Supreme Court quashes appeal court decision for admitting evidence not formally submitted by parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court quashed the appeal court's decision regarding the admissibility of evidence in a succession dispute. The lower court admitted witness affidavits and documents without the parties formally citing them, violating procedural rules. Consequently, the case was remanded for retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 261(2), 559(11)(b), 580(3), 495(4), 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The court must reject evidence not formally cited by parties, and failure to do so constitutes a ground for cassation requiring remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 603 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 603/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Β. του Δ., κατοίκου ... Μαγνησίας και 2) Ε. Β. του Δ., κατοίκου ... Μαγνησίας. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σινέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Κ. του Μ., κατοίκου ... Αττικής, 2) Ι. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 3) Μ. Κ. του Μ., συζύγου Γ. Κ., κατοίκου ... Αττικής και 4) Ό. Κ. του Μ., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βύρωνα Αντωνιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2012 αγωγή της αρχικής διαδίκου Μ. Π., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 52/2020 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-12-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 261 παρ. 2 ΚΠολΔ), η ενάγουσα Μ. Π. του Ι., η οποία απεβίωσε την 9.7.2012 και κατέλιπε ως μόνους εκ διαθήκης κληρονόμους της τους ήδη αναιρεσείοντες Ι. Β. του Δ. και Ε. Β. του Δ., οι οποίοι και συνέχισαν τη δίκη, με την από 7-3-2012 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει των υπ' αριθ. 41463, 41464, 41465 και 41466/18.1.2007 συμβολαίων του τέως συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννη Πολυχρονάκη, που μεταγράφηκαν νόμιμα, μεταβίβασε στους εναγόμενους (ήδη αναιρεσίβλητους), λόγω δωρεάς εν ζωή, την ψιλή κυριότητα των λεπτομερώς περιγραφομένων ακινήτων της, παρακρατώντας ισοβίως την επικαρπία αυτών, υπό τον ρητό όρο της παροχής εκ μέρους αυτών, για όσο χρόνο θα ζούσε, περιποιήσεων και περιθάλψεων προς το πρόσωπό της.
Ότι μετά την υπογραφή των ανωτέρω συμβολαίων εξακολούθησε να διαμένει στην οικία της, μη έχουσα ανάγκη ιδιαίτερης φροντίδας, οι δε εναγόμενοι είχαν αναθέσει την εκπλήρωση του άνω όρου στη μητέρα τους, Χ. Κ., η οποία το μόνο που έκανε ήταν να της παρέχει μία φορά την εβδομάδα απλό και πρόχειρο φαγητό. Ότι από τον Μάιο του 2011 έως τον Νοέμβριο του 2011, που χρειάστηκε τη βοήθεια των εναγομένων, λόγω των αναφερόμενων προβλημάτων υγείας της, οι τελευταίοι δεν επέδειξαν κανένα ενδιαφέρον για το πρόσωπό της, αλλά ανέθεσαν τη φροντίδα της αποκλειστικά στη μητέρα τους, η οποία ομοίως δεν της συμπαραστάθηκε καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, αλλά της φερόταν απότομα, υβριστικά, χειροδικούσε εις βάρος της, τις υπεξαίρεσε χρήματα, της πρόσφερε λιτό και φτωχό σε θρεπτικά συστατικά φαγητό, την είχε εγκατεστημένη σε ένα κακής κατάστασης χώρο στην αυλή της κατοικίας της, χωρίς παράθυρο και επαρκή θέρμανση και την κρατούσε απομονωμένη από τον κοινωνικό της περίγυρο.
Ότι ακόμη οι εναγόμενοι, διαμέσου της μητέρας τους, στην οποία είχαν αναθέσει την εκτέλεση του ως άνω όρου των επίμαχων δωρεών και ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό τους, επέδειξαν αχαριστία προς αυτήν με βαρέα παραπτώματά τους, όπως αυτά εξειδικεύονται στην αγωγή. Με βάση το ιστορικό αυτό, αφού ανακάλεσε με την αγωγή της, εξαιτίας των προαναφερθέντων, που συνιστούν υπαίτια μη εκτέλεση εκ μέρους των εναγομένων του τρόπου υπό τον οποίο τελούσαν οι ανωτέρω δωρεές, αλλά και επίδειξη εκ μέρους τους αχαριστίας προς το πρόσωπό της με βαριά παραπτώματα, τις προς αυτούς δωρεές, ζήτησε α) να αναγνωριστεί ότι είναι έγκυρη η ανάκληση των δωρεών και β) να καταδικασθούν οι εναγόμενοι σε δήλωση βούλησης με την οποία να αναμεταβιβάζουν σ' αυτήν την ψιλή κυριότητα των δωρηθέντων ακινήτων.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 23/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και ως ουσία βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι την από 17-5-2018 έφεση, παραπονούμενοι για την παραδοχή της αγωγής της αντιδίκου τους, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 128/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση των εναγομένων, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε και δικάσθηκε κατ' ουσίαν η άνω αγωγή, η οποία και απορρίφθηκε τελικά ως ουσία αβάσιμη.
Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι αναιρεσείοντες με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β` Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ` έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιες δίκης (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 558/2021, ΑΠ 149/2020, ΑΠ 522/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το (Τριμελές) Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην κατ' αρθρ. 559 αρ.11β' ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, για την μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ότι οι αναιρεσίβλητοι ούτε αχαριστία επέδειξαν έναντι της δωρήτριας ενάγουσας, δικαιοπαρόχου τους, ούτε παρέλειψαν τον τρόπο υπό τον οποίο τελούσαν οι ένδικες προς αυτούς δωρεές, και ως εκ τούτου δεν συνέτρεχε λόγος ανακλήσεώς τους, έλαβε υπόψη του, πέραν των αποδεικτικών μέσων που αυτοί (αναιρεσείοντες) παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, επί πλέον και τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ήτοι:
α) ως επώνυμο αποδεικτικό μέσο, τρεις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης (των εναγομένων) Π. Κ., Ν. Σ. και K., με αριθμούς 449/19.04.2017, 450/19.04.2017 και 451/19.04.2017 του Ειρηνοδίκη Βόλου και β) έγγραφα προσκομισθέντα από τους εναγόμενους, μεταξύ των οποίων ονομαστικά διαλαμβάνεται, ως δικαστικό τεκμήριο, η υπ' αριθ. 9628/17.02.2012 ένορκη βεβαίωση της Α.
Μ. δοθείσα ενώπιον του συμβολαιογράφου Βόλου Γεωργίου Μπατσόλα, πλην όμως των αποδεικτικών αυτών μέσων, τα οποία ούτε οι ίδιοι (εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες) επικαλέσθηκαν στο Εφετείο, δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση από τους αναιρεσίβλητους στο Εφετείο, εφόσον στις ενώπιον αυτού προτάσεις τους διαλαμβάνεται μόνη η φράση "Επειδή προσάγω και επικαλούμαι σχετικό πίνακα σχετικών εγγράφων", χωρίς ωστόσο να υπάρχει τέτοιος πίνακας ή άλλη περαιτέρω αναφορά.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό με τις επισκοπούμενες προτάσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων, αλλά και των αναιρεσειόντων, ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καταδεικνύεται η βασιμότητα του πρώτου αυτού λόγου. Ειδικότερα, στις από 8.2.2019 προτάσεις των αναιρεσιβλήτων (ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου) διαλαμβάνεται μόνη η φράση "Επειδή προσάγω και επικαλούμαι σχετικό πίνακα σχετικών εγγράφων".
Η γενικόλογη αυτή μνεία των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην άνω νομική σκέψη, αφού δεν γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, αφενός μεν δεν γίνεται καμία αναφορά σε ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες αποτελούν χωριστό, από τα έγγραφα, αποδεικτικό μέσο και συνεπώς πρέπει ειδικά να μνημονεύονται, αφετέρου δε συλλήβδην γίνεται αναφορά σε σχετικό πίνακα σχετικών εγγράφων, χωρίς ωστόσο να υπάρχει τέτοιος πίνακας ή άλλη περαιτέρω αναφορά.
Τα ανωτέρω δεν αρνούνται και οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι με τις προτάσεις τους ισχυρίζονται μόνο ότι προσκόμισαν τα άνω αποδεικτικά τους μέσα στο Εφετείο, χωρίς να επικαλούνται και να προσκομίζουν έστω τον πίνακα εγγράφων που αναφέρουν στις άνω προτάσεις τους, το δε υπ' αριθ. 2 σχετικό που προσκομίζουν, με την επικεφαλίδα "ΣΧΕΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ", δεν προκύπτει ότι είναι ο πίνακας εγγράφων που αναφέρεται στις άνω προτάσεις τους, αφού δεν υπάρχει καμία επ' αυτού σχετική επισημείωση του αρμόδιου γραμματέως.
Παρά ταύτα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, έλαβε υπόψη του, αφενός μεν, ως επώνυμο αποδεικτικό μέσο, τις άνω τρεις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης (των εναγομένων) Π. Κ., Ν. Σ. και j. K., αφετέρου δε όλα τα προσκομισθέντα από τους αναιρεσίβλητους έγγραφα, μεταξύ των οποίων, ως δικαστικό τεκμήριο, την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση της Α.
Μ., παρόλο που δεν έγινε νόμιμη επίκλησή τους από τους αναιρεσίβλητους, όπως τέτοια επίκληση δεν έγινε και από τους αναιρεσείοντες. Επομένως, το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα των αναιρεσιβλήτων, ήτοι ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 παρ.
β` ΚΠολΔ, ήτοι της παρά τον νόμο λήψεως υπόψη αποδείξεων που δεν προσκομίσθηκαν νόμιμα.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια, είναι βάσιμος, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η εξέταση των λοιπών. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι διατυπώνουν σχετικό αίτημα με τις προτάσεις που κατέθεσαν, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 52/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές.
Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτούς. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ