Legislator Case Law & Legislation
603/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal regarding failure of Court of Appeal to consider specific evidence in property dispute.

Case Number 603/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the fifth ground of appeal, finding the Court of Appeal failed to consider specific documents proving the appellant's objections to underground conversion works. The appellant argued these documents, including police and utility complaints, were crucial evidence of the respondent's unauthorized actions, yet the lower court's decision omitted any reference to them despite extensive analysis of the file. Consequently, the Supreme Court annulled the contested judgment and remanded the case for retrial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1002, 1117 of the Civil Code; Article 1 of Law 3741/1929: When a court of appeal fails to consider and evaluate specific evidence adduced by a party, the appellate judgment is flawed and must be annulled, requiring a retrial.

Keywords

AI generated
appellate review omission of evidence property ownership underground conversion remand for retrial civil procedure burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Articles 1002, 1117 of the Civil Code
Article 1 of Law 3741/1929
Article 54 of the Introductory Law to the Civil Code
Article 2, Paragraph 1 of Law 3741/1929
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 603 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 603/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γκάλεβιτς και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσιάμπα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/10/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1287/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/3/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 10/2/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως και να γίνουν δεκτοί οι λοιποί λόγοι αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 5 και 13 του Ν. 3741/1929 "Περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, με το άρθρο 54 του Εισαγ. Ν. Αστικού Κώδικα, σαφώς συνάγεται ότι, επί οριζοντίου ιδιοκτησίας, ιδρύεται κυρίως μεν (διηρημένη) κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή διαμερίσματος ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική, αυτοδικαίως κτωμένη, συγκυριότητα, κατ' ανάλογον μερίδα, επί των μερών του όλου ακινήτου, τα οποία χρησιμεύουν εις κοινή, υπό πάντων των οροφοκτητών χρήση, όπως αυτά ορίζονται στην, εκ των ως άνω διατάξεων, του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 3741/1929.

Ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οροφοκτησίας, που συνεπάγεται και την αυτοδικαία συγκυριότητα επ' αυτών των συνιδιοκτητών καθώς και τα επ' αυτών δικαιώματα τούτων γίνεται είτε με την συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία είτε και με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών.

Αν αυτό δεν γίνει, δηλαδή αν δεν ορίζεται τίποτα είτε στην συστατική δικαιοπραξία είτε στις κατ' ιδίαν συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις αναφερόμενες ανωτέρω διατάξεις. Αυτό σημαίνει ότι τα υπόγεια και ημιυπόγεια, εφόσον, κατά τον ανωτέρω τρόπο, δεν ορίσθηκε ότι αποτελούν χωριστή ιδιοκτησία, είναι κοινόκτητα, με αποτέλεσμα να μην δικαιούται ιδιοκτήτης χωριστής ιδιοκτησίας να τα ενσωματώσει αυθαιρέτως στην ιδιοκτησία του, ανεξαρτήτως του εάν βλάπτονται άμεσα οι ιδιοκτήτες των λοιπών οριζοντίων ιδιοκτησιών.

Ούτε, εξ άλλου, αποβάλλεται ο κοινόκτητος χαρακτήρας των ανωτέρω χώρων από τον λόγο ότι δεν περιέχεται σχετική ρύθμιση για τον χαρακτήρα του στη συστατική πράξη της οροφοκτησίας, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός υφίσταται εκ του νόμου. Όμως, το γεγονός ότι υφίσταται αναγκαστική συγκυριότητα επί των κοινών πραγμάτων της πολυκατοικίας, από την πράξη της συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας ή εκ του νόμου, δεν αποκλείει να συμφωνηθεί από τα μέρη η αποκλειστική χρήση ορισμένου από τα εν λόγω κοινά πράγματα υπέρ ενός εξ αυτών, δεδομένου ότι με την συμφωνία αυτή δεν αναιρείται η συγκυριότητα αλλά η χρήση.

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Τέτοιοι κανόνες είναι και οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι οποίοι εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτο, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Οι κανόνες αυτοί παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο, μολονότι βεβαιώνει ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, εν τούτοις δέχεται εμμέσως την ύπαρξη κενού και αμφιβολίας, ως προς το περιεχόμενο της δηλώσεως και αναζητεί την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων πέρα από την γραμματική διατύπωσή της, καθώς και όταν, παρά την έστω και έμμεση διάγνωση ατελείας στην διατύπωση της βουλήσεως ή αμφιβολίας για την έννοιά της, το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει στους κανόνες αυτούς και να παραθέσει τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η εφαρμογή του, ακόμη δε και όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή των, οπότε ο αναιρετικός έλεγχος καταλαμβάνει και την ορθότητα της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικώς με την ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βουλήσεως των μερών, αφού πρόκειται για εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του, για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικώς με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση εκάστου από αυτά.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμός 11 εδ. γ'του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως. Γι την ίδρυση δε του λόγου αυτού αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών, για τη λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλoμένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "Με το ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Νικήτης Χαλκιδικής, Αικατερίνης Αποστολίδου - Καρακίτσιου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Συκιάς Χαλκιδικής στον τόμο ... και αριθμό ..., ο εκκαλών έγινε από αγορά κύριος ενός αγροτικού ακινήτου, εμβαδού 2053 τ.μ., κειμένου στη θέση "..." του οικισμού "..." ..., που συνορεύει βόρεια με αγροτική οδό, ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων ..., νότια με ρέμα και δυτικά με αγροτική οδό.

Αμέσως μετά την αγορά, αποφάσισε στο εν λόγω ακίνητο να ανεγείρει οικοδομή, αποτελούμενη από δύο υπόγειες αποθήκες, ένα ισόγειο κατάστημα, τρία υπερυψωμένα ισόγεια διαμερίσματα και ένα ανώγειο διαμέρισμα. Προς τον σκοπό αυτόν, υπέβαλε αίτηση στο αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο και έλαβε την ... οικοδομική άδεια.

Κατά την ανέγερση της οικοδομής μετέτρεψε αυθαίρετα τους υπόγειους αποθηκευτικούς χώρους σε διαμερίσματα και τους κατασκεύασε στο ύψος του εδάφους, δηλαδή ως ισόγειους, πάνω δε από αυτούς και κάτω από τους εξώστες των διαμερισμάτων του υπερυψωμένου ισογείου, που έγινε πλέον πρώτος όροφος, κατασκεύασε στέγαστρο με κεραμοσκεπή.

Η ανωτέρω οικοδομή περατώθηκε το 1990. Τα διαμερίσματα του πρώτου πλέον ορόφου και το διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου (ανώγειο κατά την οικοδομική άδεια), τα πώλησε σε τρίτους. Έτσι, με το ... συμβολαιογραφικό προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Νικήτης Χαλκιδικής Αικατερίνης Αποστολίδου -Καρακίτσιου, υποσχέθηκε να πωλήσει στην εφεσίβλητη το με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης 2 διαμέρισμα του υπερυψωμένου ισογείου (πρώτου πλέον ορόφου), εμβαδού 41,32 τ.μ.

με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο και τα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη της οικοδομής 21% εξ αδιαιρέτου. Ακολούθως, με το ... οριστικό συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, υπήγαγε την οικοδομή στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας και μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στην εφεσίβλητη το ως άνω διαμέρισμα.

Με το εν λόγω συμβόλαιο ρητά συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι η εφεσίβλητη δεν θα έχει κανένα δικαίωμα στο υπόγειο. Η συμφωνία αυτή, στην οποία δεν συμμετείχαν οι λοιποί συνιδιοκτήτες της οικοδομής, έχει μεταξύ των συμβαλλομένων διαδίκων ενοχική ισχύ και έγινε σε επικύρωση προφορικής τους συμφωνίας, που προηγήθηκε κατά τις διαπραγματεύσεις για την αγοραπωλησία του διαμερίσματος.

Κατά τις διαπραγματεύσεις, η οικοδομή βρισκόταν στο στάδιο των επιχρισμάτων και είχε διαμορφωθεί πλήρως η μορφή της, όπως αυτή περιγράφεται ανωτέρω, μετά τις αυθαίρετες τροποποιήσεις που επέφερε ο εκκαλών, παρεκκλίνοντας από την οικοδομική άδεια και η εφεσίβλητη έλαβε γνώση της διαμορφωμένης κατάστασης, δεν έφερε δε γι' αυτήν καμία αντίρρηση.

Το ότι η οικοδομή από την έναρξη της κατασκευής της είχε την ανωτέρω μορφή, που και σήμερα έχει, αποδεικνύεται τόσο από την κατάθεση της μάρτυρος ..., η οποία συμβιώνει με τον εκκαλούντα και έχει προσωπική αντίληψη των πραγμάτων, όσο και από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες φωτογραφίες της οικοδομής σε όλα τα στάδια της ανέγερσής της από την κατασκευή του εκ σκυροδέματος σκελετού μέχρι της αποπερατώσεως, από τις οποίες φαίνεται ότι απ' αρχής το αναφερόμενο στην οικοδομική άδεια ως υπόγειο ήταν ισόγειο και οι χώροι αυτού από αποθηκευτικοί, που περιγράφονταν στην οικοδομική άδεια, ήταν χώροι κατοικίας.

Η κρίση αυτή δεν ανατρέπεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο πειστικότερο των ανωτέρω. Εν όψει της καταστάσεως αυτής, δεν μπορούσε να παραπλανηθεί η εφεσίβλητη, όπως η ίδια αβασίμως ισχυρίζεται, ως προς τη μορφή και το εμβαδόν της όλης οικοδομής και τη χρήση κάθε χώρου. Άλλωστε, η προφορική κατ' αρχήν συμφωνία περί της χρήσεως του υπογείου επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση της μάρτυρος ..., που είναι και αυτή, εξ αγοράς, ιδιοκτήτρια διαμερίσματος στην ίδια οικοδομή, η οποία αναφέρει ότι ο εκκαλών ζήτησε και από αυτήν, το έτος 1989, να έχει αυτός την αποκλειστική χρήση του υπογείου.

Και η κατασκευή του στεγάστρου πάνω από τα διαμερίσματα του υπογείου, που ήδη έγινε ισόγειο, ήταν εν γνώσει της εφεσίβλητης, κατά την αγορά από αυτήν του δικού της διαμερίσματος. Το στέγαστρο αυτό δεν προκαλεί προβλήματα στους συνιδιοκτήτες και ειδικότερα στην εφεσίβλητη, αφού σε τίποτα δεν την εμποδίζει να κάνει χρήση τόσο της αυτοτελούς ιδιοκτησίας της όσο και των κοινοχρήστων χώρων και δεν αλλοιώνει την αισθητική εμφάνιση της όλης οικοδομής.

Ούτε, όμως, υπερθέρμανση αυτού από τις ακτίνες του ήλιου και αντανάκλαση της θερμότητας στο διαμέρισμα της εφεσίβλητης αποδείχθηκε. Χώματα γύρω από το κατά την οικοδομική άδεια υπόγειο, αλλά στην πραγματικότητα ισόγειο, δεν εναποτέθηκαν ποτέ, ώστε αυτό να εμφανίζεται ως υπόγειος χώρος. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, από τις φωτογραφίες αποδεικνύεται ότι, σε όλη τη διαδρομή κατασκευής της οικοδομής, αυτή είχε τη μορφή που έχει και σήμερα, χωρίς χώματα γύρω από το κατά την οικοδομική άδεια υπόγειο.

Κανονισμός, που να ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των συνιδιοκτητών, δεν έχει συνταχθεί νομίμως. Έτσι το υπόγειο είναι μεν κοινόχρηστος χώρος, εφόσον δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο χωριστής ιδιοκτησίας με την συστατική της οριζόντιας ιδιοκτησίας πράξη ή με κανονισμό, επ' αυτού όμως η εφεσίβλητη, όπως προαναφέρθηκε, με το συμβόλαιο αγοράς του δικού της διαμερίσματος συμφώνησε να μην έχει κάποιο δικαίωμα, η συμφωνία αυτή την δεσμεύει έναντι του εκκαλούντος και δεν νομιμοποιείται ως εκ τούτου να ζητάει την επαναφορά του σε αποθηκευτικό χώρο και την επιχωμάτωση του γύρω από αυτό χώρου.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι δεν δεσμεύεται η εφεσίβλητη από την ανωτέρω συμφωνία, το δικαίωμά της να ζητάει την επιχωμάτωση της γύρω από το ισόγειο σήμερα περιοχής, το κλείσιμο των ανοιγμάτων αυτού και τη μετατροπή του σε αποθηκευτικό χώρο, καθώς και την καθαίρεση του στεγάστρου, εν όψει της προηγηθείσας ανωτέρω συμπεριφοράς αυτής, ασκείται καταχρηστικά, διότι αντίκειται στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του, αφού η ικανοποίησή του απαιτεί δυσανάλογες πλέον για τον εκκαλούντα δαπάνες....".

Με βάσεις τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, μετά εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, κατά παραδοχή λόγου της εφέσεως του εναγομένου ήδη αναιρεσιβλήτου, δικάζοντας επί της αγωγής απέρριψε αυτή, κατά τα αιτήματά της που αφορούν στην μετατροπή των αποθηκευτικών χώρων του υπογείου σε διαμερίσματα, κυρίως μεν ως αβάσιμη, επικουρικώς, δε, λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την ενάγουσα.

Από αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, προκύπτει ότι διαπίστωσε έστω και εμμέσως την ύπαρξη ατέλειας στη δήλωση βουλήσεως των διαδίκων, που περιέχεται στο προαναφερόμενο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Νικήτης Χαλκιδικής, Αικατερίνης Αποστολίδου - Καρακίτσιου, αναφορικώς προς το περιεχόμενο του δικαιώματος, το οποίο δεν θα περιήρχετο στη ενάγουσα - αναιρεσείουσα, επί του υπογείου, με την εις αυτό συμφωνία τούτων.

Η διαπίστωση αυτή του Εφετείου συνάγεται, από την εκτίμηση της καταθέσεως, περί τούτου, της μάρτυρος ... "η οποία ανέφερε ότι ο εκκαλών ζήτησε και από αυτή το έτος 1989 να έχει αυτός την αποκλειστική χρήση του υπογείου", αλλά και τον δισταγμό αυτού στην διατύπωση της επικουρικής αιτιολογίας για την απόρριψη της αγωγής.

Μετά την διαπίστωση αυτή, το Εφετείο ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 του ΑΚ. Δεν προσέφυγε, όμως, στις διατάξεις αυτές, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, ούτε παρέθεσε πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η εφαρμογή των.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για ευθεία παραβίαση των, ως άνω, διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, με την μη εφαρμογή των, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος. Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, επειδή το Εφετείο, κατά την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπ' όψη τα κατωτέρω αναφερόμενα έγγραφα, τα οποία η ενάγουσα - αναιρεσείουσα είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει, προς απόκρουση της προταθείσας από τον εναγόμενο - αναιρεσίβλητο ενστάσεως, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, από αυτή, και ειδικότερα: 1) τα υπ' αριθ. 35/1993 πρακτικά συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Συκιάς επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, στα οποία περιλαμβάνεται ανωμοτί κατάθεση του αναιρεσιβλήτου ότι "ξεκίνησε τις εργασίες αυτές (μετατροπής του υπογείου) τον Μάρτιο 1992". 2) την από 10.3.1993 απόφαση του Ν.Σ.

ΠΕΧΩΔΕ επί ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με την οποία, την 10.3.1993, τα αυθαίρετα κτίσματα είχαν περαιωθεί κατά 80%, 3) την υπ' αριθ. 24/11.6.1992 αίτηση της αναιρεσείουσας και των λοιπών συνιδιοκτητών, προς το Ειρηνοδικείο Συκιάς, με αίτημα την παύση των εργασιών της μετατροπής των υπογείων χώρων από αποθήκες σε διαμερίσματα, 4) την υπ' αριθ. 56984/25.5.1992 καταγγελία αυτής προς την Πολεοδομία Χαλκιδικής, 5) την υπ' αριθ. 990/2.6.1992 καταγγελία της προς την ΔΕΗ Πολυγύρου και 6) την από 13.7.1992 καταγγελία της προς την Διεύθυνση Υγιεινής.

Από τα έγγραφα αυτά, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, αποδεικνύεται ότι οι εργασίες μετατροπής του υπογείου άρχισαν τον Μάρτιο 1992 και η ίδια εξεδήλωσε αντίρρηση σ' αυτές. Από την επισκόπηση των προτάσεων, που η αναιρεσείουσα υπέβαλε ενώπιον του Εφετείου, κατά την συζήτηση, μετά την οποία εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, προκύπτει ότι αυτή ισχυρίσθηκε, ότι με την πρώτη μετατροπή, που έκανε ο εναγόμενος στο κτίσμα, αντέδρασε, ασκώντας αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, κατά τον χρόνο των εργασιών και προβαίνοντας σε καταγγελία στο Πολεοδομικό Γραφείο Χαλκιδικής, στη ΔΕΗ και όπου αλλού έκρινε, προκειμένου να σταματήσουν.

Προς απόδειξη τούτων, επικαλέσθηκε τα σχετικά δικόγραφα και την απόφαση του Ειρηνοδικείου, καθώς και τα λοιπά έγγραφα που είχε προσκομίσει και ανεφέροντο αναλυτικώς στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοδίκου δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, βεβαιώνει ότι για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, ως προς το βάσιμο της αγωγής και των ισχυρισμών των διαδίκων, έλαβε υπόψη ".....

και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τα διάδικα μέρη έγγραφα .....". Όμως, από την βεβαίωση αυτή του Εφετείου, το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και το σύνολο των αιτιολογιών αυτής, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι αυτό έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, ομού μετά των λοιπών αποδείξεων, και τα προαναφερόμενα έγγραφα, εφόσον ουδεμία αναφορά κάνει σε αυτά, με την προσβαλλομένη απόφασή του, στην οποία και δεν μνημονεύονται, παρά την εκτεταμένη ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, ενόψει βεβαίως και της αντιθέτου ουσιαστικής κρίσεώς του.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος συνακόλουθα δε και η αίτηση αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιό της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρ.176, 183 Κ.Πολ.Δ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Σημειωτέον, ότι εφ' όσον η απόφαση αναιρείται, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, παρέλκει την έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, που αφορούν στο ίδιο κεφάλαιο της αποφάσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1287/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το κεφάλαιο, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ίδιο κεφάλαιο, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν, προηγουμένως.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ