Legislator Case Law & Legislation
603/2020 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal against commercial agency contract termination, ruling on 33% penalty clause interpretation.

Case Number 603/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially overturned the Third Instance Court's decision regarding a commercial agency contract dispute between two companies. The court found the lower court erred in interpreting a 33% penalty clause without applying mandatory statutory interpretation rules, specifically regarding the conversion of fixed-term contracts to indefinite ones. Consequently, the appeal was allowed only for specific monetary amounts, remanding the case for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 361, 8, 559, 580 of the Civil Code; The court must apply mandatory interpretation rules to contractual clauses, and failure to do so constitutes a procedural error requiring remittal of the case for retrial.

Keywords

AI generated
commercial agency contract termination penalty clause statutory interpretation rules fixed to indefinite term procedural error remittal Civil Code provisions Third Instance Court

Cited Legislation

AI generated
Article 361 of the Civil Code
Article 8 of Presidential Decree 219/1991
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 603 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 603/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 17-7-2019 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" με τον διακριτικό τίτλο "... AΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Ζούζουλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-9-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 19-11-2014 ανταγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6949/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2130/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-6-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ καθιερώνεται η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, απόρροια δε αυτής αποτελεί και η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπίας η οποία ρυθμίζεται από το π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και με την οποία ο παραγωγός αναθέτει σε μόνιμη βάση στον εμπορικό αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη μέριμνα των υποθέσεών του για ορισμένη εδαφική περιοχή, η οποία (μέριμνα) συνίσταται στη διαπραγμάτευση και στη σύναψη συμβάσεων πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 παρ. 2, 3, 4 και 8 του π.δ. 219/1991, όπως ισχύει μετά τις κατά τα ανωτέρω τροποποιήσεις του: "Σύμβαση ορισμένου χρόνου την οποία τα δύο μέρη συνεχίζουν να εκτελούν μετά τη λήξη της, θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου" (παρ. 2). "Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλομένους μπορεί να την καταγγείλει με τήρηση ορισμένης προθεσμίας" (παρ. 3). "Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δευτέρου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξι μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη..." (παρ. 4). "Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων" (παρ. 8).

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άνω διατάγματος, είναι αορίστου διαρκείας λύεται κατά πάντα χρόνο με την τήρηση όμως της ως άνω προθεσμίας, (τακτική καταγγελία), όταν δε είναι ορισμένου χρόνου λύεται ή με την πάροδο του ορισμένου χρόνου ή δια καταγγελίας, αλλά μόνο, αν συντρέχει σπουδαίος προς τούτο λόγος (έκτακτος καταγγελία).

Στην ορισμένου δηλαδή χρόνου σύμβαση ο σπουδαίος λόγος είναι προϋπόθεση για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της καταγγελίας. Αν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος δεν επέρχονται οι έννομες συνέπειες αυτής (εκτάκτου καταγγελίας). Ως αορίστου χρόνου θεωρείται η σύμβαση όταν από την αρχή δεν έχει τεθεί χρόνος λήξης αυτής, ή όταν έχει συναφθεί μεν ως ορισμένου χρόνου, αλλά μετά την πάροδο του χρόνου αυτού εξακολουθεί, χωρίς νέο καταληκτικό χρονικό προσδιορισμό.

Επίσης, ως αορίστου χρόνου ισχύουσες συμβάσεις θεωρείται ότι είναι και οι λεγόμενες "αλυσιδωτές συμβάσεις". Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζονται οι συμβάσεις, οι οποίες συνάπτονται για ορισμένο χρόνο και μετά με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο διαρκούν περαιτέρω για ένα χρονικό διάστημα. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των συμβάσεων αυτών είναι ότι οι επόμενες συμβάσεις δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, αλλά το ότι ο επιχειρηματίας στέλνει στον αντιπρόσωπο μία νέα έγγραφη σύμβαση, η οποία είναι ίδια με τη σύμβαση που έληξε ως προς την εξωτερική της διάρθρωση και στο κυρίως περιεχόμενό της.

Ο χωρισμός της ενιαίας και για μεγάλο χρονικό διάστημα υπάρχουσας συμβατικής σχέσης σε περισσότερες όμοιες ή παρόμοιες συμβάσεις οδηγεί στην καταστρατήγηση των διατάξεων που αφορούν την καταγγελία. Γι' αυτό τέτοιες αλυσιδωτές συμβάσεις, αντιμετωπίζονται ως αορίστου χρόνου συναπτόμενες συμβάσεις, στις οποίες βρίσκει εφαρμογή το άρθρο 8 του παραπάνω π.δ., που έχει ως αποτέλεσμα ότι η συμβατική σχέση δεν λήγει μετά τη λήξη της διάρκειας της και το συμβαλλόμενο μέρος το οποίο θέλει να καταγγείλει τη συμβατική σχέση πρέπει να το κάνει με τήρηση των προθεσμιών που καθορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 8 χωρίς την τήρηση των προθεσμιών, σε περίπτωση που συντρέχουν οι λόγοι της παρ. 8 του ίδιου άρθρου.

Πάντως τόσο η σύμβαση ορισμένου χρόνου όσο και η σύμβαση αορίστου χρόνου δύναται να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των άνω προθεσμιών, σε περίπτωση κατά την οποία ένα από τα μέρη παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών του υποχρεώσεων, όπως και στην περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων.

Η έννοια της διατάξεως είναι ότι, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος ή έκτακτες περιστάσεις, γεγονότα τα οποία πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει εκείνος που καταγγέλλει τη σύμβαση, επιτρέπεται η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως και χωρίς την τήρηση των άνω προθεσμιών. Περαιτέρω, στο άρθρο 9 παρ. 1 εδ.

α, β και γ του π.δ. 219/1991, όπως ισχύει, ορίζονται τα εξής: α. "Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.

Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β. Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ.

Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν το χαρακτηρισμό της ως ενός είδους ευλόγου ή δικαίας αποζημιώσεως, όπως ιδίως φαίνεται και από την πιο πάνω διατύπωση του άρθρου 9 παρ. 1 εδ.

α του π.δ.219/1991. Το πραγματικό του άρθρου 9 θέτει τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς: α) η λύση της σύμβασης, β) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή σημαντικά των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, γ) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά τη λύση της συμβάσεως και δ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι "δίκαιη", αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμιάς συγκεκριμένης περιπτώσεως και ιδιαιτέρως οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς (ΑΠ1853/2013, ΑΠ 139/2006,ΑΠ2012/2006).

Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ' αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον αντιπροσωπευόμενο πελατολογίου του εμπορικού αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι' αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό λόγω των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του αντιπροσωπευόμενου (ΑΠ 1766/2009, ΑΠ 1935/2009).

Κριτήρια τέλος για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας που πρέπει επομένως να εξειδικεύονται στο αγωγικό δικόγραφο από τον εμπορικό αντιπρόσωπο, ώστε να δικαιολογείται ο χαρακτήρας της ζητούμενης αποζημίωσης ως δίκαιης, είναι οι περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης και κυρίως το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον αντιπροσωπευόμενο μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον εμπορικό αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση (ΟλΑΠ 15/2013, ΑΠ 523/2017), η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (ΟλΑΠ 15/2013).

Η ανωτέρω αποζημίωση πελατείας, ωστόσο, δεν οφείλεται, σύμφωνα με την παρ. 3 του άνω άρθρου 9 του π.δ.219/1991, όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι κατά της αγωγής του αντιπροσώπου ή αντίστοιχα του διανομέα με την οποία ζητείται από το άρθρο 9 παρ.1 του εν λόγω π.

δ/τος προβλεπόμενη λόγω καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, ο εντολέας μπορεί να προτείνει προς απαλλαγή του κατ' ένσταση ότι κατήγγειλε τη σύμβαση για μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ο αντιπρόσωπος ανέλαβε έναντι αυτού στα πλαίσια της σύμβασης (υπαίτια καταγγελία). Η ένσταση αυτή, η οποία είναι διαφορετική από τη θεμελιούμενη στο άρθρο 281 ΑΚ για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του αντιπροσώπου προς αποζημίωση λόγω προφανούς υπερβάσεως των επιτρεπτών ορίων της καλής πίστεως ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, αποτελεί εκδήλωση της συναγόμενης και από τις διατάξεις των άρθρων 585,588,594,672,766,797 και 288 του ΑΚ γενικότερης αρχής επί διαρκών συμβάσεων, ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δικαιολογεί τη λύση αυτών με καταγγελία.

Σπουδαίος λόγος καταγγελίας υπάρχει, όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις ή όταν ο ένας από τους συμβαλλόμενους αθετεί υποχρεώσεις τόσο ουσιώδεις, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για το άλλο μέρος σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, τη συνέχιση της συμβάσεως μέχρι τη λύση της, κατά τους υπαγορευόμενους από αυτή όρους (ΑΠ165/2015, ΑΠ 4/2015).

Περαιτέρω, στο άρθρο 6 παρ.1 και 2α του π.δ/τος 219/1991, όπως οι παρ. αυτές αντικαταστάθηκαν με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 4 του π.δ/τος 312/1995, ορίζονται τα εξής: "Για την εμπορική πράξη, που έχει συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθεια:

α) αν η πράξη έχει συναφθεί χάρη στην παρέμβασή του ή β) αν η πράξη έχει συναφθεί με τρίτο με τον οποίο ο αντιπρόσωπος έχει συνάψει προηγουμένως πράξεις του ιδίου είδους ώστε να τον έχει καταστήσει πελάτη ή γ) αν είναι αρμόδιος για ένα καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή για μία καθορισμένη ομάδα προσώπων και η πράξη έχει συναφθεί με πελάτη που ανήκει σε αυτόν τον τομέα ή σε αυτήν την ομάδα" (παρ.1) και " Για εμπορική πράξη που έχει συναφθεί μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθειας εάν η πράξη οφείλεται κυρίως στη δραστηριότητα που αυτός ανέπτυξε κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και έχει συναφθεί μέσα σε εύλογη προθεσμία από τη λύση αυτής της σύμβασης" (παρ. 2α), εάν σύμφωνα με τους όρους της παρ.1 του παρόντος άρθρου η παραγγελία του τρίτου περιήλθε στον εμπορικό αντιπρόσωπο ή τον αντιπροσωπευόμενο πριν από τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας (παρ.2β).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη από 13.9.2013, με αριθμό εκθέσεως δικογράφου 27/201/2013 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, που υπόκειται σε επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, προς θεμελίωση των αγωγικών κονδυλίων των 27.303,51 και 26.740,68 ευρώ, αντίστοιχα, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει αλλεπάλληλων συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπίας διάρκειας κάθε σύμβασης ενός έτους που συνήψε με την εναγομένη εταιρεία από το έτος 2000, στη …, ανέλαβε την αποκλειστική αντιπροσώπευση της εναγομένης και την πώληση εμπορευμάτων της (έτοιμα παιδικά ενδύματα) στην Πελοπόννησο, Αιτωλοακαρνανία, Καρπενήσι, Ήπειρο, Ιόνια νησιά, Βοιωτία, Φθιώτιδα και Φωκίδα.

Ότι ειδικότερα, ανέλαβε το δειγματισμό των εμπορευμάτων της, τη λήψη παραγγελιών, την προώθηση των εμπορευμάτων και τη συλλογή του τιμήματος των πωλήσεων, το οποίο απέδιδε στην εναγομένη, με την υποχρέωση να μην συνεργάζεται ως αντιπρόσωπος με παραγωγούς ομοειδών και συναφών προϊόντων στις περιοχές ευθύνης της.

Ότι ως προμήθεια για τις ανωτέρω συμφωνηθείσες υπηρεσίες της συμφωνήθηκε ποσοστό 7% επί των πωλήσεων της εναγομένης, με βάση τα τιμολόγια πώλησης, αφαιρουμένου του ΦΠΑ και τυχόν λοιπών επιβαρύνσεων, η οποία θα καταβαλλόταν το αργότερο την τελευταία ημέρα του μήνα που ακολουθεί το τρίμηνο κατά τη διάρκεια του οποίου γεννήθηκε η αξίωση.

Ότι η τελευταία σύμβαση συνήφθη την ...2012 και έληξε την ...2012, έκτοτε δε συνεχίστηκε ως αορίστου χρόνου μέχρι την καταγγελία της σύμβασης την ...2013 εκ μέρους της εναγομένης, αλλά ότι σε κάθε περίπτωση η σύμβαση ήταν αορίστου χρόνου λόγω των ετήσιων αλυσιδωτών συμβάσεων. Ότι η καταγγελία αυτή έλαβε χώρα χωρίς σπουδαίο λόγο, απρόθεσμα και ήταν καταχρηστική, διότι έγινε με αφορμή διαφωνία των διαδίκων για έναν όρο της συμβάσεως που θα υπογραφόταν για το έτος 2013 (το ποσοστό της ρήτρας επισφαλειών...

Ότι μετά από την ανωτέρω καταγγελία και τη λύση της σύμβασης, η εναγομένη ιδιοποιήθηκε και διατηρεί την πελατεία που εισέφερε η ενάγουσα... Ότι από την παράνομη και αντισυμβατική και αντιτιθέμενη στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά της εναγομένης γεννήθηκαν οι παρακάτω απαιτήσεις: 1) Από ...2013 μέχρι ...2013 για τις προσφερόμενες υπηρεσίες δικαιούται ως προμήθεια το ποσό των 27.303,51, όπως η εναγομένη συνομολογεί στην ως άνω καταγγελία σύμβασης ως καθαρά αξία, βάσει των πωλήσεων που πραγματοποιήθηκαν σε πελάτες της που ανέρχονται σε 390.050 ευρώ, καθαρά αφαιρουμένου του ΦΠΑ και λοιπών εξόδων.

Επίσης από ...2013 μέχρι μέσα … 2013 έλαβε παραγγελίες των παρακάτω πελατών της στις περιοχές ευθύνης της, για αγορά εμπορευμάτων αξίας 382.009,8 ευρώ που θα γίνουν το Φθινόπωρο του έτους 2013 ως ακολούθως... Ότι από το συνολικό αυτό ποσό των αξίας 382.009,8 ευρώ δικαιούται ως προμήθεια από 7% το ποσό των 26.740,68 ευρώ. Ήτοι συνολικά δικαιούται προμήθεια από 54.044,19 (27.303,51+26.740,68) ευρώ το οποίο αρνούμενη θα πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, δεδομένου ότι της εξασφάλισε στα πλαίσια της συνεργασίας των τις παραπάνω πωλήσεις.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την απόφασή του, κατά το με στοιχείο 1 αιτούμενο ποσό των 27.303,51 ευρώ έκρινε ότι η αγωγή είναι απορριπτέα ως αόριστη και κατά το με στοιχείο 2 αιτούμενο ποσό των 26.740,68 ευρώ ως προώρως ασκηθείσα και σε κάθε περίπτωση ως αόριστη. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους τους πρώτο και δεύτερο λόγους της από 31.7.2015 έφεσης με τους οποίους η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα παραπονείται για την απόρριψη των ως άνω κονδυλίων με την εκκαλούμενη απόφαση.

Ειδικότερα, κατά το μέρος που αφορά το αιτούμενο κονδύλιο των 27.303.51 ευρώ, δέχθηκε: " για το ορισμένο του εν λόγω κονδυλίου δεν αρκεί η αναφορά μόνο της συνολικής προμήθειας που δικαιούται η ενάγουσα με βάση το σύνολο των πραγματοποιηθεισών πωλήσεων, αλλά θα έπρεπε να γίνεται ειδικότερη αναφορά στις επιμέρους εμπορικές πράξεις που καταρτίστηκαν με συγκεκριμένους πελάτες, στα συγκεκριμένα προϊόντα που πωλήθηκαν σ' αυτούς και στο ποσό της προμήθειας που προκύπτει από κάθε πραγματοποιηθείσα πώληση, βάσει του συμφωνηθέντος ποσοστού προμήθειας, στοιχεία, τα οποία δεν εκθέτει η ενάγουσα στην αγωγή.

Κατά δε το μέρος που αφορά το αιτούμενο ποσό των 26.740,68 ευρώ, δέχθηκε: "εν προκειμένω, δε, η ενάγουσα ζητεί προμήθειες για πωλήσεις που δεν είχαν πραγματοποιηθεί κατά την άσκηση της αγωγής, αλλά θα λάβουν χώρα στο μέλλον, επομένως, ως προς ανωτέρω κονδύλιο, η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, υπό την έννοια της αμοιβής του εμπορικού αντιπροσώπου, εφόσον οι πωλήσεις που επικαλείται δεν είχαν λάβει χώρα κατά την άσκηση της αγωγής...

σε κάθε, δε, περίπτωση, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι πρόκειται περί αξίωσης από διαφυγόντα κέρδη, η αγωγή, ως προς ανωτέρω κονδύλιο, είναι απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν προσδιορίζονται σ' αυτήν τα προϊόντα, για τα οποία πέτυχε η ενάγουσα παραγγελίες, κατά είδος και τιμή μονάδας, ούτε οι συγκεκριμένες πωλήσεις που θα πραγματοποιούνταν με βάση τις παραγγελίες αυτές, ο χρόνος σύναψης τους, καθώς και το ύψος τους για κάθε συγκεκριμένο πελάτη".

Ο από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή αν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν (ΑΠ1935/2017, ΑΠ339/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, σε σχέση με το ανωτέρω κονδύλιο των οφειλόμενων προμηθειών ύψους 27.303,51 ευρώ, που απορρίφθηκε ως αόριστο, με τον πρώτο υπό στοιχείο IV1α λόγο της κρινόμενης αίτησής της, μέμφεται το Εφετείο, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό της που επανέφερε με την έφεσή της, ότι το εν λόγω ποσό και την αιτία της οφειλής του, ρητώς συνομολογεί η αναιρεσίβλητη με το έγγραφο της καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης.

Ο λόγος είναι βάσιμος, εφόσον είναι σαφές πως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη και δεν διερεύνησε τον ανωτέρω αγωγικό ισχυρισμό (που άλλωστε επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της συνεκδικασθείσας ανταγωγής της αναιρεσίβλητης), η ουσιαστική παραδοχή του οποίου, θα καθιστούσε περιττή την όντως απαιτούμενη (σε διαφορετική περίπτωση) εξειδίκευση του επίμαχου κονδυλίου.

Αναφορικά με το κονδύλιο των 26.740,68 ευρώ, που αφορά σε αμοιβή της αναιρεσείουσας για αγορές εμπορευμάτων που επρόκειτο (κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή) να λάβουν χώρα το χειμώνα του έτους 2013, μετά δηλαδή τη λύση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, οι οποίες οφείλονται κυρίως σε δραστηριότητα που η τελευταία ανέπτυξε κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, αλλά και με βάση παραγγελίες που είχαν περιέλθει σε αυτή κατά την αναιρεσείουσα, κρίνοντας το η προσβαλλόμενη απόφαση (με την κύρια αιτιολογία της) ως μη νόμιμο, εφόσον οι επικαλούμενες πωλήσεις δεν είχαν λάβει χώρα κατά την άσκηση της αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 παρ.2α κα β του π.δ/τος 219/1991.

Κι αυτό γιατί, και η αξίωση αυτή του αντιπροσώπου αποτελεί αμοιβή οφειλόμενη για πράγματι καταρτισθείσες μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικές πράξεις και όχι για διαφυγόντα κέρδη του. Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο υπό στοιχεία 2β (αα και ββ) αναιρετικό της λόγο είναι αβάσιμα.

Στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση έχει επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές) από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αν έστω και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς με λόγο αναίρεσης, διότι οι κατ' αυτής λόγοι απορρίπτονται, οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς.

Επομένως εφόσον δεν πλήττεται επιτυχώς η κύρια αιτιολογία απόρριψης του ανωτέρω κονδυλίου ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία απόρριψης του ιδίου κονδυλίου ως αορίστου είναι αλυσιτελής.

Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό της αναίρεσης, αλλά και κάθε λόγου αυτής, ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξαιτίας σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Το έννομο συμφέρον κρίνεται με βάση τη βλάβη που προκαλείται στον αναιρεσείοντα από την προβαλλόμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης.

Περαιτέρω, το άρθρο 536 ΚΠολΔ ορίζει ότι 1) Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει έφεση ή αντέφεση. 2) Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζονται όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης δικάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι μόνο το τυπικό δικονομικό σφάλμα του Εφετείου σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 534 ΚΠολΔ και την απόρριψη της έφεσης με αντικατάσταση των αιτιολογιών, εφόσον κρίνεται ορθό το διατακτικό της απόφασης, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, εκτός αν με το παραγόμενο δεδικασμένο επέρχεται βλάβη του διαδίκου και δικαιολογείται έτσι έννομο συμφέρον αυτού για την άσκηση της αναίρεσης (ΑΠ 413/2014, ΑΠ519/2008) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη προεκτέθηκε, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το προαναφερθέν κονδύλιο των 26.740,68 ευρώ, ως προώρως ασκηθέν, "διότι πρόκειται για αιτούμενες προμήθειες για πωλήσεις που δεν είχαν πραγματοποιηθεί κατά την άσκηση της αγωγής αλλά θα λάβουν χώρα στο μέλλον", ενώ το Εφετείο, με την ίδια αιτιολογία, το απέρριψε ως μη νόμιμο.

Με τον πρώτο, υπό στοιχείο 2α λόγο της κρινόμενης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι με την ανωτέρω σχετική της κρίση, απορρίπτοντας με απλή αντικατάσταση της αιτιολογίας ως μη νόμιμο το σχετικό αίτημα, έλαβε υπόψη της λόγο έφεσης ανύπαρκτο.

Ο ανωτέρω λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού ελλείπει το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας για την προβολή του, δεδομένου ότι δεν χειροτερεύει η θέση της, με την απόρριψη του εν λόγω κονδυλίου, αφού υπό οποιαδήποτε από τις ανωτέρω αιτιολογίες με τις οποίες απορρίφθηκε, δεν αποκλείεται η επαναφορά του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας με την επίκληση των προϋποθέσεων του νόμου.

Με το δεύτερο, κατά το με στοιχείο Γ1 α και β μέρος, λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 14 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο έκρινε ορισμένο το ένδικο δικόγραφο της ανταγωγής, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε απορρίψει την περί του αντιθέτου ένστασή της. Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης ανταγωγής, προκύπτει ότι εκτίθενται, μεταξύ άλλων, ότι η αντεναγομένη ανέλαβε τον κίνδυνο της καθυστέρησης πληρωμής εκ μέρους πελατών, υποχρεούμενη να αποδίδει στην αντενάγουσα το μη εισπραχθέν τίμημα των πωλήσεων σε ποσοστό 33% και ότι δεν έχει αποδώσει τα ποσά που αντιστοιχούν στη συμφωνηθείσα συμμετοχή της ποσοστού 33% στις μη εισπραχθείσες απαιτήσεις, συνολικού ύψους 139.914,40 ευρώ, τα οποία αναφέρονται αναλυτικά στην ανταγωγή, κατά πελάτη, αριθμό και ημερομηνία εκδοθέντος τιμολογίου, ανεξόφλητο ποσό τιμολογίου, ημερομηνία που κατέστη απαιτητή κάθε αξίωση, αντιστοιχούσα παρακράτηση 33%, και τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ύψος των 46.171,75 ευρώ., το οποίο η αντενάγουσα συμψήφισε, όπως είχε δικαίωμα από τη σύμβαση με το ποσό των 27.303,51 ευρώ που όφειλε η αντεναγομένη από προμήθειες εναπομείναντος υπολοίπου 18.868,24 ευρώ.

Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία δεχθείσα τα ίδια, απέρριψε το λόγο έφεσης με τον οποίο υποβαλλόταν παράπονο για την απόρριψη από την πρωτόδικη απόφαση της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης αοριστίας της αγωγής, δεν παρέλειψε παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο. Επομένως, ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες . Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ316/2018).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 316/2018, ΑΠ2095/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: " Η εδρεύουσα στη ... εναγόμενη-αντενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." (ήδη αναιρεσίβλητη) συστήθηκε το έτος … και δραστηριοποιείται στο χώρο κατασκευής και εμπορίας βρεφικών και παιδικών ενδυμάτων στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αποτελούσα καθολική διάδοχο των ατομικών επιχειρήσεων των ιδρυτών και βασικών μετόχων της Α.

και Ε. Κ., οι οποίοι δραστηριοποιούνταν στην ελληνική αγορά από τα έτη … και …, αντίστοιχα, υπό τους διακριτικούς τίτλους των επιχειρήσεων και διακριτικά γνωρίσματα και εθνικά σήματα των προϊόντων της, που καταχωρήθηκαν το έτος 2007, "..." και "...". Η εδρεύουσα στην … ενάγουσα-αντεναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "...

Ε.Ε." (ήδη αναιρεσείουσα) συστήθηκε το …, σ' αυτήν, δε, μετείχαν, αρχικά, ο Α. Κ., η σύζυγος του, Β. και η κόρη τους Κ., ενώ μετά το έτος 2011 η Μ. Κ.. Μεταξύ των φυσικών προσώπων που μετέχουν στις διαδίκους εταιρείες, οι οποίες είναι οικογενειακές, υπήρχε συνεργασία, με τη μορφή της σύμβασης αντιπροσωπείας, ήδη από το έτος …, η οποία συνεχίστηκε μεταξύ των διαδίκων εταιρειών, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα.

Στα πλαίσια της ανωτέρω δραστηριότητάς της, η αντενάγουσα- εναγομένη εταιρεία συνήψε με την ενάγουσα- αντεναγομένη εταιρεία την από ...2008 σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με την οποία η τελευταία ανέλαβε, για το χρονικό διάστημα από ...2008 έως ...2009, την αντιπροσώπευση (δειγματισμό προϊόντων, λήψη παραγγελιών, είσπραξη τιμήματος πωλήσεων, παροχή πληροφοριών στους νέους πελάτες, διεκπεραίωση τυπικών ενεργειών για την ολοκλήρωση των πωλήσεων) της συλλογής προϊόντων της με το διακριτικό γνώρισμα "...", στην αγορά χονδρικής της Ηπείρου, Πελοποννήσου, Ιονίων νήσων και Στερεάς Ελλάδας, πλην των νομών Εύβοιας και Αττικής, κατά τους όρους που προβλέπονται στην άνω από ...2008 σύμβαση, η οποία (αντιπροσώπευση) συμφωνήθηκε αποκλειστική για την αντιπρόσωπο εταιρεία, ενώ η παραγωγός εταιρεία διατήρησε το δικαίωμα να αναθέτει και σε άλλα πρόσωπα την ανάπτυξη παρόμοιων εργασιών στις ανωτέρω περιοχές και να έχει άμεσες εμπορικές συναλλαγές με τους εμπόρους.

Ως προμήθεια της αντιπροσώπου εταιρείας συμφωνήθηκε ποσοστό 7% επί των πωλήσεων, επί της τιμής των πωλούμενων προϊόντων με την εκάστοτε σύμβαση, στην οποία μεσολαβεί ή συνάπτει η αντιπρόσωπος, για λογαριασμό της παραγωγού εταιρείας, εντός των ανωτέρω περιοχών και μόνον εφόσον η σύμβαση πώλησης συναφθεί.

Στο άρθρο 8 της άνω σύμβασης, με τίτλο "Κύριες υποχρεώσεις αντιπροσώπου", συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η αντιπρόσωπος εταιρεία οφείλει να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της στις προθεσμίες που ορίζει η παραγωγός εταιρεία, όπως οι εισπράξεις, οι οποίες θα αρχίζουν και θα τελειώνουν στις ημερομηνίες που εγγράφως θα δίνει η παραγωγός, οι λογαριασμοί των πελατών, οι οποίοι θα μηδενίζονται τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο, οι επιταγές που θα παραλαμβάνονται, οι οποίες θα είναι κατά μέσο όρο 3, 4 έως 5 μηνών από την έκδοση του τιμολογίου.

Περαιτέρω, τονίστηκε ότι η αντιπρόσωπος οφείλει να επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή ως προς τον έλεγχο της οικονομικής φερεγγυότητας των πελατών, ειδικότερα, δε, ότι η αντιπρόσωπος αναλαμβάνει και υπόσχεται ότι θα αποφεύγει την κατάρτιση συναλλαγών με πρόσωπα προφανώς αφερέγγυα οικονομικά ή για τα οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ως προς τη φερεγγυότητά τους και ότι οφείλει να προωθεί άμεσα προς την παραγωγό κάθε πληροφορία που υποπίπτει στην αντίληψη της αναφορικά με τις οικονομικές δυσχέρειες ή αφερεγγυότητα του πελάτη.

Επίσης, στο ίδιο, ως άνω, άρθρο, ορίστηκε επί λέξει: "Εφόσον η υπερημερία του οφειλέτη-πελάτη υπερβεί το χρονικό διάστημα των τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία η υποχρέωση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή θα καταπίπτει σε βάρος του αντιπροσώπου ποινική ρήτρα ίση με το 33% της αξίας των παραδοθέντων εμπορευμάτων προς τον αφερέγγυο πελάτη, ως αυτή θα προκύπτει από τα δελτία αποστολής ή τιμολόγια του παραγωγού, ποσό το οποίο θα κρατείται από την εκκαθάριση του επόμενου εξαμήνου.

Ο παραγωγός θα έχει το δικαίωμα να συμψηφίζει τα οφειλόμενα εκ της ανωτέρω αιτίας με ενδεχομένως οφειλόμενες προμήθειες προς τον αντιπρόσωπο". Ακόμη, στο άρθρο 10 της ανωτέρω σύμβασης ορίστηκε ότι η αντιπρόσωπος θα καταβάλει προσπάθεια να συνάπτει εντός της περιοχής ευθύνης της κάθε σεζόν (εξάμηνο) παραγγελίες, ως κατάσταση αναφοράς στόχων, όπως αυτές θα προσδιορίζονται με συμφωνία μεταξύ της παραγωγού και της αντιπροσώπου, έγινε, περαιτέρω, μνεία, ότι ο ανωτέρω στόχος πωλήσεων θεωρείται εύλογος και αποδεκτός από τα μέρη και έχει υιοθετηθεί με βάση αντικειμενικά κριτήρια και λαμβανομένων υπ' όψιν των πωλήσεων προϊόντων που πραγματοποιήθηκαν στο παρελθόν, τόσο στην περιοχή, όσο και σε εθνικό επίπεδο, καθώς και των προβλεπόμενων εκτιμήσεων πωλήσεων προϊόντων, τόσο για την περιοχή, όσο και σε εθνικό επίπεδο, συμφωνήθηκε, περαιτέρω, ότι σε περίπτωση που η αντιπρόσωπος δεν πωλήσει ή θεωρεί ότι δεν θα μπορέσει να πωλήσει στη διάρκεια του ημερολογιακού έτους τις ελάχιστες ποσότητες των προϊόντων που έχουν προσδιορισθεί κατά τα ανωτέρω, η αντιπρόσωπος υποχρεούται να ενημερώσει αμέσως την παραγωγό για τις αιτίες της αποτυχίας ή πιθανής αποτυχίας και η παραγωγός μπορεί στη συνέχεια να ζητήσει από την αντιπρόσωπο να λάβει εύλογα μέτρα, προκειμένου να βελτιώσει την απόδοσή της και, τέλος, ορίστηκε ότι η μη επίτευξη των στόχων για τρεις (3) στις τέσσερις (4) τελευταίες σεζόν, θα θεωρείται λόγος καταγγελίας της σύμβασης από την πλευρά της παραγωγού.

Μετά τη λήξη της, ως άνω, από ...2008 σύμβασης ορισμένου χρόνου, καταρτίζονταν, κάθε έτος, μέχρι και το έτος 2012, νέες συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας, με ταυτόσημο περιεχόμενο, ενώ δεν προέκυψε ότι αποτέλεσαν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων μερών όλοι οι, διέποντες τη συνεργασία τους, ουσιώδεις συμβατικοί όροι, ίσχυαν, δε, για όλες τις επιμέρους συμβάσεις, οι ίδιοι όροι, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερθέντες, υπό αυτή, δε, την έννοια, λόγω και της συνολικής διάρκειας των επί μέρους συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η συνδέουσα τις διαδίκους εταιρείες σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας θεωρείται ως αορίστου χρόνου, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη-αντενάγουσα εταιρεία, ως αντιπροσωπευόμενη, έδινε λεπτομερείς οδηγίες προς τους αντιπροσώπους της σε όλη την Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης της ενάγουσας-αντεναγόμενης εταιρείας, σχετικά με την πολιτική προώθησης των προϊόντων της, την τιμολογιακή πολιτική και τους στόχους πωλήσεων που έθεταν από κοινού τα συμβαλλόμενα μέρη και ασκούσε συνεχή εποπτεία και έλεγχο των πεπραγμένων από τους αντιπροσώπους της, προκειμένου να διατηρήσει τη σημαντική θέση που είχε καταφέρει να αποκτήσει με την πάροδο των ετών στην ελληνική αγορά και να ανταπεξέλθει στις συνθήκες της οικονομικής κρίσης, όπως αυτό προκύπτει από τους όρους των συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας που συνήπτε με τους αντιπροσώπους της, τις προσκομιζόμενες επιστολές που απέστειλε προς τους εκπροσώπους της ενάγουσας-αντεναγόμενης εταιρείας, για τις οποίες γίνεται λόγος κατωτέρω, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων.

Ειδικότερα, από την επισκόπηση των επιστολών, αποδείχθηκε ότι ήδη, από το έτος 2009, υπήρχαν έντονες παρατηρήσεις από την εναγομένη- αντενάγουσα, σχετικά με την απόδοση της ενάγουσας-αντεναγόμενης αντιπροσώπου της, καθώς διαπιστώθηκε ότι οι δειγματισμοί των προϊόντων της παρουσίασαν μείωση της τάξης του 18%, σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, ότι υπήρξαν μειώσεις παραγγελιών τεσσάρων πελατών κατά ποσοστό περίπου 50%, κατά μέσο όρο, ότι υπήρξε καθυστέρηση στην έκδοση επιταγών εκ μέρους πελατών, που ξεπερνούσε τους έξι μήνες από την έκδοση των τιμολογίων, καθώς και μη εξόφληση υπολοίπων προηγούμενων σεζόν, κατά παράβαση των προαναφερθέντων όρων της σύμβασης και της τιμολογιακής πολιτικής της εναγομένης-αντενάγουσας εταιρείας.

Για τον λόγο αυτό, ζητήθηκε από την ενάγουσα-αντεναγόμενη, ήδη από τον Ιούνιο του 2009, να λαμβάνει από τον πελάτη προκαταβολή τουλάχιστον 30% της παραγγελίας... Επίσης, με την από ...2011 επιστολή της, η εναγομένη-αντενάγουσα εταιρεία τόνισε στην ενάγουσα-αντεναγόμενη αντιπρόσωπο της τα ζητήματα των ανοιχτών υπολοίπων πελατών, των επιταγών που φέρουν ημερομηνία έκδοσης μεταγενέστερη αυτής της παράδοσης των προϊόντων της επόμενης σεζόν, της ανάγκης αντικατάστασης πελατών που έχουν πρόβλημα να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους, της ανάγκης τακτικών επισκέψεων στους πελάτες και της λήψης προκαταβολής, ποσοστού 35%, της αξίας εκάστης παραγγελίας.

Περαιτέρω, με την από ...2012 επιστολή του τότε νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης-αντενάγουσας εταιρείας προς τις εκπροσώπους της ενάγουσας- αντεναγόμενης εταιρείας, μεταξύ άλλων, εκφράζεται έντονη δυσαρέσκεια σχετικά με τα υπόλοιπα πελατών από προηγούμενες σεζόν, τονίζονται τα βασικά σημεία της πολιτικής είσπραξης του τιμήματος των πωλήσεων, των οποίων ζητείται συνεπής εφαρμογή και επισημαίνονται οι όροι της σύμβασης, με ιδιαίτερη αναφορά στο υψηλό ποσοστό του 7% της συμφωνηθείσας προμήθειας, καθώς και στον όρο συμμετοχής της αντιπροσώπου εταιρείας, με ποσοστό 33%, στις επισφάλειες (άρθρο 8 της ένδικης σύμβασης...), για τον οποίο αναφέρεται ότι δεν πρόκειται να ακυρωθεί και δεν τίθεται ζήτημα συνεργασίας χωρίς τον όρο αυτό.

Εξάλλου, στην από ...2012 επιστολή, επισημαίνεται και πάλι ότι είναι λάθος να υπάρχουν πελάτες με ανοιχτά υπόλοιπα, πελάτες που δεν έχουν δώσει προκαταβολή και πελάτες που έχουν δώσει επιταγές με ημερομηνία έκδοσης μεταγενέστερη της ημερομηνίας έναρξης της φόρτωσης των νέων παραγγελιών, ενώ στην από ...2012 επιστολή γίνεται έντονη παρατήρηση για τη μη είσπραξη προκαταβολών και στην από ...2012 επιστολή εκφράζεται δυσαρέσκεια για τη μη είσπραξη των υπολοίπων παλαιών σεζόν, καθώς και για τη μείωση των δειγματισμών.

Επιπλέον, στην από ...2012 επιστολή αναφέρεται ότι η αντιπρόσωπος εταιρεία δεν εφαρμόζει πιστά την εμπορική πολιτική της αντιπροσωπευόμενης εταιρείας και τις οδηγίες του νομίμου εκπροσώπου της, με αποτέλεσμα να μην γίνονται έγκαιρα εισπράξεις ή να δημιουργούνται επισφάλειες, ενώ γίνεται ειδικά αναφορά στο θέμα των προκαταβολών που δεν εισπράττονται.

Περαιτέρω, στην από ...2013 επιστολή, την οποία υπογράφει για την εναγομένη-αντενάγουσα εταιρεία ο διευθυντής πωλήσεων Κ. Α., γνωστοποιείται στην αντιπρόσωπο εταιρεία ότι ο στόχος πωλήσεων για το έτος 2012 δεν επιτεύχθηκε, αλλά υπήρξε μείωση κατά 34,90%. Στις ...2013 διαβιβάσθηκε στην αντιπρόσωπο εταιρεία η από ...2013 επιστολή της αντιπροσωπευόμενης εταιρείας, η οποία υπογράφεται από τον οικονομικό της σύμβουλο Δ.

Κ., όπου αναφέρεται και πάλι ότι κατ' επανάληψη δεν ακολουθείται από την αντιπρόσωπο εταιρεία η εμπορική πολιτική της αντιπροσωπευόμενης εταιρείας και, συγκεκριμένα, ότι δεν έχουν εισπραχθεί προκαταβολές από τους κατονομαζόμενους στην άνω επιστολή 19 πελάτες, ότι δεν έχει τακτοποιηθεί το υπόλοιπο της προηγούμενης σεζόν, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει φόρτωση των εμπορευμάτων και να κρατείται ποσοστό 70% αυτών ως ανεκτέλεστες παραγγελίες, ότι παραλήφθηκε σε μία περίπτωση επιταγή 5 μηνών, αντί έως 4 μηνών, με την επισήμανση ότι τα ανωτέρω αποτελούν σοβαρό πρόβλημα για τη συνεργασία τους και την πρόσκληση για τήρηση των όρων της σύμβασης και των εντολών της αντιπροσωπευόμενης εταιρείας.

Στη συνέχεια, με την από ...2013 επιστολή, που υπογράφεται από την υπεύθυνη του τμήματος πιστωτικού ελέγχου (credit control) της εναγομένης-αντενάγουσας, Κ. Κ., επισημαίνεται ότι δεν έχουν κλείσει οι λογαριασμοί 14 πελατών, που αποτελούν ποσοστό 27% του συνόλου των πελατών ευθύνης της αντιπροσώπου, παρά το ότι υπήρξε προηγούμενη, σχετική όχληση, ενώ με την από ...2013 επιστολή του διευθυντή πωλήσεων της εναγομένης- αντενάγουσας Κ.

Α. επισημαίνεται ότι υπήρξε σημαντική μείωση των δειγματισμών για το φθινόπωρο-χειμώνα 2013, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους αντιπροσώπους, που σημείωσαν σχετική αύξηση και προσκλήθηκε η ενάγουσα-αντεναγόμενη να παράσχει εξηγήσεις για τις μειώσεις αυτές. Από την από ...2013 επιστολή του τότε νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης-αντενάγουσας Α.

Κ. που ακολούθησε, προκύπτει ότι η ενάγουσα-αντεναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε σε σχετική πρόσκληση για υπογραφή νέου συμφωνητικού εμπορικής αντιπροσωπείας για το έτος 2013 και για σχέδιο αποπληρωμής παλαιότερων οφειλών της από το ποσοστό συμμετοχής της στις επισφάλειες, με βάση το άνω άρθρο παρ. 7 της σύμβασης που ίσχυε μέχρι ...2012, παρόλο που η αντιπροσωπευόμενη εταιρεία δέχθηκε μείωση του ποσοστού συμμετοχής της αντιπροσώπου στις επισφάλειες από 33% σε 25%.

Στην ίδια, ως άνω, επιστολή, αναφέρεται ότι υπήρξε απόκλιση από τους στόχους που τέθηκαν για τη σεζόν "καλοκαίρι 2013" σε αρνητικό ποσοστό -26,9%, για τη σεζόν "χειμώνας 2013" σε -37,5%, για τη σεζόν "καλοκαίρι 2012", για την οποία δεν είχαν τεθεί στόχοι, υπήρξε μείωση 18% στις παραγγελίες, σε σχέση με το προηγούμενο καλοκαίρι και για τη σεζόν "χειμώνας 2012" υπήρξε απόκλιση, σε αρνητικό ποσοστό -36,6%, του στόχου, γεγονός που συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης, ωστόσο, η εναγομένη-αντενάγουσα εταιρεία, δηλώνοντας ότι επιθυμεί να εξαντλήσει όλα τα περιθώρια επιείκειας και να δώσει μία τελευταία ευκαιρία στην ενάγουσα-αντεναγομένη, την κάλεσε να υπογράψει τη νέα σύμβαση για το έτος 2013.

Προκειμένου να διευθετηθούν τα ανωτέρω ζητήματα, όπως αυτά προκύπτουν από τις άνω επιστολές και δεν αρνείται η ενάγουσα-αντεναγομένη, συμφωνήθηκε συνάντηση μεταξύ των διαδίκων εταιρειών, η οποία έλαβε χώρα την ...2013 στο ξενοδοχείο "..." στην …, στην οποία παραβρέθηκαν, από την πλευρά της εναγομένης-αντενάγουσας εταιρείας ο διευθυντής πωλήσεων Κ.

Α. και ο πωλητής Κ. και από την πλευρά της ενάγουσας- αντεναγομένης εταιρείας ο Α. Κ., ο οποίος, δεν ήταν, μεν, νόμιμος εκπρόσωπος της, ούτε συμμετείχε σ' αυτήν, τυπικά, την εκπροσωπούσε, όμως, εν τοις πράγμασι, διατηρώντας, ουσιαστικά, τον ρόλο του εκπροσώπου, καθώς και η Μ. Κ.. Κατά τη συνάντηση αυτή, ο Α. Κ. αποκάλεσε "κορόιδο" τον Κ.

Α., επειδή εξακολουθούσε να εργάζεται στην εναγομένη-αντενάγουσα εταιρεία με τον χαμηλό μισθό που έπαιρνε και τον προέτρεψε να αποχωρήσει απ' αυτή, υπαινίχθηκε ότι προέτρεψε άλλη εμπορική αντιπρόσωπο να διακόψει τη συνεργασία της με την εναγομένη-αντενάγουσα εταιρεία και να στραφεί δικαστικά εναντίον της και χρησιμοποίησε απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης-αντενάγουσας.

Περί των ανωτέρω κατέθεσαν...και η Ε. Λ.... η οποία ήταν η αντιπρόσωπος που δέχθηκε επανειλημμένες τηλεφωνικές κλήσεις από τον Α. Κ., κατά τις οποίες προσπαθούσε να την πείσει να καταγγείλει τη σύμβαση αντιπροσωπείας που είχε με την εναγομένη-αντενάγουσα εταιρεία και να στραφεί δικαστικά εναντίον της, ενώ χρησιμοποιούσε προσβλητικούς χαρακτηρισμούς για τον Α.

Κ., με τον οποίο τον συνέδεαν φιλικοί δεσμοί από παλιά. Αποτέλεσμα της ανωτέρω εξέλιξης, τόσο σε επίπεδο επαγγελματικό, όσο και σε επίπεδο προσωπικό, ήταν η καταγγελία από την εναγομένη-αντενάγουσα εταιρεία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας που είχε με την ενάγουσα- αντεναγόμενη εταιρεία, με την από ...2013 εξώδικο της.

Με βάση τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η, ως άνω, έκτακτη καταγγελία της ένδικης σύμβασης από την αντιπροσωπευόμενη εταιρεία έγινε για σπουδαίο λόγο και από υπαιτιότητα της αντιπροσώπου εταιρείας, η οποία (τελευταία) δεν πέτυχε τους στόχους πωλήσεων τουλάχιστον στις 3 από τις 4 τελευταίες σεζόν, δεν λάμβανε προκαταβολές από τους πελάτες, παραλάμβανε αξιόγραφα εκτός των προκαθορισμένων ημερομηνιών, κατά παράβαση της εμπορικής πολιτικής της αντιπροσωπευόμενης απ' αυτήν εναγομένης-αντενάγουσας εταιρείας, δεν τακτοποιούσε τα υπόλοιπα πελατών από προηγούμενες σεζόν, τέλος, δε, επέδειξε, δια του εν τοις πράγμασι εκπροσώπου της, Α.

Κ., την προαναφερόμενη συμπεριφορά, που προκάλεσε ανεπανόρθωτη ρήξη στις -σχέσεις εμπιστοσύνης και συνεργασίας των διαδίκων εταιρειών. Τα προαναφερόμενα περιστατικά, παρά τα περί του αντιθέτου εκτιθέμενα από την ενάγουσα-αντεναγομένη, συνιστούν αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων που είχε αναλάβει απέναντι στην εναγομένη, όπως αυτές εκτίθενται ανωτέρω, για τον λόγο αυτό, η εναγομένη-αντενάγουσα της είχε απευθύνει εγγράφως επανειλημμένες προς τούτο συστάσεις και προτροπές, όπως προεκτέθηκε.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι όλοι οι όροι που ρύθμιζαν την ένδικη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, όπως αυτοί εκτίθενται ανωτέρω, δεν επιβλήθηκαν μονομερώς από την εναγομένη- αντενάγουσα, ούτε αποτέλεσαν προϊόν καταχρηστικής άσκησης κάποιου δικαιώματος της, αλλά ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης και συμφωνίας μεταξύ των συμβληθέντων διαδίκων, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα- αντεναγομένη, καθ' όλη τη διάρκεια της μακρόχρονης συνεργασίας της με την εναγομένη-αντενάγουσα, διαμαρτυρήθηκε στην τελευταία σχετικά με τους όρους αυτούς, ούτε ζήτησε την τροποποίηση ή την κατάργησή τους.

Σε κάθε περίπτωση, οι όροι αυτοί εντάσσονταν στο πλαίσιο της διαμόρφωσης και οργάνωσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης- αντενάγουσας ως αντιπροσωπευόμενης εταιρείας και στόχευαν στην επίτευξη της οικονομικής της πολιτικής και στη θεμιτή ανταγωνιστικότητα των προϊόντων της. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη-αντενάγουσα τεχνηέντως όξυνε τις σχέσεις μεταξύ των διαδίκων εταιρειών και κατήγγειλε προσχηματικά τη μεταξύ τους σύμβαση, προκειμένου να σφετερισθεί την πελατεία της περιοχής ευθύνης της αντιπροσώπου της.

Η ανωτέρω αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων της ενάγουσας-αντεναγομένης, η οποία οφείλεται σε υπαιτιότητα αυτής, συνιστά και σπουδαίο λόγο για την εκ μέρους της εναγομένης-αντενάγουσας καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης, αφού είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των πωλήσεων των προϊόντων της και, ως εκ τούτου, των εσόδων της και τη δυσφήμησή της στους οικείους συναλλακτικούς κύκλους, επιπλέον, δε, κλόνισε ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη της προς αυτήν, έτσι ώστε να μην μπορεί να αξιωθεί απ' αυτήν (εναγομένη-αντενάγουσα) η συνέχιση της επίδικης σύμβασης, αφού η εξακολούθηση της λειτουργίας της ως άνω ενοχικής σχέσης κατέστη ασύμφορη και δυσβάσταχτη για την καταγγέλλουσα.

Εφόσον, επομένως, η εναγομένη-αντενάγουσα κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου λόγω υπαιτιότητας της ενάγουσας- αντεναγομένης, για τον ανωτέρω σπουδαίο λόγο, που θα δικαιολογούσε την καταγγελία της κατά πάντα χρόνο, η τελευταία δεν δικαιούται κατά νόμο τη ζητούμενη, υπό στοιχείο 3, αποζημίωση πελατείας, ποσού 151.027,66 ευρώ, αξίωση, η οποία πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατά παραδοχή της σχετικής, εκ του άρθρου 9 παρ. 3 του πδ. 219/1991, ένστασης της εναγομένης...".".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο ακολούθως δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 31-7-2015 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 6949/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η από 13-9-2013 αγωγή και κατά το μέρος με το οποίο η τελευταία ζητούσε το προαναφερθέν ποσό των 151.027,66 ευρώ ως αποζημίωση πελατείας.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1,4,7,8,9 π.δ.219/1991, που εκδόθηκε για την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σε συνδυασμό με τα άρθρα 281,288 ΑΚ, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και αναφέρονται αναλυτικά παραπάνω, αφού αυτά ήταν αρκετά για την εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων.

Άλλωστε δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά και ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο και κατέληξε στο πόρισμά του αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Ειδικότερα, την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης δικαιολογούσαν οι παραδοχές της, ότι η έκτακτη καταγγελία της ένδικης σύμβασης από την αντιπροσωπευόμενη εταιρεία έγινε για σπουδαίο λόγο και από υπαιτιότητα της αντιπροσώπου εταιρείας, η οποία συνοψίζεται στο ότι η τελευταία αθέτησε τις ουσιώδεις συμβατικές της υποχρεώσεις και τους όρους που ρύθμιζαν την μεταξύ τους σύμβαση αντιπροσωπείας, οι οποίοι δεν επιβλήθηκαν μονομερώς από την αναιρεσίβλητη, ούτε αποτέλεσαν προϊόν καταχρηστικής άσκησης κάποιου δικαιώματός της, αλλά ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης και μεταξύ τους συμφωνίας, για τους οποίους ουδέποτε είχε διαμαρτυρηθεί ή ζητήσει την τροποποίηση ή κατάργηση τους, και δη, κυρίως, δεν πέτυχε τους στόχους πωλήσεων τουλάχιστον στις τρείς από τις τέσσερις τελευταίες σεζόν, δεν λάμβανε προκαταβολές από τους πελάτες, παραλάμβανε αξιόγραφα εκτός των προκαθορισμένων ημερομηνιών κατά παράβαση της εμπορικής πολιτικής της αναιρεσίβλητης, δεν τακτοποιούσε τα υπόλοιπα πελατών από προηγούμενες σεζόν και τελικώς επέδειξε και απαξιωτική συμπεριφορά του εν τοις πράγμασι εκπροσώπου της Α.

Κ., προς το νόμιμο εκπρόσωπο της τελευταίας, κάτι που προκάλεσε αθεράπευτη ρήξη στις σχέσεις εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ τους. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος με τα στοιχεία Α1 α, Α1γ (αα,ββ), Α1ββ, 2 α (αα, ββ,γγ), 3 α (αα, ββ,γγ), 3β (αα, ββ) λόγος της αίτησης αναίρεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες στην ευθεία παραβίαση των ως άνω, ουσιαστικών διατάξεων, το πραγματικό των οποίων πληρούσαν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, αλλά και στην εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων τούτων λόγω ανεπαρκών αντιφατικών και ασαφών αιτιολογιών επί των αναφερομένων σ' αυτόν ζητημάτων, τυγχάνουν αβάσιμοι.

Περαιτέρω οι αυτοί ως άνω λόγοι αναιρέσεως, καθ' ο μέρος, υπό την επίκληση των προαναφερομένων αναιρετικών αιτιάσεων, προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες αναγόμενες στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και στα συναφή επιχειρήματα του Εφετείου είναι απαράδεκτοι, διότι, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα σπουδαίο λόγο καταγγελίας συνιστά και η παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων που έχει αναλάβει ο αντιπρόσωπος (ΑΠ 984/2019, ΑΠ1559/2017, ΑΠ1277/2013). Τέτοιος συμβατικός όρος είναι και η επίτευξη ποσοτικών στόχων πωλήσεων σε καθορισμένα χρονικά όρια (ΑΠ 1277/2013). Το άρθρο 4 του π. δ/τος 219/1991 (όπως αντικαταστάθηκε με το π.δ.312/1995) που ορίζει στις παρ. 1,2,3 ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος έχει υποχρέωση να δρα με βάση την καλή πίστη και να μεριμνά με τη δέουσα επιμέλεια κατά τη διαπραγμάτευση και ενδεχομένως και κατά τη σύναψη των πράξεων καθώς και να συμμορφώνεται προς τις εύλογες υποδείξεις του αντιπροσωπευόμενου , ο οποίος οφείλει να δρα νόμιμα με βάση την καλή πίστη και ιδιαίτερα να θέτει στη διάθεση του εμπορικού αντιπροσώπου τα αναγκαία πληροφοριακά έγγραφα, που αφορούν τα εμπορεύματα, να παρέχει στον εμπορικό αντιπρόσωπο τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκτέλεση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και να ενημερώνει μέσα σε εύλογη προθεσμία τον εμπορικό αντιπρόσωπο σχετικά με την εκ μέρους του αποδοχή ή απόρριψη, καθώς και με τη μη εκτέλεση μιας εμπορικής πράξης για την οποία μεσολάβησε, και στην παρ. 4, ότι τα μέρη δεν μπορούν να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις του άρθρου αυτού, προβλέπει τις ελάχιστες εκατέρωθεν υποχρεώσεις των μερών, ως αναγκαστικό δίκαιο, από το οποίο δεν μπορούν να παρεκκλίνουν και δεν αποκλείει, στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ανάληψη επί πλέον δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από τους συμβαλλόμενους, όπως τη συνομολόγηση ποσοτικών στόχων πωλήσεων, αφού δεν απαγορεύει συμβατικούς όρους επίτασης των υποχρεώσεων του εμπορικού αντιπροσώπου και, αντίστοιχα,, διεύρυνση των δικαιωμάτων του αντιπροσωπευόμενου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.

Άρα το Εφετείο που δέχθηκε συμφωνία επίτευξης ποσοτικών στόχων, με το άρθρο 10 της επίδικης σύμβασης και συνδρομής σπουδαίου λόγου της καταγγελίας για παράβαση και της συμβατικής αυτής υποχρέωσης ερήμην των λοιπών όπως προεκτέθηκαν ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 9 παρ.1και 3 α σε συνδυασμό με τα άρθρα 361 ΑΚ, 4,8παρ.3,4,8 ΠΔ219/1991.

Επομένως ο λόγος αναίρεσης με το στοιχείο Α1α που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Οι πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η ανάληψη επίτευξης ποσοτικών στόχων με το άρθρο 10 του συμφωνητικού ήταν συμβατική υποχρέωση της αναιρεσείουσας εμπορικής αντιπροσώπου, η παράβαση της οποίας αποτελούσε σπουδαίο λόγο της καταγγελίας είναι σαφείς και πλήρεις , χωρίς να συνιστά αντίφαση η αναφορά, ότι η αναιρεσείουσα ανέλαβε επιπλέον την υποχρέωση να καταβάλει προσπάθεια επίτευξης των συμφωνημένων στόχων.

Έτσι καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την πλήρωση των όρων των ουσιαστικών διατάξεων των ως άνω άρθρων που εφάρμοσε η προσβαλλόμενη απόφαση και αβάσιμα διατείνεται τα αντίθετα η αναιρεσείουσα με τους λόγους αναίρεσης με τα στοιχεία Α1γ και αα με τους οποίους αποδίδει αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.19.

Από το περιεχόμενο του άρθρου 10 της σύμβασης, όπως διαλαμβάνεται στις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προβλέφθηκε η υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης αλλά δυνητική ευχέρεια αυτής να υποδείξει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εύλογα μέτρα βελτίωσης της απόδοσής της.

Άρα για την πληρότητα της αιτιολογίας ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της καταγγελίας, δεν ήταν απαραίτητο να διαλαμβάνει η απόφαση ότι η ενάγουσα ενημέρωσε την εναγομένη για τις αιτίες της αποτυχίας επίτευξης των στόχων και ότι η τελευταία ζήτησε να λάβει η ενάγουσα μέτρα και ποια για τη βελτίωση της απόδοσής της, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα.

Επομένως οι λόγοι της αίτησης με τα στοιχεία ββ και γγ με τους οποίους αποδίδεται αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.19 είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που περιέχονται στους αναιρετικούς λόγους με τα στοιχεία 2α,αα και ββ ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με την παραδοχή της ότι κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας εκπροσώπησε την αναιρεσείουσα ο Α.

Κ. ο οποίος δεν ήταν καταστατικός νόμιμος εκπρόσωπός της αλλά την εκπροσώπησε εν τοις πράγμασι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ της εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 257 παρ.1 και 3, 271 παρ.2,278 παρ.1 και 2 Ν.4072/2012,67,71 ΑΚ, καθώς και στη πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, της ελλιπούς και ασαφούς αιτιολογίας, ως προς τις υποχρεώσεις που ανέλαβε η αναιρεσείουσα με την επίδικη σύμβαση και των οποίων η παράβαση να δικαιολογούσε την καταγγελία της είναι αβάσιμες διότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δέχεται την εγκυρότητα της κατάρτισης της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και δεν προβάλει ελάττωμα του κύρους της για έλλειψη εκπροσωπευτικής εξουσίας του πιο πάνω προσώπου που συμβλήθηκε ως εκπρόσωπος, ούτε αμφισβήτησε την εγκυρότητα της σύμβασης στα δικαστήρια της ουσίας.

Με τις προαναφερθείσες ουσιαστικές παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανεξέλεγκτα με εμπεριστατωμένες αιτιολογίες και χωρίς αντιφάσεις, σε βαθμό που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 4 παρ.1 γ, 9 παρ. 1 και 3α του π.δ. 219/1991, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, που εφάρμοσε, ποιες ήσαν οι συμβατικές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει η αναιρεσείουσα εμπορική αντιπρόσωπος, σε τι συνίστατο η παραβίαση των συμβατικών αυτών όρων και γιατί αποτέλεσαν σπουδαίο λόγο της γενόμενης καταγγελίας, ο οποίος αποκλείει την αξίωση αποζημίωσης πελατείας από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα αντιπρόσωπο.

Επομένως οι λόγοι της αίτησης με τα στοιχεία 3α, αα και ββ με τους οποίους αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.19 για ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι. Τέλος οι προαναφερόμενες παραδοχές του Εφετείου στις οποίες εμπεριστατωμένα με πλήρη αιτιολογία και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνεται η παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας που δικαιολογούσαν τη γενόμενη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη καταγγελία της επίδικης σύμβασης, δεν πληρούσαν το πραγματικό των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, ουσιαστικές διατάξεις τις οποίες έτσι σωστά δεν εφάρμοσε με το να απορρίψει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος της σύμβασης, την οποία είχε προτείνει η ανααιρεσείουσα.

Επομένως οι σχετικοί λόγοι με τους οποίους αποδίδει αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.19, είναι αβάσιμοι.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί αόριστοι, εκπρόθεσμοι, μη νόμιμοι, αλυσιτελείς και γενικά απαράδεκτοι (ΟλΑΠ 2/89,ΑΠ1058/1998, ΑΠ 857/1988) καθώς και ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ή που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ3/1997,ΑΠ1/2019,ΑΠ933/2018,ΑΠ 87/2013).

Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007), έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1434/2010, ΑΠ 1482/2009).

Με το δεύτερο, κατά το με στοιχείο Α1β, δαα και 2β μέρος του, λόγο της αίτησης αναίρεσης η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 8 μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τις αντενστάσεις, α) ότι οι τεθέντες στόχοι πωλήσεων έχουν το χαρακτήρα προσανατολισμού δράσης χωρίς καμία δέσμευση του εμπορικού αντιπροσώπου για την επίτευξή τους, οπότε τυχόν μη επίτευξη τους δεν μπορεί να αναχθεί σε παραβίαση ουσιώδους συμβατικής υποχρεώσεως με εντεύθεν συνέπεια την καταγγελία της σύμβασης λόγω συνδρομής σπουδαίου λόγου και β) ότι η επίκληση της μη επίτευξης στόχων πωλήσεων δεν συνιστούσε σπουδαίο λόγο για έκτακτη καταγγελία της σύμβασης, γιατί αν υπέγραφε τη νέα σύμβαση, θα συνεχιζόταν η σύμβαση, αποδεικνυομένου έτσι ότι η επανειλημμένη μη επίτευξη στόχων πωλήσεων δεν καθιστούσε κατά την αντίληψη της ίδιας της αναιρεσίβλητης, αλλά και κατ' αντικειμενική κρίση, αφόρητη και μη ανεκτή τη συνέχιση της συνεργασία, και γ) δεν έλαβε υπόψη τον υπό στοιχεί 3 λόγο έφεσης, κατά τον οποίο ο Α.

Κ. δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπός της και κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η επιλήψιμη και κλονιστική της εμπιστοσύνης της εναγόμενης- αναιρεσίβλητης συμπεριφοράς του, καταλογίζεται στην αναιρεσείουσα. Τα ανωτέρω, εκτός από το ότι δεν αποτελούν πράγμα, αφού δεν είναι αντενστάσεις, όπως τις αποκαλεί η αναιρεσείουσα, αλλά αρνητικά επιχειρήματα της τελευταίας προς αντίκρουση της ένστασης της αναιρεσίβλητης ότι η εκ μέρους της καταγγελία της σύμβασης οφειλόταν σε σπουδαίο προκληθέντα από υπαιτιότητά της λόγο, αντιμετωπίστηκαν και απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό της.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξ άλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (AΠ554/2018,ΑΠ 1573/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το με στοιχείο 2 γ μέρος του, λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα κρίσιμο απόσπασμα της ένορκης κατάθεσης του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης Α. Κ., που διαλαμβάνεται στα υπ' αριθ. 6949/2015 πρακτικά συνεδρίασης του πρωτόδικου δικαστηρίου. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι " από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που ενόρκως εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως και οι οποίες εκτιμώνται κάθε μία χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους, ανάλογα με τον τρόπο γνώσης και το βαθμό αξιοπιστίας καθενός από αυτούς..." δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την παραπάνω κατάθεση του μάρτυρα, για την συναγωγή του προαναφερόμενου αποδεικτικού του πορίσματος.

Επομένως, ο από την παραπάνω διάταξη αντίθετος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προεκτέθηκε, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται αφενός ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. (Ολ.

Α.Π. 26/04, ΑΠ 934/14, ΑΠ 604/11). Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ208/2019, ΑΠ66/2019,ΑΠ1912/2006,ΑΠ386/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά το μέρος, που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω αναφερόμενη ρήτρα της ένδικης σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπίας, σύμφωνα με την οποία η αντιπρόσωπος εταιρεία επιβαρυνόταν με ποσοστό 33% των ανείσπρακτων απαιτήσεων της αντιπροσωπευόμενης εταιρείας κατά των τρίτων πελατών της, η οποία αναφέρεται στις επί μέρους συμβάσεις ως ποινική ρήτρα, ήταν, με βάση τη βούληση των μερών και, ιδίως τη λειτουργία της καθ' όλη τη διάρκεια εφαρμογής της (κατά τα έτη 2008-2012), μία ειδική εγγυοδοτική ρήτρα, δυνάμει της οποίας η αντεναγόμενη εταιρεία ανέλαβε τον κίνδυνο καθυστέρησης της πληρωμής εκ μέρους πελατών, υποχρεούμενη να αποδίδει στην αντενάγουσα το μη εισπραχθέν τίμημα των πωλήσεων σε ποσοστό 33%, επρόκειτο, δηλαδή, για ασφαλιστική ρήτρα (del credere), η οποία συναντάται στις εμπορικές συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας, όπως η ένδικη και στηρίζεται στην αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων...

Στην κρινόμενη δε υπόθεση αποδείχθηκε ότι στο ποσοστό της συμφωνηθείσας προμήθειας της αντεναγόμενης αντιπροσώπου, ύψους 7%, που κρίνεται αρκετά υψηλό, σε σχέση με το μεγάλο κύκλο εργασιών της αντενάγουσας, ήταν, δε, υψηλότερο από αυτό που λάμβαναν άλλοι αντιπρόσωποί της (6%) συνυπολογίστηκε η πιθανή επιβάρυνσή της από τις επισφάλειες, καθόσον, αποδείχθηκε ότι η προτεινόμενη μείωση της ρήτρας αυτής, από 33% σε 25% για το έτος 2013, θα συνοδευόταν και από μείωση της προμήθειας των αντιπροσώπων κατά μία μονάδα...

Η ρήτρα αυτή δεν ήταν ποινική ρήτρα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αντεναγόμενη με τον τρίτο αλλά και τον πέμπτο λόγο της έφεσης αφού δεν αποδείχθηκε ότι η ρήτρα αυτή τέθηκε ως παρεπόμενη σύμβαση για την περίπτωση μη εκπλήρωσης ή μη προσήκουσας εκπλήρωσης της κύριας παροχής της αντεναγόμενης αντιπροσώπου, με σκοπό την κατάπτωση αυτής ανεξάρτητα από την ύπαρξη ζημίας της αντενάγουσας, ως εκ τούτου, όλοι οι ισχυρισμοί της που περιλαμβάνονται στους ανωτέρω λόγους της έφεσης, κατά το μέρος που βάλλουν κατά της εγκυρότητας της ανωτέρω ρήτρας, θεωρούμενης ως ποινικής ρήτρας, είναι νομικά αβάσιμοι και απορριπτέοι, όπως και κατά το μέρος που με αυτούς η αντενάγουσα επικαλείται ακυρότητα της ανωτέρω συμφωνίας, λόγω αντίθεσής της, τόσο στο π.δ. 219/1991, όσο και στις διατάξεις των άρθρων 178 και 281 ΑΚ, τέλος, δε, διότι, εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι πρόκειται περί ρήτρας del credere, θα έπρεπε να τηρηθεί γι' αυτήν έγγραφος τύπος, να υπάρχει συμφωνία για πρόσθετη ειδική προμήθεια και να αφορά μόνο ορισμένη ή ορισμένες πράξεις με ορισμένο πελάτη και όχι με όλους τους πελάτες και τούτο διότι 1.

από το ανωτέρω π.δ., δεν προβλέπεται τέτοια συμφωνία, ωστόσο ούτε αποκλείεται συμφωνία τέτοιου περιεχομένου σε σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία μάλιστα συναντάται στις εμπορικές συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας, όπως η ένδικη και στηρίζεται στην αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και 2. Εφόσον ο όρος αυτός δεν επιβλήθηκε μονομερώς από την αντενάγουσα, αλλά ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης και συμφωνίας μεταξύ των συμβληθέντων διαδίκων, η αντεναγομένη δε, καθ' όλη τη διάρκεια της μακρόχρονης συνεργασίας της με την αντενάγουσα, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε στην τελευταία σχετικά με τον όρο αυτό, ούτε ζήτησε την τροποποίηση ή την κατάργησή του, αντιθέτως, συμφωνούσε στην παρακράτηση του ποσού που αναλογούσε στο 33% καθ' όλα τα έτη της μεταξύ τους συνεργασίας, καθώς, σε αντιστάθμισμα αυτής, λάμβανε υψηλότερο από το συνηθισμένο για τον κύκλο εργασιών της αντενάγουσας ποσοστό προμήθειας, δεν τίθεται ζήτημα αντίθεσης του όρου αυτού στα χρηστά ήθη, κατά την έννοια του άρθρου 178 ΑΚ, ούτε η άσκηση του σχετικού δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι βάσει της ανωτέρω ρήτρας, η αντενάγουσα έχει αξίωση από συμμετοχή της αντεναγομένης στ ις μη εισπραχθείσες απαιτήσεις της. Ειδικότερα, η αντεναγομένη εταιρεία δεν έχει αποδώσει στην αντενάγουσα τα ποσά που αντιστοιχούν στη συμφωνηθείσα συμμετοχή της, ποσοστού 33%, στις μη εισπραχθείσες απαιτήσεις της αντενάγουσας έναντι των πελατών της περιοχής ευθύνης της αντεναγομένης, συνολικού ποσού 139.914,40 ευρώ, όπως αναφέρονται αναλυτικά στην ανταγωγή κατά πελάτη, αριθμό και ημερομηνία εκδοθέντος τιμολογίου, ανεξόφλητο ποσό τιμολογίου, ημερομηνία που κατέστη απαιτητή κάθε αξίωση, αντιστοιχούσα παρακράτηση ποσοστού 33% και αποδεικνύονται από την προσκομιζόμενη κατάσταση που επισυνάπτεται στην υπ' αριθμ. .../2014 ένορκη βεβαίωση και επιβεβαιώνεται ως προς την ακρίβεια της από τη λογίστρια της αντενάγουσας...

τα οποία ( ποσά που αντιστοιχούν στην ανωτέρω παρακράτηση) ανέρχονται στο συνολικό ύψος των 46.171,75 ευρώ, απορριπτομένου του σχετικού προς τούτο, πέμπτου λόγου της έφεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του ορισμένου της άνω απαίτησης της αντενάγουσας, την οποία, ωστόσο, δεν αμφισβητεί η αντεναγομένη, ως προς το ύψος της και τη μη απόδοση του ποσού αυτού.

Για την αιτία αυτή, η αντενάγουσα, με το υπό στοιχείο 1 της ανταγωγής, αιτείται, από το άνω συνολικό ποσό των 46.171,75 ευρώ, αυτό των 18.868,24 ευρώ, καθώς με την από ...2013 εξώδικη καταγγελία της, συμψήφισε, όπως είχε σχετικό δικαίωμα από την ένδικη σύμβαση, με το ανωτέρω οφειλόμενο ποσό, αυτό των 27.303,51 ευρώ, το οποίο όφειλε η ίδια στην αντεναγομένη από προμήθειες για πωλήσεις που συνήφθησαν από 1.1.2013 έως την, ως άνω καταγγελία της σύμβασης.

Επομένως, η εκκαλουμένη, που έκανε δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο το ανωτέρω ποσό των 18.868,24 ευρώ δεν έσφαλε ως προς την ορθή εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένου του σχετικού προς τούτο, πέμπτου λόγου της έφεσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αντεναγομένη παρακράτησε δείγματα των προϊόντων της αντενάγουσας, τα οποία έπρεπε να της επιστρέψει μετά το πέρας των δειγματισμών στους πελάτες, όπως αυτά περιγράφονται αναλυτικά κατά είδος, χρώμα, τιμή χονδρικής και λιανικής, αριθμό τεμαχίων, κωδικό και δελτίο αποστολής στην ανταγωγή και αποδεικνύονται από την προσκομιζόμενη κατάσταση που επισυνάπτεται στην, ως άνω, ένορκη βεβαίωση...

συνολικής αξίας (στη χονδρική πώληση) 1.460,95 ευρώ. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση που δέχτηκε το ανωτέρω, υπό στοιχείο 2 αιτούμενο κονδύλιο της ανταγωγής ως ουσιαστικά βάσιμο, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένου του σχετικού προς τούτο, έκτου λόγου της έφεσης". Με την προεκτεθείσα κατάστρωση του αποδεικτικού πορίσματος, εμμέσως πλην σαφώς η προσβαλλόμενη απόφαση προβαίνει σε ερμηνεία του περιεχομένου της προαναφερθείσας συμφωνηθείσας ρήτρας της επιβάρυνσης με ποσοστό 33%, προκειμένου να αναζητήσει την πράγματι ηθελημένη και διατυπωθείσα με αυτό βούληση των διαδίκων, χωρίς όμως να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173,200ΑΚ, τους οποίους, ούτε αυτούς τους ίδιους, ούτε τις διατάξεις που τους περιέχουν, αναφέρει, ούτε από το περιεχόμενο της συνάγεται ότι τους χρησιμοποίησε.

Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια και είναι βάσιμος ο σχετικός δεύτερος κατά το με στοιχείο Γ2α σκέλος του. Επισημαίνεται ότι λόγω της ανωτέρω έκβασης της δίκης και της αναίρεσης και της ανταγωγής ως προς το ανωτέρω κονδύλιο καθίσταται αβάσιμος ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας για την προβολή του αναφερθέντος στην αρχή της παρούσας αναιρετικού λόγου (από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ) που έχει ήδη γίνει δεκτός.

Τέλος, είναι αβάσιμος ο τελευταίος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 513 επ. ΚΠολΔ με την αποδοχή του κονδυλίου των 1460,95 ευρώ. Ο λόγος είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε λανθασμένη προϋπόθεση, εφόσον το Εφετείο κατ'ορθή εφαρμογή και με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες εφάρμοσε για την αποδοχή του ανωτέρω ποσού, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ και όχι αυτές περί πώλησης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η απόφαση πρέπει να αναιρεθεί μόνο ως προς τα κεφάλαιά της που αφορούν στα κονδύλια των 27.303,51 ευρώ και 122.009,91 ευρώ της αγωγής και των 18.868,24 ευρώ της ανταγωγής και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά τούτο, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την εξέδωσαν (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Εξάλλου, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας των γενόμενων δεκτών λόγων που αφορούν τα ανωτέρω κεφάλαια της προσβαλλόμενης, παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων που τα πλήττουν. Πρέπει επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτή παραβόλου (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών της εξόδων, συμψηφιζομένων αυτών κατά τα λοιπά, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρ.178,183ΚΠολΔ) κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2130/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μόνο ως προς τα παραπάνω κεφάλαιά της που αναφέρονται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που καταβλήθηκε από αυτήν και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου