Supreme Court allows appeal on two-year statute of limitations for compulsory insurance claims against uninsured drivers.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, ruling that the two-year statute of limitations for compulsory insurance claims begins from the accident date regardless of the claimant's knowledge. The insured driver argued the limitation period violated constitutional rights due to ignorance of the driver's negligence, but the Court held the limitation is statutory and not based on tortious fault. Consequently, the Court remanded the case for further proceedings while ordering the appellants to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 6, 10, 17, 19 of Law 489/1976; Article 241 of the Civil Code: The two-year statute of limitations for claims against the compulsory insurance fund begins from the day following the accident and applies irrespective of the claimant's knowledge of the damage or the obligor.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 603 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 603/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία-Πλατή.
Των αναιρεσίβλητων: 1 Χ. Δ. του Φ., 2. Μ. συζ. Χ. Δ., 3. Γ. Δ. του Χ. και 4. Φ. Δ. του Χ., κατοίκων όλων ..., εκ των οποίων οι 1ος, 2ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σφακιανάκη και ο 3ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Μαρτίου 1999 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων και την από 25 Οκτωβρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 500/2003 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10 Μαΐου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανάγνωσε την από 27 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 περ. α'-δ', 6 §§ 1,2 και 5, 10, 17 και 19 του ν. 489/1976 προκύπτει ότι, στις περιοριστικώς προβλεπόμενες περιπτώσεις της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου για την καταβολή αποζημιώσεως στον ζημιωθέντα από αυτοκινητικό ατύχημα, η σχετική αξίωση του τελευταίου παραγράφεται μετά την παρέλευση δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, σε σχέση δε με τη διακοπή και την αναστολή της παραγραφής αυτής ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις των άρθρων 255 επ.
και 260 επ. του ΑΚ. Η διετής αυτή παραγραφή, στην οποία υπάγεται και η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, αρχίζει, σύμφωνα και με το άρθρο 241 ΑΚ, από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος, χωρίς η έναρξή της να επηρεάζεται από την εκ μέρους του δικαιούχου γνώση ή άγνοια της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου.
Η αντίθετη συναφώς διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς η παραγραφή των αξιώσεων αποζημιώσεως από αδικοπραξία, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί επί της ως άνω αξιώσεως. Και τούτο, γιατί παραγωγικός λόγος της αξιώσεως αυτής δεν είναι η αδικοπραξία αλλά απευθείας ο νόμος, ήτοι οι προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 489/1976, με τις οποίες καθορίζονται οι προϋποθέσεις θεμελιώσεως της σχετικής ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου.
Εφαρμόζεται όμως η διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ, κατά την οποία, για την έναρξη της παραγραφής, απαιτείται η αξίωση να είναι δικαστικώς επιδιώξιμη, δηλαδή εναγώγιμη. Αυτό συμβαίνει, όταν δεν υπάρχει κάποιος νομικός λόγος που να αποκλείει ή να παρεμποδίζει τη δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως. Αντιθέτως, η ύπαρξη πραγματικών εμποδίων, όπως είναι και η εκ μέρους του δικαιούχου άγνοια της γενέσεως της αξιώσεώς του, δεν παρακωλύει την έναρξη της παραγραφής, αλλά είναι δυνατό με τη συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων, να αποτελεί λόγο αναστολής της.
Περαιτέρω, ο θεσμός της παραγραφής είναι δημόσιας τάξεως, γιατί εξυπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών και τη βεβαιότητα του δικαίου, ενώ εξάλλου η καθιέρωση από το άρθρο 19 παρ. 2 του ν. 489/1986 της ως άνω διετούς παραγραφής υπηρετεί επιπλέον την ανάγκη ταχύτερης εκκαθαρίσεως των σχετικών υποθέσεων και δεν ενέχει περιορισμό του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 Σ), δεδομένου μάλιστα ότι η επίκληση της παραγραφής αυτής μπορεί, με τη συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων, να αντιμετωπισθεί με τις αντενστάσεις για κατάχρηση δικαιώματος ή για αναστολή της.
Εν προκειμένω, από τα αναφερόμενα πιο κάτω διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Με την 20/2002 απόφασή του, το Μονομελές Πρωτοδικείο ... δέχθηκε ότι η κατά του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου ασκηθείσα από τους αναιρεσιβλήτους αγωγή, με την οποία ζητούσαν να τους επιδικασθεί αναγνωριστικώς χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τη θανάτωση της συγγενούς τους Ζ.
Δ. σε τροχαίο ατύχημα προκληθέν από ανασφάλιστο αυτοκίνητο, επιδόθηκε στο αναιρεσείον την 23.3.1999, δηλαδή μετά την παρέλευση δύο ετών από την επομένη της ημέρας του ατυχήματος (23.4.1994), με βάση δε τη διαπίστωση αυτή έκρινε, κατ' αποδοχή σχετικής ενστάσεως του αναιρεσείοντος, ότι οι κατ'αυτού αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων έχουν υποπέσει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 19 παρ. 2 του ν. 489/1976 διετή παραγραφή και ακολούθως απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που απευθύνετο κατά του αναιρεσείοντος.
Με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εκδοθείσα επί εφέσεως των αναιρεσιβλήτων κατά της ως άνω αποφάσεως του πρωτοδικείου, το εφετείο έκρινε: α) ότι μέχρι την 1.4.1997 δεν ήταν δυνατή η κατά του αναιρεσείοντος δικαστική επιδίωξη των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι αγνοούσαν ότι ο θάνατος της άνω συγγενούς τους είχε επέλθει από αμελή συμπεριφορά του οδηγού του ανασφάλιστου αυτοκινήτου, αφού ο εν λόγω οδηγός, ενώ αρχικώς είχε παραπεμφθεί και καταδικασθεί από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καβάλας για ανθρωποκτονία αυτής από πρόθεση και ειδικότερα για το ότι μετά τον τραυματισμό της στο τροχαίο ατύχημα αυτός μαζί με τους άλλους δύο συνεπιβάτες ενεργώντας από πρόθεση την έριξαν από τη γέφυρα μέσα στο χείμαρρο "Ζώνκε" όπου και πέθανε από πνιγμό, ακολούθως με την 6/1.4.1997 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θράκης καταδικάσθηκε για κακουργηματικού χαρακτήρα έκθεση και ειδικότερα για το ότι, αν και η Ζ.
Δ. εξαιτίας της παρασύρσεώς της από το αυτοκίνητο κατέπεσε τραυματισμένη στον χείμαρρο, αυτός ενεργώντας από πρόθεση την άφησε αβοήθητη, με συνέπεια να επέλθει ο θάνατός της από πνιγμό και β) ότι η ρύθμιση του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 489/1976 αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, γιατί ο καθορισμός της διετούς παραγραφής συνιστά υπέρμετρο περιορισμό του δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας, που "δεν είναι αναγκαίος ούτε πρόσφορος για την απονομή της δικαιοσύνης σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, τις κρατούσες αντιλήψεις και την ιδιαίτερη φύση του προστατευόμενου ουσιαστικού δικαιώματος".
Εν συνεχεία το εφετείο, εξαφανίζοντας την απόφαση του πρωτοδικείου, απέρριψε την προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση της διετούς παραγραφής και δέχθηκε ως προς αυτό εν μέρει την αγωγή. Με τις κρίσεις του αυτές το εφετείο παραβίασε ευθέως τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού, σύμφωνα με το προεκτεθέντα, ούτε η άγνοια των αναιρεσιβλήτων αναφορικώς με την ύπαρξη των αξιώσεών τους εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής ούτε η καθιέρωση από το άρθρο 19 παρ. 2 του ν. 489/1976 της διετούς παραγραφής ενέχει περιορισμό του συνταγματικού δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας.
Σημειωτέον ότι κατά της ενστάσεως παραγραφής δεν είχε προταθεί από τους αναιρεσιβλήτους αντένσταση αναστολής αυτής. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο καταλογίζεται στο εφετείο η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέουσα πλημμέλεια της παραβιάσεως των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος, γι'αυτό και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την ένσταση παραγραφής και δέχθηκε την από 10.3.1999 αγωγή των αναιρεσιβλήτων έναντι του αναιρεσείοντος και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δίκασαν.
Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 500/2003 απόφαση του Εφετείου Θράκης κατά αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο με άλλη σύνθεση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2005. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ