Appeal dismissed; failure to challenge prior owner's title renders omission of possession duration irrelevant under good faith interpretation rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision in a property dispute involving inheritance and possession. The appellant argued the lower court erred by omitting specific details regarding the duration of the direct predecessor's possession, citing violations of good faith principles. The court ruled that since the appellant did not challenge the direct predecessor's title during the initial proceedings, the omission of possession duration was not a material error warranting reversal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 200 A.C.; The omission of a specific time period for possession does not constitute a violation of good faith interpretation if the court of first instance considered the relevant transactional customs and facts, particularly when the appellant failed to challenge the direct predecessor's title.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 604 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 604/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:..... , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κότσιφα.
Του αναιρεσίβλητου:.... , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βλαχογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-4-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ευπαλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 10/ΤΠ/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-4-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 3-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης της 10/ΤΠ/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή ο κανόνας του άρθρου 200 ΑΚ, που ορίζει ότι οι συμβάσεις πρέπει να ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη και ότι για την ερμηνεία αυτή πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση, που διαπιστώνεται έστω και εμμέσως ότι υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση.
Μόνη όμως η παράλειψη της ονομαστικής μνείας της πιο πάνω διάταξης δεν μπορεί να συστήσει παραβίαση της ίδιας διάταξης αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη στην ερμηνεία της σύμβασης τα πιο πάνω στοιχεία που ορίζει ο νόμος. Στην προκειμένη περίπτωση, που όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση πρόκειται για διεκδικητική ακινήτου αγωγή, η οποία στηρίζεται τόσο σε παράγωγο (κληρονομική διαδοχή), όσο και σε πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) τρόπο κτήσεως της κυριότητας, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε επί εφέσεως του εναγομένου κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής: "Με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθμ. 1933/1930 προικοσύμφωνο του Συμβολαιογράφου Ευπαλίου .... , ο Χ3, πατέρας της μητέρας των εναγομένων Χ1 και της μητέρας του ενάγοντος ...., μεταβίβασε στην πρώτη (Χ1) ένα γωνιαίο οικόπεδο το οποίο βρίσκεται εντός της κοινότητας Μοναστηρακίου και σήμερα Δ.Δ.
Μοναστηρακίου Δήμου Ευπαλίου Φωκίδας και συνορεύει "γύρωθεν με δημοσίους δρόμους, οικόπεδον ιδίου προικολήπτου Χ3 και γήπεδον κληρονόμων Ζ1". Στη συνέχεια, στο αυτό συμβόλαιο προσδιόρισε το τμήμα οικοπέδου το οποίο παρέμενε σ' αυτόν, αναφέροντας ότι "εκ του βάθους προς το γήπεδον των κληρονόμων Ζ2 (το οποίο βρίσκεται συνέχεια και δυτικά του, ως άνω, γηπέδου Ζ1, αποτελούν σήμερα μια ενιαία ιδιοκτησία κληρονόμων Ζ2) και προς το βόρειον της μελλούσης να κτισθεί οικίας προς τα κάτω μέχρι φάτσας δημοσίου δυτικού δρόμου θα μένωσι εις την κυριότητα και κατοχήν του προικοδότου Χ3 πήχεις τεκτονικοί επτά (7) ήτοι μέχρι του μέσου της μελλούσης να κτισθεί οικίας αίτινες πήχεις θα χρησιμεύσουσι ως αέρας των κάτωθι του δημοσίου δυτικού δρόμου οικιών, προκειμένου να οικοδομηθεί παρά του προικοδότου ή τρίτου επί του βάθους των επτά πήχεων θα έχει το δικαίωμα της μεσοτοιχίας ούτος ο προικοδότης και να υψώνει τον τοίχον ταύτης απεριορίστως.
Ότι το τρίτον βορειοδυτικόν δωμάτιον της μελλούσης να κτισθεί οικίας των δεκατεσσάρων (14) πήχεων θα είναι εστερημένον κουφωμάτων, τα δε όμβρια ύδατα της βόρειας πλευράς της οικοδομής των δεκατεσσάρων πήχεων θα συλλέγωνται καταλλήλως, συμφώνως των υποχρεώσεων και του σχεδιαγράμματος της κωμοπόλεως και θα καταλήγουν ή εις δεξαμενήν ή εις τον δημόσιον δρόμον...".
Πράγματι, περί το έτος 1935, η θυγατέρα του Χ1 ανήγειρε την οικία που αναφέρεται στο παραπάνω συμβόλαιο καθώς και μια αποθήκη που βρίσκεται σε επαφή και βόρεια αυτής. Επί της δυτικής πλευράς της αποθήκης άφησε πόρτα, μέσω της οποίας επικοινωνούσε με το δυτικό δημόσιο δρόμο, διερχόμενη από το, ως άνω, οικόπεδο που είχε κρατήσει ο πατέρας της για τον εαυτό του.
Περί το έτος 1944-1945, ο τελευταίος έκτισε μια αποθήκη (λόντζα) στο προαναφερόμενο δικό του οικόπεδο, σε επαφή με την αποθήκη της κόρης του Χ1 και δυτικά αυτής καθώς και σε επαφή με την οικία της και βόρεια αυτής. Το χρονικό εκείνο σημείο έκλεισε η πόρτα επί της δυτικής πλευράς της αποθήκης της Χ1 και εξυπηρετείτο πλέον αυτή από πόρτα επί της ανατολικής της πλευράς.
Με το κτίσιμο της αποθήκης του, ο Χ3 άφησε ακάλυπτη μια εδαφική λωρίδα εκ του οικοπέδου του, στο βόρειο μέρος αυτού και βόρεια της αποθήκης του. Η εδαφική αυτή λωρίδα αποτελεί το επίδικο στην παρούσα υπόθεση. Έχει εμβαδόν 9,20 τ.μ. και συνορεύει βόρεια σε πλευρά μήκους 5,80μ. με την ιδιοκτησία κληρονόμων Ζ2, νότια σε πλευρά μήκους 5,50 μ., όσο δηλαδή το μήκος της βόρειας πλευράς της αποθήκης του, με την αποθήκη του που σήμερα ανήκει στον ενάγοντα, ανατολικά σε πλευρά μήκους 1,50 μ.
με οικόπεδο της Χ1 και σήμερα των εναγομένων και δυτικά σε πλευρά μήκους 1,70 μ. με τη δημοτική οδό. Στη συνέχεια, το έτος 1952, με το υπ' αριθμ. 2585/1952 προικοσύμφωνο του Συμβολαιογράφου Ευπαλίου .... , το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, ο Χ3 μεταβίβασε στην θυγατέρα του ... , μητέρα του ενάγοντα-εφεσίβλητου, την άνωθεν του δρόμου και σε επαφή προς τον τοίχο της παρακείμενης οικίας της θυγατρός του Χ1 μικρά ερειπωμένη λόντζα προς καταυλισμό των κατοικίδιων ζώων, γνωστών δε ορίων εκ των άλλων πλευρών.
Πρόκειται για την αποθήκη που έκτισε επί του οικοπέδου του με τον βόρειο αυτής ευρισκόμενο ακάλυπτο χώρο. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου (περί μεταβίβασης στην μητέρα του ενάγοντα του παραπάνω ακάλυπτου χώρου) στηρίζεται τόσο στο προαναφερόμενο υπ' αριθμ. 1933/1930 προικοσύμφωνο προς τη μητέρα των εναγομένων όσο και στο υπ' αριθμ. 2585/1952 προικοσύμφωνο προς την άλλη κόρη, τη μητέρα του ενάγοντος.
Στο πρώτο, ενώ αναφέρονται ως σύνορα του οικοπέδου που δίνει ο Χ3 ως προίκα στην κόρη του Χ1, οι δημόσιοι δρόμοι, άλλο οικόπεδο ιδιοκτησίας του και το γήπεδο των κληρονόμων Ζ1, δεν αναγράφεται ως όριο η ιδιοκτησία κληρονόμων Ζ2, που βρίσκεται βόρεια της επίδικης εδαφικής λωρίδας και αναφέρεται αμέσως παρακάτω, προκειμένου ο δικαιοπάροχος να οριοθετήσει το οικόπεδο που παραμένει σε αυτόν.
Η χρήση των λέξεων "εκ του βάθους προς το γήπεδον των κληρονόμων Ζ2" και όχι "μέχρι το γήπεδον των κληρονόμων Ζ2" δεν σημαίνει ότι παρεμβάλλεται άλλη ιδιοκτησία, την οποία σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρει. Η αναφορά δε των επτά τεκτονικών πήχεων δεν μπορεί να οδηγήσει στο αντίθετο συμπέρασμα, ήτοι ότι το παρακρατηθέν τμήμα δεν έφτανε μέχρι του ορίου κληρονόμων Ζ2 , δεδομένου ότι σύμφωνα με την από 15.7.2003 τεχνική έκθεση του μηχανικού ....
οι επτά πήχεις ισούνται με 5,25 μ., πλην όμως καμία πλευρά της αποθήκης δεν είναι τόσο, όπως φαίνεται στο προσαρτημένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα του εργολήπτη δημοσίων έργων τεχνολόγου Πολιτικού μηχανικού .... , όπου οι διαστάσεις της τελευταίας είναι βόρεια 5,50 μ., ανατολικά 7,90 μ., νότια 5,55 μ. και δυτικά 8,55 μ.
Περαιτέρω, η πρόβλεψη στο προαναφερόμενο συμβόλαιο της συλλογής των ομβρίων υδάτων είτε σε δεξαμενή είτε στο δημόσιο δρόμο δεν θα είχε καμία σημασία αν ο επίδικος ακάλυπτος χώρος δεν είχε παρακρατηθεί από τον πατέρα δικαιοπάροχο και είχε μεταβιβαστεί στην κόρη του, Χ1, διότι τότε αυτή θα μπορούσε ανενόχλητη να κατευθύνει τα όμβρια ύδατα στην επίδικη εδαφική λωρίδα.
Αντίθετα, αυτό μπορούσε να το κάνει μόνο ο πατέρας της, ο οποίος, όπως προκύπτει και από την έκθεση αυτοψίας την οποία διενήργησε η δικάσασα Ειρηνοδίκης, κατασκεύασε τη στέγη της αποθήκης του, έτσι ώστε να προεξέχει επί του ακαλύπτου χώρου 32 εκατοστά, ώστε τα νερά εξ αυτής να πέφτουν στον τελευταίο. Όσον αφορά δε το υπ' αριθμ. 2585/1952 προικοσύμφωνο του Συμβολαιογράφου Ευπαλίου ....
προς τη μητέρα του ενάγοντος και νυν εφεσίβλητου, όπου αναφέρεται ότι μεταβιβάζεται προς αυτήν "ως και της άνωθεν του δρόμου και εν επαφή προς τον τοίχον της παρακείμενης οικίας της θυγατρός μου Χ1 μικράς ερειπωμένης λόντζας προς καταυλισμόν κατοικιδίων ζώων, γνωστών δε ορίων εκ των άλλων πλευρών", δεν τίθεται ως όριο ως προς το βορρά η ιδιοκτησία της αδελφής Χ1 παρά αναγράφεται "γνωστών δε ορίων εκ των άλλων πλευρών", δεδομένου ότι εκείνο το χρονικό διάστημα δεν υπήρχε αμφισβήτηση αυτών.
Το γεγονός ότι ο προικοδότης σε άλλα σημεία του ίδιου, ως άνω συμβολαίου είναι ιδιαίτερα λεπτομερής στην περιγραφή δεν οδηγεί στο αντίθετο συμπέρασμα, καθόσον δεν γίνεται μνεία ότι μεταβιβάζεται και ο ακάλυπτος χώρος, διότι σε κάθε περίπτωση έπρεπε να αναγράφεται ως βόρειο όριο, αυτό της ιδιοκτησίας της αδελφής Χ1.
Εξάλλου, η αναφορά των νομίμως μεταγραφέντων υπ' αριθμ. 1367/1968 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του Συμβολαιογράφου Ευπαλίου .... και των υπ' αριθμούς 2772/1984 και 5732/1992 συμβολαίων γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου ..... των όμορων ιδιοκτητών Ζ2, ως (νότιο) όριό τους, της ιδιοκτησίας Χ2, ..ς και Χ1 (τα δύο τελευταία) δεν κλονίζει την προαναφερόμενη κρίση του Δικαστηρίου, δοθέντος ότι στο συνταχθέν σε ανύποπτο χρόνο, ήτοι από Σεπτεμβρίου 1980, τοπογραφικό διάγραμμα ιδιοκτησίας .... (θυγατρός της Χ1) ...
του τεχνολόγου Πολιτικού Μηχανικού .... , η επίδικη εδαφική λωρίδα απεικονίζεται ως ιδιοκτησία .... (πατρός του ενάγοντος)". Με αυτά τα δεδομένα, που η παραδοχή τους εκφράζει την αντίληψη κάθε συνετού και έντιμου κοινωνικού ανθρώπου και δεν προσκρούει σε συναλλακτικά ήθη, ήχθη το Πολυμελές Πρωτοδικείο με ερμηνεία, που είναι σύμφωνη με τους ορισμούς των άρθρων 200 και 173 ΑΚ, στην άποψη ότι "το επίδικο ακίνητο ανήκει στην μείζονα εδαφική έκταση που μεταβιβάσθηκε στην Ψ1 με το προαναφερόμενο υπ' αριθ. 2585/1952 συμβόλαιο" και ακολούθως δέχθηκε ότι στον ενάγοντα περιήλθε η κυριότητα του επιδίκου από κληρονομία της αποβιωσάσης στις 16-7-2002 μητέρας του Ψ1, με την ιδιότητά του ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου, δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας υπ' αριθ. 12.199/2003 πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ναυπάκτου ... .
Έτσι, όμως, κρίνεται ότι το ως άνω δικαστήριο το οποίο αναμφισβήτητα δέχθηκε την ύπαρξη ασάφειας στη διατύπωση της δικαιοπρακτικής βούλησης των συμβαλλομένων στα προαναφερθέντα 1933/1930 και 2585/1952 συμβόλαια και προσέφυγε για την άρση της ασάφειας στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, μολονότι δεν τους αναφέρει, δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις και ο πρώτος με στοιχ.
α΄ λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙ. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ, που ορίζει ότι "Για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή", συνάγεται ότι η κτήση της κυριότητας ακινήτου συντελείται από και δια της μεταγραφής της συμβολαιογραφικής συμφωνίας, δεδομένου δε ότι ο νόμος δεν τάσσει προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να γίνει η μεταγραφή, ο τίτλος, με τον οποίο αποκτάται η κυριότητα, δύναται να μεταγραφεί οποτεδήποτε και η μεταγραφή που έγινε με αυτό τον τρόπο επιφέρει πλήρη τα έννομα αποτελέσματά της, αρκεί μόνο να μη μεταγράφηκε προηγουμένως άλλος τίτλος κτήσεως κυριότητας του ίδιου ακινήτου υπέρ άλλου (ΑΠ 125/1962 ΝοΒ 10.700).
Συνεπώς, ο πρώτος με στοιχ. β΄ λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των άρθρων 1033, 1192 αρ.1 και 1198 ΑΚ, συνισταμένης στο ότι αυτή δέχθηκε ότι η δικαιοπάροχος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου δυνάμει του αναφερομένου σ' αυτή συμβολαιογραφικού εγγράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, χωρίς να προσδιορίζει το χρόνο μεταγραφής τούτου και ειδικότερα αν αυτή (μεταγραφή) έλαβε χώρα πριν ή μετά το θάνατο της ως άνω δικαιοπαρόχου, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας παραγράφου, η μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου συντελείται με την οποτεδήποτε μεταγραφή του σχετικού τίτλου και δεν προβάλλεται άλλη μεταγραφή.
ΙΙΙ. Επειδή, ο πρώτος με στοιχ. γ΄ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη, άλλως της σιωπηρής απόρριψης του παραδεκτώς προταθέντος ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ιδίας κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι η ως άνω επικαλούμενη πλημμέλεια δεν ιδρύει κανένα λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των πρωτοδικίων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως είναι η προσβαλλόμενη απόφαση.
IV. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ.1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ προκύπτει ότι η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου (εξ αδιαθέτου ή νομίμου μοίρας), είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας των κινητών και ακινήτων κληρονομιαίων πραγμάτων, η δε κυριότητα των ακινήτων της κληρονομίας, καθώς και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, μεταβαίνει στον κληρονόμο αναδρομικά από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και η εν λόγω αποδοχή μεταγραφεί.
Ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας επί ακινήτου της κληρονομίας του άμεσου δικαιοπαρόχου (κληρονομούμενου) του κληρονόμου στερείται εννόμων συνεπειών, εκτός εάν ο εναγόμενος επί διεκδικητικής αγωγής, ερειδομένης επί παραγώγου τρόπου (όπως είναι η κληρονομική διαδοχή) κτήσεως της κυριότητας του διεκδικούμενου ακινήτου, με τις προτάσεις του της πρώτης συζητήσεως ήθελε αμφισβητήσει την επί του επιδίκου κυριότητα του άμεσου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, οπότε ο τελευταίος υποχρεούται με τις προτάσεις του της πρώτης συζητήσεως να καθορίσει (και η σχετική απόφαση να διαλαμβάνει) τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και αν υπάρχει ανάγκη και των απωτέρων μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσεως κυριότητας.
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο, το οποίο είναι εδαφική λωρίδα εμβαδού 9,20 τ.μ., περιλαμβάνεται στη μείζονα εδαφική που μεταβιβάσθηκε στην Ψ1 με το 2585/1952 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ευπαλίου .... , που μεταγράφηκε νόμιμα, η οποία έκτοτε το χρησιμοποιούσε, τοποθετώντας σ' αυτό διάφορα παλαιά αντικείμενα, καθαρίζοντας και επιβλέποντάς το, νεμόμενη τούτο με καλή πίστη.
Στον δε ενάγοντα περιήλθε η κυριότητα του επιδίκου εκ κληρονομιάς της αποβιωσάσης στις 16-7-2002 μητέρας του Ψ1, με την ιδιότητά του ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου, δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας υπ' αριθμ. 12.199/2003 πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ναυπάκτου .... ". Με βάση τα παραπάνω δεκτά γενόμενα περιστατικά η προσβαλλόμενη απόφαση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την επί κληρονομικής διαδοχής ερειδομένη βάση της διεκδικητικής αγωγής αναγνωρίζοντας τον ενάγοντα κύριο του επίδικου ακινήτου και υποχρεώνοντας τον εναγόμενο σε απόδοσή του.
Συνεπώς, ενόψει των παραπάνω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται σ' αυτήν η πλημμέλεια της από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ παραβίαση των άρθρων 1041 και 1045 του ΑΚ, συνισταμένης στην παράλειψη της αναφοράς του χρόνου διάρκειας της νομής της άμεσης δικαιοπαρόχου του ενάγοντος (δεκαετίας επί τακτικής και εικοσαετίας επί εκτάκτου χρησικτησίας) για την από τη δικαιοπάροχό του κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με χρησικτησία, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, αφού ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης της ένδικης κατ' αυτού διεκδικητικής αγωγής του αναιρεσίβλητου αμφισβήτησε την επί του επίδικου ακινήτου κυριότητα της άμεσης δικαιοπαρόχου του τελευταίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-4-2006 αίτηση αναιρέσεως της 10/ΤΠ/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ