Legislator Case Law & Legislation
603/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting arguments regarding court order and damages calculation.

Case Number 603/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the single-member court of appeals' decision. The appellant argued the lower court erred in applying a specific criterion for ranking and failed to deduct the respondent's salary from awarded damages. The court found the appellant's claims regarding the court order and the damages calculation were unfounded and lacked substantive impact on the case outcome.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court's reasoning is not contradictory, and a claim for annulment based on a court's consideration of arguments is rejected if those arguments were explicitly or implicitly rejected or did not substantially influence the judgment.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility contradictory reasoning damages calculation court order substantive influence dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 111 and 216 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 8 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 603 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 603/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Κορομπόκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ζ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Ζορμπά, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/1/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 188/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 24/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/8/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την υπό κρίση από 29ης Αυγούστου 2017 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 24/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Αρχικώς η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά της αναιρεσειούσης την από 29ης Ιανουαρίου 2010 αγωγή, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ' αριθμόν 188/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλωρίνης. Κατά της εν λόγω αποφάσεως η αναιρεσείουσα άσκησε την από 6ης Ιουνίου 2013 έφεση, εξεδόθη δε αντιμωλία των διαδίκων η προαναφερομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία απερρίφθη η έφεση, εν συνεχεία δε η αναιρεσείουσα άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 111 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ωρισμένο αίτημα, άλλως η αγωγή δεν είναι ωρισμένη και απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως ελλείψει προδικασίας.

Η κρίση του δικαστηρίου ότι η αγωγή είναι ωρισμένη παρά την ανεπαρκή έκθεση των αναγκαίων στοιχείων αυτής ελέγχεται αναιρετικώς μέσω του λόγου του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίον αναίρεση συγχωρείται, εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο εκήρυξε ή δεν εκήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαιώματος ή απαράδεκτο.

Αφ' ετέρου, από την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την οποία, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος ερείδεται επί ισχυρισμού, ο οποίος δεν έχει προταθεί νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός εάν πρόκειται περί παραβάσεως μη δυναμένης να προβληθεί ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου ή περί σφάλματος προκύπτοντος από την ιδία την απόφαση ή περί ισχυρισμού αφορώντος την δημοσία τάξη, προκύπτει ότι προϋπόθεση του παραδεκτού του εν λόγω αναιρετικού λόγου περί αοριστίας της αγωγής είναι ότι ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος δεν αφορά την δημοσία τάξη, προεβλήθη παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, εάν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ότι επανεφέρθη νομίμως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ή, εάν δεν είχε προβληθεί πρωτοδίκως λόγω ερημοδικίας του εναγομένου, ότι προεβλήθη νομίμως το πρώτον κατ' έφεση.

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ωρισμένο την αποδιδομένη στο δικαστήριο της ουσίας νομική πλημμέλεια, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν η προβαλλομένη αιτίαση θεμελιώνει λόγον αναιρέσεως και ποίον συγκεκριμένως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στην διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους.

Προκειμένου να είναι ωρισμένος συμφώνως προς τις εν λόγω διατάξεις ο προαναφερόμενος εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος περί αοριστίας της αγωγής πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο και ότι έχει γίνει νομίμως κατά τα ανωτέρω επίκληση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας του σχετικού ισχυρισμού.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο έκρινε ωρισμένη την ένδικη αγωγή παρά την ανεπαρκή έκθεση των αναγκαίων στοιχείων αυτής και απέρριψε τον σχετικό λόγο της εφέσεως της αναιρεσειούσης. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής προετάθη νομίμως κατά την συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.

Προκειμένου να είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω ωρισμένος ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το συγκεκριμένο σφάλμα, το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ως προς την εφαρμογή ουσιαστικής διατάξεως νόμου, και να αναφέρεται η συγκεκριμένη φερομένη ως παραβιασθείσα διάταξη, ώστε να εξειδικεύεται το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου, καθ' όσον μάλιστα ο 'Αρειος Πάγος, κατ' αρχήν, με την εξαίρεση της διατάξεως του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση των αναιρετικών λόγων βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία.

Υπό αντίθετη εκδοχή, θα είχε ανατεθεί στον Άρειο Πάγο, όχι απλώς η κρίση περί του παραδεκτού και της βασιμότητος των λόγων αναιρέσεως, αλλά και η υποχρέωση της ανασύρσεως και διατυπώσεως αυτών, μετά από αναζήτηση των σφαλμάτων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά παράβαση της απορρεούσης από την διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ βασικής δικονομικής αρχής της διαθέσεως, κατά την οποία, το δικαστήριο ενεργεί μόνον κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων και αποφασίζει βάσει των πραγματικών ισχυρισμών και των αιτήσεων αυτών.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο, επιλαμβανόμενο της εφέσεως της αναιρεσειούσης κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και είχαν επιδικασθεί υπέρ της αναιρεσιβλήτου ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τα ποσά των 10266,72 και 5000 ευρώ αντιστοίχως, απέρριψε αυτή, δεχόμενο τα εξής: "Με την 2506/16-10-2008 πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος της εναγόμενης (ήδη αναιρεσείουσα) ανακοινώθηκε η πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών για μία θέση λογιστή - φοροτεχνικού, με την υποβολή των προβλεπομένων δικαιολογητικών από τους ενδιαφερομένους και την αξιολόγησή τους από τη σχετική Επιτροπή.

Η εναγόμενη ούσα ν.π.ι.δ. προτίθετο να προσλάβει έναν λογιστή - φοροτεχνικό με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών διάρκειας μέχρι 31-12-2008 και δυνατότητα ανανέωσης, που θα προσέφερε τις υπηρεσίες του κατά 50%, σε σχέση με το τοπικό πρόγραμμα Leader+ και κατά 50% με την παρακολούθηση του λογιστικού και φοροτεχνικού αντικειμένου των δομών του προγράμματος "Βοήθεια στο σπίτι" των δήμων του νομού ….

Με την πρόσκληση ενδιαφέροντος ορίστηκαν και τα τυπικά προσόντα για την κάλυψη της θέσης αυτής. Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στον διαγωνισμό ως κάτοχος πτυχίου ΤΕΙ Λογιστικής, γνώστρια της ιταλικής και με προϋπηρεσία εξήντα έξι μηνών στο .... Για την ίδια θέση υπέβαλε τα δικαιολογητικά της και η Τ.

Γ., ως κάτοχος πτυχίου Οικονομικών Επιστημών, γνώση αγγλικής και προϋπηρεσία 60 μηνών σε λογιστικά γραφεία. Το αρμόδιο όργανο της εναγόμενης διοικητικό της συμβούλιο επικύρωσε την 5-11-2008 απόφαση της Επιτροπής επιλογής, με την 71/7-11-2008 απόφασή του και κατέταξε την ενάγουσα στην τρίτη θέση με 470 βαθμούς και στην πρώτη θέση την Τ.

Γ. με 563,2 βαθμούς, που κρίθηκε επιτυχούσα. Η ενάγουσα υπέβαλε ένσταση που η εναγόμενη αγνόησε και επανήλθε με νέα στις 19-11-2008 κοινοποιώντας την παράλληλα στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης. Οι ανωτέρω αποφάσεις της εναγόμενης τυγχάνουν παράνομες διότι: 1) καμμία σαφής και αναλυτική αιτιολογία των βαθμών που τέθηκαν δεν περιελήφθη στις αποφάσεις, παρά γινόταν απλή καταγραφή των βαθμών κάθε υποψήφιας, χωρίς αναφορά στους λόγους που οδήγησαν στη βαθμολόγηση, ούτε γιατί υπήρξε μηδενισμός σε κάποια κριτήρια, 2) στο κριτήριο ειδικής εμπειρίας της αναδειχθείσης πρώτης, Τ.

Γ., τέθηκε βαθμολογία 80 αντί για 40 που εδικαιούτο, διότι από τη βεβαίωση του ΙΚΑ που προσκόμισε, προέκυπτε εμπειρία 20 μηνών και όχι 40 που της υπολογίστηκε, 3) στο κριτήριο γενικής εμπειρίας της ανωτέρω πρώτης, δόθηκε βαθμολογία 33,2 βαθμών χωρίς να προσκομιστούν σχετικά δικαιολογητικά, 4) στην ενάγουσα και στα κριτήρια γενική και ειδική εμπειρία δόθηκε μηδενική βαθμολογία, ενώ έπρεπε να λάβει 132 βαθμούς για 66 μήνες εμπειρίας που προέκυπτε από βεβαίωση του ασφαλιστικού φορέα (ΙΚΑ), το από 3-11-2008 αντίγραφο λογαριασμού ασφαλισμένου ΙΚΑ.

Δια της παρανόμου και υπαιτίου τοιαύτης συμπεριφοράς των οργάνων της εναγόμενης, δεν έλαβε η ενάγουσα τους 602 βαθμούς και δεν κατετάγη πρώτη ως εδικαιούτο. Τα ανωτέρω διέγνωσε και το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης με το 1024/1-4-2009 έγγραφό του και υποχρέωσε την εναγόμενη να διορθώσει τις πλημμέλειες. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα δεν ασκούσε καθήκοντα λογίστριας αλλά γραμματέως στο ....

που δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού δεν δικαιούται να υπεισέλθει σε εκτίμηση κριτηρίου, αλλά στη συνδρομή του ή μη. Ακόμη, ότι δεν διαθέτει εμπειρία στην τήρηση λογιστικών βιβλίων Γ' τάξης που υπερβαίνει τα κριτήρια της ίδιας της ανακοίνωσης η οποία κατατάσσει στα απαραίτητα προσόντα την άδεια άσκησης λογιστή τουλάχιστον Γ' τάξης.

Τέτοια άδεια διαθέτει η ενάγουσα, διαφορετικά δεν θα μπορούσε να καταταγεί στο διαγωνισμό, ούτε άλλωστε αμφισβητείται αυτό από την εναγόμενη, γι' αυτό και ανεπιτρέπτως υπεισέρχεται σε κρίση περί έλλειψης εμπειρίας στην τήρηση τέτοιων βιβλίων, χωρίς να διαθέτει τέτοια εξουσία ερειδόμενη στην προκήρυξη ή άλλη διάταξη.

Μετά την έκδοση του άνω εγγράφου του Υπουργείου Ανάπτυξης, η εναγόμενη κατήρτισε με την ενάγουσα στις 14-5-2009 σύμβαση έργου με διάρκεια μέχρι 30-6-2009, μετά τη λήξη της οποίας ανανεώθηκε μέχρι την 31-7-2009. Οι οικονομικοί όροι των συμβάσεων προέβλεπαν την αμοιβή της ενάγουσας κατ' αποκοπήν ύψους 2.741,61 ευρώ για την πρώτη και 1.750 ευρώ για τη δεύτερη.

Έτσι η αδυναμία ανάληψης της εκτέλεσης του έργου κατά το χρονικό διάστημα από 18-11-2008 μέχρι 14-5-2009 δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα της ενάγουσας αλλά σε λόγους αφορώντες τις άνω υπαίτιες ενέργειες της εναγόμενης.

Συνεπώς η ενάγουσα δικαιούται ως αποζημίωση το υπόλοιπο της αμοιβής της για το προαναφερθέν διάστημα, ήτοι (2.508,33+10.500)-(2.741,61)=13.008,33-2.741,61=10.266,72ευρώ. Συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγόμενης, η ενάγουσα υπέστη προσωπική και υπηρεσιακή μείωση απέναντι στο ατομικό και επαγγελματικό περιβάλλον της, με προσβολή της προσωπικότητάς της στην εκδήλωση της υπόληψή της, υπό την έννοια του αγαθού ονόματος, της εκτίμησης που θεμελιώνεται στην κοινωνική αξία του προσώπου, δηλαδή την αξία που έχει με βάση τις ιδιότητες και ικανότητές του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών και επαγγελματικών του έργων.

Ενόψει αυτών, του είδους της προσβολής, των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκε, της κοινωνικής θέσης των μερών, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, η εύλογη δε χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάστασή της προσδιορίζεται στο ποσό των 5.000 ευρώ κατά την κρίση του Δικαστηρίου. Η εναγόμενη επικαλείται ένσταση περί συνυπολογισμού κέρδους της ενάγουσας απασχοληθείσας σε άλλο εργοδότη κατά το επίδικο διάστημα, πλην όμως αορίστως, αφού δεν αναφέρει σχετικό ποσό.

Επομένως πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των (10.266,72+5.000) 15.266,72 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής". Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο, δεχόμενο ότι η πρόσκληση εκδηλώσεως ενδιαφέροντος προς κατάρτιση συμβάσεως παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία προέβη η αναιρεσείουσα, απετέλεσε πρόταση προς κατάρτιση συμβάσεως, την οποία απεδέχθη η αναιρεσίβλητη δια της καταθέσεως των σχετικών δικαιολογητικών, οπότε και κατηρτίσθη η σύμβαση, υπό την αναβλητική αίρεση της κατατάξεως αυτής από την οικεία επιτροπή στην πρώτη θέση του σχετικού πίνακος μετ' αξιολόγηση των προσόντων όλων των υποψηφίων, παρεβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, αφού επί προσκλήσεως εκδηλώσεως ενδιαφέροντος προς κατάρτιση συμβάσεως η κατάθεση των δικαιολογητικών από τον ενδιαφερόμενο δεν αποτελεί αποδοχή προτάσεως αλλά πρόταση προς κατάρτιση συμβάσεως, ως προς την οποία ο εργοδότης διατηρεί ελευθερία επιλογής του καταλλήλου προσώπου.

Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους φέρεται ότι παρεβίασε το Μονομελές Εφετείο. Ωσαύτως, ο ίδιος λόγος, εφ' όσον ήθελε εκτιμηθεί ότι με την γενική αναφορά του αναιρετηρίου, ότι στην περίπτωση της προσκλήσεως εκδηλώσεως ενδιαφέροντος προς κατάρτιση συμβάσεως, η άσκηση του δικαιώματος επιλογής εκ μέρους του εργοδότη δεν ελέγχεται δικαστικώς ως καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, υποδηλώνεται ότι το Μονομελές Εφετείο παρεβίασε το εν λόγω άρθρο, είναι ομοίως απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού από τις προπαρατιθέμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο δεν εφήρμοσε την εν λόγω διάταξη.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 18 παρ. 2 Ν. 2190/1994, "Οι υποψήφιοι για διορισμό σε θέσεις για τις οποίες απαιτείται τίτλος σπουδών δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης κατατάσσονται σε πίνακες προτεραιότητας κατά φθίνουσα σειρά συνολικής βαθμολογίας, όπως αυτή προκύπτει από τη βαθμολόγηση των ακόλουθων κριτηρίων:

Α. Τίτλοι σπουδών... Β. Εμπειρία στο αντικείμενο της θέσης... Ως εμπειρία νοείται η απασχόληση με σχέση εργασίας ή σύμβαση έργου στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα ή άσκηση επαγγέλματος σε καθήκοντα ή έργα συναφή με το γνωστικό αντικείμενο του τίτλου σπουδών ή με το αντικείμενο της προς πλήρωση θέσης, μετά την απόκτηση του βασικού τίτλου σπουδών με τον οποίο ο υποψήφιος μετέχει στη διαγωνιστική διαδικασία και ως προς τις περιπτώσεις για τις οποίες απαιτείται άδεια άσκησης επαγγέλματος, μετά τη λήψη της άδειας...".

Αφ' ετέρου, από την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 Ν. 2527/1997 "Τροποποίηση και συμπλήρωση του άρθρου 14 του ν. 2190/1994", κατά την οποία, "Οι αμιγείς και μικτές επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού στις οποίες ο Ο.Τ.Α. κατέχει άμεσα ή έμμεσα το 50% τουλάχιστον του εταιρικού τους κεφαλαίου, οι πάσης μορφής δημόσιες επιχειρήσεις και οι θυγατρικές τους εταιρίες, καθώς και οι θυγατρικές εταιρίες τραπεζών υπάγονται στο σύστημα προσλήψεων του ν. 2190/1994 ως προς την πρόσληψη τακτικών και με σύμβαση ορισμένου χρόνου διοικητικών υπαλλήλων των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ και τακτικού και με σύμβαση ορισμένου χρόνου προσωπικού της κατηγορίας ΥΕ, με εξαίρεση το εργατοτεχνικό προσωπικό ΥΕ.

Ως διοικητικοί υπάλληλοι για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης νοούνται οι προσλαμβανόμενοι για την άσκηση της διοικητικοοικονομικής λειτουργίας της επιχείρησης (όπως γραφείς, γραμματείς, δακτυλογράφοι, στενογράφοι, λογιστές, υπάλληλοι για θέματα προσωπικού, οικονομικής διαχείρισης κ.λπ.). Η πρόσληψη του τακτικού διοικητικού προσωπικού από τις επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α., τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις θυγατρικές τους εταιρίες και τις θυγατρικές εταιρίες τραπεζών γίνεται με τη διαδικασία του άρθρου 18 του παρόντος νόμου από τις ίδιες τις εταιρίες...", προκύπτει ότι η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 18 παρ. 2 Ν. 2190/1994 τυγχάνει εφαρμογής ως προς τις αμιγείς και μικτές επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α.

α' και β' βαθμού, μόνον εφ' όσον ο Ο.Τ.Α. κατέχει αμέσως ή εμμέσως το ήμισυ τουλάχιστον του εταιρικού κεφαλαίου αυτών .

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του προσάπτεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο, με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως προς την εμπειρία της αναιρεσιβλήτου, παρεβίασε την διάταξη του άρθρου 18 Ν. 2190/1994. Ο εν λόγω λόγος είναι απαράδεκτος ως αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, αφού, ενώ η αναιρεσείουσα αποτελεί επιχείρηση Ο.Τ.Α., εν τούτοις δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το στοιχείο της κατοχής από τον οικείο Ο.Τ.Α. του ημίσεος του εταιρικού κεφαλαίου, το οποίο συμφώνως προς τα ανωτέρω αποτελεί προϋπόθεση της εφαρμογής της φερομένης ως παραβιασθείσης διατάξεως ως προς τις προσλήψεις του προσωπικού της αναιρεσειούσης. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται, εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά το έτερο σκέλος του προσάπτεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αντιφατική αιτιολογία, καθ' όσον, ενώ εδέχθη ότι το κριτήριο της εμπειρίας δεν συγκαταλέγεται ""στα απαραίτητα προσόντα" και συνεπώς ανεπίτρεπτα ελέγχθηκε αυτό, εν τούτοις το βαθμολογεί και εξ αιτίας αυτού του κριτηρίου αποφάνθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούνταν να καταταγεί στην πρώτη θέση". Όπως όμως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Μονομελές Εφετείο δεν εδέχθη ότι η εμπειρία δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των απαραιτήτων προσόντων, αλλά απλώς ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε βάσει των όρων της προκηρύξεως ή άλλης διατάξεως εξουσία να υπεισέλθει στην εκτίμηση του εν λόγω κριτηρίου αλλά μόνον στην συνδρομή αυτού ή μη, ούτε στην κρίση περί ελλείψεως εμπειρίας της αναιρεσιβλήτου ως προς την τήρηση λογιστικών βιβλίων Γ' τάξεως, παρ' ότι αυτή είχε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος λογιστή Γ' τάξεως.

Συνεπώς, η λήψη υπ' όψιν του εν λόγω κριτηρίου από το Μονομελές Εφετείο και η βάσει αυτού κρίση ότι έπρεπε να καταταγεί η αναιρεσίβλητη στην πρώτη θέση του οικείου πίνακος δεν συνιστούν αντιφατική αιτιολογία και ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται, εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι έχοντες αυτοτελή υπόσταση τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Εάν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν τους εν λόγω ισχυρισμούς και απέρριψε αυτούς ρητώς ή σιωπηρώς, εκ του πράγματος, δεχόμενο ως αποδειχθέντα αντίθετα περιστατικά, ή οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Μονομελές Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψιν την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους και δεν αφήρεσε από την επιδικαζομένη αποζημίωση τον μισθό, τον οποίον έλαβε η αναιρεσίβλητη από την παροχή των υπηρεσιών της σε άλλον εργοδότη κατά το επίδικο διάστημα. Όπως όμως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Μονομελές Εφετείο έλαβε υπ' όψιν την ως άνω ένσταση, την οποία απέρριψε ως αόριστη, συνεπώς ο εν λόγω λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττωμένη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής, ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29ης Αυγούστου 2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 24/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.-

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2019. -Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ