Legislator Case Law & Legislation
603/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for improper court composition and procedural violations in property dispute.

Case Number 603/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the First Instance Court's property judgment. The appellant argued the court was improperly composed and violated procedural rules regarding representation and the scope of appeal. The court ruled these claims inadmissible because the alleged defects concerned procedural law rather than substantive legal principles required for a valid appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560 no. 2 para. a' KPolD; Art. 8 Const.; Art. 109 § 1 KPolD; An appeal for improper court composition is admissible only when the defect concerns the substantive law governing the case, not procedural rules or the manner of trial organization.

Keywords

AI generated
improper court composition appeal admissibility procedural law violation substantive law requirement property dispute appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 560 no. 2 para. a' KPolD
Art. 8 Const.
Art. 109 § 1 KPolD
Art. 432 KPolD
Art. 300 KPolD
Art. 304 KPolD
Art. 313 KPolD
Art. 495 para. 4 KPolD
Art. 12 para. 2 of Law 4055/2012
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 para. 2 KPolD
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 603 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 603/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Α. του Β., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Καρούζο.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Ν. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Χαντζηκωνσταντή, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καρλοβασίου Σάμου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2011 του ιδίου Δικαστηρίου και 91/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-12-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 29-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 560 αρ. 2 περ. α’ του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος. Ο λόγος αυτός, συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδάφιο α’ του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε και στο άρθρο 109 § 1 του ΚΠολΔ., σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος", ιδρύεται μόνον όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μη νόμιμη σύνθεση του Δικαστηρίου υπάρχει, αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ, του Οργανισμού των δικαστηρίων ή των ειδικών νόμων για τη σύνθεση του δικαστηρίου και την αναπλήρωση των κωλυόμενων μελών του. Η απόδειξη δε της κακής σύνθεσης γίνεται από την απόφαση ή από τα πρακτικά, εφόσον δεν προσβάλλονται ως πλαστά (άρθρ. 432 ΚΠολΔ, πρβλ και άρθρ.312 του ίδιου Κώδικα).

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 300, 304 και 313 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι η λήψη της απόφασης από τους δικαστές, που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, δηλαδή η σύνταξη, χρονολόγηση και υπογραφή του σχεδίου της από τον εισηγητή δικαστή και τον πρόεδρο, αποτελεί την ουσιώδη πράξη διαμόρφωσης της βούλησης του δικαστηρίου, με την έννοια ότι οι δικαστές που συγκρότησαν το δικαστήριο δεν δικαιούνται να μεταβάλουν εφεξής γνώμη, ενώ η δημοσίευση αυτής, η οποία επιφέρει την τελείωσή της, μετά την οποία επέρχονται οι έννομες συνέπειές της έναντι των διαδίκων, συνιστά απλώς τυπική πράξη, στην οποία προβαίνει το δικαστήριο και υπό άλλη σύνθεση, αφού, στην τελευταία περίπτωση, δεν παραβλάπτεται το κύρος της δημοσίευσης, ενόψει του ότι το υπό δημοσίευση σχέδιο δεν είναι δεκτικό μεταβολών και ως εκ τούτου δεν υπάρχει κίνδυνος δημοσίευσης άλλης απόφασης από εκείνη που εκδόθηκε.

Επομένως, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απόφαση θεωρείται εκδοθείσα από τη σύνταξη, χρονολόγηση και υπογραφή του σχεδίου της, ενώ η δημοσίευση επιφέρει την τελείωση αυτής, μετά την οποία επέρχονται οι έννομες συνέπειές της. Συνεπάγεται, εντεύθεν, ότι η δημοσίευση της αποφάσεως, η οποία πρέπει να μνημονεύεται στο πρωτότυπο αυτής, μπορεί να γίνει και από σύνθεση διαφορετική από εκείνη που την εξέδωσε, χωρίς εκ τούτου να ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 560 αρ.2 περ.

α’ του ΚΠολΔ (Α.Π. 447/2011), ενώ δεν δημιουργείται τέτοιος λόγος αναίρεσης, αν όλοι ή κάποιος από τους άνω δικαστές δεν μετείχαν στη σύνθεση του δικαστηρίου κατά τη δημοσίευση της ίδιας απόφασης, στην οποία σύνθεση βέβαια μετείχαν άλλοι δικαστές ή άλλος δικαστής, όπως επίσης δεν δημιουργείται τέτοιος λόγος αναίρεσης αν κάποιος από τους δικαστές, που προαναφέρθηκαν, υπόγραψε τη δημοσιευόμενη απόφαση ή το πρακτικό των αντίστοιχων διαδικαστικών σταδίων κατά παράβαση της λειτουργικής του αρμοδιότητας (Α.Π. 164/2006).

Τέλος, μόνη η συνδρομή λόγου, που να δικαιολογεί την εξαίρεση ενός δικαστή, δεν αρκεί για την ίδρυση του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως (Α.Π.1121/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο, κατά τα τρία πρώτα μέρη του, λόγο αναίρεσης, εκ του άρθρου 560 αρ.2 περ. α’ ΚΠολΔ., αποδίδει πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση για μη νόμιμη σύνθεση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των οικείων πρακτικών της προκύπτει ότι το Δικαστήριο συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μ. Μ., Πρόεδρο Πρωτοδικών, Κ. Π., Πρωτοδίκη και Δ. Ν., Πρωτοδίκη-Εισηγητή και γραμματέα τον Κ. Β. και ότι συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2012 για να δικάσει την ένδικη υπόθεση, την οποία και εκδίκασε.

Οι ως άνω δικαστές, που συνέθεταν το Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετείχαν στη σύνθεση αυτού κατά τη διάσκεψη και έκδοση απόφασης επί της ένδικης υποθέσεως, που έγινε στη Σάμο, στις 3 Οκτωβρίου 2012. Ακολούθως, η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στο ίδιο μέρος, στις 19 Οκτωβρίου 2012, με την εξής σύνθεση, λόγω μετάθεσης και αναχώρησης ενός μέλους της συνθέσεως και δη της Προέδρου Πρωτοδικών Μ.

Μ., αποτελούμενη από τους Ε. Μ., Πρόεδρο Πρωτοδικών, Κ. Π. και Δ. Ν., Πρωτοδίκες, που υπηρετούσαν κατά το χρόνο της δημοσίευσης στο Δικαστήριο, και από το Γραμματέα, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση του τελευταίου στα αντίστοιχα πρακτικά, αυτήν (απόφαση) δε και τα οικεία πρακτικά των αντίστοιχων διαδικαστικών πράξεων υπέγραψε, λόγω κωλύματος της άνω Προέδρου Πρωτοδικών, που διεύθυνε τη συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 6 - 6 - 2012, ο αρχαιότερος κατά το διορισμό από τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση, Πρωτοδίκης, Κ.

Π.. Επομένως, οι προβαλλόμενες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 560 αρ.2 περ. α’ ΚΠολΔ., αιτιάσεις, της μη νόμιμης σύνθεσης του δικάσαντος ως Εφετείου Πολυμελούς Πρωτοδικείου και παραβιάσεως υπ’ αυτού των περί υπογραφής του πρωτοτύπου και των αντίστοιχων πρακτικών (συζητήσεως της υπόθεσης και δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης απόφασης) διατάξεων του ΚΠολΔ., λόγω υπογραφής αυτών, όχι υπό της λαβούσης μέρος κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και διευθύνουσας αυτήν, Προέδρου Πρωτοδικών, Μ.

Μ., αλλά υπό του μετ’ αυτήν αρχαιότερου, Πρωτοδίκη, Κ. Π., λαβόντος μέρος τόσο στη συζήτηση, όσο και στη δημοσίευση, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες, διότι η μη προσήκουσα υπογραφή των πρακτικών συζήτησης δεν επάγεται κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, η δε δημοσίευση της απόφασης με άλλη σύνθεση από εκείνη που την εξέδωσε και συνακόλουθα η υπογραφή της απόφασης και των οικείων πρακτικών κατά το σκέλος της δημοσίευσής της από το Διευθύνοντα τη νέα διαφορετική σύνθεση, ως μη απαγορευόμενη από το νόμο, επίσης, δεν επάγεται μη νόμιμη σύνθεση του Δικαστηρίου και συνεπώς δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την άνω διάταξη λόγος αναίρεσης.

Ωσαύτως, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος αναιρέσεως και κατά το τέταρτο αυτού μέρος, ήτοι της μη νόμιμης σύνθεσης του δικάσαντος ως Εφετείου Πολυμελούς Πρωτοδικείου, για το λόγο ότι μετέσχε στη σύνθεση αυτού, ως εισηγητής, ο Πρωτοδίκης Δ. Ν., ο οποίος, λόγω του ίδιου επωνύμου με τον αναιρεσίβλητο, "υπάρχει ενδεχόμενο να τελεί σε συγγενική σχέση μ’ αυτόν και παρόλα αυτά δεν ζήτησε να εξαιρεθεί, ως όφειλε εκ της διάταξης του άρθρου 52 ΚΠολΔ.", αφού κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 560 αρ.2 ΚΠολΔ.

λόγος αναίρεσης για κακή σύνθεση δικαστηρίου δεν συγχωρείται στην περίπτωση αυτήν, αλλά μόνο αν μετέσχε της συνθέσεως δικαστής του οποίου έγινε δεκτή η εξαίρεση.- Σύμφωνα με το άρθρο 1033 του Α.Κ., για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία.

Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή (άρθρ. 1192 Α.Κ.). Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτόν τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε τα εξής : "Η μητέρα του ενάγοντος - εκκαλούντος, Γ. Α., δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1977 συμβολαίου - δωρεάς εν ζωή της μητέρας της, Σ. Κ., του συμβολαιογράφου Καρλοβασίου, Αθανασίου Παπακωνσταντίνου, νομίμως μεταγεγραμμένου, μεταξύ άλλων, έγινε κυρία ενός χωραφιού, ποτίσιμου, εκτάσεως ενός τρίτου του στρέμματος περίπου, με ένα (1) ελαιόδενδρο μετά συναπτών ετέρων δύο μικρών - τεμαχίων χέρσου βοσκοτόπου, κείμενα στη θέση "..." της περιφέρειας ...

Σάμου, συνορευόμενο γύρωθεν με αύλακα και πέρα από αυτό με παλιό υδρόμυλο της δωρεοδόχου, με δρόμο, με Σ. Ε. Α. και από κάτω Α. Π., το οποίο περιήλθε σ’ αυτήν (Σ. Κ.) και στον Χ. Κ. αδιαιρέτως με το υπ’ αριθ. .../1937 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου ... Εμμανουήλ Κατεβαίνη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, από τον πωλητή Γ.

Α. Ν. ως εξής: "τα πέντε δωδέκατα αδιαιρέτως ενός ερειπωμένου υδρόμυλου (άνευ οικοδομής και εργαλείων) μετά της περιοχής του, εκτάσεως περίπου τριών στρεμμάτων, αποτελούμενης εκ ποτισίμων και μη χωραφιών, εμπεριεχούσης δε δύο ήμερα ελαιόδενδρα και άλλα άγρια δένδρα, κειμένου εις την θέσιν "..." της περιφερείας ...

και συνορευομένου με ρεύμα, κληρονόμους Δ. Η. Δ., δρόμον δημόσιον και αύλακα". Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχο των τελευταίων, Γ. Ν., κατά τα 3/12 δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1898 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καρλοβασίου Μανουήλ Φώκου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ως εξής: "Τέταρτον (3/12) αδιαιρέτως ενός υδρόμυλου μετά της μηχανής και των αναλογούντων εργαλείων, της περιοχής του και των συναπτών σύδενδρων χωραφιών, κειμένου εις την θέσιν ...

της περιφερείας ... και συνορευομένου γύρωθεν με ρεύμα, με Δ. Η. Δ., και με αύλακα" και κατά τα 2/12 "εκ κληρονομίας του αδιαθέτως κατά το έτος 1915 αποβιώσαντος πατρός του Α. Ν." (.../1977, .../1937, .../1898 συμβολαιογραφικές πράξεις). Στη συνέχεια ο εναγόμενος - εφεσίβλητος, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1995 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου ...

Αικατερίνης Μελά - Ζαφείρη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, έγινε κύριος ενός ακινήτου (ελαιοχωραφίου) με συναπτό δάσος, που βρίσκεται στην ίδια ως άνω θέση "...", εκτάσεως 19.747,70 τ.μ. Το ακίνητο αυτό διαχωρίζεται σε δύο μέρη από αγροτικό δρόμο και συνορεύει βόρεια με μονοπάτι, νότια με ιδιοκτησία Π. Π., ανατολικά με ρέμα και δυτικά με κοντόρεμα.

Το ανωτέρω ακίνητο μεταξύ άλλων απέκτησαν οι -πωλητές - δικαιοπάροχοι του εναγομένου - εφεσίβλητου, Γ. Μ., Ι. Μ. και Δ. Μ., δυνάμει των .../1995 αποδοχών κληρονομίας του αποβιώσαντος Ν. Η. Ν. και της αποβιωσάσης Δ. - Ά. Γ. Μ., το γένος Ν., που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, των οποίων απώτεροι δικαιοπάροχοι ήταν η Δ. Ν. σύζυγος Η.

Δ. και μητέρα του προαναφερομένου Ν. Η. Ν., προς την οποία ο πατέρας, της Α. Π. Ν. προέβη στην σύσταση προίκας δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1898 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μανουήλ Φώκου ως εξής: "Αμπελοχωράφιο σύδενδρο στη θέση "..." περιφέρειας ..., συνορευόμενο ανατολικώς με δρόμο δημόσιο, αρκτικώς με δρόμο ιδιωτικό, δυτικώς με αύλακα και μεσημβρινώς με κοντόρευμα".

Σύμφωνα λοιπόν, αφενός μεν με το προαναφερόμενο συμβόλαιο (... / 1898), ακολούθως δε και με τις δύο εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που συντάχθηκαν ενώπιον του πρώτου βαθμού, το ανωτέρω, ακίνητο συνορεύει με δημόσιο δρόμο (παλαιό, σήμερα εγκαταλειμμένο), με δρόμο ιδιωτικό (παλιό μονοπάτι σήμερα εγκαταλειμμένο), με αύλακα και με κοντόρευμα, αφετέρου δε, σύμφωνα με το υπ’ αριθ. ... / 1898 ανωτέρω συμβόλαιο (που αποτελεί τον απώτερο τίτλο του ενάγοντος -εκκαλούντος) το ακίνητο του ενάγοντος συνορεύει με ρεύμα, με ιδιοκτησία Δ.

Η. Δ. και με αύλακα, δεν συνορεύει όμως με δημόσιο δρόμο (παλαιό). Σε συνέχεια των ανωτέρω ο ενάγων - εκκαλών κατέστη κύριος ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 5.156,40 τ.μ., το οποίο ήταν ακαλλιέργητο από χρόνια, που βρίσκεται στη θέση "..." στην ... Σάμου, και συνορεύει, βόρεια με επαρχιακή οδό, με ιδιοκτησίες Θ. Χ. Σ. Α. αντίστοιχα, ανατολικά με ιδιοκτησία Ν.

και με ιδιοκτησία Θ., Χ., νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Α., μητέρας του ενάγοντος - εκκαλούντος και δικαιοπαρόχου αυτού, από την οποία χωρίζεται με υδραύλακα και δυτικά με ρέμα και με ιδιοκτησία Θ. Χ. και Σ. Α.. Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος - εκκαλούντος με την υπ’ αριθ. .../ 1997 πράξη αποδοχής κληρονομιών της συμβολαιογράφου Καρλοβασίου Σάμου Μαρίας Παπακωνσταντίνου - Χουβαρδά, νομίμως μεταγεγραμμένης, σε συνδυασμό με το υπ’ αριθ. .../1997 συμβόλαιο διανομής κληρονομιαίων -ακινήτων της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου.

Ακολούθως συντάχθηκε το υπ’ αριθ. .../2000 συμβόλαιο, του Συμβολαιογράφου Σάμου Θεμιστοκλή Δημόπουλου, δυνάμει του οποίου διορθώθηκαν οι ανωτέρω πράξεις ως προς την περιγραφή του ακινήτου ιδιοκτησίας του ενάγοντος - εκκαλούντος και πλέον το ακίνητο περιγράφεται ως ακαλλιέργητο από ετών αγροτεμάχιο με συναπτή χέρσα και δασώδη έκταση, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ...

Σάμου, εκτάσεως 4.460 τ.μ., το οποίο τέμνεται από την διερχόμενη μέσω αυτού επαρχιακή οδό ... - ... σε δύο τμήματα από τα οποία το πρώτο τμήμα, δυτικά της ανωτέρω επαρχιακής οδού, αποτελείται από ακαλλιέργητο αγροτεμάχιο, που περιλαμβάνει ένα παλιό ελαιόδενδρο, δύο με τρία νεότερα ελαιόδενδρα, ερείπια παλαιού υδρόμυλου στην ανατολική του πλευρά και διάφορους ογκολίθους στη δυτική πλευρά του και συνορεύει γύρω του ανατολικά και νοτιοανατολικά με την επαρχιακή οδό ... - ..., νότια και δυτικά με ακαλλιέργητο αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας κληρονόμων Δ.

Δ., από το οποίο χωρίζεται με παλιό ιδιωτικό μονοπάτι (ιδιοκτησίας του αγροτεμαχίου του ενάγοντος - εκκαλούντος), με ογκολίθους, με άλλη ιδιοκτησία του ενάγοντος από την οποία χωρίζεται με δημόσιο ποτιστικό αυλάκι και δυτικά, βορειοδυτικά και βόρεια με ιδιοκτησία Σ. Α., από την οποία χωρίζεται με το ίδιο δημόσιο ποτιστικό αυλάκι.

Ακολούθως αναφέρεται ότι το άλλο τμήμα, το οποίο βρίσκεται ανατολικά της παραπάνω επαρχιακής οδού και επίδικο, αποτελείται εν μέρει από χέρσο αγροτεμάχιο στη νοτιοδυτική πλευρά του και εν μέρει από δασώδη έκταση στη βορειοανατολική πλευρά του και συνορεύει γύρω του δυτικά και βορειοδυτικά με την επαρχιακή οδό ... - ..., νοτιοδυτικά με ελαιοχώραφο ιδιοκτησίας κληρονόμων Δ.

Δ., εκ των οποίων χωρίζεται με παλιό ιδιωτικό μονοπάτι (ιδιοκτησίας σήμερα του ενάγοντος - εκκαλούντος), νοτιοανατολικά και ανατολικά με τον παλιό - δημόσιο δρόμο ... - ... και βορειοανατολικά με ρέμα. Περαιτέρω, απεδείχθη, από τα λοιπά προσκομιζόμενα στοιχεία (τίτλους, ένορκες βεβαιώσεις, καταθέσεις μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, διαταχθείσες δύο (2) εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης κλπ), ότι η επαρχιακή οδός ... - ...

αποπερατώθηκε μετά το έτος 1950. Ωστόσο, από τους προαναφερόμενους τίτλους ιδιοκτησίας του ενάγοντος - εκκαλούντος, αποδεικνύεται ότι για πρώτη φορά γίνεται λόγος για την ανωτέρω επαρχιακή οδό, η οποία κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος τέμνει το ακίνητο του σε δυτικό και ανατολικό (επίδικο) τμήμα και συνεπώς τούτο εκτείνεται και πέραν της εν λόγω επαρχιακής οδού στο ανατολικό (επίδικο) τμήμα του στο ως άνω υπ’ αριθ. .../2000 διορθωτικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σάμου Θεμιστοκλή Δημόπουλου.

Απεδείχθη, ακολούθως, ότι η ανωτέρω επαρχιακή οδός (νέα) ... - ... υφίστατο κατά την σύνταξη των συμβολαίων (τίτλων κυριότητας του ενάγοντος - εκκαλούντος) των ετών 1977 και 1997 αντίστοιχα. Κατά τον τρόπο αυτό στο ανωτέρω διορθωτικό συμβόλαιο τα ακόλουθα στοιχεία αναφέρονται για πρώτη φορά. Αρχικά η ανωτέρω επαρχιακή οδός, η οποία τέμνει το ακίνητο του ενάγοντος - εκκαλούντος, ακολούθως ότι το εν λόγω ακίνητο συνορεύει με τον παλιό (δημόσιο) δρόμο, ενώ στους προηγούμενους τίτλους δεν συνόρευε, ότι δεν συνορεύει πλέον με τον Θ.

Χ. ( Π.), ενώ στους προηγούμενους τίτλους συνόρευε και αποτυπωνόταν στα προσαρτώμενα σ’ αυτούς τοπογραφικά διαγράμματα, αλλά διατηρεί τα ονόματα των άλλων όμορων ιδιοκτητών της Σ. Α. και κληρονόμους Δ. Δ. (όπου και η ιδιοκτησία του εναγομένου) και, τέλος, ότι δεν συνορεύει με ρέμα, ενώ στους προηγούμενους τίτλους συνόρευε.

Κατόπιν τούτων και δεδομένου ότι το επίδικο δεν συμπεριλαμβάνεται στους πριν του ανωτέρω διορθωτικού συμβολαίου (.../2000) τίτλους κυριότητας του ενάγοντος αποδεικνύεται ότι το ακίνητο του ενάγοντος δεν εκτείνεται πέραν του σημερινού επαρχιακού δρόμου ... ..., όπου ορίζεται το επίδικο, δηλαδή ανατολικά της ανωτέρω οδού και δυτικά του παλαιού (δημοσίου) δρόμου".

Ακολούθως, το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ως αβάσιμη κατ’ ουσία και επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε απορρίψει την ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1000, 1033 και 1192 Α.Κ., ενώ δεν τίθεται θέμα ευθείας παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., που επιπλέον επικαλείται ο αναιρεσείων, με την ερμηνεία και εφαρμογή των οποίων δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν δέχθηκε ότι υπήρξε κενό και αμφίβολο σημείο στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων μερών στις αναφερόμενες στο αναιρετήριο οικείες δικαιοπραξίες, ως παραίτηση από την κυριότητα του ενός τμήματος, και, επομένως, δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει για την ερμηνεία των εν λόγω δικαιοπραξιών στην εφαρμογή των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο αφενός δεν έλαβε υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και τέτοια στοιχεία, που νομίμως είχε προτείνει με την έφεσή του και με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον αυτού και έτσι αρκέσθηκε σε λιγότερους ισχυρισμούς από αυτούς που είχε παραθέσει για τη διατύπωση της δικανικής του κρίσης και αφετέρου ότι άφησε αδίκαστη την επικουρική βάση της αγωγής του, με την οποία στηρίζει την κτήση της κυριότητάς του επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία.

Οι αιτιάσεις αυτές, αν και γίνεται επίκληση του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ., στηρίζονται στους αριθμούς 8 β’ και 9, αντίστοιχα, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. και είναι απαράδεκτες, αφού δεν περιλαμβάνονται στους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. λόγους, για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση κατ’ αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατ’ αποφάσεων ειρηνοδικείων.

Οι περιεχόμενες στον ίδιο, δεύτερο, λόγο αιτιάσεις, που πλήττουν την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες, γιατί υπό την επίκληση της ευθείας παραβίασης των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 173,200, 1033 και 1192 Α.Κ.), πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 560 παρ. 1 εδάφ. β’ KΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, πρέπει δε να εκτίθεται περαιτέρω στο σχετικό λόγο η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να απορρίψει την έφεσή του κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει κατ’ ουσία την ένδικη διεκδικητική αγωγή του κατά του αναιρεσίβλητου, έκρινε, παρά τα διδάγματα της κοινής πείρας σχετικά με την ερμηνεία των τίτλων κτήσεως της κυριότητας του αναιρεσίβλητου, ήτοι των υπ’ αριθμ. .../1898 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου ...

Σάμου Εμμανουήλ Φώκου και του υπ’ αριθμ. .../1995 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... Σάμου Αικατερίνης Μελά, αφού από την ανάγνωσή τους "είναι απόλυτα σαφές ότι με τον μεταγενέστερο τίτλο, ήτοι τον τίτλο βάσει του οποίου απέκτησε ο αντίδικος γίνεται μία προσπάθεια πλήρους παραποίησης τόσο του ιδιοκτησιακού, όσο και του πραγματικού καθεστώτος των ακινήτων εμού και αυτού, ενώ, αντιθέτως ο παλαιότερος τίτλος κτήσης των δικαιοπαρόχων του αντιδίκου εναρμονίζεται απόλυτα με τους δικούς μου τίτλους κτήσης, όσο και με τους αγωγικούς μου ισχυρισμούς.

Η αναιρεσιβαλλομένη όφειλε να χρησιμοποιήσει κατά την ερμηνεία αυτών, τα διδάγματα της κοινής πείρας σχετικά με τα σημεία του ορίζοντα, ήτοι ότι αυτά, τα οποία ορίζουν τον προσανατολισμό του ακινήτου, δεν αλλάζουν, όσα έτη και εάν παρέλθουν, πολλώ μάλλον δεν εξαρτώνται από την βούληση του εκάστοτε ιδιοκτήτη", παραβιάζοντας έτσι τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών (συμβολαιογραφικών εγγράφων).

Έχοντας, όμως, το περιεχόμενο αυτό ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος πρέπει ν’ απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, αφού τα ως άνω αναφερόμενα δεν έχουν το χαρακτήρα των διδαγμάτων κοινής πείρας και σε κάθε περίπτωση δεν χρησιμοποιήθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου και την υπαγωγή σ’ αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά για την εκτίμηση των αποδείξεων.- Για να ιδρυθεί ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ.

πρέπει η αποδιδόμενη παράβαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις και όχι κανόνες δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας.

Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι παραβίασε αφενός τις περί προσήκουσας παράστασης του αναιρεσίβλητου στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δικονομικές διατάξεις των άρθρων 237, 240 και 524 ΚΠολΔ. (ο τρίτος) και αφετέρου τη δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ περί των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (ο τέταρτος), πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6 - 12 - 2012 αίτηση του Μ. Α. του Β. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 91/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Νοεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ