εξ άλλου, ως προς το εγγυημένο "τεχνικό επιτόκιο" προεξοφλήσεως, εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, είναι η .../26.10.1979 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ ΑΕ - ΕΠΕ 3434/6.11.1979), η οποία θέτει 5% για το επιτόκιο αυτό, όπως άλλωστε και υπολογίσθηκε στην ένδικη υπόθεση. Περαιτέρω, ο Ελληνικός Πίνακας Θνησιμότητας, έτους 1990, που χρησιμοποιήθηκε στην ένδικη υπόθεση, απεικονίζει την ελληνική πραγματικότητα, με μεγαλύτερη ακρίβεια.
Μετά ταύτα, ο υπολογισμός των παροχών, που έγινε στην ένδικη υπόθεση, είναι ορθός και η αντίρρηση υπό στοιχείο [V], με το πιο πάνω περιεχόμενο είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τις αντιρρήσεις των αναιρεσειόντων κατά του πίνακα διανομής που συντάχθηκε μετά την εκκαθάριση των συσσωρευθέντων κεφαλαίων.
Όπως από τις προαναφερθείσες παραδοχές προκύπτει, το Εφετείο τις αντιρρήσεις των αναιρεσειόντων, που αναφέρονται στην εφαρμοσθείσα κατά την εκκαθάριση μέθοδο, της δεδουλευμένης παροχής (ACCRUED BENEFIT) αντί εκείνης της παρούσας αξίας μελλοντικής παροχής (PROJECT BENEFIT), που αυτοί ισχυρίζονται ότι έπρεπε να εφαρμοσθεί, απέρριψε με δύο επάλληλες αιτιολογίες, η κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεώς του.
Ειδικότερα, με την πρώτη αιτιολογία απέρριψε τις αντιρρήσεις, διότι έκρινε ότι η μέθοδος της δεδουλευμένης παροχής, εφαρμόσθηκε ύστερα από συμφωνία ως προς το ζήτημα αυτό μεταξύ της αναιρεσίβλητης και όλων των εργαζομένων, τους οποίους αφορούσε η εκκαθάριση, μεταξύ των οποίων και όλοι οι αναιρεσείοντες, με την αποδοχή από τους τελευταίους της σχετικής προτάσεως της αναιρεσίβλητης, δια της υπογραφής, από όλους και επιστροφής της ως άνω επιστολής που απέστειλε προς αυτούς η αναιρεσίβλητη, η οποία (επιστολή) περιείχε τη σχετική πρόταση.
Με τη δεύτερη αιτιολογία απέρριψε τις αντιρρήσεις, διότι έκρινε πως στο επίμαχο Ομαδικό Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα [...29.9.1988 "Συμβόλαιο Διαχειρίσεως Κεφαλαίου", μετά του Παραρτήματος του υπό τον τίτλο "Πρόγραμμα Συνταξιοδοτήσεως" και οι Πρόσθετες πράξεις], το οποίο είναι Πρόγραμμα με καθορισμένη παροχή, δεν προβλέπεται συγκεκριμένος τρόπος εκκαθαρίσεως των κεφαλαίων, ανακύπτει δηλαδή κενό και καθίσταται αναγκαία η πλήρωσή του και κατ’ εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, έκρινε περαιτέρω ότι η αληθινή βούληση των μερών, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, εν όψει του συμφέροντος του εργαζομένου, το οποίο σκοπούσε να προστατεύσει η προκειμένη ασφάλιση, ήταν η εκκαθάριση των κεφαλαίων να γίνει κατά τον τρόπο της "δεδουλευμένης παροχής", καθ’ όσον από την ημερομηνία ενάρξεως της ασφαλίσεως [1.9.1988] συνεχώς η σύνταξη υπολογίζεται με βάση την συμπληρωμένη Συντάξιμη Υπηρεσία και τον Τελικό Συντάξιμο Μισθό στην ημερομηνία λύσεως της εργασιακής σχέσεως και όχι με βάση τον υποθετικό μισθό που θα ελάμβανε ο εργαζόμενος σε χρονικό σημείο στο μέλλον.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες της ευθείας παραβιάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών με το να δεχθεί ότι τη μέθοδο της δεδουλευμένης παροχής, ύστερα από ερμηνεία κατά τα ανωτέρω του ασφαλιστικού συμβολαίου, ήθελαν οι συμβαλλόμενοι, αλλά και της εκ πλαγίου παραβιάσεως των ίδιων κανόνων διότι ενώ δέχθηκε ότι η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση σκοπούσε να προστατεύσει το συμφέρον των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες, αντιφατικά προς την παραδοχή αυτή έκρινε ότι κατά την αληθή βούληση των συμβληθέντων, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη ως μέθοδος εκκαθαρίσεως και διανομής των συσσωρευθέντων κεφαλαίων έπρεπε να εφαρμοσθεί η μέθοδος της δεδουλευμένης παροχής που είναι δυσμενέστερη για τους εργαζομένους από την μέθοδο της παρούσας αξίας μελλοντικής παροχής που είναι ευμενέστερη γι’ αυτούς.
Ο λόγος αυτός βάλλοντας με τις ανωτέρω αιτιάσεις κατά της δεύτερης αιτιολογίας της προσβαλλομένης, εφόσον το διατακτικό της τελευταίας, στηρίζεται επαρκώς με την αυτοτελή πρώτη αιτιολογία, η οποία δεν προσβάλλεται με λόγο αναιρέσεως, είναι προεχόντως αλυσιτελής. Αβάσιμος είναι, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 411-412 ΑΚ και του π.δ. 178/2002, με το να δεχθεί, ότι η γενομένη μονομερώς από την αναιρεσίβλητη, την παραμονή της μεταβιβάσεως του κλάδου της επιχειρήσεως, στον οποίο απασχολούντο οι αναιρεσείοντες, από αυτήν (αναιρεσίβλητη) στην ...
ΒΑΝΚ ΑΕ, τροποποίηση της συμβάσεως ομαδικής ασφάλισης, κατά τον όρο της με τον οποίο ο μηνιαίος συντάξιμος μισθός θα προέκυπτε στο εξής με διαίρεση των ετησίων αποδοχών με 14,5 αντί με 14, όπως μέχρι την τροποποίηση προβλεπόταν, είναι έγκυρη, ενώ η τροποποίηση αυτή, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, ερχόμενη σε αντίθεση με τις παραβιασθείσες διατάξεις ήταν άκυρη, ως παραβιάζουσα τα δικαιώματά τους ως τρίτων, το συμφέρον των οποίων διασφάλιζε η ασφαλιστική σύμβαση, διότι, εφόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, το πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης αποτελούσε οικειοθελή παροχή της αναιρεσίβλητης προς τους αναιρεσείοντες και το λοιπό προσωπικό της, για την οποία ρητά είχε επιφυλάξει στον εαυτό της το δικαίωμα τροποποίησής της, εγκύρως έγινε η τροποποίηση του όρου αυτού της συμβάσεως.
Ο ίδιος έβδομος λόγος αναιρέσεως κατά το σκέλος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη, η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, περί καταχρηστικής ασκήσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του δικαιώματός της να τροποποιήσει την σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, την παραμονή μεταβιβάσεως του κλάδου της επιχειρήσεως στον οποίο εργάζονταν στην ...
ΒΑΝΚ ΑΕ, με μοναδικό σκοπό να περιορίσει τα δικαιώματά τους από το πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, εφόσον η αναιρεσίβλητη είχε δικαίωμα να τροποποιήσει την προαναφερόμενη οικειοθελή παροχή, δεν άσκησε το δικαίωμά της αυτό καταχρηστικά (ΑΠ 1533/2006) και συνεπώς δεν αποτελεί ο εν λόγω ισχυρισμός, ως μη νόμιμος, πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.
Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 3 του Π.Δ. 178/2002 , "διότι ενώ υπήρχε υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να προβεί σε διανομή του σωρευθέντος κεφαλαίου του ασφαλιστικού προγράμματος, το οποίο ανήκει στους εργαζόμενους, όπως ορίζεται από τη διάταξη αυτή, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η Τράπεζα προέβη στην εκκαθάριση των συγκεντρωθέντων κεφαλαίων, κάτι όμως το οποίο έρχεται σε αντίφαση, με τις παραδοχές της ιδίας απόφασης, που αναγνωρίζει ότι κατεβλήθη ατομικά, σε κάθε εργαζόμενο, αποζημίωση, αντίστοιχη με την αποζημίωση που κατέβαλε η αντίδικος στην συνήθη περίπτωση αποχώρησης του εργαζόμενου από την επιχείρηση, λόγω συνταξιοδότησης ή εξ άλλης (ατομικής) αιτίας (πρόωρη συνταξιοδότηση, ανικανότητα κ.λπ.), δηλαδή δέχεται ότι δεν έγινε εκκαθάριση από τον μεταβιβάζοντα και τους εκπροσώπους των εργαζομένων και διανομή στους εργαζόμενους από την ασφαλιστική επιχείρηση του σωρευθέντος κεφαλαίου, αλλά μεμονωμένη εφαρμογή αποζημίωσης, ατομικά για κάθε εργαζόμενο, χωρίς να ελέγξει ποιο το ύψος των συγκεντρωθέντων κεφαλαίων και εάν πράγματι έγινε η διανομή τους στους αναιρεσίβλητους, ως δικαιούχους.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, σύμφωνα με τις ανωτέρω αναφερόμενες παραδοχές του, δέχθηκε ότι "τον Απρίλιο 2003, η εναγομένη (αναιρεσίβλητη), σε συνεργασία μετά των εκπροσώπων των 177 υπαλλήλων, ως άνω, εκκαθάρισε τα κεφάλαια και για τους 177 υπαλλήλους με τη μέθοδο της "δεδουλευμένης παροχής" και στη συνέχεια η ασφαλιστική εταιρεία ...
Α.Ε.Α.Ζ., κατ’ εντολή της εναγομένης, διένειμε ["εξόφλησε" ή "κατέβαλε"], ειδικότερα στους ενάγοντες τα παρακάτω χρηματικά ποσά..." τα οποία και προσδιορίζει για τον καθένα, δέχθηκε δηλαδή το Εφετείο ότι έγινε η εκκαθάριση, των συσσωρευμένων κεφαλαίων από την αναιρεσίβλητη και τους εκπροσώπους όλων των εργαζομένων και ακολούθησε σύμφωνα με την εκκαθάριση, διανομή των εκκαθαρισθέντων κεφαλαίων από την ασφαλιστική εταιρία στους εργαζομένους, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες, σε καθένα εκ των οποίων και καταβλήθηκε το μέρος που αναλογούσε επί του συνόλου των εκκαθαρισθέντων κεφαλαίων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της υπ’ αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως "συνήθεις αποδοχές" ή "τακτικές αποδοχές" ή "καταβαλλόμενος μισθός", στη σύμβαση εργασίας νοούνται ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά την διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της νόμιμα παρεχομένης εργασίας (ολ ΑΠ 16/2011, ΑΠ 274/2015, 638/2013).
Έτσι, εφόσον παρέχεται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνεται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση (ολ ΑΠ 16/2011, 5/2011, ΑΠ 274/2015). Επομένως, δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχα δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγησή τους (ΑΠ 13/2015), όπως είναι το επίδομα παραγωγικότητας ή επίτευξης στόχων.
Δεν έχει επίσης το χαρακτήρα μισθού κατά την ως άνω έννοια η αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού που υποχρεούται να καταβάλει ο εργοδότης στο μισθωτό για παράνομη εργασία, όπως είναι η παράνομη υπερωρία, αφού αυτή δεν αποτελεί νόμιμο αντάλλαγμα για νομίμως παρασχεθείσα εργασία (AΠ 1134/2010).
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια, αληθώς μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβιάσεως των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, όχι και από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρεται στο αναιρετήριο, διότι αυτή στον συντάξιμο μηνιαίο μισθό, με βάση τον οποίο υπολόγισε την αναλογία εκάστου των αναιρεσειόντων στο προϊόν της εκκαθάρισης των συσσωρευθέντων κεφαλαίων δεν υπολόγισε την αμοιβή από νόμιμη υπερωριακή απασχόληση αυτών και το επίδομα παραγωγικότητας.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού κατά τις ανωτέρω αναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αυτή δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε, καταβολή αμοιβής για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση ή ότι καταβλήθηκε επίδομα παραγωγικότητας στους αναιρεσείοντες την τελευταία πριν από τον κρίσιμο χρόνο λήξεως της συμβάσεως ομαδικής ασφάλισης διετία, που λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό του συνταξίμου μισθού, κατά την σχετική ασφαλιστική σύμβαση.
Οι στον ίδιο λόγο αιτιάσεις με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της την πραγματογνωμοσύνη, από την οποία διαπιστώνεται ότι ανελλιπώς κατά την κρίσιμη διετία καταβαλλόταν στους αναιρεσείοντες αμοιβή για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση και το επίδομα παραγωγικότητος, είναι απαράδεκτες, διότι αναφέρονται στην ανέλεγκη αναιρετικά εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου μόνου της ΥΑ .../2001 του Υφυπουργού ανάπτυξης (ΦΕΚ Β’ 1616), περί τροποποίησης της .../2001, με την οποία κωδικοποιήθηκε η .../1999 ΥΑ του ίδιου Υπουργού τα με την παράγραφο 1 της εν λόγω αποφάσεως (...) καθορισθέντα τεχνικά επιτόκια προεξόφλησης των μαθηματικών αποθεμάτων των προγραμμάτων ασφάλισης, ισχύουν για ασφαλιστήρια συμβόλαια που θα υπογραφούν μετά την θέση σε ισχύ την 1.3.2002 των νέων τιμολογίων των ασφαλιστικών εταιριών, τα δε παλαιότερα ασφαλιστήρια συμβόλαια θα εξακολουθήσουν να είναι διαχειριζόμενα με τα τεχνικά επιτόκια, με βάση τα οποία είχαν εκδοθεί και κυκλοφορήσει.
Εξ άλλου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου μόνου της Αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου .../1979 (ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ 3434/1979), με βάση την οποία είχε εκδοθεί το επίδικο ασφαλιστικό συμβόλαιο, το ανώτερο τεχνικό επιτόκιο για τον υπολογισμό ασφαλίστρων και μαθηματικών αποθεμάτων των ειδικού τύπου αποταμιευτικών συμβολαίων (Deposit Administation Funds), μεταξύ των οποίων και τα συμβόλαια ομαδικής ασφάλισης με προκαθορισμένη παροχή, καθορίσθηκε σε 5%.
Επομένως το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του, σύμφωνα με τις ανωτέρω αναφερόμενες παραδοχές του, υπολόγισε τα ποσά που αναλογούν στους αναιρεσείοντες επί του προϊόντος της εκκαθαρίσεως των συσσωρευμένων κεφαλαίων του επιδίκου συμβολαίου ομαδικής ασφάλισης, στα ανωτέρω αναφερόμενα για τον καθένα εξ αυτών, με βάση τεχνικό επιτόκιο 5%, που προέβλεπε η ΥΑ .../1979, που ήταν εφαρμοστέα, δεν παραβίασε τις διατάξεις της αποφάσεως αυτής με την εφαρμογή της ούτε τις διατάξεις της ΥΑ .../2001, που δεν ήταν εφαρμοστέα, με τη μη εφαρμογή της, στην προκειμένη περίπτωση, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτο λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμα.
Κατά την παράγραφο 2 της ΥΑ .../2001 (ΦΕΚ Β’ 847/2001) για τον υπολογισμό των μαθηματικών αποθεμάτων στα ομαδικά συνταξιοδοτικά σχήματα προκαθορισμένων παροχών (defined benefits plans) οι αναλογιστικοί υπολογισμοί γίνονται, μεταξύ άλλων τεχνικών βάσεων, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, με βάση τον Ελβετικό πίνακα ζωής ΕVK 90 (παράρτημα Β στην παρούσα απόφαση) ή τον πίνακα θνησιμότητας 1990 της ΕΕΑ των σημείων α1 και α3 του εδαφ.
α’ της παραγ. 1Α ανωτέρω (παράρτημα Α στην ανωτέρω απόφαση), σε συνδυασμό με την παράγ. 1Αα (σημεία α4, α5, α6) ανωτέρω.... Από τη διάταξη αυτή δεν δίνεται προτεραιότητα σε κάποιον από τους δύο πίνακες. Επομένως πρέπει να τύχει εφαρμογής, αυτός που αρμόζει σε κάθε περίπτωση. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, για τον υπολογισμό του αναλογούντος σε κάθε αναιρεσείοντα ποσοστού επί του προϊόντος της εκκαθαρίσεως του επιδίκου συμβολαίου ομαδικής ασφάλισης, σχετικά με την τεχνική αυτή βάση δέχθηκε, σύμφωνα με τις ανωτέρω αναφερόμενες παραδοχές του τα εξής: "Ως προς τον Πίνακα Θνησιμότητας, τέλος, αρμόζει στην προκειμένη περίπτωση να χρησιμοποιηθεί ο Ελληνικός έτους 1990 [GR90] και όχι ο Ελβετικός έτους 1990 [ΕVΚ 90].
Ειδικότερα, αμφότεροι οι Πίνακες είναι αξιόπιστοι, ο Ελβετικός Πίνακας Θνησιμότητας έτους 1990, παρουσιάζει χαμηλότερη θνησιμότητα και επομένως, υψηλότερη "επιβιωσιμότητα", και ο Ελληνικός Πίνακας Θνησιμότητας, έτους 1990 παρουσιάζει υψηλότερη θνησιμότητα και συνεπώς χαμηλότερη "επιβιωσιμότητα". Αποτέλεσμα της χρησιμοποιήσεως του Ελβετικού Πίνακα Θνησιμότητας έτους 1990, είναι ο υπολογισμός ποσών υψηλότερων από τα ποσά, που προκύπτουν, εάν χρησιμοποιηθεί ο Ελληνικός Πίνακας Θνησιμότητας έτους 1990, αφού ο Ελβετικός Πίνακας Θνησιμότητας, έτους 1990, "εκτιμά" ότι οι συντάξεις θα καταβάλλονται για περισσότερα χρόνια.
Από τα επίσημα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας [WORLD ΗΕΑLΤΗ ORGΑΝΙΖΑΤΙOΝ] οι δύο πληθυσμοί [Ελλήνων και Ελβετών] παρουσιάζουν διαφορετικές τιμές θνησιμότητας συγκεκριμένα, οι Ελβετοί ζουν, κατά μέσο όρο δύο έτη παραπάνω από τους Έλληνες. Έτσι, ο Ελληνικός Πίνακας Θνησιμότητας, έτους 1990 απεικονίζει, με μεγαλύτερη ακρίβεια, την ελληνική πραγματικότητα ώστε να πρέπει εν προκειμένω να χρησιμοποιηθεί".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της ως άνω Υπουργικής Αποφάσεως (.../2001). Επομένως ο πέμπτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Στις διατάξεις του Συντάγματος ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:
α) στο άρθρο 4 παρ. 1 ότι: "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", β) στη παρ. 2 του ίδιου άρθρου ότι: "Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις", γ) στο άρθρο 22 παρ. 1 εδ. τελευταίο ότι: "Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας" και δ) στο άρθρο 116 ότι: "Διατάξεις υφιστάμενες που είναι αντίθετες προς το άρθρο 4 παράγραφος 2 εξακολουθούν να ισχύουν ώσπου να καταργηθούν με νόμο, το αργότερο έως την 31 Δεκεμβρίου 1982" (παρ.1). "Κανονιστικές υπουργικές αποφάσεις, καθώς και διατάξεις συλλογικών συμβάσεων ή διαιτητικών αποφάσεων για τη ρύθμιση αμοιβής της εργασίας που είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του άρθρου 22 παράγραφος 1 εξακολουθούν να ισχύουν έως την αντικατάστασή τους, που συντελείται το αργότερο μέσα σε τρία έτη από την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος" (παρ. 3).
Από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις συνάγονται τα ακόλουθα: α) Η πρώτη (άρθρο 4 παρ. 1) θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του τελευταίου έναντι των πρώτων. Ο νομοθέτης δηλαδή δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ολ.
ΑΠ 12/1992, 6/1992, 13/1991, ΑΠ 130/2005). Β) Η δεύτερη συνταγματική διάταξη (άρθρο 4 παρ. 2) δεν αποτελεί απλώς μερική επανάληψη της γενικής αρχής της ισότητας που καθιερώνει η πρώτη. Πράγματι, ενώ στη γενική αυτή αρχή η διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη παραμένει σημαντική, διακρίσεις ανάμεσα στα φύλα, και όταν ακόμη γίνονται από το νομοθέτη, είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα μόνο όταν η παράλειψή τους θα συνιστούσε (για βιολογικούς κυρίως λόγους) αυθαιρεσία.
Γ) Η τρίτη συνταγματική διάταξη (άρθρ. 22 παρ. 1 εδ. τελευταίο) καθιερώνει την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, η οποία υποχρεώνει τον εργοδότη που χρησιμοποιεί, χωρίς διάκριση φύλου, περισσότερα, έναντι αμοιβής, πρόσωπα, τα οποία έχουν τα ίδια μεταξύ τους προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες για την εξυπηρέτηση της ίδιας κατηγορίας αναγκών ανεξάρτητα από το χρόνο και τον τρόπο με τον οποίο προσέλαβε καθένα από τα πρόσωπα αυτά, να τα μεταχειρίζεται, από πλευράς παροχών, ομοιόμορφα, είτε μονομερώς, είτε συμβατικώς χορηγούνται αυτές, εκτός αν δικαιολογείται εξαίρεση ορισμένων έναντι των λοιπών εργαζομένων από ειδικό και σοβαρό, κατά αντικειμενική κρίση λόγο (ολ.
ΑΠ 348/1985, 1191/1993, ΑΠ 130/2005). Μάλιστα, όσες διατάξεις όφειλαν, ως αντίθετες προς το άρθρο 22 παρ. 1, να αντικατασταθούν μέσα σε τρία έτη από την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος και δεν αντικαταστάθηκαν, θεωρούνται πλέον καταργημένες (άρθρο 116 παρ. 3). Επομένως, κατά την έννοια, των συνταγματικών αυτών διατάξεων, κάθε διάκριση στην αμοιβή των εργαζομένων στον ίδιο εργοδότη, όταν παρέχουν την ίδια εργασία ή εργασία ίσης αξίας, απαγορεύεται.
Τούτο ισχύει, όχι μόνο όταν η διάκριση αυτή στηρίζεται αμέσως στη διαφορά του φύλου ανάμεσα στους εργαζόμενους άνδρες και γυναίκες, αλλά και όταν η διαφορά φύλου χρησιμοποιείται στο νόμο, στη συλλογική σύμβαση, στη διαιτητική απόφαση στον κανονισμό εργασίας που έχει ισχύ νόμου κ.λπ. ως στοιχείο προσδιοριστικό του ύψους ή της χρονικής διάρκειας της αμοιβής (ολ.
ΑΠ 7/1993, ΑΠ 130/2005). Ακόμη το άρθρ. 119 της από 25/3/1957 Συνθήκης της Ρώμης, για την ίδρυση της ΕΟΚ, στην οποία η Ελλάδα προσχώρησε με την από 28/5/1979 Συνθήκη των Αθηνών, που κυρώθηκε με το Ν. 945/1979, η ισχύς της οποίας άρχισε την 1 Ιανουαρίου 1981 (άρθρ. 2 της συνθήκης προσχωρήσεως) ορίζει ότι "κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει κατά τη διάρκεια του πρώτου σταδίου και διατηρεί συνακόλουθα την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών για όμοια εργασία μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (παρ. 1).
Ως αμοιβή νοούνται, κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, οι συνήθεις βασικοί ή ελάχιστοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας (παρ. 2, βλ. και οδηγία 75/117/ΕΟΚ ολ. ΑΠ 3/1995, ΑΠ 130/2005). Περαιτέρω για την εναρμόνιση της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τις παραπάνω διατάξεις εκδόθηκε ο Ν. 1414/1984 "εφαρμογή της ισότητας των φύλων στις εργασιακές σχέσεις" με τον οποίο ορίζεται στο άρθρ. 5 παρ. 1 ότι "απαγορεύεται κάθε διάκριση με βάση το φύλο του εργαζομένου, όσον αφορά τους όρους, τις συνθήκες εργασίας και την επαγγελματική εξέλιξη και σταδιοδρομία, με το άρθρ. 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου διαφυλάσσεται η ισχύς διατάξεων νόμων ή άλλων κανονιστικών πράξεων που εισάγουν διακριτική ρύθμιση επί θεμάτων στα οποία το φύλο συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας και με το άρθρ. 15 ορίζεται ότι η διατάξεις νόμων, διαταγμάτων, συλλογικών συμβάσεων εργασίας, διαιτητικών ή υπουργικών αποφάσεων, εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, όροι ατομικών συμβάσεων καθώς και διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, εφόσον είναι αντίθετες με τις διατάξεις του νόμου αυτού καταργούνται".
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται γενικότερα ότι απαγορεύονται οι υπέρ ή κατά του ενός φύλου αυθαίρετες, ευμενείς ή δυσμενείς, νομοθετικές ή διοικητικές διακρίσεις, τυχόν δε υφιστάμενη ευνοϊκή ρύθμιση με βάση το φύλο, ως αντίθετη με όσα προαναφέρθηκαν, θεωρείται καταργημένη. Από την καταργημένη ρύθμιση, το φύλο σε βάρος του οποίου γίνεται η δυσμενής διάκριση, δεν μπορεί να αρυσθεί δικαίωμα προς εξίσωση.
Η ευνοϊκή ρύθμιση δηλ. που υπάρχει με βάση το φύλο, εφ’ όσον είναι αντίθετη στην αρχή της ισότητας και θεωρείται καταργημένη, δεν επεκτείνεται στο άλλο φύλο (ΑΠ 130/2005). Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και επί παροχής που έχει χαρακτήρα οικειοθελή (ΑΠ 999/2001). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε τις αντιρρήσεις των αναιρεσειόντων, κατά του πίνακα διανομής κατά το μέρος του με το οποίο υπολογίσθηκαν τα ποσά που αναλογούσαν στους άνδρες αναιρεσείοντες με βάση την ηλικία συνταξιοδότησής τους, που στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο προβλεπόταν κατά πέντε χρόνια μεγαλύτερη της αντίστοιχης των γυναικών, κρίνοντας ότι η σχετική ρύθμιση του ασφαλιστηρίου που προβλέπει μικρότερο όριο συνταξιοδότησης για τις γυναίκες θεωρείται καταργημένη, ως αντίθετη στις ανωτέρω αναφερόμενες, περί ισότητος συνταγματικές και υπερεθνικές διατάξεις και ως καταργημένη δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής και υπέρ των ανδρών.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου ανωτέρω διατάξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ έκτο λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμα. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25.7.2013, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως ....7.2013, αίτηση των Χ. Ν. κ.λπ., κατά της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "... N.V", περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 6357/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ