Supreme Court dismisses appeal on will interpretation, rejecting argument that free hospital care implies beneficiary intent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed two appeals against a lower court's decision regarding the interpretation of a will. The appellant argued that the testator's provision of free hospital care to the beneficiary implied a specific intent to benefit the Red Cross Society, yet the court found no evidence of such a connection. The court ruled that the testator's choice of a public hospital does not constitute an indirect admission of ambiguity requiring statutory interpretation rules under Articles 173 and 200 of the Civil Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; The court held that a testator's selection of a public institution providing free care does not imply an intent to benefit a specific organization absent direct evidence of a special connection.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 602 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 602/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, 2) Υπουργού Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ως εποπτεύοντος τις υπέρ κοινωφελών σκοπών και ιδρυμάτων γενικά, καταλειπόμενες περιουσίες, 3) Υπουργού Υγείας (πρώην Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας), που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ως εποπτεύοντος το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ", 4) Κ. Σ., κατοίκου ... Αττικής, 5) Γ. Π., κατοίκου ... Αττικής και 6) Θ. Κ., κατοίκου Αθηνών, ως εκτελεστή της διαθήκης της Α. χας Α. Σ., το γένος Ι. Μ., εκ των οποίων το 1ο και ο 2ος εκπροσωπήθηκαν από τον Λαυρέντιο Παππά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο 3ος εκπροσωπήθηκε από την Αδαμαντία Λάμπρου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ενώ οι 4ος, 5ος και 6ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στους: 1) Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Λ. Α. Ε. Τ. «Ε., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Σωματείο με την επωνυμία «Π. Σ. Ο. Φ. Τ. Ε. Σ.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Λ. Α. Ε. Τ. «Ε., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Μουσά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, 2) Υπουργού Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ως εποπτεύοντος τις υπέρ κοινωφελών σκοπών και ιδρυμάτων γενικά, καταλειπόμενες περιουσίες, 3) Υπουργού Υγείας (πρώην Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας), που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ως εποπτεύοντος το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ", 4) Κ. Σ., κατοίκου ... Αττικής, 5) Γ. Π., κατοίκου ... Αττικής και 6) Θ. Κ., κατοίκου Αθηνών, ως εκτελεστή της διαθήκης της Α. χας Α. Σ., το γένος Ι. Μ., εκ των οποίων το 1ο και ο 2ος εκπροσωπήθηκαν από τον Λαυρέντιο Παππά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο 3ος εκπροσωπήθηκε από την Αδαμαντία Λάμπρου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ενώ οι 4ος, 5ος και 6ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στα: 1) Σωματείο με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Σωματείο με την επωνυμία «Π. Σ. Ο. Φ. Τ. Ε. Σ.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-1996 αίτηση του Σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ", που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις πρόσθετες παρεμβάσεις των ήδη υπό στοιχ Α και Β αναιρεσιβλήτων και του Σωματείου με την επωνυμία «Π. Σ. Ο. Φ. Τ. Ε. Σ.".
Εκδόθηκε η 5016/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν το 1ο και οι 2ος και 3ος των ήδη υπό στοιχ Α και Β αναιρεσιβλήτων με την από 10-6-1999 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η .../2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η .../2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το υπό στοιχ. Α αναιρεσείον με την από 6-11-2018 αίτησή του και η υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσα με την από 6-11-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη των αιτήσεων αναίρεσης και την καταδίκη των αντιδίκων μερών στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας ( 5-4-2024) συζητήθηκαν η από 6-11-2017 (αριθμ. καταθ. 806/10-11-2017) και η από 6-11-2018 (αριθμ. καταθ.824/7-11-2018) αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της υπ' αριθμ. .../7-11-2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, και, επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά το ως άνω άρθρο 246 ΚΠολΔ, αφού είναι συναφείς και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 762 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει την παθητική νομιμοποίηση της έφεσης κατά των αποφάσεων, οι οποίες εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, "αν περισσότεροι έλαβαν μέρος στην πρωτόδικη δίκη, η έφεση που ασκεί ένας από αυτούς απευθύνεται κατά των άλλων ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους".
Κατά το άρθρο 769 εδ. γ' ΚΠολΔ, η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται και για την παθητική νομιμοποίηση της αναίρεσης κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα (άρθρο 760 εδ.
α' ΚΠολΔ), το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να δικάσει το ένδικο μέσο, επομένως και την αναίρεση, κατά απόφασης που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία, μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 82 εδ. γ' ΚΠολΔ, αποφάσεις και δικόγραφα, που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση.
Από τη διάταξη αυτή, λαμβανόμενη σε συνδυασμό με την παράγραφο 3 του άρθρου 81 του ίδιου Κώδικα, η οποία ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, προκύπτει σαφώς, ότι η κλήση προς συζήτηση της αναίρεσης που γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο της αναίρεσης, είτε αυτοτελώς (άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ), πρέπει να επιδίδεται και προς τον έχοντα κατ' αμφοτέρους τους βαθμούς την ιδιότητα του προσθέτως υπέρ κάποιου από τους κύριους διαδίκους παρεμβάντος, ώστε να ενημερώνεται αυτός για την εξέλιξη της δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης και να ασκεί τα δικαιώματά του.
Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι το ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση, κατά απόφασης που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία, πρέπει μεν να απευθύνεται κατά όλων εκείνων που έλαβαν μέρος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, όχι όμως με κύρωση το απαράδεκτο. Ωστόσο, το δικαστήριο, που είναι αρμόδιο να δικάσει το ένδικο μέσο, μπορεί, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, να επιβάλει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη, επομένως και του διαδίκου που είχε λάβει μέρος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, κατά του οποίου δεν απευθύνεται το ένδικο μέσο.
Τούτο δικαιολογείται από το γεγονός ότι το άρθρο 748 παρ. 3, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 760 ΚΠολΔ, δεν καταλαμβάνει μόνο τους τρίτους, που δεν κατέστησαν διάδικοι στη δίκη, αλλά και τους διαδίκους που έλαβαν μέρος σ' αυτήν και κατά των οποίων δεν στρέφεται η αίτηση αναίρεσης (ΟλΑΠ 6/1999,ΑΠ 422/2023,ΑΠ 81/2022,ΑΠ 1477/2018, ΑΠ 1881/2017).
Σε όλους τους άλλους, που μετείχαν στην εν λόγω δίκη, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως ομοδίκων ή αντιδίκων του αναιρεσείοντα, ακόμη και αυτών που δεν εμφανίσθηκαν και δικάσθηκαν σαν να ήταν παρόντες, κατ` άρθρ. 754 ΚΠολΔ και έχουν δικαίωμα να κληθούν στη συζήτηση, η αναίρεση πρέπει απλώς να κοινοποιείται με κλήση προς συζήτηση (ΑΠ 706/2024, ΑΠ 444/2024, ΑΠ 267/2023, ΑΠ 180/2022, ΑΠ 457/2020).
Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις , σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 558 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος, δεν απευθύνεται κατ' αρχήν η αναίρεση, γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, πρέπει όμως να καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, χωρίς, δε, την κλήτευσή του παραβιάζεται η θεμελιώδης δικονομική αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης, που καθιερώνεται με το άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ, ειδική εφαρμογή της οποίας περιέχουν οι προαναφερόμενες διατάξεις (ΑΠ 706/2024, ΑΠ 444/2024, ΑΠ 263/2023, ΑΠ 457/2020, ΑΠ 496/2019).
Έτι περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης , δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση (ΑΠ 44/2023, ΑΠ 423/2023, ΑΠ 1119/2023). Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 606/2023,ΑΠ1683/2022,ΑΠ 1541/2021). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
β` και γ` του ΚΠολΔ, η οποία, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση για τη μετ` αναβολή δικάσιμο του απολιπόμενου διαδίκου, όταν ο τελευταίος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 801/2023, ΑΠ184/2022, ΑΠ1130/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη με αριθμό .../2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Το αιτούν και ήδη αναιρεσείον στην από 6-11-2018 (αριθμ.
εκθ. καταθ. 824/2018) αίτηση αναίρεσης κοινωφελές σωματείο με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ" άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών την από 31-5-1996 (αριθμ.εκθ. καταθ. 619/11-6-1996) αίτησή του, με την οποία ιστορούσε ότι η Α. Σ., που απεβίωσε το έτος 1971, με ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία, κατέλιπε όλη την περιουσία της (πλην ορισμένων κληροδοσιών), στην οποία περιλαμβάνεται το περιγραφόμενο στο δικόγραφο ακίνητο, στο νοσοκομείο Αμπελοκήπων, το οποίο αποτελούσε υπηρεσία τούτου (αιτούντος) και δεν είχε ιδία νομική προσωπικότητα.
Ότι στην ως άνω διαθήκη ορίστηκε ότι τα εισοδήματα της ως άνω περιουσίας, όπως και το τίμημα, σε περίπτωση πώλησης αυτής από το εν λόγω νοσοκομείο, πρέπει να διατεθούν για την εισαγωγή και δωρεάν νοσηλεία σ' αυτό απόρων ασθενών, η δε αίθουσα, που θα διατεθεί για το λόγο αυτό, να φέρει την επιγραφή "αίθουσα Α.
και Α. Σ.", καθώς και ότι, αν η περιουσία της επαρκέσει και για δεύτερη αίθουσα, αυτή να φέρει την επιγραφή "αίθουσα Ν. I.. Μ.". Ότι αυτό (αιτούν) υπεισήλθε στην ως άνω κληρονομία ως νόμιμος κληρονόμος. Ότι, από το έτος 1985, το παραπάνω νοσοκομείο έχει, πλέον, ενταχθεί στο Ε.Σ.Υ., ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με συνέπεια την αποξένωσή του απ' αυτό (αιτούν).
Ως εκ τούτου, η εκπλήρωση του προεκτεθέντος όρου της διαθήκης έχει καταστεί ανέφικτη, δεδομένου ότι η διαθέτης, επιλέγοντας το ως άνω νοσοκομείο, απέβλεψε στο χαρακτήρα τούτου (αιτούντα) ως κοινωφελούς σωματείου, καταξιωμένου στην Ελλάδα και διεθνώς για τη φιλανθρωπική του δράση, σημαντικό τομέα της οποίας αποτελούσε και η παροχή νοσοκομειακής περίθαλψης στα νοσοκομεία του.
Ότι ο μόνος τρόπος ενεργοποίησης του ατονήσαντος, κατά τα ως άνω, όρου της διαθήκης είναι όπως η νοσηλεία των απόρων ασθενών παρέχεται από το υπό ανέγερση νοσοκομείο "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", ως υποκατάστατο των απωλεσθέντων νοσοκομείων του. Με βάση αυτό το ιστορικό, το αιτούν ζητούσε να κριθεί ότι α) η βούληση της ανωτέρω διαθέτου, όπως αυτή περιέχεται στην ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη της, δεν δύναται να εκπληρωθεί, για το λόγο ότι το νοσοκομείο των Αμπελοκήπων δεν ανήκει πλέον σ' αυτό (αιτούν) και β) η εκπλήρωση της βούλησης της διαθέτου δύναται να πραγματοποιηθεί με την μεταβίβαση στο ίδρυμα με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΣ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" της περιλαμβανόμενης στην αφεθείσα κληρονομία οικίας, που βρίσκεται στην Κηφισιά Αττικής και επί της οδού ...
και με την εν συνεχεία εκποίησή της, προκειμένου το τίμημα να διατεθεί για μερική κάλυψη της δαπάνης ανέγερσης από το εν λόγω ίδρυμα υπερσύγχρονου νοσοκομείου, το οποίο θα αναλάβει την υποχρέωση να περιθάλπει δωρεάν ανάλογο αριθμό απόρων ασθενών, καθώς και να αφιερώσει μια πτέρυγα του νοσοκομείου στη μνήμη της διαθέτου και του συζύγου της, με την παράθεση των ονομάτων τους, να κατατάξει, δε, τη διαθέτη μεταξύ των μεγάλων ευεργετών του.
Ακολούθως, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ,με τα δικόγραφα των προτάσεων, ασκήθηκαν: α) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση από τον Υπουργό Οικονομικών (ήδη δεύτερο των αναιρεσίβλητων στις υπό κρίση αναιρέσεις), με αίτημα την απόρριψη της αίτησης ,διαφορετικά τα βεβαίωση ότι η βούληση της διαθέτου μπορεί να πραγματοποιηθεί με την περιέλευση του ως άνω ακινήτου στο έχον νομική προσωπικότητα "Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο "Κοργιαλένειο-Μπενάκειο", και επικουρικά , στην περίπτωση αποδοχής της αίτησης, την τήρηση των διατάξεων του α.ν. 2039/1939 κατά την εκποίηση του ακινήτου, β) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση από τους Κ.
Σ. και Γ. Π. ( ήδη τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσίβλητων στις υπό κρίση αναιρέσεις), οι οποίοι, ως μέλη του αιτούντος, ζητούσαν την απόρριψη της αίτησης, επικαλούμενοι ότι η μεταβίβαση της ως άνω οικίας στο ανωτέρω ίδρυμα θα πλήξει τη φήμη και το κύρος του αιτούντος, γ) πρόσθετη παρέμβαση από τον Υπουργό Υγείας, ως ασκούντος την εποπτεία του Νομαρχιακού Γενικού Νοσοκομείου "Κοργιαλένειο-Μπενάκειο", και το Ελληνικό Δημόσιο (ήδη τρίτο και πρώτο των αναιρεσιβλήτων στις υπό κρίση αναιρέσεις), με αίτημα την απόρριψη της αίτησης, άλλως τη διάθεση της καταλειφθείσας περιουσίας στο εν λόγω νοσοκομείο σύμφωνα με τη βούληση της διαθέτου και δ) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της απόρριψης της αίτησης από τον Θ.
Κ. ( ήδη έκτο αναιρεσίβλητο στις υπό κρίση αναιρέσεις), υπό την ιδιότητά του ως εκτελεστή της διαθήκης της Α. Σ.. Εξάλλου, δ) με αυτοτελές δικόγραφο, ασκήθηκε πρόσθετη παρέμβαση από το σωματείο με την επωνυμία «Π. Σ. Ο. Φ. Τ. Ε. Σ.", με την οποία ζητείτο η παραδοχή της αίτησης. Το Εφετείο Αθηνών, με την υπ'αριθμ.5016/1997 οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την αίτηση και τις ως άνω παρεμβάσεις, τις οποίες έκρινε παραδεκτές και νόμιμες, έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την αίτηση, όπως και την παρέμβαση του ως άνω σωματείου, ενώ απέρριψε κατ'ουσίαν τις λοιπές παρεμβάσεις.
Ακολούθως, με την από 10-6-1999 αίτηση, ο Υπουργός Υγείας, το Ελληνικό Δημόσιο και ο Υπουργός Οικονομικών ζήτησαν την αναίρεση της ανωτέρω απόφασης. Με την υπ'αριθμ..../2001 απόφαση του Δ πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η παραπάνω απόφαση στο σύνολό της, κατά παραδοχή των απορρεόντων εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγων της ως άνω αίτησης.
Στη συνέχεια, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 580 §3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση (αίτηση και παρεμβάσεις) παραπέμφθηκε στο εκδόσαν την αναιρεθείσα απόφαση Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), ώστε αυτό, με άλλη σύνθεση, προχωρήσει στην εκδίκαση αυτής. Το τελευταίο, αφού συνεκδίκασε την από 31-5-1996 αίτηση με : α) τις αυτοτελείς και πρόσθετες, κατά τα άνω, παρεμβάσεις του Ελληνικού Δημοσίου, του Υπουργού Οικονομικών, του Υπουργού Υγείας, του Θ.
Κ. , Κ. Σ. , του Γ. Π. και του σωματείου με την επωνυμία «Π. Σ. Ο. Φ. Τ. Ε. Σ.", όπως και την πρόσθετη υπέρ του αιτούντος παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας "Λ. Α. Ε. Τ. «Ε., που ασκήθηκε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου με το από 5-6-2016 (αριθμ. καταθ. 188/2016) αυτοτελές δικόγραφο, αντιμωλία του αιτούντος και των αυτοτελώς και προσθέτως παρεμβάντων Ελληνικού Δημοσίου, Υπουργού Οκονομικών, Υπουργού Υγείας και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Λ.
Α. Ε. Τ. Ε." και ερήμην των λοιπών απέρριψε την αίτηση δεχόμενη τις παρεμβάσεις του Ελληνικού Δημοσίου, του Υπουργού Οικονομικών, του Υπουργού Υγείας, του Θ. Κ. , Κ. Σ. , του Γ. Π. και απορρίπτοντας τις λοιπές. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης. Ήτοι :1) η από 6-11-2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. 806/10-11-2017) αίτηση αναίρεσης της προσθέτως παρεμβάσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Λ.
Α. Ε. Τ. «Ε., η οποία στρέφεται κατά των αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάντων ήτοι του Υπουργού Οικονομικών , Κ. Σ. και Γ. Π., αλλά και κατά των προσθέτως παρεμβάντων, ήτοι του Ελληνικού Δημοσίου, του Υπουργού Υγείας και Θ. Κ., κοινοποιούμενη στο αιτούν σωματείο με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ" και στο προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάν σωματείο με την επωνυμία «Π.
Σ. Ο. Φ. Τ. Ε. Σ.". Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ, να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (19-4-2024). Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οι τέταρτος, πέμπτος και έκτος των αναιρεσιβλήτων, ήτοι οι αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάντες Κ.
Σ. και Γ. Π. και ο προσθέτως παρεμβάς Θ. Κ. , δεν παρέστησαν, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση (σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης), ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο.
Από τις υπ' αριθμ. ..., όμως, εκθέσεις επίδοσης, του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Εφετείου Αθηνών Α. Μ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο επιδόθηκαν, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στους προαναφερόμενους.
Επίσης, όπως προκύπτει από τις υπ'αριθμ. ... , εκθέσεις επίδοσης, του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Εφετείου Αθηνών Α. Μ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο επιδόθηκαν, νομότυπα και εμπρόθεσμα στο αιτούν σωματείο με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ" και στο προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάν σωματείο με την επωνυμία «Π.
Σ. Ο. Φ. Τ. Ε. Σ.". Οι τελευταίοι, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, δεν παρέστησαν, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση (σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης), ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο.
Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας η ένδικη αναίρεση είναι παραδεκτή, καθώς στρέφεται κατά των αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάντων και προσθέτων παρεμβάντων και ανεξαρτήτως του ότι α) δεν στρέφεται κατά του αιτούντος -αντιδίκου της αναιρεσείουσας σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ", εφόσον ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο αυτής ( αίτησης αναίρεσης), με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο επιδόθηκαν, νομότυπα και εμπρόθεσμα σε αυτό, β) στρέφεται κατά των ως άνω προσθέτως παρεμβάντων, οι οποίοι δεν έχουν καταστεί κύριοι διάδικοι, πλην όμως, η απεύθυνση αυτής (αίτησης αναίρεσης) κατ'άυτών εκτιμάται ως κλήση αυτών στην προκείμενη δίκη, 2) η από η από 6-11-2018 (αριθμ.
καταθ.824/7-11-2018) αίτηση αναίρεσης του αιτούντος σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ", η οποία απευθύνεται κατά των αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάντων ήτοι κατά του Υπουργού Οικονομικών, Κ. Σ. και Γ. Π. αλλά και κατά των προσθέτως παρεμβάντων, ήτοι κατά του Ελληνικού Δημοσίου, Υπουργού Υγείας και Θ.
Κ., κοινοποιούμενη στους προσθέτως υπέρ αυτού (αιτούντος-αναιρεσείοντος) παρεμβάντες, ήτοι την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Λ. Α. Ε. Τ. Ε." και το σωματείο με την επωνυμία «Π. Σ. Ο. Φ. Τ. Ε. Σ.. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, προσδιορίστηκε, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ, να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 21-10-2022.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οι τέταρτος, πέμπτος και έκτος των αναιρεσιβλήτων Κ. Σ., Γ. Π. και Θ. Κ., δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση ( σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης), ότι δεν θα παραστούν κατά τη συζήτηση.
Η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο (κατά την οποία οι μεν πρώτος, δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι δε λοιποί δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ) αναβλήθηκε, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (19-4-2024).
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οι τέταρτος, πέμπτος και έκτος των αναιρεσιβλήτων ήτοι οι αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάντες, Κ. Σ. και Γ. Π. και ο προσθέτως παρεμβάς Θ. Κ., δεν παρέστησαν, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση (σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης), ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο.
Από τις υπ' αριθμ. ... εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Μ. Μ. που προσκομίζει και επικαλείται το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο επιδόθηκαν, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στους προαναφερόμενους τέταρτο, πέμπτο και έκτο των αναιρεσιβλήτων.
Επίσης, όπως προκύπτει από τις υπ'αριθμ ..., εκθέσεις επίδοσης, της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Μ. Μ. που προσκομίζει και επικαλείται το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο επιδόθηκαν, νομότυπα και εμπρόθεσμα στους προσθέτως υπέρ του αιτούντος (ήδη αναιρεσείοντος) παρεμβάντες, ήτοι την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Λ.
Α. Ε. Τ. Ε." και το σωματείο με την επωνυμία «Π. Σ. Ο. Φ. Τ. Ε. Σ.". Οι τελευταίοι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, δεν παρέστησαν, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση (σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης), ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο.
Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας η ένδικη αναίρεση είναι παραδεκτή, καθώς στρέφεται κατά των αυτοτελώς προσθέτων παρεμβάντων και ανεξαρτήτως του ότι στρέφεται και κατά των ως άνω προσθέτως παρεμβάντων, οι οποίοι δεν έχουν καταστεί κύριοι διάδικοι, πλην όμως, η απεύθυνση αυτής (αίτησης αναίρεσης) κατ'αυτών εκτιμάται ως κλήση αυτών στην προκείμενη δίκη, ενώ έχει κοινοποιηθεί σ'αυτούς (στους προσθέτως υπέρ του αιτούντος παρεμβάντες, ήτοι την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Λ.
Α. Ε. Τ. Ε." και το σωματείο με την επωνυμία «Π. Σ. Ο. Φ. Τ. Ε. Σ.").
Συνεπώς, ενόψει του ότι όλοι οι απολιπόμενοι διάδικοι και προσθέτως παρεμβάντες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκείμενη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 764 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, επί ερήμην αποφάσεων, που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατ' έφεση, ενώ επί των ερήμην αποφάσεων σε πρώτο βαθμό ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται μόνο αν ειδικά ορίζεται το αντίθετο, όπως επί των πτωχευτικών υποθέσεων, κατ' άρθρο 44 παρ. 2 ΚΠολΔ ( ΑΠ 1249/2017, ΑΠ 183/1983).
Επίσης, κατά την έννοια του άρθρου 825 ΚΠολΔ, το Εφετείο Αθηνών είναι το αποκλειστικώς αρμόδιο Δικαστήριο να κρίνει ανεκκλήτως (ΑΠ 1062/2004) κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας για την ερμηνεία διαθήκης ή άλλης ουσιαστικής γενικά πράξης, με την οποία έχουν διατεθεί περιουσιακά στοιχεία με κληρονομία, κληροδοσία ή δωρεά υπέρ του Κράτους ή κοινωφελών σκοπών, μόνον όταν προκύπτει αμφιβολία ή αμφισβήτηση για ζητήματα σχετιζόμενα με τον τρόπο εκκαθάρισης της περιουσίας που έχει διατεθεί για το κράτος ή για κοινωφελή σκοπό.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται και κατά των οριστικών αποφάσεων των ειρηνοδικείων, μονομελών, πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων που περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Στην προκείμενη περίπτωση , η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. .../2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την εκούσια δικαιοδοσία ερήμην των αυτοτελώς παρεμβάντων Κ.
Σ., Γ. Π. και των προσθέτως παρεμβάντων Θ. Κ. και του σωματείου με την επωνυμία «Π. Σ. Ο. Φ. Τ. Ε. Σ.", επί αίτησης αφορώσας την ερμηνεία διαθήκης λόγω αμφιβολίας αναφερομένης στον τρόπο εκκαθάρισης της υπέρ κοινωφελούς σκοπού διατεθείσας περιουσίας ,σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 825, είναι παραδεκτή, εφόσον σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Τέλος, οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 109 παρ.1 του Συντάγματος, δεν επιτρέπεται η μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων διαθήκης, κωδίκελου ή δωρεάς, ως προς τις διατάξεις τους υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού. Η συνταγματική αυτή διάταξη αποβλέπει στην προστασία και κατοχύρωση της θέλησης των διαθετών και δωρητών και εναντίον των πράξεων της Πολιτείας, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που έχουν νομοθετικό περιεχόμενο και σύμφωνα με αυτή δεν επιτρέπεται κατ' αρχήν, η μεταβολή του σκοπού περιουσίας που έχει ταχθεί υπέρ του Δημοσίου ή προς εξυπηρέτηση κοινής ωφελείας, όχι μόνο με διατάγματα, αλλά ούτε και με νόμο (ΟλΑΠ 1241/1979, ΑΠ 1547/2010).
Κατ' εξαίρεση, όμως, επιτρέπεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου του Συντάγματος, η επωφελέστερη αξιοποίηση ή η διάθεση του καταλειφθέντος ή δωρηθέντος περιουσιακού στοιχείου, υπέρ του ιδίου ή άλλου (συγγενούς) κοινωφελούς σκοπού, στην ίδια περιοχή που όρισε ο διαθέτης ή ο δωρητής, ή στην ευρύτερη περιφέρειά της, όταν βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση, είτε ότι η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για οποιοδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, ως προς τον ορισθέντα σκοπό, είτε ότι η θέληση αυτή μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με τη μεταβολή της εκμετάλλευσης του υπ' όψη περιουσιακού στοιχείου, όπως ειδικός νόμος θα ορίσει.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 10 παρ. 1, 2, 3 του Ν. 4182/10.9.2013 "1. Περιουσίες που καταλείπονται υπέρ κοινωφελών σκοπών αξιοποιούνται κατά τον τρόπο που όρισε ο διαθέτης ή δωρητής. Απαγορεύεται η μεταβολή, τόσο των παραπάνω κοινωφελών σκοπών, όσο και του τρόπου και των όρων διαχείρισης της περιουσίας, καθώς και των ορισμών για τον τρόπο διοίκησής της. 2.
Αν υπάρχει αμφιβολία περί του περιεχομένου της βούλησης του διαθέτη ή δωρητή ή αμφισβήτηση επ' αυτού, αυτή επιλύεται από το αρμόδιο κατ' άρθρο 825 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δικαστήριο. 3. Το κατά την προηγούμενη παράγραφο δικαστήριο αποφαίνεται επίσης, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, επί του εάν η βούληση του διαθέτη ή δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για οποιονδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος της και καθορίζει τον τρόπο της επωφελέστερης ή ασφαλέστερης αξιοποίησης της περιουσίας, καθώς και το σκοπό και την περιοχή για την οποία πρέπει αυτή να διατεθεί.
Αν μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης του προηγούμενου εδαφίου, ο τρόπος αξιοποίησης που επετράπη με αυτήν κατέστη για οποιονδήποτε λόγο ανέφικτος, είναι δυνατή η αξιοποίηση της περιουσίας, σύμφωνα με τον τρόπο που περιέγραψε ο διαθέτης ή ο δωρητής, χωρίς να απαιτείται η έκδοση νέας απόφασης, με απόφαση του οργάνου διοίκησης της περιουσίας που κοινοποιείται στην αρμόδια αρχή εντός τριάντα (30) ημερών".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 10 του Ν. 4182/2013 συνάγεται ότι επιτρέπεται με απόφαση του καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδίου Εφετείου, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. και 825 του ΚΠολΔ), να βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση ότι η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για οποιοδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, ότι είναι δυνατή είτε η ικανοποίηση άλλου παρόμοιου κοινωφελούς σκοπού, είτε η πληρέστερη ικανοποίηση του ίδιου κοινωφελούς σκοπού και ότι προς τούτο είναι αναγκαία η μεταβολή της παρούσας εκμετάλλευσης του συγκεκριμένου καταλειφθέντος ή δωρηθέντος περιουσιακού στοιχείου ή και όλης της αφιερωθείσας υπέρ του κοινωφελούς σκοπού περιουσίας.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 825 του ΚΠολΔ, όπως αναδιατυπώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 77 παρ. 3 του Ν. 4182/2013, "κάθε αμφιβολία ή αμφισβήτηση για την ερμηνεία διαθήκης ή άλλης πράξης, με την οποία διαθέτονται περιουσιακά στοιχεία με κληρονομιά, κληροδοσία ή δωρεά υπέρ του κράτους ή κοινωφελών σκοπών, εφόσον αναφέρεται στον τρόπο της εκκαθάρισης και γενικά της διαχείρισης και της εκτέλεσης της περιουσίας που έχει διατεθεί για το κράτος ή για κοινωφελή σκοπό, υπάγεται στην αρμοδιότητα του Εφετείου της έδρας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης που εποπτεύει την κοινωφελή περιουσία.
Αν η κοινωφελής περιουσία υπάγεται στην εποπτεία του Υπουργού Οικονομικών, αρμόδιο είναι το Εφετείο Αθηνών". Από το συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 109 παρ. 1-2 του Συντάγματος, 10 του ν. 4182/2013, καθώς και των άρθρων 42, 50 και 58 παρ. 1 του ιδίου νόμου (4182/2013), 825 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των άρθρων 108 -110επ.
του ΑΚ, το καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο Εφετείο έχει δικαιοδοσία και καθίσταται αποκλειστικά αρμόδιο να κρίνει τις αναφερθείσες στην προηγούμενη νομική σκέψη υποθέσεις, με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, στις ακόλουθες αποκλειστικά περιπτώσεις: α) εάν η θέληση του διαθέτη περιουσίας υπέρ κοινωφελούς σκοπού έχει καταστεί απραγματοποίητη εν όλω ή κατά το μεγαλύτερο μέρος της, ώστε θα πρέπει να επιτραπεί η ικανοποίηση με την αφιερωθείσα περιουσία άλλου συγγενούς και εφικτού κοινωφελούς σκοπού, β) εάν η θέληση του διαθέτη, στο πλαίσιο του ταχθέντος από αυτόν κοινωφελούς σκοπού ή του επιτρεπομένου κατά την προηγούμενη περίπτωση νέου παρόμοιου εφικτού κοινωφελούς σκοπού, μπορεί να ικανοποιηθεί καλύτερα με μεταβολή της εκμετάλλευσης της αφιερωθείσας περιουσίας ή μέρους της, ώστε να αξιοποιηθεί ή να διατεθεί αυτή με επωφελέστερο τρόπο και γ) εφόσον ανακύπτει ανάγκη ερμηνείας της διαθήκης λόγω αμφιβολίας ή αμφισβήτησης σχετικά με τον τρόπο της εκκαθάρισης και, γενικά, της διαχείρισης και της εκτέλεσης της αφιερωμένης στον κοινωφελή σκοπό περιουσίας (ΑΠ 217/2021, ΑΠ 989/2020, ΑΠ 338/2020).
Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες . Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020).
Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος ( ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1523/2022, ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008).
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου, αφού έτσι δεν είναι δυνατή η στοιχειοθέτησή του με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 20/2005,ΑΠ 1000/2024, ΑΠ 916/2024, ΑΠ 1887/2023, ΑΠ 1398/2023, ΑΠ 140/2022,ΑΠ 887/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με τους λόγους αναίρεσης, τα ακόλουθα, κατ' ακριβή λεκτική διατύπωση: " Δυνάμει της από 10-6-1969 ιδιόγραφης διαθήκης της, που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία, η Α.
χήρα Α.. Σ., κάτοικος εν ζωή ... Αττικής, που απεβίωσε στις 2-8-1971, όρισε, ως τελευταία της βούληση, επί λέξει, εκτός των άλλων, τα εξής: "Εγκαθιστώ κληρονόμον μου το εν Αθήναις Νοσοκομείον του Ερυθρού Σταυρού (αιτούν ήδη αναιρεσείον στη με αριθμ. καταθ.10071/2018 αίτηση αναίρεσης), εφ' ολοκλήρου της κατά τον θάνατόν μου ευρεθησομένης περιουσίας μου.
Τα εντεύθεν εισοδήματα αυτής ή τμήμα ή το όλον του τιμήματος. Εν περιπτώσει πωλήσεως της ακινήτου περιουσίας μου υπό του νοσοκομείου. Διατίθεται παρ' αυτού δια την εισαγωγήν και δωρεάν νοσηλείαν εις αυτό, αναλόγου αριθμού απόρων ασθενών, και όπως εις την διατεθησομένη προς τούτο αίθουσαν ή εις οιονδήποτε ετέρου του ως άνω Νοσοκομείου τεθή επιγραφή Αίθουσα Α.
και Α. Σ.. Εάν η περιουσία μου επαρκέση και δια δευτέραν αίθουσαν να τεθή επιγραφή Αίθουσα Ν. I.. Μ.... Εκτελεστήν της διαθήκης μου ορίζω τον εν Αθήναις Δικηγόρον κ. Θεοφάνην Γ. Κούσουλαν, τον οποίο παρακαλώ να μεριμνήση δια την ταχείαν εκπλήρωσιν των όρων της διαθήκης μου...". Tο ως άνω νοσοκομείο "Κοργιαλένειο- Μπενάκειο", το οποίο η διαθέτις προσδιορίζει ως "το εν Αθήναις Νοσοκομείον του Ερυθρού Σταυρού", δεν είχε, κατά το χρόνο συντάξεως της διαθήκης και μέχρι το 1985, ιδία νομική προσωπικότητα, αλλά λειτουργούσε ως υπηρεσία του αιτούντος, όπως και το έτερο νοσοκομείο "Ασκληπιείο Βούλας".
Ως εκ τούτου, η με την ως άνω διαθήκη καταλειφθείσα περιουσία της Α. Σ. περιήλθε στο αιτούν, ως κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης, προκειμένου αυτό, στη συνέχεια και μετά την εκ μέρους του νομότυπη αποδοχή της κληρονομιάς, να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες, υπό την εποπτεία του αρμόδιου Υπουργού Οικονομικών, ώστε το ανωτέρω νοσοκομείο ("Κοργιαλένειο- Μπενάκειο") να διαθέσει την κληρονομιαία περιουσία, σύμφωνα με τη βούληση της διαθέτιδας και να εκπληρώσει τον τεθέντα υπ' αυτής κοινωφελή όρο.
Το αιτούν αποδέχθηκε την κληρονομιά, με τη 1436/13-7-1972 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Ζ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών.., με συνέπεια να υπεισέλθει στη δια της ως άνω διαθήκης καταλειφθείσα περιουσία, ως νόμιμος κληρονόμος, χωρίς, όμως, στη συνέχεια, να προβεί, όπως όφειλε, σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια σχετικά με την εκπλήρωση της τελευταίας βούλησης της ως άνω διαθέτιδας και την υλοποίηση του δι' αυτής τεθέντος κοινωφελούς όρου.
Στις 23-5-1985, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του αιτούντος, εκφράστηκε η βούληση τούτου, όπως τα ως άνω δύο νοσοκομεία του, ήτοι το "Κοργιαλένειο-Μπενάκειο" και το "Ασκληπιείο Βούλας", παύσουν να αποτελούν υπηρεσίες του, να αποξενωθούν απ' αυτό και να υπαχθούν στις διατάξεις του ν.δ. 2592/1953 "περί οργανώσεως της Ιατρικής Αντιλήψεως".
Ενόψει της ανωτέρω αποφάσεως και μετά τη 522/12-6-1985 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικράτειας, εκδόθηκαν αντίστοιχα π.δ/τα και συγκεκριμένα το 592/1985 και 594/1985, δυνάμει των οποίων τα εν λόγω δύο νοσοκομεία μετατράπηκαν σε αυτοτελή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και υπήχθησαν στις διατάξεις του ν.δ. 2592/1953 και του ν. 1397/1983 ("Εθνικό Σύστημα Υγείας ΕΣΥ").
Στη συνέχεια, με το ν. 1821/8-12-1988 κυρώθηκε η από 28-5-1985 συμφωνία μεταξύ του αιτούντος και του Ελληνικού Δημοσίου για τη μετατροπή των ως άνω δύο νοσοκομείων σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και την υπαγωγή τους στο Ε.Σ.Υ. Με τον ίδιο νόμο (άρθρο 1 παρ. 2), όπως άλλωστε προέβλεπαν και τα προηγηθέντα προεδρικά διατάγματα, αλλά και η μεταξύ των συμβληθέντων μερών συμφωνία, στα ανωτέρω νοσοκομεία, για όσο χρόνο υφίστανται ως Ν.Π.Δ.Δ., ενταγμένα στο Ε.Σ.Υ., περιήλθε η χρήση όλων των κτιριακών και λοιπών εγκαταστάσεων, της οικοπεδικής έκτασης, των κτισμάτων μετά των παρακολουθημάτων, όπου μέχρι τότε λειτουργούσαν, ως και του πάσης φύσεως εξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένου και του τροχαίου, ενώ η κυριότητα όλων παρέμεινε στο αιτούν.
Σύμφωνα, εξάλλου, με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, τα παραπάνω δύο νοσοκομεία διοικούνται από εννεαμελή διοικητικά συμβούλια, με τη συμμετοχή τεσσάρων (4) εκπροσώπων του αιτούντος για το "Κοργιαλένειο-Μπενάκειο" και τριών (3) για το "Ασκληπιείο Βούλας", πρόεδρος των οποίων ορίστηκε στο μεν πρώτο εξ αυτών ο πρόεδρος του αιτούντος ή ο νόμιμος εκπρόσωπός του και στο δεύτερο ο αντιπρόεδρος τούτου.
Τέλος, στην παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου, ορίστηκε ότι όλα τα κληροδοτήματα και οι δωρεές μέχρι της δημοσίευσης των Π.Δ/των ανήκουν στο αιτούν, ως μόνου μέχρι τότε υπαρκτού νομικού προσώπου. Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 49 του ν. 2082/1992 -όπως ο νόμος αυτός ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 3454/2006- κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου η με την 7885/16-3-1992 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Μασούρου- Τσανάκα -όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την ....συμβολαιογραφική πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου- σύσταση εκ μέρους του αιτούντος του κοινωφελούς ιδρύματος, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΦΕΛΕΣ ΙΔΡΥΜΑ - ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ".
Σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις, το εν λόγω κοινωφελές ίδρυμα, από της συστάσεώς του και εφεξής, αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, απολαμβάνει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας, δεν υπάγεται στον κρατικό έλεγχο, πλην συγκεκριμένων εξαιρέσεων και λειτουργεί σύμφωνα με τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, ενώ η λειτουργία του διέπεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Σκοπός του ως άνω κοινωφελούς ιδρύματος ήταν η αποπεράτωση του υφιστάμενου τότε ημιτελούς κτιριακού συγκροτήματος επί της λεωφόρου Μεσογείων, προκειμένου να στεγαστεί και να λειτουργήσει νοσηλευτικό ίδρυμα "υψηλής στάθμης και συγχρόνου τεχνολογίας" (ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ). Τα ημερήσια νοσήλια και οι εισπράξεις από τις σχετικές με το αντικείμενό του ιατρικές πράξεις αποτελούν πόρους του εν λόγω ιδρύματος, ενώ το διοικητικό συμβούλιο τούτου καθορίζει, μεταξύ άλλων και το ύψος του ημερήσιου νοσηλίου, σύμφωνα με τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις περί ιδιωτικών κλινικών.
Μετά την ολοκλήρωση των παραπάνω διαδικασιών και μετά την πάροδο είκοσι πέντε (25) περίπου ετών από την εκ μέρους του αποδοχή της παραπάνω κληρονομιάς, το αιτούν άσκησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία, επικαλείται ότι η εκπλήρωση της βούλησης της διαθέτιδας, όπως διατυπώθηκε στην ως άνω διαθήκη, είναι ανέφικτη, για το λόγο ότι το "Κοργιαλένειο-Μπενάκειο" νοσοκομείο αποξενώθηκε απ' αυτό και έχει ενταχθεί πλέον στο Ε.Σ.Υ., ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και ότι αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο από το νοσοκομείο "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", ως υποκατάστατο των απωλεσθέντων νοσοκομείων του.
Από τη σαφή, όμως και συγκροτημένη, νοητικά και λεκτικά, βούληση της διαθέτιδας, όπως αποτυπώθηκε στην ως άνω διαθήκη, έτσι ώστε να μην καταλείπονται κενά ή αμφιβολίες, συνάγεται ότι αυτή κατέλιπε την περιουσία της και δη την ακίνητη τοιαύτη -σημαντικότερο στοιχείο της οποίας αποτελούσε το στην Κηφισιά Αττικής και επί της οδού ...
οικόπεδο, εμβαδού 3.900 τ.μ., με την επ' αυτού πεπαλαιωμένη οικία, εμβαδού 217,75 τ.μ., στο συγκεκριμένο νοσοκομείο ("Κοργιαλένειο- Μπενάκειο") και μόνο, προκειμένου τούτο να παράσχει νοσηλεία σε άπορους ασθενείς, από τα εισοδήματα της κληρονομιαίας περιουσίας ή το τίμημα, σε περίπτωση που προέβαινε στην πώληση αυτής, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα.
Εξ ουδενός στοιχείου του κειμένου της ως άνω διαθήκης ή από το πνεύμα αυτής συνάγεται ότι, σύμφωνα με την πραγματική βούλησή της, η διαθέτις επέλεξε το συγκεκριμένο νοσοκομείο, με μοναδικό κριτήριο ότι τούτο ανήκε στο αιτούν σωματείο ("Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό"), ότι, δηλαδή, αυτή απέβλεψε, πρωτίστως και κυριαρχικώς, στην ενίσχυση της φιλανθρωπικής δράσης τούτου (αιτούντος), έκφανση της οποίας αποτελεί και η παροχή νοσοκομειακής περιθάλψεως στα νοσοκομεία του, όπως επικαλείται το αιτούν.
Ούτε, άλλωστε, το τελευταίο επικαλείται ότι η ίδια η διαθέτις, εν ζωή, ή άλλος μέλος της οικογένειάς της είχαν ιδιαίτερη σύνδεση με τούτο. Προσδιορίζοντας, λοιπόν, στο κείμενο της ως άνω διαθήκης της, το νοσοκομείο ως "το εν Αθήναις Νοσοκομείον του Ερυθρού Σταυρού", η διαθέτις σκοπούσε στον καθορισμό της ταυτότητας του νοσοκομείου (μεταξύ των λοιπών λειτουργούντων στην Αττική), όπως τούτο ήταν γνωστό στο ευρύ κοινό, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως κληρονόμου της, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, προκειμένου να εκπληρώσει το στη διαθήκη της κοινωφελή όρο, χωρίς να ενδιαφέρεται για το υφιστάμενο τότε νομικό καθεστώς λειτουργίας του ή για τον τρόπο και τη διαδικασία περιελεύσεως σ' αυτό της κληρονομιαίας περιουσίας και δεν απέβλεψε στην ενίσχυση του τομέα νοσοκομειακής περίθαλψης του αιτούντος, όπως τούτο αυθαιρέτως επικαλείται.
Σε μια τέτοια περίπτωση, άλλωστε, με την τελευταία αυτής βούληση, θα είχε αναθέσει στο αιτούν την ευχέρεια να επιλέξει, κατά το δοκούν, το νοσηλευτικό ίδρυμα, το οποίο θα μπορούσε, κατά την κρίση του, να υλοποιήσει, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τον κοινωφελή σκοπό της διαθήκης (νοσηλεία απόρων ασθενών), λαμβανομένου υπόψη ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, όπως προαναφέρεται, στην περιοχή της Αττικής ανήκε τόσον το ανωτέρω νοσοκομείο όσον και το Ασκληπιείο Βούλας.
Περαιτέρω, όπως προεκτίθεται, το ως άνω νοσοκομείο (Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο Κοργιαλένειο-Μπενάκειο), ανεξαρτήτως της εντάξεώς του στο Ε.Σ.Υ. και του νομικού καθεστώτος, που το διέπει από το έτος 1985, δεν αποξενώθηκε από το αιτούν, όπως τούτο αβασίμως υποστηρίζει. Αντίθετα, συνεχίζει να διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με αυτό, χρησιμοποιώντας τις κτιριακές εγκαταστάσεις, το οικόπεδο ως και τον κτιριακό ή άλλο εξοπλισμό που ανήκει στην κυριότητα τούτου, ενώ το τελευταίο (αιτούν) μετέχει, ενεργά, στη διαδικασία λήψεως των αποφάσεων που αφορούν στη λειτουργία του (νοσοκομείου), δια της συμμετοχής στο διοικητικό συμβούλιο που το διοικεί τεσσάρων (4) εκπροσώπων του, μεταξύ των οποίων και του προέδρου του.
Επιπροσθέτως, το εν λόγω νοσοκομείο - όπως, άλλωστε και τα λοιπά νοσοκομεία που ανήκουν στο Εθνικό Σύστημα Υγείας- παρέχει, κατά ρητή επιταγή του νόμου (άρθρο 44 του ν. 2082/1992), δωρεάν νοσοκομειακή και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε οικονομικά αδύναμους ασθενείς, πρακτική που απηχεί το πνεύμα δράσης του αιτούντος.
Αντίθετα, το κοινωφελές ίδρυμα ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ, στο οποίο ανήκει το νοσοκομείο "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", λειτουργεί, κατά τα ανωτέρω, ως αυτοδύναμο ν.π.ι.δ., απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας και δεν αποτελεί φορέα υλοποίησης των φιλανθρωπικών και εθελοντικών δράσεων του αιτούντος (Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού).
Το εν λόγω νοσοκομείο, εξάλλου, κάθε άλλο παρά λειτουργεί ως 'υποκατάστατο' των άλλοτε νοσοκομείων του αιτούντος, όπως αβάσιμα το τελευταίο επικαλείται. Αντίθετα, αποδείχθηκε το εν λόγω νοσοκομείο (ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ) λειτουργεί όπως οποιαδήποτε ιδιωτική κλινική, ενώ, σύμφωνα με το διέπον τούτο καταστατικό, δεν προβλέπεται παροχή απ' αυτό νοσηλείας σε συγκεκριμένο αριθμό απόρων ασθενών ούτε, ακόμη, αποδείχθηκε η συστηματική παροχή τέτοιων υπηρεσιών ή η συστηματική συμμετοχή του σε φιλανθρωπικές ή άλλες δράσεις, σε υλοποίηση του πνεύματος και των δράσεων του αιτούντος, έτσι ώστε ευχερώς να συνάγεται ότι είναι στενά μετ' αυτού συνδεδεμένο ή λειτουργεί ως οιονεί υποκατάστατο των άλλοτε νοσοκομείων του.
Πρέπει να επισημανθεί, βεβαίως, ότι το αιτούν είχε τη χρονική ευχέρεια, κατά τη διάρκεια των δεκατριών (13) ετών, που παρήλθαν από της αποδοχής της ως άνω κληρονομιάς μέχρι την υπαγωγή του συγκεκριμένου νοσοκομείου στο Ε.Σ.Υ. (μετά από δική του πρωτοβουλία και συμφωνία του με το Ελληνικό Δημόσιο), να υλοποιήσει, χωρίς προσκόμματα, τη βούληση της διαθέτιδος, παρά ταύτα σε ουδεμία, έστω και προπαρασκευαστική, ενέργεια προέβη.
Εξάλλου, το αιτούν δεν υπέβαλε αίτηση, ομοίου περιεχομένου με την υπό κρίση τοιαύτη, ήτοι περί αλλαγής του τρόπου εκπληρώσεως του κοινωφελούς σκοπού της συγκεκριμένης διαθήκης, μετά την υπαγωγή του ως άνω νοσοκομείου στο Ε.Σ.Υ., ήτοι, το 1985, αλλά, άσκησε την υπό κρίση αίτηση μετά την υπ' αυτού σύσταση του κοινωφελούς ιδρύματος ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ και καθ'όν χρόνο ανεγειρόταν το νοσηλευτικό ίδρυμα "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ", προκειμένου να διευκολύνει, δια της εκποιήσεως της κληρονομιαίας περιουσίας, την αποπεράτωση τούτου.
Περαιτέρω, με τάχιστες διαδικασίες, μετά την έκδοση της αναιρεθείσας αποφάσεως και πριν ή αυτή καταστεί αμετάκλητη, το αιτούν μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, το προπεριγραφέν κληρονομιαίο ακίνητο στο Κοινωφελές Ίδρυμα ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ, δυνάμει του .../9-2-1999 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Χ., που μεταγράφηκε νόμιμα, και, ακολούθως, το τελευταίο πώλησε και μεταβίβασε το ακίνητο αυτό στο ίδρυμα.
με την επωνυμία «R. E.", με έδρα το ... Λιχτενστάιν, δυνάμει του .../1-3-1999 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Κ.. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο κοινωφελής όρος που η Α. Σ. έθεσε στην ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη της, ως τελευταία αυτής βούληση, είναι δυνατό καθ' ολοκληρία να πραγματοποιηθεί, όπως διατυπώθηκε σ' αυτήν και δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή κώλυμα, ώστε να κρίνεται αναγκαία η μεταβολή του τρόπου εκμετάλλευσης της κληρονομιαίας περιουσίας, όπως αβάσιμα ζητεί το αιτούν.
Οπωσδήποτε δε η χωρίς αντάλλαγμα παραχώρηση της περιουσίας της διαθέτιδας σε τρίτο, για την κάλυψη των δαπανών ανεγέρσεως νοσοκομείου που ανήκει σ' αυτό, με αόριστες, αβέβαιες, ενοχικής φύσεως, δεσμεύσεις του τελευταίου, πόρρω απέχει από το γράμμα και το πνεύμα της ως άνω διαθήκης και τη βούληση της διαθέτιδας.
Πολλώ δε μάλλον όταν το προς ο η μεταβίβαση της κληρονομιαίας περιουσίας κοινωφελές ίδρυμα "ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ" -στο οποίο υπάγεται το ομώνυμο νοσοκομείο- σύμφωνα με ρητή πρόβλεψη του καταστατικού του, που κυρώθηκε από τον παραπάνω νόμο, δεν υπάγεται στις διατάξεις του α.ν. 2039/1939 και, ως εκ τούτου, δεν θα ήταν εφικτός ο έλεγχος από τα αρμόδια κρατικά όργανα της εκτέλεσης του κοινωφελούς σκοπού της τελευταίας βούλησης της διαθέτιδας...".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την αίτηση του σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣΟΣ" και τις πρόσθετες υπέρ αυτού παρεμβάσεις, κρίνοντας ότι μπορεί να εκπληρωθεί πραγματοποιηθεί ο κοινωφελής όρος που τέθηκε στην ένδικη ιδιόγραφη διαθήκη, ως τελευταία βούληση της διαθέτουν, και δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή κώλυμα, ώστε να κρίνεται αναγκαία η μεταβολή του τρόπου εκμετάλλευσης της κληρονομιαίας περιουσίας.
Α. Επί της από 6-11-2017 ( αριθμ. εκθ. καταθ. 8461/2017) αναίρεσης: Με τον πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι αυτή περιέχει ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες επί των εξής ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητημάτων: 1) επί του ζητήματος εάν η πραγματική βούληση της διαθέτου ήταν να περιέλθει η περιουσία της στο σωματείο με την επωνυμία "Ερυθρός Σταυρός", 2) επί του ζητήματος της εξ ολοκλήρου παύσης οποιαδήποτε δικαιοδοσίας του Ερυθρού Σταυρού επί του Κοργιαλένειου Νοσοκομείου και της πλήρους αποξένωσής του από αυτό.
Ειδικότερα: 1) Αναφορικά με τον πρώτο λόγο η αναιρεσείουσα προς υποστήριξη αυτού παραθέτει, κατά λέξη, τα εξής: όσα "διαλαμβάνονται στον 10ο στίχο του 11ου φύλλου αυτής ( απόφασης), ήτοι ότι : "Εξ ουδενός στοιχείου του κειμένου της ως άνω διαθήκης ή από το πνεύμα αυτής συνάγεται ότι σύμφωνα με την πραγματική βούλησή της η διαθέτης επέλεξε το συγκεκριμένο νοσοκομείο με μοναδικό κριτήριο ότι τούτο ανήκε στο αιτούν σωματείο (Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό)...." έρχονται σε πλήρη και προφανή αντίθεση με τις εξής παραδοχές:
α) τις παρατιθέμενες στο 11ο φύλλο 21ος στίχος ήτοι ότι: "Προσδιορίζοντας, λοιπόν, στο κείμενο της ως άνω διαθήκης της, το νοσοκομείο ως το εν Αθήναις Νοσοκομείον του Ερυθρού Σταυρού, η διαθέτις σκοπούσε στον καθορισμό της ταυτότητας του νοσοκομείου (μεταξύ των λοιπών λειτουργούντων στην Αττική), όπως τούτο ήταν γνωστό στο ευρύ κοινό, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως κληρονόμου της, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, προκειμένου να εκπληρώσει το στη διαθήκη της κοινωφελή όρο..", β) τις παρατιθέμενες στον 4ο στίχο του 9ου φύλλου αυτής ήτοι: "Εγκαθιστώ κληρονόμον μου το εν Αθήναις Νοσοκομείον του Σταυρού, εφ' ολοκλήρου της κατά τον θάνατόν μου ευρεθησομένης περιουσίας μου..." .
Ότι αντίθετα από την ως άνω παραδοχή ότι : "Εξ ουδενός στοιχείου του κειμένου της ως άνω διαθήκης ή από το πνεύμα αυτής συνάγεται ότι σύμφωνα με την πραγματική βούλησή της η διαθέτης επέλεξε το συγκεκριμένο νοσοκομείο με μοναδικό κριτήριο ότι τούτο ανήκε στο αιτούν σωματείο..", προκύπτει ότι η διαθέτης γνώριζε ότι το εν λόγω νοσοκομείο ανήκε στον Ερυθρό Σταυρό και ότι καταλείποντας το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο αυτό θα περιήρχετο στην κυριότητα του Ερυθρού Σταυρού, στον οποίο ανήκε και το εν λόγω νοσοκομείο. 2) Αναφορικά με τον δεύτερο λόγο η αναιρεσείουσα, προς υποστήριξη αυτού, παραθέτει, κατά λέξη, τα εξής:
όσα διαλαμβάνονται "στον 12ο στίχο της 2ης σελίδας του 11ου φύλλου, ήτοι ότι: "Περαιτέρω, όπως προεκτίθεται, το ως άνω νοσοκομείο (Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο Κοργιαλένειο - Μπενάκειο), ανεξαρτήτως της εντάξεώς του στο ΕΣΥ και του νομικού καθεστώτος που το διέπει από το έτος 1985, δεν αποξενώθηκε από το αιτούν, όπως τούτο αβασίμως υποστηρίζει.
Αντίθετα, συνεχίζει να διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με αυτό χρησιμοποιώντας τις κτηριακές εγκαταστάσεις, το οικόπεδο ως και τον κτηριακό ή άλλο εξοπλισμό που ανήκει στην κυριότητα τούτου, ενώ το τελευταίο (αιτούν) μετέχει ενεργά στη διαδικασία λήψεως των αποφάσεων που αφορούν στη λειτουργία του (νοσοκομείο), δια της συμμετοχής στο διοικητικό συμβούλιο που το διοικεί, τεσσάρων εκπροσώπων του, μεταξύ των οποίων και του προέδρου του", αποτελούν κρίση αβάσιμη και αναιτιολόγητη, διότι το Νομαρχιακό Γενικό Νοσοκομείο Κοργιαλένειο- Μπενάκειο ήταν πριν την ένταξή του στο ΕΣΥ νομικώς ανυπόστατο και γι'αυτό δεν ήταν δυνατόν να αποδεχθεί την κληρονομία, ενώ από το έτος 1985 που εντάχθηκε στο ΕΣΥ αποξενώθηκε από τον Ερυθρό Σταυρό και έκτοτε διοικείται από το Δημόσιο από το οποίο και ελέγχεται".
Με το περιεχόμενο, όμως, αυτό οι ανωτέρω, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, είναι αόριστοι και συνακόλουθα απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, προεχόντως, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται οι πλήρεις, αλλά περιορισμένες και κατ'επιλογή της αναιρεσείουσας αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Πέραν αυτού, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη έλλειψη αιτιολογίας κρίνεται απαράδεκτος λόγω αοριστίας και για το λόγο ότι δεν εντοπίζεται η έλλειψη των απαιτούμενων για την κρίση του δικαστηρίου πραγματικών περιστατικών ενώ αμφότεροι οι λόγοι σε κάθε περίπτωση πλήττουν την ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης (εδ. α), είτε δεν έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ.
β). Νοούνται δε, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (άρθρα 338, 362 ΚΠολΔ), ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), συγκροτούν την ιστορική βάση και, συνεπώς, θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της απόφασης που προσβάλλεται. "Πράγματα", υπό την ως άνω έννοια, δεν αποτελούν οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί, που συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε τα οριζόμενα στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή το περιεχόμενο αυτών (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 419/2024, ΑΠ 274/2024, ΑΠ 1226/2023 ΑΠ 20/2023, ΑΠ 11/2023,ΑΠ 1446/2022, ΑΠ 89/2020,ΑΠ 237/2019, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 10/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που πρότεινε και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι την υπ'αριθμ. 283/2002 απόφαση του ΣτΕ, την οποία προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου και από την οποία προέκυπτε, όπως κατά λέξη αναφέρει, ότι "το Κοργιαλένειο Νοσοκομείο μετά την ένταξή του στο ΕΣΥ το έτος 1985 έχει πλήρως αποξενωθεί από τον ΕΕΣ του οποίο έχει παύσει κάθε δικαιοδοσία επί του νοσοκομείου αυτού".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί τα γεγονότα που αναφέρονται στο λόγο ανάγονται στο περιεχόμενο των αποδείξεων, και αποτελεί πραγματικό επιχείρημα της αναιρεσείουσας που αντλείται από το περιεχόμενο της προσκομιζόμενης, ως αποδεικτικό μέσο, δικαστικής απόφασης .
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη από 6-11-2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. 8461/2017) αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί αυτή στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων με παρέδρους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους αναιρεσίβλητων ήτοι του Ελληνικού Δημοσίου, του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Υγείας, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις κατά παραδοχή νόμιμου και βάσιμου σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 του ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, ενώ δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ των απολιπομένων αναιρεσίβλητων, καθώς αυτοί λόγω της ερημοδικίας τους δεν υποβλήθηκαν σε αυτά.
Β. Επί της από 6-11-2018 (με αριθμ. εκθ. καταθ.10071/2018) αίτησης αναίρεσης: Με τον πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι αυτή περιέχει ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της αληθινής βούλησης της διαθέτου.
Ειδικότερα, το αναιρεσείον 1) με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι η διάθεση του κληροδοτήματος δεν έγινε με κριτήριο ότι το Κοργιαλένειο Νοσοκομείο ανήκε στο ίδιο (αιτούν), εν τούτοις με την έτερη παραδοχή ότι η βούληση της διαθέτου μπορούσε να υλοποιηθεί και μετά την απόσχιση του Κοργιαλένειου από το αιτούν σωματείο, υπολαμβάνει αντιφατικά ότι σκοπός της τελευταίας ήταν να παραμείνει το κληροδότημα στην ιδιοκτησία του άλλως στην σφαίρα επιρροής του, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται ανέφικτος ο σκοπός του κληροδοτήματος εξ αιτία των "στενών σχέσεων" μεταξύ Κοργιαλένειου και Ερυθρού Σταυρού.
Εάν όμως ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, θα έκρινε ότι ο σκοπός της διαθέτη πληρούται καλύτερα με την περιέλευση της περιουσίας στο ίδιο, άλλως στο νοσοκομείο Ερρίκος Ντυνάν. Προς υποστήριξη του ως άνω λόγου το αναιρεσείον δεν παραθέτει πλήρεις τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Περάν αυτού, ο ίδιος λόγος είναι, επίσης, απαράδεκτος ως αόριστος, διότι, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτόν, δεν καθίσταται σαφής η επικαλούμενη αντίφαση ούτε και η επίδραση αυτής στην έκβαση της δίκης, σημειουμένου ότι με τον ισχυρισμό "Εάν όμως ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, θα έκρινε ότι ο σκοπός της διαθέτη πληρούται καλύτερα με την περιέλευση της περιουσίας στο ίδιο.
άλλως στο νοσοκομείο Ερρίκος Ντυνάν" πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, 2) με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί του ότι η "α) διάθεση του ανωτέρω νοσοκομείου από το αιτούν στο Ερρίκος Ντυνάν δεν ήταν πρόσφορη για την υλοποίηση της βούλησης αυτής, β) οι παλαιότερες διοικήσεις του ΕΕΣ δεν προέβησαν ταχέως σε εκπλήρωση του σκοπού του κληροδοτήματος , γ) οι παλαιές διοικήσεις του ΕΕΣ δεν άσκησαν την υπό κρίση αίτηση όταν αποσχίσθηκε το Κοργιαλένειο, αλλά όταν ιδρύθηκε το Ερρίκος Ντινάν και ότι δ) οι διοικήσεις του ΕΕΣ προσχώρησαν γρήγορα σε μεταβίβαση και εκποίηση του κληροδοτήματος στο Ερρίκος Ντυνάν και αληθείς αν ετύγχαναν, δεν αποτελούν ούτε πρόσφορο, ούτε επαρκές μέσο αιτιολόγησης, διότι αντικείμενο του επίδικου αιτήματος ήταν η διαπίστωση αδυναμίας υλοποίησης του σκοπού του κληροδοτήματος στη βάση της διάγνωσης του αληθούς προσώπου του επωφελούμενου και όχι στη βάση της διαπίστωσης των συνθηκών υπό τις οποίες εκπληρούται καλύτερα το φιλανθρωπικό έργο ή της διαπίστωσης ευθυνών των προηγούμενων διοικήσεων του ΕΕΣ στην καθυστέρηση υλοποίησης του σκοπού της διαθέτη".
Επί πλέον, με τον ίδιο λόγο το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι ε) "οι παραδοχές σχετικά με το αν το Ερρίκος Ντυνάν δεν παρείχε τα εχέγγυα για την προσήκουσα χρήση του κληροδοτήματος δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο απόρριψης της αίτησης, ούτε εμπίπτει στα όρια εντός των οποίων μεταβιβάστηκε η υπόθεση στο Εφετείο βάσει της υπ'αριθμ. .../2001 απόφασης του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου.
Προς υποστήριξη του ως άνω δεύτερου λόγου το αναιρεσείον δεν παραθέτει πλήρεις τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και ως εκ τούτου κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος. Πέραν αυτού ,όμως ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της ανεπαρκούς και μη πρόσφορης αιτιολογίας είναι, επίσης, απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας και επί πλέον επιχειρείται να θεμελιωθεί με ισχυρισμούς που αποτελούν διαφορετικές εκ μέρους του αναιρεσείοντα προσεγγίσεις, που εκτιμά διαφορετικά από την προσβαλλόμενη τα αποδεικτικά μέσα, και, συνακόλουθα, με τις αιτιάσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (561 § 1 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, δε, σε ότι αφορά το σκέλος της υπό στοιχ. (ε) αιτίασης, με το οποίο το αναιρεσείον αιτιάται ότι το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, λεκτέα τα ακόλουθα : Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 816/2019, ΑΠ 758/2018, ΑΠ 511/2018, ΑΠ 1465/2017). Νομικό, δε, ζήτημα είναι το εννοιολογικό περιεχόμενο το οποίο προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση (ΑΠ 1708/2014).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 § 1 εδάφιο α` του ίδιου Κώδικα, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 580 § 4 ΚΠολΔ οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 581 § 2 του ίδιου Κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση. Από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό.
Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται, σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση, άλλωστε, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 489/2020, ΑΠ 816/2019, ΑΠ 511/2018, ΑΠ 871/2017, ΑΠ 1465/2017), ή όταν το δικαστήριο της παραπομπής δίνει λύση μη απτόμενη του νομικού ζητήματος, που έδωσε λαβή για την αναίρεση (ΑΠ 489/2020,ΑΠ 511/2018, ΑΠ 1816/2017).
Αν, δε, η απόφαση αναιρέθηκε λόγω παράβασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, μη συμμόρφωση από το δικαστήριο της παραπομπής υπάρχει όταν αυτό υιοθέτησε ως προς το νοηματικό περιεχόμενο του κανόνα αυτού εκδοχή ασυμβίβαστη, προς εκείνη στην οποία στηρίχθηκε η αναιρετική απόφαση (ΑΠ 1816/2017, ΑΠ 935/2011). Περαιτέρω, δεν επιλύεται νομικό ζήτημα αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν δεν καθιστούν δυνατή λόγω αοριστίας, ασάφειας ή ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά (ΑΠ 489/2020,ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 923/2017).Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, με την υπ'αριθμ..../2001 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 5016/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Συγκεκριμένα, έγινε δεκτό, επί λέξει, ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου στερείται νόμιμης βάσης και διαλαμβάνει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναγόμενες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν αιτιολογείται αφενός μεν ο λόγος, για τον οποίο έχει καταστεί ανέφικτη η εκπλήρωση της βούλησης της διαθέτιδας, δηλαδή η θέλησή της είναι απραγματοποίητη για οποιονδήποτε λόγο εξ ολοκλήρου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος και γι' αυτό επιβάλλεται, λόγω των ανακυψασών εξαιρετικών περιστάσεων, η μεταβολή του περιεχομένου της διαθήκης και αφετέρου ο τρόπος, κατά τον οποίο έχει εκφύγει από το έτος 1985 εκ της δικαιοδοσίας και της περιουσίας του αιτούντος-αναιρεσιβλήτου το νοσοκομείο των Αμπελοκήπων, λόγω της υπαγωγής του στο Ε.Σ.Υ.
καθώς και ότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της ως άνω απόφασης ότι μετά την ένταξη στο Ε.Σ.Υ. του ως άνω νοσοκομείου, η κυριότητα του κτιρίου τούτου εξακολουθεί να ανήκει στο αιτούν- αναιρεσίβλητο και εκείνης, η οποία αποδέχεται ότι το εν λόγω νοσοκομείο έχει εκφύγει από το έτος 1985 της περιουσίας του αιτούντος-αναιρεσιβλήτου, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών κανόνων του άρθρου 109 του Συντάγματος και των διατάξεων του ν. 455/1976 και μάλιστα κατά το μέρος, κατά το οποίο ρυθμίζουν την κατ' εξαίρεση μετατροπή του σκοπού, στον οποίο απέβλεψε η θέληση της διαθέτιδος".
Με βάση το προεκτεθέν περιεχόμενο η αναιρετική απόφαση δεν έκρινε και δεν έλυσε νομικό ζήτημα, ενώ το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το περιεχόμενο αυτής αναλυτικά προεκτέθηκε , αναφορικά με τα ζητήματα που αφορούσαν τις ανεπαρκείς αιτιολογίες της αναιρεθείσας απόφασης, καθώς και τα συνδεόμενα με αυτές ζητήματα της βούλησης της διαθέτου και της δυνατότητας εκπλήρωσης της βούλησης αυτής, έτσι ώστε να μην συντρέχει λόγος ή κώλυμα για να κριθεί αναγκαία η μεταβολή του τρόπου εκμετάλλευσης της κληρονομιαίας περιουσίας, δεν είχε καμία δέσμευση, ούτε τίθεται θέμα μη συμμόρφωσής του με την αναιρετική απόφαση.
Επομένως, το σκέλος αυτό του δεύτερου λόγου αναίρεσης, ορθά εκτιμώμενο ως αφορών την πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμο και απορριπτέο. Περαιτέρω, κατά το προαναφερθέν άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Από τις διατάξεις, δε, των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ προκύπτει ότι, κατά την ερμηνεία της διαθήκης, αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του διαθέτη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ, αφού αυτά αναφέρονται, όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες, αλλά σε συμβάσεις. Σκοπείται, δηλαδή, η ανεύρεση της υποκειμενικής άποψης του διαθέτη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα αντιλαμβάνονταν τη βούλησή του οι τρίτοι κατά τη συναλλακτική καλή πίστη.
Προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο αν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και έμμεσα, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης, οπότε υποχρεούται, για την πλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, να προσφύγει σε ερμηνεία της διαθήκης, για την ανεύρεση της αληθινής, κατά την υποκειμενική του άποψη, βούλησης του διαθέτη.
Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας σχετικά με τη δήλωση βούλησης του διαθέτη προκύπτει, όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε ερμηνεία της διαθήκης, από την οποία αποκαλύπτεται ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως του διαθέτη, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της.
Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει και από το γεγονός ότι το δικαστήριο, για την εύρεση της αληθινής βούλησης του διαθέτη, έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της διαθήκης ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα ( ΑΠ 265/2023,ΑΠ 72/2021, ΑΠ 233/2020,ΑΠ 105/2013, ΑΠ 28/2007).
Η κρίση, όμως, του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για τη μη ύπαρξη ή την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και, μετά την τελευταία αυτή διαπίστωση, για την αληθινή βούληση του διαθέτη, επειδή ανάγονται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Σύμφωνα, συνεπώς, με τα παραπάνω, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες, που θεσπίζουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ, όταν, αν και διαπιστώνει, ανελέγκτως, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση βούλησης του διαθέτη και, ως εκ τούτου, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία αυτή, στις διατάξεις των παραπάνω άρθρων ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δήλωσης βούλησης του διαθέτη, παρά το ότι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δήλωση αυτή βούλησης είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 813/2024, ΑΠ 1796/2022,ΑΠ 1431/2022,ΑΠ 604/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον, παραθέτοντας όχι πλήρεις αλλά αποσπασματικές, κατ επιλογήν, παραδοχές, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, αν και το Εφετείο έμμεσα διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία στη δήλωση βούλησης της διαθέτου, εν τούτοις πλημμελώς εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173,200 ΑΚ.
Ειδικότερα, ότι η εφαρμογή και ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 173,200 ΑΚ είναι εσφαλμένη διότι : οι κρίσεις του Εφετείου δεν είναι πρόσφορες για συναγωγή του δικανικού πορίσματος και αφετέρου υστερούν κατ'ένταση και αριθμό με τα περί αντιθέτου επιχειρήματα που εξέθεσε το ίδιο με την αίτηση και τις προτάσεις του.
Με το περιεχόμενο, όμως, αυτό ο ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αόριστος και, συνακόλουθα, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται οι πλήρεις, αλλά περιορισμένες και κατ'επιλογή του αναιρεσείοντος αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Σε κάθε περίπτωση, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της τελευταίας (προσβαλλόμενης απόφασης) προκύπτει ότι το Εφετείο για τη διαμόρφωση της κρίσης του ότι, η βούληση της διαθέτου, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην από 10-6-1969 δημοσιευθείσα και κηρυχθείσα κυρία ιδιόγραφη διαθήκη της, ήταν σαφής και συγκροτημένη νοητικά και λεκτικά, έτσι ώστε να μην καταλείπονται κενά ή αμφιβολίες, δεν διαπίστωσε ούτε και εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στην βούληση της διαθέτου και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την ανεύρεση της αληθούς βούλησης της τελευταίας.
Ούτε και προσέφυγε στη χρήση των κανόνων αυτών ερμηνεύοντας αυτήν ( βούληση). Επίσης, η πιο πάνω κρίση του δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης της βούλησης της διαθέτου, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση), συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων και, άρα, μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 §1 ΚΠολΔ).
Το γεγονός ότι, στη συνέχεια, το Εφετείο, προς επίρρωση του ανωτέρω σαφούς πορίσματός του, διατυπώνει και τα επιχειρήματα ότι η ίδια η διαθέτης, εν ζωή, ή άλλο μέλος της οικογένειάς της δεν είχαν ιδιαίτερη σύνδεση με το αιτούν, όπως και ότι αν η διαθέτης είχε αποβλέψει στην ενίσχυση του τομέα νοσοκομειακής περίθαλψης του αιτούντα, τότε θα είχε αναθέσει σ'αυτό ( το αιτούν σωματείο) την ευχέρεια να επιλέξει κατά το δοκούν το νοσηλευτικό ίδρυμα, αλλά και ότι το Γενικό Νοσοκομείο Κοργιαλένειο Μπενάκειο παρέχει δωρεάν νοσοκομειακή και φαρμακευτική περίθαλψη σε οικονομικά αδύναμους ασθενείς, γεγονός που απηχεί το πνεύμα δράσης του αιτούντος από το οποίο δεν αποξενώθηκε, ανεξαρτήτως της ένταξής του στο ΕΣΥ δεν υποδηλώνει, όπως αβάσιμα διατείνεται το αναιρεσείον, ερμηνευτική προσέγγιση της βούλησης της διαθέτου, ως έμμεση παραδοχή της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας, καθιστώσα αναγκαία την προσφυγή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Επομένως, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη από 6-11-2018 (με αριθμ. εκθ. καταθ.10071/2018) αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.
ε' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί αυτό στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων με παρέδρους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους αναιρεσίβλητων, ήτοι του Ελληνικού Δημοσίου, του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Υγείας, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις κατά παραδοχή νόμιμου και βάσιμου σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 του ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ενώ δικαστικά έξοδα δεν επικδικάζονται υπέρ των απολιπομένων αναιρεσίβλητων, καθώς αυτοί λόγω της ερημοδικίας τους δεν υποβλήθηκαν σε αυτά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Συνεκδικάζει τις αιτήσεις αναίρεσης : 1) από 6-11-2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. 8461/2017) και 2) από 6-11-2018 (με αριθμ. εκθ . καταθ.10071/2018), κατά της υπ' αριθμ. .../7-11-2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, -
Απορρίπτει την από 6-11-2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. 8461/2017) αίτηση αναίρεσης , -Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ), -Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα δικαστικά έξοδα του Ελληνικού Δημοσίου, του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Υγείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, -
Απορρίπτει την από 6-11-2018 (με αριθμ. εκθ. καταθ.10071/2018) αίτηση αναίρεσης, -Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ), -Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του Ελληνικού Δημοσίου, του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Υγείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ