Legislator Case Law & Legislation
603/2021 AI generated

Appeal partially allowed; court rejects factual re-evaluation but overturns lower court's judgment on public road status.

Case Number 603/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a final judgment denying the public road status of a village path. The appellants argued the lower court erred by relying on a surveyor's report over an environmentalist's evidence without sufficient reasoning. The court held that while factual assessments are generally immune from review, the lower court's decision was arbitrary and lacked proper justification, warranting the reversal of the appellate judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(6) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may overturn a lower court's judgment on public road status if the decision is arbitrary or lacks sufficient reasoning, even if it involves factual evaluation.

Keywords

AI generated
public road status appeal admissibility factual evaluation arbitrary decision Code of Civil Procedure evidence assessment property rights

Cited Legislation

AI generated
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 603 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 603/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. συζ. Α. Γ., το γένος Κ. Α., 2) Θ. Κ. του Ε., κατοίκων ... Δήμου ..., 3) Π. Κ. του Ν., 4) Δ. Κ. του Γ., κατοίκου … και προσωρινά διαμένοντος στα ... Δήμου ..., 5) Γ. Κ. του Λ., 6) Ν. Α. του Ι., κατοίκων ... Δήμου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευγενία Φωτοπούλου, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Α. του Α., κατοίκου ... Δήμου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κανδαράκη, που κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε και έλαβε από την Πρόεδρο το λόγο και δήλωσε ότι ο τρίτος αναιρεσείων Π. Κ. του Ν., παραιτείται από το δικόγραφο της από 18-7-2019 αίτησής του κατά του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου, για αναίρεση των αποφάσεων: 70/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης και 48/2017 του Ειρηνοδικείου Επιδαύρου Λιμηράς.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Επιδαύρου Λιμηράς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Την αναίρεση των δύο αυτών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-7-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται: 1) Η 48/2017 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Επιδαύρου-Λιμηράς που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της υπ'αριθ. κατάθεσης 2/2016 αγωγής των εναγόντων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσαν: α) ν' αναγνωριστεί ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της περιγραφόμενης αγροτικής οδού, η οποία χρησιμοποιείται για τη διέλευση οχημάτων και τη μετάβαση των κατοίκων για προσκύνημα στους εκεί αναφερόμενους Ιερούς Ναούς, καθώς και το δικαίωμα προσωπικότητάς τους επ'αυτής και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να απομακρύνει τα τεθέντα από αυτόν εμπόδια, άλλως να επιτραπεί η απομάκρυνσή τους από τους ενάγοντες με δαπάνες του, ώστε ν'αποδοθεί ελεύθερη η χρήση της εν λόγω οδού και να παύσει ο εναγόμενος να προσβάλει το δικαίωμά τους στο μέλλον, β) επικουρικά, ν' αναγνωριστεί ότι αυτοί έχουν δικαίωμα οιονεί νομής δουλείας διέλευσης επί της πιο πάνω αγροτικής οδού υπέρ των δεσποζόντων ακινήτων τους και σε βάρος του δουλεύοντος ακινήτου του εναγομένου και να υποχρεωθεί αυτός να άρει την προσβολή του, 2) η 70/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης που δίκασε ως Εφετείο επί της από 16/10/2017 εφέσεως του εναγομένου κατά της προαναφερόμενης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της ως ουσιαστικά αβάσιμη και είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατά την επικουρική βάση της.

Με την τελευταία απόφαση το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, στο οποίο μεταβιβάστηκε η υπόθεση, μόνον ως προς την πιο πάνω επικουρική βάση της αγωγής, αφού δέχτηκε κατ' ουσία την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο, καθώς και κατά το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά την προαναφερόμενη επικουρική βάση της.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία τόσο του πρωτοβάθμιου όσο και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (άρθρ. 495§1Β, 552, 553§1β, 556, 558, 564§1, 566 ΚΠολΔ) και, επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ), μόνον ως προς τους πρώτη, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και όγδοο των εναγόντων - εφεσιβλήτων που άσκησαν την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΙΙ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1120 και 1121 ΑΚ, επί ακινήτου μπορεί να απαιτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου που να του παρέχει κάποια ωφέλεια, δηλαδή πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού. Η σύσταση του εμπράγματου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση κυριότητας ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1045, 974 και 975 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η φυσική εξουσία επί ακινήτων επί συνεχή εικοσαετία επιφέρει την, με έκτακτη χρησικτησία, κτήση μεν κυριότητας, αν είναι καθολική, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή), κτήση δε πραγματικής δουλείας αν είναι μερική, περιλαμβάνει δηλαδή μία ή ορισμένες μόνο χρησιμότητες του πράγματος που αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας και ασκείται υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή).

Ειδικότερα, η πραγματική δουλεία οδού συνιστάται και με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή με τη διέλευση του κυρίου του δεσπόζοντος ακινήτου από το δουλείον ακίνητο επί μία 20ετία με διάνοια δικαιούχου και συγκεκριμένα, με άσκηση σωματικής εξουσίας επί του ακινήτου, κατά τρόπο που ανταποκρίνεται στο κατά νόμο περιεχόμενό του και με διάνοια ασκήσεως του δικαιώματος της δουλείας αυτής (ΑΠ 2232/2014, ΑΠ 2225/2009). 'Ετσι, στην περίπτωση άσκησης αγωγής από το δικαιούχο πραγματικής δουλείας οδού, που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία κατά του προσβολέα του πιο πάνω δικαιώματος, τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής αυτής, όταν ασκείται από τον κύριο του δεσπόζοντος ακινήτου, είναι όλα εκείνα τα περιστατικά που θεμελιώνουν την έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή την άσκηση οιονεί νομής με διάνοια δουλειούχου επί 20 έτη στην επίδικη οδό, καθώς και εκείνα τα περιστατικά που συνιστούν την προσβολή (με αποβολή ή διατάραξη) του δικαιώματος από τον κύριο του δουλεύοντος ή από τρίτο πρόσωπο.

Αίτημα, δε, της εν λόγω αγωγής είναι η αναγνώριση του δικαιώματος δουλείας οδού και η άρση της προσβολής του. Ο εναγόμενος μπορεί να αντιτάξει άρνηση της βάσης της αγωγής ή να προβάλει ενστάσεις, μεταξύ των οποίων είναι και ότι η δουλεία έχει αποσβεστεί κατ' άρθρο 1136 ΑΚ, όταν η άσκησή της γίνεται αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς.

Τέτοια περίπτωση αδυναμίας συντρέχει και όταν έπαυσε η εξυπηρέτηση του δεσπόζοντος λόγω αυτάρκειάς του, όπως όταν αυτό εξυπηρετείται από άλλη οδό κατά τον ίδιο τρόπο στο ίδιο μέτρο, όπως και πριν, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η εξακολούθηση χρησιμοποίησης της αρχικής οδού μέσω του δουλεύοντος ακινήτου, κατά κατάχρηση δικαιώματος (281 ΑΚ), αποτελεί νομικό λόγο αδυναμίας άσκησης της πιο πάνω δουλείας.

ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

IV. Στην προκείμενη περίπτωση με την επιτρεπτώς επισκοπούμενη ένδικη αγωγή οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι ο καθένας από αυτούς είναι ιδιοκτήτης των περιγραφόμενων κατά θέση και έκταση αγροκτημάτων (ελαιοπερίβολων) στην περιοχή ... του Δήμου …, τα οποία εξυπηρετούνται από την ειδικότερα οριζόμενη στην αγωγή αγροτική οδό, που διέρχεται ένθεν και εκείθεν του κτήματος του εναγομένου. 'Ότι την εν λόγω οδό χρησιμοποιούσαν αυτοί με διάνοια οιονεί νομέων δουλείας διόδου ανελλιπώς και ανενοχλήτως με καλή πίστη τουλάχιστον επί 35 έτη, για τη διέλευση κατά τους χειμερινούς μήνες των οχημάτων του ελαιουργείου της περιοχής και τη μεταφορά ελαιουργείου της περιοχής και τη μεταφορά ελαιοκάρπου εκατοντάδων τόνων των αγροκτημάτων τους, καθώς και για τη διέλευση πυροσβεστικών οχημάτων προς αντιμετώπιση πυρκαγιών της περιοχής, όπως συνέβη το έτος 2012, όταν κατασβέστηκε πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στα όρια του ακινήτου του εναγομένου.

Ότι την επίδικη οδό χρησιμοποιούν και οι ίδιοι (ενάγοντες) για να μεταβαίνουν στα αγροκτήματά τους, είτε πεζή είτε με μηχανοκίνητα μέσα και ότι, έτσι, έχουν αποκτήσει, κατά την επικουρική βάση της αγωγής, δικαίωμα πραγματικής δουλείας οδού επ' αυτής με έκτακτη χρησικτησία. 'Ότι περί την 10-7-2015, ο εναγόμενος, όλως αυθαιρέτως και παρανόμως, κατέβαλε τα περιγραφόμενα τμήματα της επίδικης οδού, καθιστώντας ανέφικτη την χρησιμοποίησή της για την εξυπηρέτηση των δεσποζόντων ακινήτων τους.

Κατόπιν αυτών οι ενάγοντες ζήτησαν, επικουρικά, ν' αναγνωριστεί το δικαίωμα οιονεί νομής δουλείας διέλευσής τους επί της επίδικης αγροτικής οδού και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να άρει την προσβολή του πιο πάνω δικαιώματός τους. Η αγωγή αυτή με το περιεχόμενο και τα αιτήματα που προεκτέθηκαν είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα εξής: "η ανωτέρω αγωγή, έχοντας το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αιτήματα, είναι νομικά αβάσιμη εν όλω κατά την επικουρική βάση της, διότι με βάση τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο αυτής οι ενάγοντες κατά τον χρόνο της αποβολής τους δεν χρησιμοποιούσαν την επίδικη εδαφική λωρίδα διανοία δικαιούχων δικαιώματος δουλείας διόδου, αλλά ως ασκούντες το απορρέον από την προσωπικότητά τους δικαίωμα για χρήση κοινοχρήστου πράγματος.

Εξάλλου, με βάση τα εκτιθέμενα: α) οι μεν έβδομος και ένατος από αυτούς δεν χρησιμοποιούσαν την ανωτέρω εδαφική λωρίδα για την κάλυψη των αναγκών κάποιου ακινήτου τους, αλλά για τη μετάβασή τους στους Ιερούς Ναούς "Παναγίτσας" και "Αγίου Παντελεήμονος" για την άσκηση των λατρευτικών αναγκών τους, β) οι δε λοιποί ενάγοντες διέρχονταν μεν από την επίδικη εδαφική λωρίδα, για να μεταβαίνουν στα περιγραφόμενα ακίνητά τους, πλην όμως τα ακίνητα αυτά δεν βρίσκονται σε τέτοια τοπική σχέση με το ακίνητο του εναγομένου, έτσι ώστε να επιβάλλεται η διέλευση από αυτό (ή και άλλα συνεχόμενα ακίνητα) για την επικοινωνία των ακινήτων τους με δημόσια ή κοινόχρηστη οδό, αφού η ανάγκη αυτή καλυπτόταν από άλλο κλάδο της ένδικης αγροτικής οδού (τον κλάδο, που ξεκινούσε εκατό μέτρα πριν τον οικισμό "Παναγίτσα"), στον οποίο οι ανωτέρω ενάγοντες είχαν άμεση πρόσβαση από την επαρχιακή οδό Μονεμβασίας - ... - Κουλεντίων - Νεαπόλεως (που διασχίσει τον ανωτέρω οικισμό), χωρίς να χρειάζεται η διέλευσή τους από το ακίνητο του εναγομένου και, συνεπώς, ο τελευταίος δεν υποχρεούνταν να ανέχεται την κατά τα ανωτέρω χρησιμοποίηση του ακινήτου του, έστω κι αν η εν λόγω επαρχιακή οδός διανοίχθηκε μετά την έναρξη της χρήσης της επίδικης εδαφικής λωρίδας από τους ενάγοντες, διότι έκτοτε (μετά τη διάνοιξη της επαρχιακής οδού) τα ακίνητά τους απέκτησαν αυτάρκεια, η οποία καθιστά καταχρηστική την εξακολούθηση της άσκησης του επικαλούμενου δικαιώματος τους". 'Ετσι που έκρινε το πιο πάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικές διατάξεις που προεκτέθηκαν διότι απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν οι διατάξεις αυτές για την άσκηση αγωγής περί προστασίας του δικαιώματος οιονεί νομέα πραγματικής δουλείας οδού, σε περίπτωση προσβολής του, όπως στην προκείμενη περίπτωση προσβολής του, όπως στην προκείμενη περίπτωση της εξεταζόμενης επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής.

Και τούτο, διότι έκρινε ότι η ύπαρξη αυτάρκειας των δεσποζόντων ακινήτων των εναγόντων, λόγω της εξυπηρέτησής τους μέσω άλλου κλάδου της επίδικης οδού, καθιστά καταχρηστική την εξακολούθηση άσκησης του επικαλούμενου δικαιώματος δουλείας των εναγόντων επ' αυτής και συνακόλουθα, μη νόμιμη την πιο πάνω αγωγική βάση, ενώ τα περιστατικά αυτά αποτελούν στοιχεία αντίστοιχων ενστάσεων του εναγομένου περί αδυναμίας άσκησης του επίμαχου δικαιώματος για λόγους πραγματικούς ή νομικούς, όπως αναλυτικά εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη.

Επίσης, σημειώνεται, ότι τα ίδια περιστατικά δεν διαλαμβάνονται, ούτε καθ' υποφορά, στο δικόγραφο της αγωγής κατά την επικουρική της βάση, οι δε λοιπές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αφορούν, στην κύρια βάση της αγωγής ως προς το επικαλούμενο από την προσβολή της προσωπικότητας δικαίωμα των εναγόντων για τη χρήση κοινόχρηστης οδού, για την οποία (κύρια βάση) θα γίνει λόγος παρακάτω.

Κατόπιν αυτών, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα του πρώτου, από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, λόγου, διότι καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια του δεύτερου λόγου αναίρεσης που γίνεται δεκτός.

V. Κατά την έννοια της διάταξης του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Ως ουσιώδες δε ζήτημα, του οποίου η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοείται μόνον ο ισχυρισμός που έχει αυτοτελή ύπαρξη, όχι όμως τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Ειρηνοδικείο με την ανωτέρω τελεσίδικη απόφασή του (που συμπροσβάλλεται ως προς το μη εκκληθέν κεφάλαιό της) υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, διότι με ελλιπή αιτιολογία απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής του.

Συγκεκριμένα, αυτοί ισχυρίζονται ότι το Ειρηνοδικείο αποφάνθηκε περί του μη κοινόχρηστου χαρακτήρα του μονοπατιού το έτος 1945 χωρίς να αιτιολογήσει γιατί δέχτηκε την έκθεση του τοπογράφου Γ. Λ., που προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος, αντί αυτής του περιβαλλοντολόγου Π. Μ. που προσκόμισαν εκείνοι (αναιρεσείοντες), από την οποία καταδεικνύεται η αναμφισβήτητη ύπαρξη της εν λόγω κοινόχρηστης οδού προ του 1900, με βάση αεροφωτογραφίες (από 1945, 1960, 1973, 1989 και 1997), ορθοφωτοχάρτη και φωτοληψία του Εθνικού Κτηματολογίου.

Περαιτέρω αυτοί αιτιώνται ότι το Ειρηνοδικείο, αν και είχε στη διάθεσή του δύο εκ διαμέτρου αντίθετες φωτοερμηνείες, "προτίμησε τη μία και όχι την άλλη". Ακόμη, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι ο εν λόγω ισχυρισμός τους συνάπτεται άρρηκτα με τη βασιμότητα της απορρέουσας από το άρθρο 57 ΑΚ αξίωσής τους εξαιτίας προσβολής της προσωπικότητάς τους και ότι το συμπέρασμα της προσβαλλόμενης απόφασης περί μη ύπαρξης κοινόχρηστου δρόμου κατά το έτος 1945 είναι αυθαίρετο και αναιτιολόγητο.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι αφορά αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Ειρηνοδικείο ως προς το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, καθώς και την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το μη κοινόχρηστο χαρακτήρα της επίδικης οδού.

IV. Κατά συνέπεια, πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της συμπροσβαλλόμενης 48/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λιμηράς και να γίνει δεκτή για την αναίρεση της 70/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης που δίκασε ως Εφετείο. Στη συνέχεια, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, πλην αυτής που εξέδωσε την απόφαση που αναιρείται (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ). Τέλος, το κατατεθέν παράβολο πρέπει να επιστραφεί στον καταθέσαντα και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις) στον ηττώμενο αναιρεσίβλητο (άρθρα 176, 183, 191 § 2, 495 § 3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-7-2019 αίτηση για αναίρεση της 48/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λιμηράς.

Αναιρεί την 70/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης που δίκασε ως Εφετείο, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό εκτιθέμενα.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης, που δίκασε ως Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, πλην αυτής που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα.

Και

Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, το ποσό των οποίων ορίζει σε τρεις χιλιάδες ευρώ (3.000 €).

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Mαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ