Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment on construction defect liability and evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by multiple parties against the Athens Court of Appeal's judgment of 1697/2012. The appellants argued that the lower court failed to recognize construction defects and relied on false assurances regarding the building's condition, while also claiming the court ignored specific expert evidence. The court rejected these claims, ruling that the second instance court properly evaluated all evidence and that the appellants' assertions regarding factual assessment fall outside the Supreme Court's jurisdiction.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559, 561, 495, 12 K.Pol.D.; The Supreme Court reviews only legal errors and procedural violations, not factual assessments or the evaluation of evidence by the second instance court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 604 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 604/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. συζύγου Γ. Λ., το γένος Γ. Σ., 2) Γ. Λ., 3) Χ. Λ. του Γ., 4) Α. χήρας Σ. Ξ., το γένος Χ. Λ., κατοίκων ..., 5) Χ. Ξ. του Σ., κατοίκου ..., 6) Ε. χήρας Γ. Φ., 7) Α. Φ. του Γ., 8) Μ. Φ. του Γ., κατοίκων ..., 9) Δ. συζύγου Χ. Κ., το γένος Σ. Κ., κατοίκου ..., 10) Π. χήρας Χ. Π., το γένος Γ. Ε., 11) Α. Π. του Χ., 12) Χ. Π. του Χ., 13) Ε. χήρας Κ. Θ., 14) Σ. Θ. του Κ., κατοίκων ..., 15) Ε. Α. του Π., 16) Π. Κ., κατοίκων ..., 17) Κ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 18) Ε. χήρας Γ. Κ., το γένος Μ. Β., 19) Ι. Κ. του Γ., κατοίκων ..., 20) Θ. χήρας Π. Κ., το γένος Ε. Β., κατοίκου ..., 21) Π. Λ. του Ε., συζύγου Α. Ν., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου του Ε. Λ. του Κ., 22) Α. Ν., κατοίκου ..., 23) Α. Λ., χήρας Ε. Λ., ως κληρονόμου του Ε. Λ. του Κ..
Οι υπό στοιχεία 10, 12 και 23 αναιρεσείουσες παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Αντωνόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις. Οι λοιποί αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Κ., 2) Α. συζύγου Α. Κ., το γένος Δ. Δ. ή Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Εμμανουέλα Πουλαντζά με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Β. Γ. του Μ., 4) Π. συζύγου Β. Γ., το γένος Δ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ-Μηνά Σταύρου και δεν κατέθεσαν προτάσεις, 5) Γ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Σπανάκη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις, 6) Δ. Κ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννη Κωνσταντίνου και Γεώργιο Στεφανάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5129/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 2071/2011 μη οριστική και 1697/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/1/2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Γεώργας ανέγνωσε την από 22/11/2013 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρ. 173 και 200 ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολ ΑΠ. 7/2006 και ολ ΑΠ 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 να επιδέχεται αυτή μορφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του αριθμ. 559 Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 868/2008).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αυτός που προκαλεί επικίνδυνες καταστάσεις, οφείλει, κατά την καλή πίστη να λάβει όλα τα κατά τις περιστάσεις προστατευτικά μέτρα που είναι αναγκαία, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης, της τέχνης και της κοινής πείρας, για την αποτροπή ζημιών τρίτων, έστω και αν η υποχρέωση δεν προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου, διότι αν προβλέπεται, η παράβαση της διάταξης αυτής συνιστά ήδη το παράνομο.
Από τη διάταξη δε του άρθρου 298 εδ. β’ του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 § 4 Κ.Πολ.Δ.), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτού, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα, κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 641/2011, ΑΠ 1015/2010).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μια υπηρεσία ευθύνεται, για την ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα, κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει, όταν ο προστήσας, που μπορεί να είναι και αντιπροσωπευόμενος σε υλικές ενέργειες, διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα αντιπρόσωπο του, κατά τη διενέργεια υλικών, κυρίως, ενεργειών σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του ή ο τελευταίος υπόκειται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής η οποία υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέστηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ’ ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών, οι οποίες δόθηκαν σ’ αυτόν ή καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφ’ όσον, μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας, η οποία ανατέθηκε σ’ αυτόν, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια, ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ιδιαίτερη σχέση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 1396/2011, ΑΠ 331/2010), που κατέστη δυνατή (η τέλεση), εξαιτίας, ακριβώς της σχέσης, των μέσων και των ευκαιριών που ανέθεσε ο αντιπρόσωπος, στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον αντιπροσωπευόμενο, με τη χρησιμοποίησή τους για άλλο σκοπό από εκείνο για τον οποίο του ανατέθηκαν.
ΙΙ) Εν προκειμένω, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως τα κάτωθι:
Α. Ιστορικό της διαφοράς των διαδίκων 1. Στις 7.9.1999 και περί ώρα 14.57 από ισχυρό σεισμό μεγέθους 5,9 της κλίμακας "Richter", που σημειώθηκε στην περιοχή νοτιοδυτικά της Πάρνηθας και με επίκεντρο 18 χιλιόμετρα από την Αθήνα, κατέρρευσε καθολικά και απότομα τετραώροφη πολυκατοικία με "Pilotis" κείμενη στο Δήμο ... Αττικής (επί των οδών ..., ... και ..., με είσοδο επί της οδού ...) με επακόλουθο να καταπλακωθούν και να βρουν τραγικό θάνατο 16 πρόσωπα και να υποστούν σωματικές βλάβες άλλα 12 άτομα, που κατοικούσαν στην ενλόγω πολυκατοικία.
2. Η ως άνω πολυκατοικία είχε ανεγερθεί σε ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο στη θέση "..." στη ... Αττικής στο υπ’ αριθμ. ... οικοδομικό τετράγωνο, το οποίο έχει συνολική έκταση 1.059,50 τ.μ και είχαν στην κυριότητά τους, κοινώς και αδιαιρέτως, ο πρώτος εναγόμενος κατά τα 384/1000 εξ αδιαιρέτου, η δεύτερη κατά τα 96/1000 εξ αδιαιρέτου και η τέταρτη κατά τα υπόλοιπα 520/1000 εξ αδιαιρέτου. Το ίδιο οικόπεδο εμφαίνεται με τα κεφαλαία γράμματα Α-Β-Γ-Ζ-Ε-Δ-Α στο από Ιανουαρίου 1979 τοπογραφικό διάγραμμα του έκτου εναγομένου (και είναι προσαρτημένο στο υπ’ αριθμ. ...22.2.1980 συμβόλαιο συνένωσης οικοπέδων του Συμβ/φου Αθηνών, Ιωάννη Κορρέ), στον οποίο (έκτο εναγόμενο) οι τρεις ανωτέρω οικοπεδούχοι και συνιδιοκτήτες, εκτός από την εκπόνηση μελέτης και κατασκευής της, είχαν αναθέσει και την επίβλεψή της. Με βάση τη μελέτη του έκτου εναγομένου εκδόθηκε η υπ’ αριθμ ...1979 άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Ανατολικής Αττικής και ανεγέρθηκε η ενλόγω πολυκατοικία, η οποία αποτελούνταν από υπόγειο, πυλωτή, πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο όροφο και δώμα.
3. Ακολούθως, βάσει του από 13.3.1979 ιδιωτικού συμφωνητικού οι πρώτος και τέταρτη των εναγόμενων είχαν καταρτίσει με τον πέμπτο εναγόμενο (Γ. Κ.) σύμβαση μίσθωσης έργου, αναθέτοντας στον τελευταίο να κατασκευάσει, α) τους ξυλότυπους της ανεγερθησόμενης οικοδομής δυνάμει των επίσημων σχεδίων και της μελέτης του έκτου εναγομένου, β) τον εκ μπετόν αρμέ σκελετό της οικοδομής, γ) την κατασκευή, κάτωθι των εξωστών, αρχιτεκτονικής προεξοχής.
Προβλεπόταν δε ρητώς στο ενλόγω συμφωνητικό ότι όλες οι οικοδομικές εργασίες νοούνται πλήρεις, σύμφωνα προς τα σχέδια, με τη διαμόρφωση και τοποθέτηση του σε κάθε περίπτωση προβλεπομένου από τη μελέτη σιδήρου καθώς και με την επίστρωση του μεταφερομένου - με αυτοκίνητο - έτοιμου μπετόν. Από την ίδια υπ’ αριθμ. ...οικοδομική άδεια προκύπτει ότι ολόκληρο το έργο και συγκεκριμένα οι εργασίες εξ οπλισμένου σκυροδέματος καθώς και η θεμελίωση των εξ οπλισμένου σκυροδέματος κατακόρυφων στοιχείων θα εκτελούνταν υπό την επίβλεψη του έκτου εναγομένου πολιτικού μηχανικού.
Στο πλαίσιο αυτό, μετά από την από 3.9.1979 αίτησή τους και αφού οι εργασίες του σκελετού της οικοδομής (μπετόν και υπτοπλινθοδομών) είχαν ολοκληρωθεί, διενεργήθηκε την 13.9.1979 αυτοψία από τους αρμόδιους υπαλλήλους του Πολεοδομικού γραφείου (που είχε εκδώσει την παραπάνω άδεια) και την 12.10.1979 θεωρήθηκε από αυτούς η εκτέλεση των παραπάνω εργασιών και η αποπεράτωσή τους, σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια.
Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα οικοδομική άδεια οι εργασίες ανέγερσης της επίμαχης πολυώροφης οικοδομής ολοκληρώθηκαν τον Οκτώβριο 1979, γεγονός το οποίο βεβαιώθηκε κατά την αυτοψία που πραγματοποίησαν την 9.10.1980 οι ανωτέρω υπάλληλοι, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωσή τους επί της ενλόγω οικοδομικής αδείας.
4. Κατά το χρονικό δε διάστημα που επακολούθησε και ειδικότερα από έτος 1981 μέχρι και το έτος 1987 έλαβε χώρα η μεταβίβαση των αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών της ως άνω πολυκατοικίας εκ μέρους του πρώτου και της τετάρτης των εναγομένων ως πωλητών οικοπεδούχων στους αγοραστές των ιδιοκτησιών αυτών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι παθόντες ενάγοντες.
Ωστόσο, κατά τη διαρρεύσασα παραπάνω χρονική περίοδο δεν επισημάνθηκε ούτε παρατηρήθηκε οποιαδήποτε ένδειξη περί την πλημμελή εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών κατά την οικοδόμηση της πιο πάνω πολυκατοικίας, συνεπεία των οποίων ήταν δυνατόν να προκληθεί κίνδυνος κατάρρευσής της. Μόνον την 7.9.1999 εξ αφορμής της ισχυρής σεισμικής δόνησης, που σημειώθηκε στην ευρύτερη περιοχή του νομού Αττικής, η επίδικη πολυκατοικία κατέρρευσε, επειδή δεν εφαρμόσθηκαν από τους κατασκευαστές οι ισχύοντες - κατά τον χρόνο ανέγερσης της - κανόνες οικοδόμησης, με επακόλουθο να προκληθεί οικτρός θάνατος του συνόλου σχεδόν των ενοίκων της ενλόγω πολυκατοικίας, που είχαν βρεθεί εκείνη τη στιγμή εντός των διαμερισμάτων τους, για ορισμένους μεν από αυτούς λόγω ασφυξίας εξαιτίας της καταπλάκωσής τους από τα οικοδομικά υλικά και της παραμονής τους επί μακρό χρονικό διάστημα στην κατάσταση αυτή και της συνακόλουθης αδυναμίας απεγκλωβισμού τους, ενώ για τους λοιπούς ο θάνατος επήλθε συνεπεία των σωματικών κακώσεων που υπέστησαν από την παραπάνω αιτία.
5. Με αφορμή την ολοσχερή κατάρρευση της ως άνω πολυκατοικίας και κατόπιν σχετικής εντολής της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. διενεργήθηκε λεπτομερής έλεγχος εφαρμογής της κείμενης νομοθεσίας κατά την ανέγερσή της και έρευνα για τα αίτια της κατάρρευσής της από αρμόδιους υπαλλήλους του Υπουργείου αυτού, οι οποίοι συνέταξαν την από Μάρτιο 2001 έκθεση πορίσματος, σύμφωνα με την οποία η κατάρρευση της οικοδομής οφείλεται βασικά στις αμέσως κατωτέρω πράξεις και παραλείψεις του μελετητή και επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού έκτου εναγομένου καθώς επίσης και του κατασκευαστή του σκελετού αυτής πέμπτου εναγομένου, οι οποίες ήταν αντίθετες προς τους ισχύοντες κανονισμούς και αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες. Ειδικότερα :
α. Σε όλα τα γωνιακά υποστυλώματα και σε όλο το ύψος τους υπήρχαν ενσωματωμένες υδρορροές, στη δε στάθμη των ορόφων και στις περιοχές των κόμβων, οι κατακόρυφες υδρορροές δέχονταν και οριζόντιους κλάδους από τους προβόλους (μπαλκόνια), με αποτέλεσμα η φέρουσα ικανότητα του κτιρίου να έχει μειωθεί έντονα, κυρίως από ροπή κάμψης, αλλά και από τέμνουσα δύναμη, αλλά και να επέλθει αποδιοργάνωση κρίσιμων κόμβων σε αρκετές θέσεις.
β. Στην κρίσιμη στάθμη της PILOTIS, υπήρχε διαφορά ύψους μεταξύ των υποστυλωμάτων - τοιχωμάτων, που συνεχιζόταν στο υπόγειο με ύψος 3,2 μ. και στοιχείων που θεμελιώνονταν αμέσως κάτω από το δάπεδο της PILOTIS με 4,0 μ., με συνέπεια η σχετική ακαμψία, άρα και η καταπόνηση από σεισμό των κοντύτερων στοιχείων να είναι 2,5 φορές μεγαλύτερη από αυτή των υψηλότερων στοιχείων, γ. Οι δοκοί της πρόσοψης και μάλιστα στην οροφή της PILOTIS και στους άλλους ορόφους είχαν σημαντικές εκκεντρότητες στον άξονά τους σε σχέση με τους άξονες των υποστυλωμάτων, στα οποία στηρίζονταν, με συνέπεια να παρατηρηθεί πρόβλημα σε όλη τη συνεχή δοκό της πρόσοψης σε όλους τους ορόφους και λόγω πλατιάς και κοντής διατομής στην οροφή της PILOTIS και λόγω εκκεντρότητας μεταξύ του δικού της άξονα και του άξονα των υποστυλωμάτων, σε συνδυασμό και με τα αυξημένα έναντι των άλλων ορόφων φορτία της στάθμης της PILOTIS λόγω ανεστραμμένων δοκών και γεμισμάτων με κισσηρόδεμα.
δ. Υπήρχε σημαντική ανεπάρκεια συνδετήρων σε μεγάλα υποστυλώματα και δοκούς, καθώς και συνδετήρων στους κόμβους, ενώ δεν εφαρμόστηκαν σε καμία στάθμη, ούτε στην οροφή της PILOTIS οι κατά τη μελέτη και την οικοδομική άδεια ειδικοί αντισεισμικοί οπλισμοί των περιμετρικών δοκών (φουρκέτες).
ε. Ο χάλυβας παρουσίαζε προβλήματα και συγκεκριμένα υπήρχαν περίεργες ράβδοι (0,16 κυρίως σε υποστυλώματα αλλά και δοκούς) με τα εξής χαρακτηριστικά : αα) ράβδος fy/ft=630/690 Mpa (λ=1.1) και ε50, θρ = 24%, ββ) ράβδοι με fy/ft-310/400 Mpa (λ=1,3) και ε50, θρ = 40%, δηλαδή ράβδοι με πολύ μικρή κράτυνση ή με χαρακτηριστικά ST αντί ST III, που σημαίνει ότι χρησιμοποιήθηκε χάλυβας χαμηλής και όχι υψηλής αντοχής.
στ. Υπήρχαν, έως και έντονα τυπικώς, προβλήματα προσβολής του χάλυβα, ήτοι οξείδωσης-διάβρωσης, κυρίως στους πόδες υποστυλωμάτων της Pilotis, λόγω ανεπάρκειας επικαλύψεων σκυροδέματος, επιτόπου δε μετρήσεις έδειξαν απομείωση διατομής ορισμένων ράβδων σιδηροπλισμού υποστυλωμάτων της τάξης του 10%. Οι πιο πάνω αντίθετες προς τους κανονισμούς και τους κανόνες της τεχνικής πράξεις και παραλείψεις κατά τη μελέτη και κατασκευή του φέροντος οργανισμού της οικοδομής δημιουργούσαν σημαντικό πρόβλημα στατικής επάρκειας και ασφάλειας αυτής και αδυναμίας αντοχής της και σε σεισμούς μικρότερου μεγέθους από εκείνο του σεισμού της 7.9.1999, με αποτέλεσμα την άμεση - απότομη κατάρρευση της και τον εντεύθεν θάνατο και τραυματισμό των προαναφερόμενων ενοίκων.
Ο αντίθετος ισχυρισμός του έκτου εναγομένου (πρώτος λόγος έφεσης) για έλλειψη κακοτεχνιών κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, δεν μπορεί δε να θεμελιωθεί ανώτερη βία (λόγω του μεγέθους του σεισμού και του επιφανειακού του χαρακτήρα) εξαιτίας της ελαττωματικότητας της κατασκευής που συνέβαλε κατά κύριο λόγο στην πτώση του κτιρίου.
6. Από την ίδια έκθεση πορίσματος του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. προκύπτει ότι με βάση τα στοιχεία της Υ.Α.Σ./Γ.Γ.Δ.Ε. κατά τον σεισμό του έτους 1981 δεν φαίνεται να είχαν υπάρξει προβλήματα (και μάλιστα έντονα - "προειδοποιητικά") ή οποιαδήποτε ζημία στην επίμαχη πολυκατοικία. Κατά πληροφορίες εκ μέρους των ιδιοκτητών, είχαν παρουσιαστεί βλάβες, όμως από την αρμόδια Επιτροπή του πιο πάνω Υπουργείου, όπως σημειώνεται στην ενλόγω έκθεση πορίσματος, δεν ανευρέθηκαν σχετικά στοιχεία ή ενδείξεις.
Τα αντίθετα που υποστηρίζει ο πέμπτος (στον έβδομο λόγο έφεσης) και ο έκτος (στον έκτο λόγο έφεσης περί αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως συνυπαιτιότητας των εναγόντων για επισκευή που δεν έγινε από τον σεισμό του 1981) των εναγομένων κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Β. Πραγματικά και νομικά δεδομένα υπόθεσης 1.
Η ολοκληρωτική κατάρρευση της ως άνω πολυκατοικίας στο Δήμο ... Αττικής (επί της οδού ...) οφείλεται σωρευτικά, αφενός στην κατασκευή της κατά τρόπο αντίθετο προς τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης καθώς και προς τους κανονισμούς και τους κανόνες της τεχνικής, αφετέρου στις πράξεις και παραλείψεις του έκτου και πέμπτου των εναγομένων κατά τη μελέτη και την κατασκευή του φέροντος οργανισμού της, που δημιούργησαν σημαντικό πρόβλημα στατικής επάρκειας, ασφάλειάς της και αδυναμίας αντοχής της σε σεισμούς ακόμη και μικρότερου μεγέθους από εκείνον της 7.9.1999.
Αν είχαν τηρηθεί οι ως άνω κοινώς αναγνωρισμένοι τεχνικοί κανόνες σε όλα τα στάδια κατασκευής της επίδικης πολυκατοικίας, αυτή θα μπορούσε να αντισταθεί στη δράση του σεισμού και στην κατάρρευση, όπως αντέδρασαν αποτελεσματικά εκατοντάδες άλλες οικοδομές στην ίδια περιοχή. Η συμμετοχή του έκτου εναγομένου, που έχει την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού, στην οικοδόμηση του καταρρεύσαντος κτιρίου συνίσταται στην εκπόνηση της αρχιτεκτονικής και στατικής μελέτης, στη κατασκευή των κτισμάτων και στην επίβλεψή της.
Όμως, η μελέτη και η πραγματική κατασκευή του κτιρίου παρουσίαζαν διάφορα προβλήματα και παρεκκλίσεις ως προς επιμέρους διατάξεις των Κανονισμών {του Κανονισμού Οικοδομικών Έργων (ΦΕΚ 160/1954) και του Αντισεισμικού Κανονισμού Οικοδομικών Έργων (ΦΕΚ 36/1959)}, όπως αναφέρονται στις περιπτώσεις 5α, β και γ. Ο έκτος εναγόμενος, μολονότι είχε γνώση των ανωτέρω παρεκκλίσεων και κακοτεχνιών της οικοδομής και της ενδεχόμενης κατάρρευσης της από τις αιτίες αυτές, σε περίπτωση που θα εκδηλωνόταν σεισμός ακόμη και μικρότερης έντασης από αυτόν της 7.9.1999, εν τούτοις ενέμεινε στην πλημμελή, ελαττωματική και αντίθετη προς τους παραπάνω Κανονισμούς κατασκευή και στη μη άρση της, ελπίζοντας ότι θα αποφευχθεί η κατάρρευση της οικοδομής.
Ακολούθως, η συμμετοχή του πέμπτου εναγομένου, που έχει την ιδιότητα του τεχνίτη εργολάβου, στην ανέγερση της επίδικης πολυκατοικίας συνίσταται στην κατασκευή του σκελετού της οικοδομής με οπλισμένο σκυρόδεμα. Ωστόσο, προέβη στα κατασκευαστικά ελαττώματα, που αναφέρονται στις περιπτώσεις 5δ, ε και στ, δηλαδή δεν μερίμνησε για την επάρκεια των συνδετήρων σε μεγάλα υποστυλώματα και δοκούς καθώς και στους κόμβους, δεν εφάρμοσε τους αντισεισμικούς οπλισμούς στις περιμετρικές δοκούς, σύμφωνα με τη μελέτη και την άδεια, χρησιμοποίησε χάλυβα χαμηλής αντοχής και δεν φρόντισε για την επάρκεια επικάλυψης με σκυρόδεμα του σιδηροπλισμού των υποστυλωμάτων της Pilotis και επήλθε οξείδωση και μείωση της αντοχής του οπλισμού αυτού.
Ο πέμπτος εναγόμενος, μολονότι είχε γνώση ότι συνεπεία των ενλόγω κατασκευαστικών ελλείψεων η στατική αντοχή της οικοδομής ήταν μειωμένη και ότι σε περίπτωση εκδήλωσης σεισμού - έστω και μέτριας έντασης - ήταν δυνατή η κατάρρευση όλου του κτιρίου και η συνακόλουθη θανάτωση ή οι σωματικές βλάβες των χρηστών του, εν τούτοις παρείδε τον κίνδυνο αυτόν και προέβη στην αντίθετη προς τους τεχνικούς κανόνες κατασκευή του φέροντος οργανισμού της οικοδομής, ελπίζοντας ότι θα αποφευχθεί η κατάρρευση της οικοδομής.
Ο ισχυρισμός του πέμπτου εναγομένου (στον πρώτο λόγο έφεσης περ. α’ και στον όγδοο ότι δεν ήταν εργολάβος, όπως στην ανέγερση με το σύστημα της αντιπαροχής,, αλλά τεχνίτης εργολάβος, που ανέλαβε την εκτέλεση ορισμένων εργασιών) προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού ευθύνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση ως τεχνίτης εργολάβος του μπετόν και όχι ως εργολάβος όλης της οικοδομής.
2. Αφενός από τις ανωτέρω κακοτεχνίες, τεχνικές αστοχίες και κατασκευαστικές ελλείψεις των δύο αυτών εναγομένων (έκτου και πέμπτου) στην ανέγερση της πολυκατοικίας, αφετέρου λόγω της πιο πάνω ιδιότητάς τους ως μελετητή και επιβλέποντος μηχανικού της οικοδομής και κατασκευαστή του σκελετού αυτής αντίστοιχα, ιδρύθηκε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των ενλόγω εναγομένων να καταβάλουν ιδιάζουσα μέριμνα για τη διαφύλαξη των αγαθών που είχαν εκτεθεί σε κίνδυνο, λαμβάνοντας μέτρα αποτροπής τους, με την αποκατάσταση των κακοτεχνιών και την ενίσχυση του φέροντος οργανισμού του κτιρίου. Η ενλόγω υποχρέωση εκτεινόταν χρονικώς από την παράδοση του έργου και εξακολούθησε όσο χρόνο υπήρχε ο κίνδυνος, ήτοι μέχρι την πραγματοποίησή του την 7.9.1999. Είχαν δε σχετική προς τούτο δυνατότητα, αφού εξακολουθούσαν να έχουν ο καθένας την πιο πάνω ιδιότητα και να εργάζονται στην περιοχή της Αττικής.
Τα αντίθετα που υποστηρίζει ο πέμπτος εναγόμενος (στον τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγο έφεσης) και ο έκτος εναγόμενος (στον δεύτερο και πέμπτο λόγο έφεσης) κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα.
3. Υπό τα ανωτέρω περιστατικά και δεδομένα συνάγονται τα εξής :
α. Η ολοσχερής κατάρρευση της παραπάνω πολυκατοικίας και η συνακόλουθη θανάτωση, πρόκληση σωματικών βλαβών σε ορισμένους χρήστες της, αλλά και οι ζημίες στις οριζόντιες ιδιοκτησίες, οφείλεται σε υπαιτιότητα (βαριά αμέλεια) του έκτου και πέμπτου των εναγομένων, οι οποίοι, αφενός μεν προέβησαν στην ελαττωματική της κατασκευή, αφετέρου δε παρέλειψαν, παρά την προς τούτο νομική τους υποχρέωση και δυνατότητα, να αποκαταστήσουν και συμπληρώσουν τις εν λόγω τεχνικές αστοχίες και ελλείψεις της οικοδομής.
β. Οι λοιποί εναγόμενοι δεν υπέχουν οποιαδήποτε ευθύνη για την κατάρρευση της ως άνω οικοδομής και των δυσμενών συνεπειών της. Ειδικότερα: Ναι μεν η επίδικη πολυκατοικία δεν ανεγέρθηκε με το σύστημα της αντιπαροχής και στην υπ’ αριθμ. ...22.2.1980 Πράξη Σύστασης Οριζόντιας Ιδιοκτησίας του Συμβ/φου Αθηνών, Ιωάννη Κορρέ, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία Μεταγραφών του Δήμου Νέας Ιωνίας, οι πρώτος, δεύτερη και τέταρτη των εναγομένων οικοπεδούχοι, φέρονται ως κατασκευαστές, πλην όμως πρόκειται για τυπική και όχι ουσιαστική αναφορά, επειδή:
αα. Οι ενλόγω εναγόμενοι δεν διέθεταν τις απαραίτητες τεχνικές γνώσεις ή την εμπειρία εργολάβου κατασκευαστή ή τεχνίτη ή μηχανικού ή αρχιτέκτονα ούτε είχαν αναπτύξει οποιαδήποτε οικοδομική δραστηριότητα (η δεύτερη και η τέταρτη ήταν οικοκυρές και ο πρώτος επιχειρηματίας), ββ. Οι ίδιοι εναγόμενοι δεν επέβλεπαν ούτε επιστατούσαν στην οικοδόμηση της καταρρεύσασας πολυκατοικίας ούτε ο έκτος και πέμπτος των εναγομένων υπόκεινταν στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές των οικοπεδούχων εναγομένων, αφού οι τελευταίοι στερούνταν οποιασδήποτε ειδικής γνώσης ή τεχνικής εμπειρίας, συνακόλουθα δε δεν υπήρχε μεταξύ τους σχέση πρόστησης, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι ενάγοντες.
γγ. Επιπλέον, δεν είχαν οποιαδήποτε συμμετοχή ούτε εν τοις πράγμασι αναμείχθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο σε οποιοδήποτε στάδιο ανέγερσής της, ήτοι από την εκπόνηση της μελέτης και την κατασκευή μέχρι την αποπεράτωσή της.
Ο τρίτος εναγόμενος είναι σύζυγος της τετάρτης εναγομένης και μέχρι το έτος 1989 (δέκα έτη μετά την ανέγερση της επίμαχης οικοδομής δραστηριοποιήθηκε στις οικοδομικές επιχειρήσεις) ασχολούνταν με εμπόριο λαδιών και αφενός δεν είχε ειδικές γνώσεις ή τεχνική εμπειρία για κατασκευή πολυκατοικιών, αφετέρου δεν συμμετείχε ούτε είχε ανάμειξη σε οποιοδήποτε στάδιο κατασκευής της ενλόγω οικοδομής.
Ο αντίθετος ισχυρισμός του πέμπτου εναγομένου (πρώτος λόγος έφεσης περ. β’ ) ότι οι εναγόμενοι ήταν κατασκευαστές της επίδικης οικοδομής κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επιπλέον, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί των εναγόντων {πρώτος, δεύτερος (περί εσφαλμένης αξιολόγησης της ευθύνης των τεσσάρων πρώτων εναγομένων κατ’ άρθρο 914 ΑΚ, περί παράλειψης ενημέρωσής τους περί κακοτεχνιών, αντίστοιχα), τέταρτος (περί σχέσης πρόστησης μεταξύ των τεσσάρων πρώτων εναγομένων και των πέμπτου και έκτου των εναγομένων) λόγος έφεσης}.
4. Από το ίδιο αποδεικτικό υλικό δεν προέκυψε ότι οι πρώτος, δεύτερη και τέταρτη των εναγομένων, κατά την πώληση των οριζόντιων ιδιοκτησιών της εν λόγω πολυκατοικίας στους ενάγοντες αγοραστές απέκρυψαν δολίως από τους τελευταίους ότι ϊ) αυτή είχε πλειάδα κακοτεχνιών, ii) κατά τους σεισμούς του 1981 είχε υποστεί εκτεταμένες ζημιές, που δεν επισκευάσθηκαν, τους διαβεβαίωσαν δε ψευδώς περί μη ύπαρξης κακοτεχνιών και περί μη κατασκευαστικών ελλείψεων της επίμαχης πολυκατοικίας, με επακόλουθο αυτοί (ενάγοντες) να εξαπατηθούν.
Τα αντίθετα που υποστηρίζουν οι ενάγοντες (στον τρίτο λόγο έφεσης) κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα.
Επομένως, η αγωγή ως προς τους τέσσερις πρώτους εναγόμενους κρίνεται απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη".
ΙΙΙ) Με βάση τις παραδοχές αυτές και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εδώ το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγουσών κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή κατά το μέρος που απευθυνόταν και κατά των πρώτου, δεύτερης, τρίτου και τέταρτης των εναγομένων και αντίστοιχα ήδη αναιρεσιβλήτων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 914 και 922 Α. Κ. με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αλλά ούτε και εκ πλαγίου καθόσον διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα με τα δεκτά γενόμενα με σαφήνεια ως άνω πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία: 1) οι τρείς πρώτοι εναγόμενοι οικοπεδούχοι και συνιδιοκτήτες του οικοπέδου στο οποίο ανεγέρθηκε η πολυκατοικία που στη συνέχεια κατέρρευσε είχαν αναθέσει στον έκτο εναγόμενο την εκπόνηση της μελέτης την κατασκευή της πολυκατοικίας και την επίβλεψή της 2) βάσει του από 13-3-1979 ιδιωτικού συμφωνητικού οι πρώτος και τέταρτη των εναγομένων είχαν καταρτίσει με τον πέμπτο εναγόμενο σύμβαση μίσθωσης έργου με βάση την οποία του ανέθεσαν την κατασκευή:
α) των ξυλοτύπων της ανεγερθησομένης οικοδομής δυνάμει των επίσημων σχεδίων και της μελέτης του έκτου εναγομένου β) του εκ μπετόν αρμέ σκελετού της οικοδομής και γ) της αρχιτεκτονικής προεξοχής κάτωθι των εξωστών, με ρητή πρόβλεψη στο συμφωνητικό αυτό ότι όλες οι οικοδομικές εργασίες νοούνται πλήρεις, σύμφωνα προς τα σχέδια, με τη διαμόρφωση και τοποθέτηση του σε κάθε περίπτωση προβλεπομένου από τη μελέτη σιδήρου καθώς και τη με την επίστρωση του μεταφερομένου- με αυτοκίνητο- ετοίμου μπετόν, 3) σύμφωνα με την εκδοθείσα υπ.
αριθ. 1625/1979 οικοδομική άδεια ολόκληρο το έργο και συγκεκριμένα οι εργασίες εξ οπλισμένου σκυροδέματος καθώς και η θεμελίωση των εξ οπλισμένου σκυροδέματος κατακορύφων στοιχείων θα εκτελούνταν υπό την επίβλεψη του έκτου των εναγομένων 4) μετά από την από 3-9-1979 αίτηση των ανωτέρω εναγομένων και αφού οι εργασίες του σκελετού της οικοδομής ( μπετόν και οπτοπλινθοδομών) είχαν ολοκληρωθεί, διενεργήθηκε στις 13-9-1979 αυτοψία από τους αρμοδίους υπαλλήλους του Πολεοδομικού γραφείου ( που είχε εκδώσει την παραπάνω άδεια ) και στις 12-10-1979 θεωρήθηκε από αυτούς η εκτέλεση των παραπάνω εργασιών και η αποπεράτωσή τους, σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια και οι εργασίες ανέγερσης της οικοδομής ολοκληρώθηκαν τον Οκτώβριο 1979, 5) από το έτος 1981 μέχρι και το 1987 έλαβε χώρα η μεταβίβαση των αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών της ανωτέρω πολυκατοικίας από τον πρώτο και τη τέταρτη των εναγομένων ως πωλητών οικοπεδούχων στους αγοραστές μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι παθόντες ενάγοντες χωρίς κατά τη διαρρεύσασα αυτή χρονική περίοδο να επισημανθεί ή να παρατηρηθεί οποιαδήποτε ένδειξη για πλημμελή εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών κατά τη οικοδόμηση της πιο πάνω πολυκατοικίας συνεπεία των οποίων ήταν δυνατόν να προκληθεί κίνδυνος κατάρρευσής της 6) κατά τον σεισμό του έτους 1981 δεν προέκυψε ότι συνεπεία τούτου προκλήθηκαν προβλήματα ( και μάλιστα έντονα - "προειδοποιητικά") ή οποιαδήποτε ζημία στην ανωτέρω πολυκατοικία ώστε να χρειάζεται επισκευή από του ως άνω εναγομένους 7) η κατά τις 7-9-1999 με αφορμή την ισχυρή σεισμική δόνηση που σημειώθηκε στην ευρύτερη περιοχή του νομού Αττικής κατάρρευση της πολυκατοικίας με τα επιζήμια αποτελέσματα οφείλεται στην υπαιτιότητα ( βαρειά αμέλεια ) του έκτου και πέμπτου των εναγομένων οι οποίοι αφενός μεν προέβησαν στην ελαττωματική της κατασκευή κατά τα ως άνω ειδικότερα εκτιθέμενα αφετέρου παρέλειψαν, παρά την προς τούτο νομική τους υποχρέωση και δυνατότητα, να αποκαταστήσουν και συμπληρώσουν τις εν λόγω τεχνικές αστοχίες και ελλείψεις της οικοδομής 8) οι λοιποί εναγόμενοι δεν υπέχουν οποιαδήποτε ευθύνη για την κατάρρευση της οικοδομής και των δυσμενών συνεπειών τους η δε αναφορά των πρώτου ,δεύτερης και τέταρτης των εναγομένων στην υπ.
αριθ....22-2-1980 Πράξη Σύστασης Οριζόντιας Ιδιοκτησίας του συμβ/φου Ιωάννη Κορρέ, που νόμιμα μεταγράφηκε, ως κατασκευαστών, είναι μόνο τυπική και όχι ουσιαστική και τούτο διότι α) οι εν λόγω εναγόμενοι δεν διέθεταν τις απαραίτητες τεχνικές γνώσεις ή την εμπειρία εργολάβου κατασκευαστή ή τεχνίτη ή μηχανικού ή αρχιτέκτονα ούτε είχαν αναπτύξει οποιαδήποτε οικοδομική δραστηριότητα ( η δεύτερη και η τέταρτη ήταν οικοκυρές και ο πρώτος επιχειρηματίας ) β) οι ίδιοι εναγόμενοι δεν επέβλεπαν ούτε επιστατούσαν στην οικοδόμηση της καταρρεύσασας πολυκατοικίας ούτε ο έκτος και πέμπτος των εναγομένων υπόκεινταν στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές των οικοπεδούχων εναγομένων, αφού οι τελευταίοι στερούνταν οιασδήποτε ειδικής γνώσης ή τεχνικής εμπειρίας συνακόλουθα δε δεν υπήρχε μεταξύ τους σχέση πρόστησης, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες γ) δεν είχαν οποιαδήποτε συμμετοχή ούτε "εν τοις πράγμασι" αναμείχθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο σε οποιοδήποτε στάδιο ανέγερσής της, ήτοι από την εκπόνηση της μελέτης και την κατασκευή μέχρι την αποπεράτωσή της 9) Ο τρίτος εναγόμενος είναι σύζυγος της τέταρτης εναγομένης και μέχρι το έτος 1989 ασχολούνταν με εμπόριο λαδιών και αφενός δεν είχε ειδικές γνώσεις ή τεχνική εμπειρία για κατασκευή πολυκατοικιών , αφετέρου δεν συμμετείχε ούτε είχε ανάμειξη σε οποιοδήποτε στάδιο κατασκευής της εν λόγω οικοδομής (δέκα έτη μετά την ανέγερση της επίμαχης οικοδομής δραστηριοποιήθηκε στις οικοδομικές επιχειρήσεις),10) δεν προέκυψε ότι οι πρώτος, δεύτερη και τέταρτη των εναγομένων, κατά την πώληση των οριζόντιων ιδιοκτησιών της εν λόγω πολυκατοικίας στους ενάγοντες αγοραστές απέκρυψαν δολίως από τους τελευταίους ότι α) αυτή έχει πλειάδα κακοτεχνιών β) κατά τους σεισμούς του 1981 είχε υποστεί εκτεταμένες ζημίες που δεν επισκευάσθηκαν, τους διαβεβαίωσαν δε ψευδώς περί μη ύπαρξης κακοτεχνιών και περί μη κατασκευαστικών ελλείψεων της επίμαχης πολυκατοικίας, με επακόλουθο αυτοί ( ενάγοντες ) να εξαπατηθούν, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ευθύνης των πρώτου δεύτερης τρίτου και τέταρτης των εναγομένων από αδικοπραξία που τελέστηκε με πράξεις και παραλείψεις αυτών των ιδίων αλλά ούτε και από ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ αυτών ως προστησάντων και των πέμπτου και έκτου των εναγομένων ως προστηθέντων.
Συνεπώς οι λόγοι της αναίρεσης δεύτερος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και τρίτος από τους αριθ. 1 και 19 του ίδιου άρθρου με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά το λοιπό μέρος είναι απαράδεκτοι διότι οι σχετικές αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
IV. Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ’ ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Κατ’ ακολουθίαν ο πρώτος λόγος από τον αριθ.11 περ.γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και την από 24-6-2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Θ. Ι. που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες . Κατά τα λοιπά ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι οι δι αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των πραγμάτων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση κατά της 1697/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., άρθρο 12 Ν. 4055/2012) και τέλος επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος των αναιρεσειόντων και υπέρ των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό καταθέσεως 166/2013 αίτηση αναιρέσεως κατά της 1697/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων και για τις προτάσεις που κατέθεσαν, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ