Legislator Case Law & Legislation
603/2024 AI generated

Supreme Court allows partial appeal against interest calculation ruling while remanding substantive case for retrial.

Case Number 603/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Third Athens Court of Appeal's decision, setting aside only the specific ruling on interest calculations. The court found no procedural ground for a full retrial of the underlying case by the lower court. Consequently, the government was ordered to pay the disputed sum with interest, excluding specific periods, while the substantive dispute remains for the lower court to adjudicate.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561(2) and 561(4) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may issue a final judgment without remanding the case for retrial when no legal ground exists for further examination by the court of first instance after an appeal decision.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure Supreme Court jurisdiction partial appeal allowance interest calculation ruling remand for retrial final judgment without remand procedural grounds for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 561(4) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 603 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 603/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..., Α.Ε. (... Α.Ε.)", το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ειδικώς εν προκειμένου από την Ειδική Διαχειρίστρια του συνόλου των στοιχείων του Ενεργητικού και Παθητικού της ... Α.Ε. και των θυγατρικών της που μεταβιβάστηκαν στο Δημόσιο, η οποία κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία ανακάλεσε την με ημερομηνία κατάθεσης ... δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Γ., κατοίκου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη, ο οποίος ανακάλεσε την από ... δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-8-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθήνας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1549/2008 μη οριστική, 7224/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5072/2015 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1352/2018 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 5072/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτείτο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5395/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-3-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5395/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 3-8-2001 αγωγή του, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εταιρίας με την επωνυμία ''...

ΑΕ'', στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος το Ελληνικό Δημόσιο, ήδη αναιρεσείον, ισχυρίστηκε ότι κατόπιν προκήρυξης ανοικτού διαγωνισμού για την ανάδειξη συντηρητή των ανελκυστήρων και των συρόμενων θυρών των κτηριακών εγκαταστάσεων της εναγομένης στην ... Αττικής και κατακύρωσης υπέρ αυτού του διαγωνισμού, του ανατέθηκε δυνάμει της από ...

σύμβασης η εκτέλεση των λεπτομερώς αναφερόμενων στην αγωγή εργασιών, αντί της συμφωνηθείσας αμοιβής, που αναφέρεται στην αγωγή και τη σύμβαση, για χρονικό διάστημα από 20-10-2000 έως 19-10-2005. Ότι ως εγγύηση για την καλή εκτέλεση της σύμβασης κατέθεσε στην εναγομένη την υπ' αριθ. ... εγγυητική επιστολή ποσού 4.542.000 δραχμών έκδοσης του ΤΣΜΕΔΕ.

Ότι ήδη από την προηγούμενη ημέρα της υπογραφής της σύμβασης διαπίστωσε προβλήματα στους ανελκυστήρες, η επισκευή των οποίων δεν καλυπτόταν από τη σύμβαση, αφού αυτή αφορούσε συντήρηση λειτουργούντων ανελκυστήρων και αντικατάσταση υλικών από φυσιολογική φθορά ή βλάβη, ότι γίνονταν δολιοφθορές από τρίτους στους ανελκυστήρες, έτσι ώστε να τίθενται αυτοί εκτός λειτουργίας καθώς και ότι η εναγομένη αρνήθηκε να του παραδώσει τους τεχνικούς φακέλους των ανελκυστήρων.

Ότι παρόλο που ο ίδιος ήταν συνεπής με τις υποχρεώσεις του εκ της σύμβασης, η εναγομένη στις ..., ισχυριζόμενη ότι εκτελούσε πλημμελώς τα καθήκοντά του, τον κήρυξε έκπτωτο χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει : α) το ποσό των 4.452.000 δραχμών της εγγυητικής επιστολής που κατέπεσε, β) το ποσό των 742.000 δραχμών πλέον ΦΠΑ 18% και συνολικά 875.560 δρχ.

που θα εισέπραττε ως μηνιαίο εργολαβικό αντάλλαγμα για πέντε έτη και συνολικά το ποσό των 52.533.600 δραχμών, γ) το ποσό των 960.000 δραχμών ως αμοιβή για την επισκευή που διενήργησε στους ανελκυστήρες σύμφωνα με τα υπ' αριθ. ... και ... τιμολόγια και δ) το ποσό των 5.000.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του και του επαγγελματικού του κύρους, ήτοι συνολικό ποσό 60.945.600 δρχ. (184.726,63 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 1549/2008 μη οριστική απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης, στη συνέχεια δε με την υπ' αριθ. 7224/2010 οριστική απόφασή του έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, πλην του κονδυλίου των 960.000 δραχμών που αφορούσε αμοιβή για την επισκευή ανελκυστήρων, το οποίο απέρριψε ως αόριστο και του κονδυλίου που αφορούσε τον αναλογούντα ΦΠΑ ποσοστού 18% επί του εργολαβικού ανταλλάγματος καθώς και του αιτήματος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, τα οποία απέρριψε ως μη νόμιμα, και ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 143.718,27 ευρώ, με το νόμιμο τόκο που ισχύει για το Δημόσιο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν τόσο ο ενάγων με την από 30-8-2011 έφεσή του, όσο και η εναγομένη με την από 27-7-2011 έφεσή της. Επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5072/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές οι εφέσεις, απορρίφθηκε στην ουσία της η από 30-8-2011 έφεση του ενάγοντος, έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 27-7-2011 έφεση της εναγόμενης και εξαφανίστηκε η υπ' αριθ. 7224/2010 οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στη συνέχεια δε, το Εφετείο κρατώντας και δικάζοντας την από 3-8-2001 αγωγή, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθό μέρος είχε γίνει εν μέρει δεκτή με την ως άνω πρωτόδικη απόφαση.

Κατά της ως άνω υπ' αριθ. 5072/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε η από 8-7-2016 αναίρεση από τον ενάγοντα-εκκαλούντα-εφεσίβλητο. Επί της αναιρέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1352/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 5072/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μόνο κατά το κεφάλαιό της που έκρινε επί της από 27-7-2011 έφεσης της εναγομένης, παραπέμφθηκε δε η ως άνω έφεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.

Ακολούθως το Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας την ως άνω υπόθεση μετ' αναίρεση, εξέδωσε την υπ' αριθ. 5395/2022 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 27-7-2021 έφεση της εναγομένης. Την απόφαση αυτή προσβάλλει η εναγομένη - αναιρεσείουσα, με την κρινόμενη από 10-3-2023 αίτηση αναίρεσης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, λογίζεται δε ως τέτοιο το προσδοκώμενο με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Για τη διαμόρφωση έτσι της αποδεικτικής κρίσεως του δικαστή, ως προς την επέλευση και το ύψος της εν λόγω ζημίας στο μέλλον, ο νόμος αρκείται σε πιθανολόγηση και δεν απαιτεί πλήρη απόδειξη. Ως εκ τούτου η ανωτέρω διάταξη έχει μικτό χαρακτήρα, δηλαδή είναι ουσιαστική, ως προς τον καθορισμό από αυτή των παραγωγικών της εν λόγω αξιώσεως στοιχείων, και δικονομική, ως προς την επάρκεια της πιθανολογήσεως του διαφυγόντος κέρδους.

Κατά συνέπεια, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί της υπάρξεως ή μη πιθανότητας επελεύσεως της μελλοντικής ζημίας, ως αναγόμενη στην εκτίμηση της εξελίξεως πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 260/2022, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1385/2012). Όταν ζητείται αποζημίωση λόγω διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή τα συγκεκριμένα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πιθανότητα ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί και καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια.

Δεν είναι απαραίτητο όμως να αναγράφεται στην αγωγή και ότι ο ενάγων δεν εξοικονόμησε δαπάνη ή να αφαιρείται η εξοικονομηθείσα, ούτε να εξειδικεύονται τα προσδίδοντα τη δυναμική του προσδοκώμενου κέρδους στοιχεία με αναφορά συγκεκριμένων συναλλαγών, προσώπων και παραστατικών. Επίσης, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ο αιτούμενος την επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω διαφυγόντος κέρδους πρέπει και αρκεί να προσδιορίζει αυτή με βάση ένα ή περισσότερα αριθμητικά μεγέθη (όπως είναι και η αγοραία τιμή ενός εμπορεύματος ή η αγοραία αμοιβή μιας υπηρεσίας σε ορισμένο τόπο και χρόνο), το οποίο, κατά την κοινή περί τούτου αντίληψη και το συνήθως συμβαίνον, είναι ή δύναται να γίνει γνωστό στους συναλλασσομένους του επαγγελματικού χώρου των διαδίκων και κυρίως εκείνου του εναγομένου, και, έτσι να είναι περαιτέρω δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής εκτίμησης και απόδειξης (ΑΠ 60/2019, ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 496/ 2016, ΑΠ 730/2015).

Συνεπώς, για να είναι ορισμένη κατά το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σ` αυτή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους. Δεν αρκεί δηλαδή να αναφέρονται αφηρημένα στο δικόγραφο της αγωγής οι σχετικές με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεις του νόμου, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (ΟλΑΠ 20/1992,ΑΠ 691/2023, ΑΠ 689/2021, ΑΠ 745/2020, ΑΠ 59/2017).

Τέλος κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ. Πολ. Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, ΑΠ 845/2019). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017), ενώ η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματός της αγωγής ή της ένστασης, ελέγχονται αναιρετικά ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του ανωτέρω άρθρου 559 Κ.

Πολ. Δ. αν το δικαστήριο τις έκρινε ορισμένες λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα, που δεν αναφέρονται σ` αυτές ή αν αντιθέτως τις έκρινε ως αόριστες μη λαμβάνοντας υπ` όψιν γεγονότα που αναφέρονται σ` αυτές (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017). Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 691/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: ''.... Το αίτημα περί διαφυγόντων κερδών της... αγωγής, ερευνώμενο από το Δικαστήριο, κρίνεται ως ορισμένο, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της εκκαλούσας, καθώς στην αγωγή, όπως το περιεχόμενό της προεκτέθηκε, εκτίθενται όλα τα αναγκαία για την πληρότητα του στοιχεία, ήτοι η ζημία του εφεσίβλητου/ενάγοντα (απώλεια διαφυγόντων κερδών) με πηγή και αιτία την αντισυμβατική συμπεριφορά της αντισυμβαλλομένης του (παράνομη κήρυξη ως έκπτωτου του εφεσίβλητου/ενάγοντα).

Επιπρόσθετα η επικαλούμενη από τον εφεσίβλητο/ενάγοντα ζημία προσδιορίζεται ποσοτικώς με βάση καθορισμένο αριθμητικό μέγεθος (συμφωνημένο εργολαβικό αντάλλαγμα)....''. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή ότι η αγωγή είναι ορισμένη, κατά το αίτημά της για καταβολή στον αναιρεσίβλητο διαφυγόντων κερδών που αντιστοιχούν το εργολαβικό αντάλλαγμα, το οποίο απώλεσε ο τελευταίος από την αντισυμβατική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, σε συνδυασμό με την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 694 ΑΚ, η οποία ήταν εφαρμοστέα.

Ειδικότερα τα αναφερόμενα στην αγωγή ήτοι α) η αντισυμβατική συμπεριφορά της αντισυμβαλλόμενης του αναιρεσίβλητου ... ΑΕ, που συνίσταται στην αδικαιολόγητη κήρυξη αυτού ως εκπτώτου, και β) ο καθορισμός της ζημίας του αναιρεσιβλήτου ποσοτικώς, με βάση καθορισμένο αριθμητικό μέγεθος και συγκεκριμένα το συμφωνημένο εργολαβικό αντάλλαγμα, αρκούσαν για την πληρότητα της αγωγής ως προς το αίτημα επιδίκασης των διαφυγόντων κερδών του αναιρεσίβλητου και δεν απαιτούνταν και πρόσθετα στοιχεία.

Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας ορισμένη την αγωγή δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, λόγω αοριστίας ως προς το αίτημα καταβολής αποζημίωσης για τα διαφυγόντα κέρδη, αφού η αγωγή περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση του εν λόγω αιτήματος και, ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά τα δύο πρώτα σκέλη, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Από τα άρθρα 389, 390, 397 εδ. α' και 399 ΑΚ προκύπτει, ότι το συμβατικό δικαίωμα να κηρύξει ο ένας από τους συμβαλλόμενους έκπτωτο τον άλλο είναι δικαίωμα συμβατικής υπαναχώρησης και ότι, αν ασκηθεί συμβατική υπαναχώρηση, η σύμβαση διαλύεται ενοχικώς, αυτοδικαίως και αναδρομικώς (ex tunc) και κάθε συμβαλλόμενο μέρος υπέχει την υποχρέωση να αποδώσει την παροχή που έλαβε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Ο επικαλούμενος διαφορετική έννοια του σχετικού συμβατικού όρου, πρέπει να ισχυριστεί και να αποδείξει τούτο. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον ερμηνευτικό κανόνα του πιο πάνω άρθρου 397 του ΑΚ, σε περίπτωση αμφιβολίας, ο δανειστής έχει το προς υπαναχώρηση δικαίωμα μόνο, αν η μη εκπλήρωση της σύμβασης οφείλεται σε υπαιτιότητα του άλλου, ενώ η μη εκπλήρωση περιλαμβάνει και τις τρεις περιπτώσεις παραβάσεως της συμβάσεως, δηλαδή την αδυναμία παροχής, την υπερημερία του οφειλέτη και την πλημμελή εκπλήρωση αυτής.

Λόγω δε του ενδοτικού χαρακτήρα της εν λόγω διάταξης, το δικαίωμα της κήρυξης εκπτώτου του αντισυμβαλλόμενου, μπορεί να προβλεφθεί μεταξύ αυτών και συμβατικώς και υπό διαφορετικές προϋποθέσεις, αλλά και ότι θα μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα από υπαιτιότητα αυτού (ΑΠ 274/2008, ΑΠ 1138/1989). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή των προϋποθέσεων προς άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως, αναγόμενη σε εκτίμηση πραγμάτων, διαφεύγει τον ακυρωτικό έλεγχο (ΑΠ 1352/2018).

Περαιτέρω, τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ, που ρυθμίζουν το συμψηφισμό, ορίζουν το μεν πρώτο, ότι, ``Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες``, το δε δεύτερο ότι, ``συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο.

Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν``. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν.

Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο, το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (ή παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του, απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.

Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη.

Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον δικαστηρίου, με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 ΑΚ, ΑΠ 486/2016). Η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαίτησης γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του ενάγοντος, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γέννησής τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζομένων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 695/2020, ΑΠ 1057/2019, ΑΠ 953/2019, ΑΠ 84/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.

Α.Π. 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, όταν προσδίδεται στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή έννοιά του, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ανέλεγκτα το Δικαστήριο στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (Ολ.

Α.Π. 8/2006, ΑΠ 1182/2020, ΑΠ 150/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, πράγμα που συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν έχει καθόλου αιτιολογίες δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογίες) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζητήματα". Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1906/2006).

Αντίθετα, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, οι κρίσεις και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση και συνεκτίμηση των αποδείξεων και με τα οποία το δικαστήριο δικαιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται περί της συνδρομής των ως άνω κρίσιμων γεγονότων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 807/2015, ΑΠ 493/2015).

Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε σε συνδυασμό με το σκεπτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόστηκε, δηλαδή να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ1131/2007).

Η αντιφατικότητα μπορεί να αναφέρεται και στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 5/1994). Ανεπάρκεια και ασάφεια των αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ή όταν η διαπίστωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο.

Κατά μείζονα λόγο ανεπάρκεια υπάρχει, όταν η απόφαση δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες, όχι όμως και όταν περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 526/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "....Με την υπ' αριθ. 1029/2000 διακήρυξη ανοικτού διαγωνισμού ανάδειξης συντηρητή των ανελκυστήρων της αρχικής διαδίκου ...

ΑΕ'' (στο εξής ... ΑΕ) στην ... Αττικής προκηρύχθηκε ανοικτός μειοδοτικός διαγωνισμός με σφραγισμένες προσφορές κατά τον Κανονισμό Προμηθειών της και ορίστηκε ως ημέρα διαγωνισμού η ..., ημέρα Δευτέρα από ώρα 1Ο.ΟΟπ.μ. έως 11.ΟΟπ.μ. Πιο συγκεκριμένα, ο ως άνω διαγωνισμός αφορούσε την ανάθεση της συντήρησης των συρόμενων θυρών και ανελκυστήρων της ...

Α.Ε. στις κτιριακές της εγκαταστάσεις επί ...2, ήτοι α. Δύο συγκροτημάτων ανελκυστήρων ..., προσώπων άνευ οδηγού, 5 στάσεων, 10 ατόμων, προοδευτικής ταχύτητας συστήματος ... μετ' αυτομάτων εσωτερικών και εξωτερικών θυρών τύπου ..., β. Δύο συγκροτημάτων ανελκυστήρων ... ..., προσώπων άνευ οδηγού, 5 στάσεων, 14 ατόμων, προοδευτικής ταχύτητας συστήματος ...

μετ' αυτομάτων εσωτερικών και εξωτερικών θυρών τύπου ..., γ. Δύο ανελκυστήρων ... ..., προσώπων άνευ οδηγού, 6 στάσεων, 24 ατόμων, προοδευτικής ταχύτητας συστήματος ... μετ' αυτομάτων εσωτερικών και εξωτερικών θυρών τύπου ..., δ. Ενός ανελκυστήρα φορτίου άνευ οδηγού (...) 3 στάσεων 60KGR απλού και μετά κομβίων κλήσεως και αποστολής, ε.

Ενός ανελκυστήρα φορτίων 3600ΚGR απλού μετά συνοδού τύπου ..., στ. Ενός ανελκυστήρα 6 στάσεων, 5 ατόμων, τύπου ... και ενός 6 στάσεων, 2 ατόμων, τύπου ... και ζ. Μίας δίφυλλης αυτόματης θύρας του Ραδιομέγαρου τύπου ..., συνολικής προϋπολογισθείσας δαπάνης 12.000.000 δραχμών συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. ετησίως. Με την υπ' αριθμ. ...

απόφαση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντα Συμβούλου της ... Α.Ε. το ως άνω έργο κατακυρώθηκε λόγω μειοδοσίας στον εφεσίβλητο αντί μηνιαίου εργολαβικού ανταλλάγματος 742.000 δραχμών πλέον Φ.ΠΑ. εκ 18%. Με τη με αριθμό πρωτοκόλλου ... επιστολή του Γενικού Διευθυντή Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών γνωστοποιήθηκε στον εφεσίβλητο η ανάθεση σε αυτόν του εν λόγω έργου και προσκλήθηκε να προσέλθει εντός δέκα (10) ημερών να υπογράψει τη σχετική σύμβαση προσκομίζοντας εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης 10% του καθαρού τιμήματος, πιστοποιητικό ασφαλιστικής κάλυψης των ανελκυστήρων και το απαιτούμενο χαρτόσημο.

Πράγματι στις ... υπογράφηκε η υπ' αριθμ. ... σχετική σύμβαση και ο εφεσίβλητος παρέδωσε στην ... Α.Ε. την υπ' αριθμ. .../... εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης, ποσού 4.452.000 δραχμών, που είχε εκδώσει υπέρ αυτού το Ταμείο Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΤΣΜΕΔΕ). Σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης ο εφεσίβλητος ανέλαβε για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, ήτοι από το ...

έως ..., αντί του ως άνω μηνιαίου εργολαβικού ανταλλάγματος, την τακτική συντήρηση των ως άνω ανελκυστήρων και συρόμενης θύρας με ανταλλακτικά και κατάλληλο τεχνικό προσωπικό, η δαπάνη των οποίων θα βάρυνε τον ίδιο. Η ως άνω τακτική δε συντήρηση περιλάμβανε κάθε εργασία, που ήταν αναγκαία για τη διατήρηση των ανελκυστήρων και της συρόμενης θύρας σε λειτουργία, όπως εργασίες λιπάνσεως και καθαρισμού των ανελκυστήρων, την αντικατάσταση υλικού που έχρηζε αντικατάστασης, αλλά και την επισκευή ή αντικατάσταση κάθε υλικού, το οποίο ήθελε υποστεί βλάβη είτε λόγω κακής κατασκευής είτε λόγω πολύχρονης χρήσης είτε από οποιαδήποτε άλλη αιτία, εξαιρουμένων των περιπτώσεων βανδαλισμού, πυρκαγιάς μη οφειλόμενης στη λειτουργία των ανελκυστήρων και πλημμυρών.

Ειδικότερα, όσον αφορά την επισκευή των βλαβών, ερμηνευομένων των ως άνω όρων κατ' άρθρο 173 και 200 του ΑΚ λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις, που υπαγόρευσαν την ανάγκη προκήρυξης του σχετικού διαγωνισμού (λήξη διάρκειας της προηγούμενης σύμβασης ανάθεσης συντήρησης), η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων μερών (...

Α.Ε. και εφεσίβλητου) ήταν το αντικείμενο της μεταξύ τους σύμβασης να περιλαμβάνει την επισκευή κάθε βλάβης, που θα προκαλούνταν στους ανελκυστήρες ή/και στη συρόμενη θύρα από την έναρξη ισχύος της σύμβασης (...) και καθ' όλη τη διάρκειά της. Αντιθέτως, η επισκευή βλαβών, που προϋπήρχαν δεν αποτελούσαν αντικείμενο της σύμβασης, κάτι, που επιβεβαίωσε και ο υπάλληλος της ...

Α.Ε Γ. Κ. στην κατάθεση του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που περιέχεται στα υπ' αριθμ. ... πρακτικά συνεδρίασής του και λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο καταθέτοντας ότι εάν προϋπήρχε βλάβη, για την επισκευή της θα καταβάλλονταν πρόσθετη αμοιβή (σελ. ... των ως άνω πρακτικών συνεδρίασης).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος/ενάγων ανέλαβε το έργο την ημέρα υπογραφής της σύμβασης, ήτοι στις .... Κατά την ημέρα αυτή ο εφεσίβλητος προβαίνοντας με το τεχνικό προσωπικό του στον έλεγχο των ανελκυστήρων του Ραδιομέγαρου διαπίστωσε ότι ήταν σταματημένοι ανά δύο από τους ..., ήτοι 4 ανελκυστήρες, και σταμάτησε ως επικίνδυνα τους δύο ανελκυστήρες ...

και ένα ... στο διαμέρισμα της Τηλεόρασης. Επίσης, αποκατέστησε μία βλάβη στο ... στο διαμέρισμα της Τηλεόρασης, ενώ βρέθηκε βγαλμένη και η συρόμενη θύρα. Στις 21/10/2000 το συνεργείο του εφεσίβλητου αποκατέστησε βλάβη στα stop του θαλάμου των δύο ανελκυστήρων ... στο διαμέρισμα της Τηλεόρασης. Στις 22/10/2000 το συνεργείο του προέβη σε συντήρηση των ανελκυστήρων ...

στο διαμέρισμα της Τηλεόρασης, όπου βρέθηκε θύρα παραβιασμένη. Επίσης σταμάτησε τον ανελκυστήρα ... του διαμερίσματος της Ραδιοφωνίας, γιατί τα συρματόσχοινα παρουσίαζαν επικίνδυνη φθορά. Στις 23/10/2000 το συνεργείο βρήκε ένα σπασμένο stop στον ανελκυστήρα του αριστερού ... του διαμερίσματος της Τηλεόρασης και έθεσε εκτός λειτουργίας τον ανελκυστήρα ...

στο ίδιο ως άνω διαμέρισμα, διότι έχρηζε αντικατάστασης το ψαλίδι της θύρας. Στις 24/10/2000 διαπιστώθηκε παραβίαση της θύρας στο δεξί ανελκυστήρα του διαμερίσματος της Ραδιοφωνίας. Στις 25/10/2000 το συνεργείο του εφεσίβλητου προέβη σε έλεγχο των ανελκυστήρων του Ραδιομέγαρου χωρίς διαπίστωση κάποιας βλάβης.

Στις 26/10/2000 το συνεργείο διαπίστωσε βλάβη στους δύο ... ανελκυστήρες στο διαμέρισμα της Τηλεόρασης, στα φωτοκύτταρα και στα stop. Στις 27/10 και 28/10/2000 το συνεργείο του εφεσίβλητου προέβη σε έλεγχο των ανελκυστήρων του Ραδιομέγαρου χωρίς διαπίστωση κάποιας βλάβης. Στις 29/10/2000 διαπιστώθηκαν από το συνεργείο του εφεσίβλητου βλάβες στις επαφές και στο ρελέ στον ανελκυστήρα στο αριστερό ...

του διαμερίσματος της Τηλεόρασης. Στις 30/10/2000 το συνεργείο του εφεσίβλητου προέβη σε έλεγχο των ανελκυστήρων του Ραδιομέγαρου χωρίς να διαπιστώσει κάποια βλάβη. Στις 31/10/2000 διαπιστώθηκε κατόπιν ελέγχου από το συνεργείο του εφεσίβλητου βλάβη (στραβωμένη επαφή βοηθητικών ρελέ πίνακα) στο δεξιό ανελκυστήρα του διαμερίσματος της Ραδιοφωνίας.

Στις 1/11/2000 το συνεργείο του εφεσίβλητου προέβη σε έλεγχο των ανελκυστήρων του Ραδιομέγαρου και στην αποκατάσταση των βλαβών. Το ίδιο έκανε και στις 2/11/2000. Την ημέρα αυτή επίσης βρέθηκε σταματημένος ο δεξιός ανελκυστήρας του διαμερίσματος της Ραδιοφωνίας λόγω σπασμένης θύρας. Στις 3/11/2000 ο δεξιός ανελκυστήρας του ...

του διαμερίσματος της Ραδιοφωνίας βρέθηκε σταματημένος 3 φορές λόγω επέμβασης στο stop. Επίσης, διαπιστώθηκε και αποκαταστάθηκε βλάβη στο κοντάκι της θύρας στο δεξιό ανελκυστήρα του ... της τηλεόρασης. Στις 4/11/2000 το συνεργείο του εφεσίβλητου προέβη σε έλεγχο των ανελκυστήρων του Ραδιομέγαρου χωρίς να διαπιστώσει κάποια βλάβη.

Στις 5/11/2000 το συνεργείο του εφεσίβλητου διαπίστωσε βλάβη στα stop και στα δύο ... του διαμερίσματος της Τηλεόρασης. Στις 6/11/2000 το συνεργείο του εφεσιβλήτου προέβη σε συντήρηση των ανελκυστήρων του Ραδιομέγαρου. Στις 7/11/2000 το συνεργείο του εφεσίβλητου προέβη σε έλεγχο των ανελκυστήρων του Ραδιομέγαρου και διαπίστωσε παραβίαση θύρας από παρέμβαση τρίτου προσώπου στο αριστερό ...

στο διαμέρισμα της Τηλεόρασης. Στις 8/11/2000 το συνεργείο του εφεσιβλήτου διαπίστωσε βλάβη στο δεξί ανελκυστήρα ... του διαμερίσματος της Τηλεόρασης (σπασμένη επαφή βοηθητικού ρελέ) και στις 9/11/2000 βλάβη στο δεξί ανελκυστήρα του ιδίου διαμερίσματος από παρέμβαση τρίτου στο φωτοκύτταρο της θύρας. Στις 10/11/2000 το συνεργείο του εφεσίβλητου διαπίστωσε βλάβη στους δύο ανελκυστήρες ...

στο διαμέρισμα της Τηλεόρασης από κατεβασμένα stop.Στις 11/11/2000 σε έλεγχο των ανελκυστήρων του Ραδιομέγαρου από το συνεργείο του εφεσίβλητου παρατηρήθηκαν σε όλους παρεμβάσεις στα stop. Στις 14/11/2000 το συνεργείο του εφεσίβλητου διαπίστωσε την ύπαρξη βλαβών στους ανελκυστήρες ... του διαμερίσματος της Τηλεόρασης από παρεμβάσεις τρίτων.

Στις 15/11/2000 το συνεργείο του εφεσίβλητου προέβη σε έλεγχο και συντήρηση των ανελκυστήρων του Ραδιομέγαρου. Στις 16/11/2000 το συνεργείο του εφεσίβλητου διαπίστωσε γυρισμένα stop και σταματημένους ανελκυστήρες. Το ίδιο και στις 17/11/2000. Στις 18/11 και 20/11/2000 το συνεργείο του εφεσίβλητου προέβη σε έλεγχο των ανελκυστήρων του Ραδιομέγαρου χωρίς να διαπιστώσει κάποια βλάβη.

Στις 21/11/2000 διαπίστωσε πρόβλημα στη μηχανή του δεξιού ανελκυστήρα ... του διαμερίσματος της Ραδιοφωνίας και ότι έλειπαν οι πλάκες αυτοματισμού του αριστερού ανελκυστήρα του ιδίου ως άνω .... Στις 22/11/2000 το συνεργείο του εφεσίβλητου προέβη σε έλεγχο των ανελκυστήρων του Ραδιομέγαρου χωρίς να διαπιστώσει κάποια βλάβη.

Στις 23/11, 24/11 και 25/11/2000 το συνεργείο του εφεσίβλητου προέβη σε συντήρηση των ανελκυστήρων του Ραδιομέγαρου και στις 27/11/2000 σε έλεγχο χωρίς να διαπιστώσει κάποια βλάβη. Στις 28/11/2000 το συνεργείο του εφεσίβλητου διαπίστωσε πρόβλημα στο δεξιό ... του διαμερίσματος της Τηλεόρασης από παρέμβαση τρίτου προσώπου.

Στις 29/11/2000 το συνεργείο του εφεσίβλητου προέβη σε συντήρηση των ανελκυστήρων και διαπίστωσε ότι ο ανελκυστήρας στο αριστερό ... του διαμερίσματος της Ραδιοφωνίας ήταν σταματημένος από παρέμβαση στο stop. Στις 30/11/2000 το συνεργείο του εφεσίβλητου προέβη σε συντήρηση των ανελκυστήρων κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι είχε παραβιασθεί η θύρα του ανελκυστήρα του ...

της Τηλεόρασης. Στις 2/12 και στις 4/12/2000 το συνεργείο του εφεσίβλητου προέβη σε έλεγχο των ανελκυστήρων του Ραδιομέγαρου. Στις 5/12/2000 το συνεργείο του εφεσίβλητου εντόπισε βλάβες σε δύο ανελκυστήρες στο διαμέρισμα της Τηλεόρασης, στον ένα λόγω παραβίασης της θύρας και στον άλλο λόγω παραβίασης του φωτοκύτταρου.

Στις 6/12/2000, ημέρα κατά την οποία ο εφεσίβλητος παρέδωσε τα κλειδιά στο θυρωρείο λόγω κήρυξής του σε έκπτωση υπό τις συνθήκες, που θα εκτεθούν παρακάτω, στο Ραδιομέγαρο λειτουργούσαν τα δύο ... του διαμερίσματος της Ραδιοφωνίας, τα δύο ... του διαμερίσματος της Τηλεόρασης και ο ανελκυστήρας φορτίου .... Ο εφεσίβλητος, θορυβημένος από την κατάσταση των ανελκυστήρων, ήδη είχε επικοινωνήσει με το Γραφείο Προμηθειών και Τεχνική Υπηρεσίας της ...

Α.Ε. με τη με αριθμό πρωτοκόλλου ... επιστολή του, με την οποία γνωστοποιούσε την κατάσταση επικινδυνότητας, που το συνεργείο του είχε διαπιστώσει, στο ... ανελκυστήρα στο διαμέρισμα της Ραδιοφωνίας λόγω φθοράς στα συρματόσχοινα ανάρτησης θαλάμου και αντίβαρου, και επισήμανε την ύπαρξη φθορών σε όλους τους ανελκυστήρες, που προκαλούσαν δυσλειτουργία τους.

Επίσης, με τη με αριθμό πρωτοκόλλου ... επιστολή του ζητούσε τους τεχνικούς φακέλους των ανελκυστήρων του Ραδιομέγαρου, ώστε να είναι σε θέση να προβεί στη δέουσα συντήρηση. Οι τεχνικοί φάκελοι ουδέποτε του παραδόθηκαν, διότι δεν υπήρχαν τέτοιοι.... Για το λόγο αυτό ο εφεσίβλητος επεσήμανε με τη με αριθμό πρωτοκόλλου ...

επιστολή του την ανάγκη σύνταξης τεχνικών φακέλων και επικοινώνησε στην ... Α.Ε. τις προσπάθειες, που καταβάλλει προς αυτή την κατεύθυνση. Της ως άνω επιστολής είχε προηγηθεί σύσκεψη στο Ραδιομέγαρο κατόπιν σχετικής πρόσκλησης της ... Α.Ε. με τη συμμετοχή αρμοδίων υπαλλήλων της (κ.κ. Ζ., Β. και Κ.), του εφεσίβλητου και του προηγούμενου συντηρητή Κ.

Τ.. Κατά τη σύσκεψη αυτή τέθηκε θέμα παράδοσης και παραλαβής των ανελκυστήρων από τον τελευταίο στην ... ΑΕ, πλην όμως αυτός αρνήθηκε να συμπράξει. Επίσης, συμφωνήθηκε μεταξύ ... Α.Ε. και εφεσίβλητου να γίνει επιθεώρηση και οπτική καταγραφή της κατάστασης των ανελκυστήρων του Ραδιομέγαρου, αφού λόγω μη σύμπραξης του προηγούμενου συντηρητή δεν θα συντάσσονταν πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής.

Η επιθεώρηση αυτή πραγματοποιήθηκε από 7 έως 8/11/2000. Στις 8/11/2000 διαπιστώθηκε ότι σε όλους τους ανελκυστήρες έχρηζαν αντικατάστασης τα πέδιλα ολισθήσεως και τα συρματόσχοινα των ρεγουλατόρων. Επίσης, στους 4 ανελκυστήρες ... τα συρματόσχοινα και οι τροχαλίες τριβής έχρηζαν αντικατάστασης, οι επαφές από τα ρελέ ισχύος ήταν κατεστραμμένες, οι υδραυλικές μπουκάλες έχρηζαν επισκευής, όπως και οι κάτω τροχαλίες.

Στις 9/11/2000 διαπιστώθηκε ότι σε πολλούς ανελκυστήρες έλειπαν οι μπουτονιέρες, τα λάδια στις μηχανές έπρεπε να αντικατασταθούν και στα δύο ... έπρεπε να αντικατασταθούν τα συρματόσχοινα και οι τροχαλίες τριβής. Στη συνέχεια, δόθηκε, στις 10/11/2000, στον εφεσίβλητο εντολή από την ... Α.Ε. να προβεί διά του συνεργείου του σε επισκευές.

Πράγματι, στις 13/11, 14/11 και 15/11/2000 έγιναν εργασίες επισκευής στους αριστερό και δεξιό ανελκυστήρα ... του διαμερίσματος της Ραδιοφωνίας και στο ανελκυστήρα ... του διαμερίσματος της Τηλεόρασης για τις οποίες εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. ... και ... τιμολόγια παροχής υπηρεσιών. Τελικώς, στις 5/12/2000 με το με αριθμό ...

έγγραφο του Γενικού Διευθυντή Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών της η ... Α.Ε. κήρυξε τον εφεσίβλητο/ενάγοντα έκπτωτο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από τη μεταξύ τους υπ' αριθμ. ... σύμβαση συντήρησης ανελκυστήρων και συρόμενων θυρών και του γνωστοποίησε ότι θα προβεί σε κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής καλής εκτέλεσης, που της είχε παραδώσει με την υπογραφή της σύμβασης, μετά την άρνησή του να προβεί σε συντήρηση τους κατόπιν της με αριθμό πρωτοκόλλου ...

επιστολής της, με την αιτιολογία ότι αυτός δεν ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις του, που απέρρεαν από την παραπάνω σύμβαση, ως προς τη συντήρηση των ανελκυστήρων, με αποτέλεσμα την δυσλειτουργία και την ακινησία τους. Ακολούθησε η υπ' αριθμ. .../... απόφαση κήρυξης του εφεσίβλητου έκπτωτου και κατάπτωσης εγγυητικής επιστολής του Γενικού Διευθυντή Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών της η ...

Α.Ε. Ωστόσο, ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, αποδείχθηκε ότι η ... Α.Ε. προέβη στην κήρυξη του εφεσίβλητου ως έκπτωτου χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις, που έθετε ο αντίστοιχος όρος της μεταξύ τους σύμβασης. Σύμφωνα με τον όρο αυτό η παραβίαση οποιουδήποτε όρου της σύμβασης έδινε στην ... Α.Ε. το ως άνω δικαίωμα, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος παραβίασε κάποιον από τους όρους και δη τον όρο περί τακτικής συντήρησης των ανελκυστήρων του Ραδιομεγάρου.

Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι παρά το ότι σύμφωνα με τη σύμβαση η τακτική συντήρηση θα πραγματοποιούνταν δύο φορές το μήνα, το συνεργείο του εφεσιβλήτου επισκέπτονταν κατά το χρονικό διάστημα από 20/10 έως 6/12/2000 το Ραδιομέγαρο σχεδόν καθημερινά, ήτοι, όπως προεκτέθηκε, όλες της ημέρες, που περιλαμβάνονται στο ως άνω χρονικό διάστημα πλην των 12/11, 19/11, 26/11 και 3/12.

Εξάλλου, ακινητοποιημένοι ανελκυστήρες και βλάβες υφίσταντο ήδη από την πρώτη ημέρα ανάληψης του έργου (20/10), όπως αποδεικνύεται από οικεία φύλλα του ημερολογίου εργασιών, το οποίο, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, έπρεπε να τηρεί ο εφεσίβλητος, καταγράφοντας σε αυτά ανά ημέρα τις εργασίες συντήρησης με, εάν ήταν αναγκαίο, παρατηρήσεις επί αυτών.

Η καταγραφή αυτή γίνονταν υπό την επίβλεψη μηχανικού της ... Α.Ε. ονόματι Γ.. Ζ., ο οποίος τη συνυπέγραφε μαζί με τον εφεσίβλητο και είχε δικαίωμα να κάνει και δικές του παρατηρήσεις. Από την έλλειψη παρατηρήσεων, πλην του φύλλου της ..., για το οποίο θα γίνει λόγος κατωτέρω, ο Γ.. Ζ. δεν προέβη σε καμία παρατήρηση και δη σε παρατήρηση επί των επισημάνσεων του εφεσίβλητου αντικρούοντάς τες, γεγονός από το οποίο τεκμαίρεται ότι συμφωνούσε με όσα καταγράφονταν από τον εφεσίβλητο.

Από τα ίδια δε φύλλα του ημερολογίου εργασιών αποδεικνύεται ότι οι βλάβες, που προκλήθηκαν κατά τη διάρκεια της σύμβασης, δεν ήταν αποτόκες της κακής συντήρησης εκ μέρους του εφεσίβλητου, αλλά καθημερινών επεμβάσεων τρίτων προσώπων (βλ. τα φύλλα ημερολογίου των …), γεγονός που επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας Γ.

Κ. στην κατάθεση του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που περιέχεται στα υπ' αριθμ. ... πρακτικά συνεδρίασης του και λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο (.......). Επιπρόσθετα, το ότι εκτεταμένες βλάβες στους ανελκυστήρες του Ραδιομέγαρου προϋπήρχαν της ανάληψης του έργου αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η ...

ΑΕ έδωσε, μετά την καταγραφή τους, εντολή στον εφεσίβλητο για επισκευή και εκδόθηκαν ξεχωριστά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, κάτι που δεν θα γίνονταν εάν επρόκειτο για επισκευές, που αποτελούσαν αντικείμενο της υπ' αριθμ. ... σύμβασης, ήτοι επισκευές λόγω βλαβών, που είχαν επισυμβεί μετά την ανάληψη του έργου από τον εφεσίβλητο.

Ούτε αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος, ενώ όφειλε σύμφωνα με τη σύμβαση, δεν απαντούσε στο τηλέφωνο και ότι δεν είχε στείλει συνεργείο στις 5/12/2000 στο Ραδιομέγαρο, καθώς το από 5/12/2000 έγγραφο προς τη Διεύθυνση Προμηθειών -Κανονισμού του Διευθυντή Δομικών και Η/Μ Έργων διαψεύδεται κατά περιεχόμενο από το από 5/12/2000 φύλλο του ημερολογίου εργασιών, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, συνυπογράφεται από το Γ..

Ζ., στο οποίο καταγράφηκε ότι στο Ραδιομέγαρο ήταν παρόντες ως συνεργείο του εφεσίβλητου οι I.. Π. και Π.. Ρ. από 12.00μ.μ. έως 16.50μ.μ. και από 11.30 έως 16.50μ.μ. Όλα τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την κατάθεση του μάρτυρα της ... Α.Ε., που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, διότι αυτός δεν είχε άμεση γνώση και αντίληψη των όσων κατέθεσε.

Το εκκαλούν υποστηρίζει το ότι αποδεικνύεται ότι όλες οι βλάβες προήλθαν από κακή συντήρηση ή/και αδιαφορία του εφεσιβλήτου από το γεγονός ότι αυτός στην από ... οικονομική προσφορά του δήλωσε ότι έλαβε γνώση των τοπικών συνθηκών και της κατάστασης των ανελκυστήρων. Όμως η δήλωση αυτή δεν έγινε μετά από επιτόπια επίσκεψη του εφεσίβλητου στο Ράδιο μέγαρο, αλλά με βάση τα όσα ανέφερε η διακήρυξη του διαγωνισμού για τον τύπο των ανελκυστήρων.

Δεν δίνεται, άλλωστε, μία πειστική εξήγηση από την πλευρά του εκκαλούντος πως ήδη από την πρώτη ημέρα λειτουργίας της σύμβασης υφίσταντο ακινητοποιημένοι ανελκυστήρες με υπαιτιότητα του εφεσίβλητου, όταν δεν αποδείχθηκε παρουσία και εργασία του στο Ραδιομέγαρο της ... Α.Ε. πριν από την ημέρα αυτή. Τα ως άνω δεν αναιρούνται από την υπ' αριθμ. ...

ένορκη βεβαίωση του Α. Σ., διότι αυτός καταθέτει περί επιτόπιας επίσκεψης του εφεσιβλήτου βάσει της ως άνω αναφοράς στην από ... οικονομική προσφορά και όχι από ιδία γνώση και αντίληψη. Η μόνη αμελής συμπεριφορά, που αποδείχθηκε κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της επίδικης σύμβασης, από πλευράς συνεργείου του εφεσίβλητου ήταν το μπλοκάρισμα των αυτόματων θυρών και η θραύση της συρόμενης θύρας εισόδου στις 30/11/2000, όπως αποδεικνύεται από τις παρατηρήσεις του Γ.

Ζ. στο αντίστοιχο φύλλο του ημερολογίου εργασιών. Όμως και αυτή η συμπεριφορά, ως αντισυμβατική, δεν δικαιολογεί, κατ' άρθρο 288 του ΑΚ, την κήρυξη του εφεσίβλητου ως έκπτωτου τη στιγμή που η ... Α.Ε. είχε το δικαίωμα σύμφωνα με τη σύμβαση να του ζητήσει να αντικαταστήσει ως ακατάλληλο το υπαίτιο άτομο, που απασχολήθηκε την ημέρα εκείνη στο συνεργείο του.

Επομένως, η ... Α.Ε ενεργώντας αντισυμβατικά, χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις του αντίστοιχου όρου της υπ ' αριθμ. ... σύμβασης μεταξύ αυτής και του εφεσίβλητου, τον κήρυξε έκπτωτο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του από αυτή (σύμβαση), με αποτέλεσμα αυτός να ζημιωθεί κατά το ποσό των 4.452.000 δραχμών ή 13.065,30 ευρώ, που κατέβαλε στο ΤΣΜΕΔΕ λόγω κατάπτωσης της υπ' αριθμ. .../...

εγγυητικής επιστολής καλής εκτέλεσης, και κατά το ποσό των (742.000 δραχμές μηνιαίο εργολαβικό αντάλλαγμα επί 12 μήνες επί 5 έτη=) 44.520.000 δραχμές ή 130.652,97 ευρώ, λόγω απώλειας ισόποσων διαφυγόντων κερδών, που θα εσόδευε με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων εάν η σύμβαση λειτουργούσε καθ' όλη τη συμφωνημένη διάρκειά της (από ...

έως ...) χωρίς να μεσολαβήσει η ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά της εκκαλούσας. Ήτοι ο εφεσίβλητος ζημιώθηκε κατά το συνολικό ποσό των 143.718,27 ευρώ συνεπεία της ως άνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της ... Α.Ε.. Εξάλλου, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος προκάλεσε διά των συνεργείων του φθορές στους επίδικους ανελκυστήρες, δεν υφίσταται απαίτηση της ...

Α.Ε. για αποζημίωση από την ως άνω αιτία να συμψηφισθεί με τις επίδικες απαιτήσεις του εφεσιβλήτου κατά αυτής. Οι ζημιές, που αναφέρονται στην από 11/12/2000 προσφορά με αριθμό πρωτοκόλλου 30514/14-12-2000 και στην από 12/1/2001 ανάλυση κόστους επισκευής ανελκυστήρων του Κ. Τ. είτε προϋπήρχαν της σύμβασης (σύμφωνα με το ημερολόγιο εργασιών πρόβλημα στον ανελκυστήρα ...

στο διαμέρισμα της Ραδιοφωνίας διαπιστώθηκε στις 20/10 με την ανάληψη του έργου και το πρόβλημα στη μηχανή του ανελκυστήρα ... στο ίδιο διαμέρισμα διαπιστώθηκε την επόμενη ημέρα) είτε οφείλονταν σε φθορές από παρεμβάσεις τρίτων (παραβιάσεις θυρών ανελκυστήρα, καταστροφή μπουτονιέρων στις καμπίνες και παραβιάσεις stop), που ήδη είχαν διαπιστωθεί από τα συνεργεία του εφεσίβλητου.

Σημειωτέον ότι στο ποσό, που προτείνεται σε συμψηφισμό, δεν περιλαμβάνεται ποσό για αποζημίωση λόγω της ζημίας στη συρόμενη θύρα εισόδου του Ραδιομεγάρου. Είναι, εξάλλου, απορίας άξιον για ποιο λόγος η ... Α.Ε. δεν κινήθηκε δικαστικώς εναντίον του εφεσιβλήτου πριν την έγερση της δικής του αγωγής κατά αυτής για να επιδιώξει την είσπραξη του ποσού των 44.325,00 ευρώ, που κατέβαλε για επισκευές στον Κ..

Τ.....''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, απέρριψε την από 27-7-2011 έφεση της εναγομένης - δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και είχε υποχρεώσει την εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 143.718,27 ευρώ, με το νόμιμο τόκο που ισχύει για το Δημόσιο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015).

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 69/2022, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1620/2005).

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1506/2022, ΑΠ 157/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία, άλλως εκ πλαγίου παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 361, 389, 390, 397 εδ. α', 399 και 288 ΑΚ, καθόσον, αν και δέχθηκε ότι '' Η μόνη αμελής συμπεριφορά, που αποδείχθηκε κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της επίδικης σύμβασης, από πλευράς συνεργείου του εφεσίβλητου ήταν το μπλοκάρισμα των αυτόματων θυρών και η θραύση της συρόμενης θύρας εισόδου στις 30/11/2000, όπως αποδεικνύεται από τις παρατηρήσεις του Γ..

Ζ. στο αντίστοιχο φύλλο του ημερολογίου εργασιών'', ταυτόχρονα δέχθηκε ότι''Όμως και αυτή η συμπεριφορά, ως αντισυμβατική, δεν δικαιολογεί, κατ' άρθρο 288 του ΑΚ, την κήρυξη του εφεσίβλητου ως έκπτωτου τη στιγμή που η ... Α.Ε. είχε το δικαίωμα σύμφωνα με τη σύμβαση να του ζητήσει να αντικαταστήσει ως ακατάλληλο το υπαίτιο άτομο, που απασχολήθηκε την ημέρα εκείνη στο συνεργείο του'', χωρίς να αιτιολογεί επαρκώς το λόγο που η συμπεριφορά αυτή του αναιρεσιβλήτου δεν συνιστά παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων που θεμελιώνουν δικαίωμα του αναιρεσείοντος για την κήρυξη αυτού ως εκπτώτου, δεδομένου ότι όλοι οι όροι της συμβάσεως (μεταξύ των οποίων και αυτός που τον υποχρέωνε να έχει εξειδικευμένα συνεργεία συντηρήσεως ανελκυστήρων, επανδρωμένα με αδειούχους τεχνίτες, προκειμένου οι ανελκυστήρες να λειτουργούν ασφαλώς, άψογα, αθόρυβα και αδιάλειπτα) θεωρούνται ουσιώδεις και παράβαση οποιουδήποτε τούτων από τον αναιρεσίβλητο δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την επιτρεπτή κατά τη σύμβαση κήρυξή του ως εκπτώτου.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος καθόσον το αναιρεσείον δεν είχε προβάλει πρωτοδίκως αλλά και ενώπιον του Εφετείου ως αιτία έκπτωσης του αναιρεσιβλήτου το μεμονωμένο περιστατικό που έλαβε χώρα στις 30-11-2000, αλλά προβάλλει τον εν λόγω ισχυρισμό το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς να συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ανεξαρτήτως αυτού, έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες δέχθηκε, ότι δεν υπήρξε παράβαση των όρων της σύμβασης από την πλευρά του αναιρεσίβλητου ως προς τη συντήρηση και λειτουργία των ανελκυστήρων και των συρόμενων θυρών του Ραδιομεγάρου της ...

ΑΕ, ούτε υπήρξε υπαιτιότητά του ή πλημμελής εκτέλεση των συμβατικών του υποχρεώσεων, που να δικαιολογεί την κήρυξή του ως έκπτωτου, καθόσον, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά, δηλαδή ότι α) ουδέποτε παραδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο οι τεχνικοί φάκελοι των ανελκυστήρων του Ραδιομεγάρου, οι οποίοι ήταν απολύτως απαραίτητοι για να προβεί στη δέουσα συντήρηση αυτών, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του προς τούτο, β) ο προηγούμενος συντηρητής Κ.

Τ. αρνήθηκε να συμπράξει κατά την παράδοση και παραλαβή των ανελκυστήρων από τον αναιρεσίβλητο, αν και τούτο ήταν απαραίτητο, γ) κατά την επιθεώρηση που πραγματοποίησε ο αναιρεσίβλητος, με σύμπραξη της ... ΑΕ, από 7 έως 8-11-2000, διαπιστώθηκε ότι στους περισσότερους ανελκυστήρες υπήρχαν σοβαρές βλάβες στα συρματόσχοινα και στις τροχαλίες τριβής, οι επαφές και τα ρελέ ισχύος ήταν κατεστραμμένα, ενώ σε όλους τους ανελκυστήρες έπρεπε να αντικατασταθούν το πεδίο ολίσθησης και τα συρματόσχοινα των ρεγουλατόρων, δ) οι βλάβες που είχαν επισυμβεί πριν την ανάληψη του έργου από τον αναιρεσίβλητο δεν αποτελούσαν αντικείμενο της επίδικης σύμβασης, ε) το συνεργείο του αναιρεσίβλητου επισκεπτόταν καθημερινά το Ραδιομέγαρο, αν και σύμφωνα με τη σύμβαση η τακτική συντήρηση θα έπρεπε να πραγματοποιείται μόνο δύο φορές το μήνα, στ) οι ακινητοποιημένοι ανελκυστήρες και οι βλάβες των λοιπών υφίσταντο ήδη από την πρώτη ημέρα ανάληψης του έργου, και ζ) οι βλάβες που προκλήθηκαν κατά τη διάρκεια της σύμβασης δεν ήταν απότοκες της κακής συντήρησης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, αλλά καθημερινών επεμβάσεων τρίτων προσώπων, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ, αφού οι προαναφερόμενες συνθήκες επέβαλαν παρέκκλιση από την αρχική ρύθμιση της ενοχικής σχέσης, ότι η παράβαση οποιουδήποτε όρου της σύμβασης παρείχε στην εναγομένη το δικαίωμα να κηρύξει έκπτωτο τον αναιρεσίβλητο, έτσι ώστε το ως άνω μεμονωμένο περιστατικό, που έλαβε χώρα στις 30-11-2000 (μπλοκάρισμα των αυτόματων θυρών και θραύση της συρόμενης θύρας εισόδου), ενόψει και του ότι η ...

ΑΕ είχε το δικαίωμα από τη σύμβαση να ζητήσει από τον αναιρεσίβλητο την αντικατάσταση του υπαίτιου ατόμου του συνεργείου, να μη δικαιολογεί, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, την κήρυξη του αναιρεσίβλητου ως εκπτώτου, καθόσον η εμμονή της εναγομένης στον προαναφερόμενο όρο συνιστά συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές.

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την προβληθείσα από τη δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος ένσταση συμψηφισμού, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ανταπαίτησης της εταιρείας που προτάθηκε προς συμψηφισμό, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 440 ΑΚ, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού σύμφωνα με τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, α) οι ζημίες της δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, για την αποκατάσταση των οποίων το τελευταίο δαπάνησε το ποσό των 44.325,00 ευρώ, είτε προϋπήρχαν της σύμβασης, είτε οφείλονταν σε φθορές από παρεμβάσεις τρίτων και σε κάθε περίπτωση δεν προκλήθηκαν από τα συνεργεία του αναιρεσίβλητου και ως εκ τούτου δεν υφίσταται απαίτηση του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου για αποζημίωση από την ανωτέρω αιτία, η οποία θα μπορούσε να προταθεί για συμψηφισμό με τις επίδικες απαιτήσεις του τελευταίου κατ' αυτής και β) η αποζημίωση για αποκατάσταση της τυχόν ζημίας στη συρόμενη πόρτα του Ραδιομεγάρου, η οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, δεν περιλαμβάνεται στο ανωτέρω ποσό των 44.325,00 ευρώ.

Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα περί της μη συνδρομής των επικληθεισών, προς θεμελίωση της προβληθείσας ένστασης συμψηφισμού, προϋποθέσεων, πέραν δε των ανωτέρω, δεν ήταν αναγκαίο να περιλάβει το δικαστήριο της ουσίας και άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων ανωτέρω δέχθηκε.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι, το Εφετείο με το να απορρίψει την προβληθείσα από το ίδιο ένσταση συμψηφισμού, ποσού 44.325,00 ευρώ, στέρησε την απόφασή του από την αναγκαία νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος ως άνω λόγος, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτος, αφού αυτές αφορούν επιχειρήματα του δικαστηρίου και δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρο 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Επίσης οι ως άνω ερμηνευτικοί κανόνες παραβιάζονται και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Ειδικότερα, οι ως άνω ερμηνευτικοί κανόνες παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέφυγε μεν στις διατάξεις αυτές προς άρση ασάφειας ή προς πλήρωση του κενού, το οποίο εμφάνιζε η συγκεκριμένη δικαιοπραξία κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, όμως το ερμηνευτικό συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε σε σχέση με το νομικά αποφασιστικό νόημα του ερμηνευόμενου όρου της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο προς εκείνο που υπαγορεύεται από τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες (ΑΠ 679/2018, 374/2013, 530/2011, 1401/2010, 715/2010).

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή δήλωση βουλήσεως, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 931/2022, 372/2022, 97/2019).

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το εδάφ. α' του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, όπως ορθά ο λόγος αυτός εκτιμάται, έσφαλε διότι προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προκειμένου να εξεύρει την αληθινή βούληση των συμβαλλόμενων μερών, καίτοι τέτοια προσφυγή δεν ήταν αναγκαία και επιβεβλημένη, αφού δεν υφίστατο κενό ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις του αναιρεσίβλητου, αλλά θα έπρεπε να αχθεί στο συμπέρασμα ότι ουδεμία ασάφεια υπήρχε στην προαναφερόμενη σύμβαση ως προς το περιεχόμενο των δηλώσεων βουλήσεως που εκφράστηκαν σ` αυτές, αναφορικά με τις συμβατικές υποχρεώσεις του αναιρεσίβλητου, αφού αυτές ρητά περιγράφονταν στην σύμβαση και δη στην παρ. 2 του άρθρου 3 αυτής και περιελάμβαναν την πάσης φύσεως επισκευή των ανελκυστήρων και της συρόμενης θύρας του κτηρίου της αναιρεσείουσας, ανεξαρτήτως αν υπήρχε βλάβη αυτών πριν από την έναρξη ισχύος της εν λόγω συμβάσεως.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση βουλήσεως, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή δήλωση βουλήσεως, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο τον Αρείου Πάγου.

Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ.Α.Π. 8/2005).

Κατά δε το άρθρο 559 παρ. 1 εδάφ. β` ΚΠολΔ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης μόνο αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρονται σ` αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων (Ολ.Α.Π.9-13/2005, ΑΠ 24/2019, ΑΠ 336/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, και με την επίκληση της παραπάνω διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι στην υπ' αριθ. ... επίδικη σύμβαση δεν προβλέπεται μεταξύ των συμβατικών υποχρεώσεων του αναιρεσίβλητου και η επισκευή των βλαβών των ανελκυστήρων και της συρόμενης θύρας του κτηρίου της αναιρεσείουσας, που υπήρχαν πριν από την έναρξη ισχύος της σύμβασης, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία σε κάθε περίπτωση ανάληψης συμβατικής υποχρέωσης για τεχνική συντήρηση εξοπλισμού μηχανημάτων είναι αυτονόητο ότι περιλαμβάνονται και οι τυχόν υφιστάμενες βλάβες.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η αποδιδόμενη πιο πάνω αιτίαση δεν αφορά παραβίαση διδάγματος της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς αλλά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίφαση δε της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ..

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, κατ` επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της επίδικης υπ' αριθ. ... σύμβασης (άρθρα 5, 2, 3 παρ. 2 ε, 3 στοιχ.

ιγ παρ. 2 και 3), καθόσον υπέλαβε ως καθαρό διαφυγόν κέρδος του αναιρεσίβλητου το ακαθάριστο ποσό του εργολαβικού ανταλλάγματος. Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου, αλλά αφού ανέγνωσε το όλο περιεχόμενό του όπως αυτό πραγματικά διατυπώνεται, κατέληξε, με τη συνεκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, στο προαναφερόμενο πόρισμα, ήτοι ότι η ζημία του αναιρεσίβλητου ανέρχεται στο ύψος του εργολαβικού ανταλλάγματος, που θα εσόδευε με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν η σύμβαση λειτουργούσε καθόλη τη συμφωνημένη διάρκειά της και δεν είχε μεσολαβήσει η αντισυμβατική συμπεριφορά της αντισυμβαλλόμενης του ...

ΑΕ, η οποία ουδέποτε προέβαλε κατ' ένσταση ποιες συγκεκριμένες δαπάνες θα έπρεπε να αφαιρεθούν από το κατά την εκτίμησή της ''μικτό'' συμφωνηθέν εργολαβικό αντάλλαγμα.

Συνεπώς, το γεγονός ότι, παρά την ορθή ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, η προσβαλλομένη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων. Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 15 του ν. 4690/2020, με τον οποίο κυρώθηκαν οι από 13.4.2020 και 1.5.2020 Π.Ν.Π. αναφορικά με τα μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, και την ομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 72 παρ. 6 του Ν. 4722/2020 "Για το χρονικό διάστημα της αναστολής (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν τρέχουν τόκοι επιδικίας", ενώ και κατά το άρθρο 83 παρ. 14 του ν. 4790/2021, όπως το άρθρο αυτό αυθεντικά ερμηνεύτηκε με το άρθρο 25 του ν. 4792/2021, "Για το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας δεν τρέχουν τόκοι επιδικίας".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο κατά τα προσβαλλόμενα "κεφάλαια". "Κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς) και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης.

Ως εκ τούτου, οι τόκοι, που αποτελούν "παρεπόμενη" σε σχέση με την κύρια απαίτηση αξίωση και δεν είναι επιτρεπτή η επιδίκασή τους, χωρίς σχετική αίτηση, αποτελούν χωριστό "κεφάλαιο" και είναι ζήτημα εκτίμησης του δικογράφου της έφεσης, που υπόκειται, κατά το άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αν με αυτή προσβάλλεται και το κεφάλαιο των τόκων.

Και ναι μεν το κεφάλαιο των τόκων συνέχεται αναγκαστικά με το κεφάλαιο για την κύρια απαίτηση, η έννοια όμως του "αναγκαστικά συνεχόμενου κεφαλαίου" [που προβλέπεται μόνο επί πρόσθετων λόγων έφεσης (ΚΠολΔ 520 § 2) και αντέφεσης (ΚΠολΔ 523)] δεν αφορά, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ και το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης (ΑΠ 579/2018, 207/2017, 132/2004).

Τέλος, κατά το άρθρο 562 § 2 περ. β` ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση του δικογράφου της έφεσης προκύπτει ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πλήττεται συνολικά κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου και, συνεπώς, και ως προς το κεφάλαιο των τόκων που επιδικάστηκαν, καθόσον, ειδικότερα, με τους σχετικούς λόγους, έστω και αν αναφέρονται στην απαίτηση, προσβάλλεται και η επιδίκαση επ` αυτής τόκων, αφού ζητείται η απόρριψη της αγωγής του αναιρεσίβλητου στο σύνολό της.

Έτσι η υπόθεση μεταβιβάστηκε με την έφεση της εκκαλούσας - εναγομένης ... ΑΕ, καθολικός διάδοχος της οποίας είναι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όσον αφορά και τους τόκους. Το τελευταίο, ωστόσο, επικύρωσε την εκκαλουμένη πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία υποχρεώθηκε η εναγομένη εταιρεία να καταβάλει το επιδικασθέν στον ενάγοντα ποσό των 143.718,27 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, που ισχύει για το Δημόσιο, από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο παρέλειψε να εξαιρέσει από την τοκογονία τα χρονικά διαστήματα από 13-3-2020 έως και 31-5-2020 και από 7-11-2020 έως 6-4-2021, κατά τα οποία δεν οφείλονται τόκοι επιδικίας, παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, συντρεχούσης της περιπτώσεως του άρθρου 562 § 2 περ.

β` ΚΠολΔ, γιατί πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλομένη απόφαση, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η Εφετειακή απόφαση εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ για παραβίαση των ως άνω διατάξεων, οι οποίες είχαν τεθεί σε ισχύ κατά το χρόνο της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου συζήτησης (2-6-2022), είναι παραδεκτός, αν και στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, και βάσιμος.

Κατόπιν αυτού, κατά παραδοχή του ως άνω κριθέντος ως βασίμου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα μόνον κατά το μέρος που επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ως προς τη διάταξή της, με την οποία υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει το επιδικασθέν στον ενάγοντα ποσό των 143.718,27 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, που ισχύει για το Δημόσιο, από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση, χωρίς δηλαδή να εξαιρεθούν της τοκογονίας τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα από 13-3-2020 έως και 31-5-2020 και από 7-11-2020 έως 6-4-2021.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς, έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 1620/2014).

Τέτοιο δικονομικό έδαφος, για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο στην ουσία, δεν υπάρχει και στη κρινόμενη περίπτωση. Κατ` ακολουθίαν, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης μόνον ως προς την διάταξή της περί τόκων του ως άνω αναφερομένου χρονικού διαστήματος, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί και να γίνει δεκτή η από 27-7-2011 έφεση της εναγομένης, να εξαφανιστεί η υπ' αριθ. 7224/2010 οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μόνον κατά το προαναφερόμενο μέρος, και να υποχρεωθεί η εναγομένη ...

ΑΕ, καθολικός διάδοχος της οποίας είναι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, να καταβάλει στον ενάγοντα το αμετακλήτως (με την προσβαλλόμενη απόφαση) επιδικασθέν ποσό των 143.718,27 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, που ισχύει για το Δημόσιο, από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, με εξαίρεση τα χρονικά διαστήματα από 13-3-2020 έως 31-5-2020 και 7-11-2020 έως 6-4-2021.

Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, κατά άρθρα 178, 179, 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5395/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό. Κρατεί και δικάζει την από 27-7-2011 έφεση της εναγομένης.

Δέχεται την πιο πάνω έφεση.

Εξαφανίζει εν μέρει την υπ' αριθμ. 7224/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και συγκεκριμένα μόνον ως προς τη διάταξή της, με την οποία υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει το επιδικασθέν στον ενάγοντα ποσό των 143.718,27 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, που ισχύει για το Δημόσιο, από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Δικάζει επί της από 3-8-2001 αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά της εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία ... ΑΕ, καθολικός διάδοχος της οποίας είναι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, κατά το ίδιο ως άνω μέρος.

Υποχρεώνει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, να καταβάλει στον ενάγοντα το αμετακλήτως επιδικαθέν σ' αυτόν ποσό των 143.718,27 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, που ισχύει για το Δημόσιο, από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση, με εξαίρεση τα χρονικά διαστήματα από 13-3-2020 έως 31-5-2020 και 7-11-2020 έως 6-4-2021.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ